ΠΩΣ ΠΡΟΕΚΥΨΕΝ Η ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΣΙΣ
ΣΥΝΤΟΜΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗΣ –
ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΥΦΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΠΡΟΕΚΥΨΕ ΤΟ 1924 ΚΑΙ ΤΗΝ
ΕΞΕΛΙΞΙΝ ΤΟΥ. (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΙΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΚΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΝ ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΣΙΝ)
Εἶναι γνωστόν ὅτι ἡ ἡμερολογιακή
καινοτομία προέρχεται ἐκ τῆς Δύσεως, καί ὅτι ἐμπνευστής δέ καί πρακτικός
ἐκτελεστής αὐτῆς ἦτο ὁ Πάπας Γρηγόριος ὁ ΙΓ΄ (ὁ ὑπεύθυνος τῆς νύκτας τοῦ Ἁγίου
Βαρθολομαίου). Οὗτος παρά τάς ἀπεγνωσμένας προσπαθείας νά ἐπιβάλη τήν
μεταρρύθμισιν καί εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἀνατολήν δέν ἠδυνήθη, διότι ἡ Ὀρθόδοξος
Ἐκκλησία δι’ ἐπισήμων ἀποφάσεων Της Πανορθοδόξου καί Οἰκουμενικοῦ ὡς
ἐχαρακτηρίσθησαν (Δοσίθεος Ιεροσολύμων) κύρους, κατεδίκασε καί ἀπέκλεισε τήν
εἰσαγωγήν αὐτῆς (τῆς καινοτομίας ὡς ἐαρακτηρίσθη) εἰς τήν Ὀρθόδοξον
‘Ανατολήν (σχετικαί εἶναι αἱ
Πανορθόδοξοι Σύνοδοι ἐπί Ἱερεμίου τοῦ Τρανοῦ κατά τά ἔτη 1583, 1587, 1593).
Αἱ ἐν λόγω ἀποφάσεις ἐγένοντο σεβασταί
ἐπί 350 περίπου ἔτη, ἕως ὅτου ἐνεφανίσθη ὁ παναιρετικός Οἰκουμενισμός, ὁ ὁποῖος
χρησιμοποιήσας Όρθοδόξους Θεολόγους, Ἐπισκόπους καί Συνόδους, ἀπό τό 1920 ἕως
τό 1924 κατώρθωσε καί ἐπέβαλεν καί εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἀνατολήν τήν Παπικήν
Καινοτομίαν ἀποκλειστικῶς διά τήν
πανθρησκειακήν ἑνότητα ἐντός τῶν πλαισίων τῆς παγκοσμιοποιήσεως.
Μοναδική ἀντίδρασις εἰς τό ὅλον θέμα
ὑπῆρξαν μερίς τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων (Ἱερομονάχων καί Μοναχῶν) καί εὐάριθμοι
Ὀρθόδοξοι ἐκ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Οὗτοι σθεναρῶς ἀντέστησαν εἰς τήν
καιντομίαν τήν ὁποίαν ἀπέρριψαν ὡς ἐκκλησιολογικήν αἵρεσιν, ἡ ὁποία πλήττει τήν
Ἐκκλησίαν, προκαλεῖ σχίσμα καί χωρίζει τούς πιστούς ἀπό τό ζωηφόρον Σῶμα τοῦ
Χριστοῦ τήν Ἐκκλησίαν Του.
Εἶναι σαφές ὅτι τό 1924 δέν προκύπτουν
οἱ παλαιοημερολογῖται, ἀλλά ἱ νεοημερολογῖται καί δή ὁ Νεοημερολογιτικός
Οἰκουμενισμός. Τό «μικρόν λεῖμμα» τῆς Ὀρθοδοξίας πού ἔμεινε «ακαινοτομήτως καί
ἀμειώτως» εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, διεκήρυξε μέ ἀπόλυτον συνέπειαν, ὅτι δέν
ἀναγνωρίζει τήν καινοτομήσασαν νεοημερολογιτικήν πλέον Ἱεραρχίαν καί ὅτι τήν ἐν
Eλλάδι Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ ἐκφράζει καί ἐκπροσωπεῖ τό «μικρόν λεῖμμα» τῆς
Χάριτος, πρός διάκρισιν δέ πρός τήν καινοτόμον νεοημερολογιτικήν Ἐκκλησίαν, ἡ
ὁποία διετήρει τόν ὅρον «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος», ἐχρήσατο τόν ὅρον
«Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία».
Χαρακτηριστικόν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας εἶναι τό γεγονός ὅτι οὐδ’ ἐπί στιγμήν έπαύσατο καλοῦσα τήν
Νεοημερολογιτικήν Ἱεραρχίαν νά παρακαθήση είς διάλογον διά τήν θεραπείαν τοῦ
συγκεκριμένου αὐτοῦ σχίσματος.
Δυστυχῶς, ένῶ ὁ Νεοημερολογιτισμός
μετῆλθεν κάθε τρόπον καί μέσον νά συκοφαντήση , νά διώξη καί νά διαλύση αὐτό τό
πιστόν λεῖμμα τῆς Χάριτος καί παρά τό γεγονός ὅτι ὁ νεοημερολογιτισμός εἰς τήν
οὐσίαν δι ἀπεσταλμένων καί ἐγκαθέτων του προεκάλεσε διαιρέσεις καί σχίσματα
(κατά τό «διαίρει καί βασίλευε») δέν ηδυνήθη μέχρι σήμερον νά «διαλύση» αὐτήν
τήν γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν...
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου