Σάββατο 31 Μαρτίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΙΩΝ 2018

Ο ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΥΠΟ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΟΧ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ, ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΧΑΡΝΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΕΙΣ ΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΤΕΥΧΟΣ 928 ΜΑΡΤΙΟΣ 2018 (Ε.Η.) Ο Κύριος παντοδύναμος και πράος Βασιλιάς των καρδιών Μιὰ μεγαλειώδης σκηνὴ ζωντάνεψε μπροστά μας σήμερα. Ὁ Κύριος εἰσέρχεται στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ πλήθη λαοῦ Τὸν ὑποδέχονται πανηγυρικά, στρώνοντας τὰ ἐξωτερικά τους ἐνδύματα ἢ κλαδιὰ ἀπὸ τοὺς φοίνικες, τὶς χουρμαδιές, ποὺ ἦταν φυτευμένες κατὰ μῆκος τοῦ δρόμου. Ὅλοι Τὸν ἐπευφημοῦν ὡς τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία, τὸν Βασιλιὰ τοῦ Ἰσραήλ. Ἐκεῖνος ὅμως εἶχε ἐπιλέξει γιὰ τὴν εἴσοδό Του στὴν ἁγία Πόλη νὰ καθίσει σ᾿ ἕνα γαϊδουράκι. Καὶ ἔτσι ἐκπληρώθηκε, σημειώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ἡ προφητεία τοῦ Ζαχαρία: Μὴ φοβᾶσαι, Ἱερουσαλήμ, κόρη τοῦ ὄρους Σιών· νά ὁ Βασιλιάς σου ἔρχεται καθισμένος σὲ πουλάρι (Ἰω. ιβ´ [12] 15). Προφητεία ποὺ προξενεῖ ἔκπληξη: Ὁ Βασιλιάς σου ἔρχεται καθισμένος σ᾿ ἕνα τόσο ταπεινὸ ζῶο. Ἀλλὰ τί νόημα ἔχει αὐτό; Τί εἴδους βασιλιὰς εἶναι ὁ Κύριός μας καὶ τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ τὴ ζωή μας; Ὁ Κύριος παντοδύναμος καὶ πράος Βασιλιὰς τῶν καρδιῶν. Ὁ Κύριος εἶναι «ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων», διδάσκει ἡ Ἁγία Γραφή (Α´ Τιμ. Ϛ´ 15)· εἶναι ὁ Βασιλιὰς ὅσων βασιλεύουν στὴ γῆ. Εἶναι ἀπείρως δυνατότερος ἀπὸ ὅλους τοὺς βασιλιάδες, εἶναι ὁ παντοδύναμος Θεός! Ἀλλὰ δὲν ἀντλεῖ τὴ δύναμή Του ἀπὸ στρατεύματα ἢ λαοὺς ποὺ δηλώνουν σ᾿ Ἐκεῖνον ὑποταγή· τὴ βασιλική Του ἐξουσία τὴν ἔχει ἀπὸ τὸν Ἑαυτό Του καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ Τοῦ τὴν ἀφαιρέσει. Εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Βασιλιάς. Καὶ ὅμως εἰσέρχεται στὴν Ἱερουσαλὴμ πολὺ ταπεινά, καθισμένος σὲ πουλάρι· γιατί; Μᾶς τὸ ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: διότι «τὸ ἐπίσημον αὐτοῦ ταπείνωσίς ἐστι καὶ πτωχεία καὶ εὐτέλεια»1· τὸ βασιλικό Του γνώρισμα εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ ἑκούσια πτωχεία καὶ τὸ ἀπέριττον, ἡ ἁπλότης. Δέν εἶναι βασιλιὰς ἀπρόσιτος, μὲ ἀξιώσεις ἀλαζονικές, ὅπως συνήθως οἱ ἄνθρωποι βασιλεῖς. Εἶναι ὁ «πρᾷος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια΄ [11] 29). Βασιλιὰς εἰρήνης, προσηνής, συγκαταβατικός. Ἀλλὰ καὶ ἡ φύση τῆς βασιλείας Του εἶναι τελείως διαφορετική: Ἡ βασιλεία Του εἶναι πνευματική, δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ἰω. ιη´ [18] 36). Ἁπλώνεται στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἐλεύθερα ὑπακούουν σ᾿ Αὐτόν. Εἶναι Βασιλιὰς τῶν καρδιῶν. Καὶ τώρα εἰσέρχεται στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ νὰ καθίσει στὸ θρόνο Του, τὸν φρικτὸ Σταυρό, καὶ μὲ τὸν ἑκούσιο θάνατό Του – τί θαυμαστό! – νὰ συντρίψει τὸ πιὸ σκληρὸ βασίλειο, τὸ βασίλειο τοῦ Σατανᾶ, νὰ ἐλευθερώσει τοὺς ὑπηκόους Του ἀπὸ τὴν τυραννία τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου! Γι᾿ αὐτὸ Τὸν ὀνομάζω Βασιλιά, γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, διότι Τὸν βλέπω Σταυρωμένο· «βασιλέως γάρ ἐστι τὸ ὑπὲρ τῶν ἀρχομένων ἀποθνήσκειν»· διότι εἶναι γνώρισμα τοῦ βασιλιᾶ νὰ πεθαίνει γιὰ τοὺς ὑπηκόους του». Ἐφόσον ὁ Κύριος εἶναι τέτοιος Βασιλιάς, τότε ἀφορᾶ σ᾿ ἐμᾶς τοὺς πιστοὺς ὁ λόγος τοῦ προφήτη Ζαχαρία: «Μὴ φοβοῦ»· ἢ μᾶλλον «χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών», ὅπως εἶναι ἡ προφητεία στὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Ζαχ. θ´ 9). Γέμισε ἀπὸ ἀπέραντη χαρά, κόρη τῆς Σιών, δηλαδὴ Ἐκκλησία. Ἂς διώξουμε κάθε φόβο καὶ ὀλιγοπιστία. Ἔχουμε Βασιλιὰ παντοδύναμο ποὺ μᾶς ἀγαπάει ὅσο δὲν μποροῦμε νὰ φαντασθοῦμε· Βασιλιὰ ποὺ μποροῦμε νὰ Τὸν πλησιάζουμε, νὰ Τοῦ μιλᾶμε μέσῳ τῆς προσευχῆς, νὰ ζητοῦμε καὶ νὰ γευόμαστε τὸ ἔλεός Του. Ἔχουμε Βασιλιὰ ποὺ γνωρίζει ὅλες τὶς θλίψεις καὶ τὰ προβλήματά μας, ποὺ τὰ σήκωσε ὅλα ἐπάνω στὸ Σταυρὸ καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ φροντίζει γιὰ μᾶς. Νὰ ἀνανεώνουμε καὶ νὰ δυναμώνουμε τὴν πίστη μας σ᾿ Ἐκεῖνον καὶ στὴ βασιλική Του φροντίδα γιὰ ἐμᾶς. Κι αὐτὸ θὰ διώχνει κάθε μελαγχολία καὶ γογγυσμό, θὰ μᾶς γεμίζει μὲ μεγάλη χαρά. Συγχρόνως ὅμως νὰ προσέξουμε καὶ κάτι ἄλλο: Ἐφόσον εἶναι Βασιλιὰς τῶν καρδιῶν, νὰ Τοῦ δώσουμε εἰλικρινὰ τὴν καρδιά μας. Νὰ μὴν ἐπαναπαυόμαστε σὲ ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις λατρείας πρὸς τὸ πρόσωπό Του, ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι τότε ποὺ Τὸν ὑποδέχθηκαν μὲ τὰ «ὡσαννὰ» καὶ σὲ λίγες ἡμέρες φώναξαν «ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν». Νὰ γίνουμε πραγματικοὶ μαθητές Του. Νὰ ταπεινωνόμαστε πραγματικά, ἐσωτερικά, ἀπέναντί Του. Νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του. Νὰ μετανοοῦμε βαθιά. Νὰ νεκρώνουμε τὸ ἁμαρτωλὸ ἐγώ μας καὶ νὰ ζοῦμε μέσα στὴν καρδιά μας τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Κυριακὴ τῶν Βαΐων σήμερα, προοίμια τοῦ Πάθους. Σήμερα ὁ Κύριος εἰσέρχεται στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ νὰ ἱδρύσει μὲ τὴ σταυρική Του θυσία τὴ Βασιλεία Του ἐπὶ τῆς γῆς. Ἂς Τὸν παρακαλέσουμε τὶς ἅγιες ἡμέρες ποὺ ἔρχονται, νὰ κάνουμε μιὰ καινούργια ἀρχή· νὰ βασιλεύσει ὁλοκληρωτικὰ στὴν καρδιά μας· νὰ τὴν ἀνακαινίσει· νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ σηκώσουμε μὲ ὑπομονὴ καὶ αὐταπάρνηση τὸν σταυρό μας, ὥστε νὰ ἔχουμε μέρος στὴν Ἀνάστασή Του καὶ στὴν αἰώνια Βασιλεία Του. (Αγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμιλία ΙΕ´, Τῇ Κυριακῇ τῶν Βαΐων, ΕΠΕ 9, 410 και Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τὸν σταυρὸν καὶ εἰς τὸν λῃστήν, ΕΠΕ 36, 56).

Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΙΡΕΤΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΤΟΥ 1920

ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΓΚΥΚΛΙΟ ΤΟΥ 1920 ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ - ΣΧΟΛΙΟΝ Η ΟΠΟΙΑ ΕΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙ 2010 + Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ 56 ΚΑΡΕΑΣ ΒΥΡΩΝΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΤΗΛ. 210.7643909 Α.Π. 143 Ἐν Καρέα 19 Μαίου 2013 (Ε.Η.) Πρός τούς ἐνορίτας τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος Καρέα Βύρωνος Ἀττικῆς τούς συμμετέχοντας εις τά Κατηχητικά μαθήματα της Δευτέρας ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ: Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΠΡΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΓΚΥΚΛΙΟΝ ΤΟΥ 1920 Εδημοσιεύθη εις τό διαδίκτυον κατάλογος οικουμενιστικων παραβάσεων πού ἐσημειώθησαν πρό τοῦ 1920 -1924 μέ τό ‘αληθοφανές αλλά καί λίαν πονηρόν ερώτημα «διατί σέ τόσες παραβάσεις οι ορθόδοξοι δέν αντέδρασαν, δέν ἔκοψαν τό μνημόσυνον, δέν απεκήρυξαν τούς παραβάτας, δέν εξῆλθον τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως κάμνετε σεῖς οἱ παλαιοημερολογῖτες;» Καί ἡ ἡμετέρα ὡς εν σχολίω απάντησις, ἦτο ἡ ἑξῆς: «Κατ’ αρχάς συμφωνώ μέ τόν επιστολογράφο .... καί τον βεβαιώ ότι εχάρηκα διά τον κατάλογο πού εδημοσίευσε με τις πρό του 1920 -1924 οικουμενιστικές εκδηλώσεις Πατριαρχών, Αρχιεπισκόπων και Επισκόπων, διότι τον ειχα διαβάσει παλαιότερον και ενώ τον ηθελα, δεν τον ευρισκα. Αν θυμάμαι καλώς πρώτος πού τον συγκρότησε και τον εδημοσιοποίησε ητο ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Καί αυτά μέν συνέβαιναν πράγματι, όπως γράφει ο επιστολογράφος από το 1833 μέχρι τό 1920 – 1922, οπερ σημαίνει ότι πράγματι η αιρεσις τού Οικουμενισμού, οι καινοτομίες, οι συμπροσευχές μετά αιρετικών, ξεκίνησαν πολύ πρίν από το 1920. Εγώ θα ελεγα ότι εμφανίζοντο πολύ πιο νωρίς και από το 1833. Τότε απλώς εχομεν έναν σταθμόν, την δημιουργία σχίσματος στην τοπική Εκκλησία της απελευθερωθείσης Ελλάδος. Και είναι γνωστόν το σχίσμα αυτό το εδημιούργησαν οι Βαυαροί. Θα ελεγα και κάτι ακόμη. Ότι τά σπέρματα τού οικουμενισμού τά συναντάμε στις αιρέσεις από τά πρώτα χρόνια του χριστιανισμού. Και αυτά βεβαίως τά φαινόμενα τά αντιμετώπιζεν πάντοτε η Εκκλησία ειτε καταδικάζουσα, ειτε καθαιρούσα, ειτε αναθεματίζουσα τους αιρετικούς και τους παρεκτρεπομένους εκ της Κανονικής τάξεως. Και όταν οι αρμόδιοι εδίσταζαν να αποφασίζουν, ο λαός «ο φύλαξ της Πίστεως» (Πανορθόδοξος Σύνοδος του 1848) ενίστατο και απήτει την παραδειγματικήν τιμωρίαν των παραβατών και την απομάκρυνσιν αυτών από την ποίμνην. Εκεί πού εχω μια διαφορετική, αν θέλετε αποψι, είναι ότι το 1920 – 1924 εχουμε έναν άλλο σοβαρώτερον οριακόν σταθμό. Τότε εξεδόθη από το Πρωτόθρονο Πατριαρχείο της Ορθοδοξίας η Συνοδική Παναιρετική Εγκύκλιος, η οποία ανέτρεπε εκ βάθρων την Σύμβολο της Πίστεώς μας, ητοι την «καλήν Ομολογίαν» επί της οποίας ο Κύριος εθεμελίωσε την Εκκλησίαν Του. Και η Εγκύκλιος αυτή, εστω και αν δεν εκυκλοφόρησε παντού, διά να μη δημιουργηθούν αντιδράσεις, εφηρμόσθη κατά τον πρώτον ορον αυτής, ητοι διά της «παραδοχής» της καταδεδικασμένης υπό Πανορθοδόξων Συνόδων ΝΕΟΕΡΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΑΠΙΚΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ., η οποία, όπως εχει αποδειχθεί, ητο εβραικής εμπνεύσεως, προελεύσεως και σκοπιμότητος. Δηλαδή, κατά την ταπεινήν μου αποψιν, το 1920 εχομεν αποδοχήν καταδεδικασμένης εορτολογικής καινοτομίας, καί δι αυτής επίσημον εισοδον ολων σχεδόν των Τοπικών Εκκλησιών εις τον αιρεσιοβριθη ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΝ. Διά τούτο η πρότασις μου προς οσους σήμερα κάμνουν «Ομολογίες» και «φωνάζουν» κατά του Οικουμενισμού και σπεύδουν να «αποτειχισθούν», «διότι ο τάδε Πατριάρχης η ο τάδε Επίσκοπος συμπροσευχήθηκαν κλπ. με τους αιρετικούς» (βλέπουν δηλαδή το θέμα σε προσωπικό επίπεδο, και δεν βλέπουν ότι η εκκλησιολογική οικουμενιστική αποστασία παρέσυρε εις τον παναιρετικόν Οικουμενισμόν, ολοκλήρους τοπικάς Εκκλησίας, Συνόδους, Πατριαρχεία κλπ), προτιμότερον είναι να παραμείνουν εκεί πού είναι, μέχρις οτου πεισθούν και βεβαιωθούν ότι απαντες και οι ιδιοι ευρίσκονται ΕΚΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ και επομένως ότι πρέπει να αναζητήσουν την σωστικήν Κιβωτόν και να ψάξουν να εύρουν το εναπομείναν «μικρόν ποίμνιον» της Εκκλησίας και να προστεθούν εις αυτό. Τά δε διλήμματα «μήπως δεν υπάρχει σήμερα η Εκκλησία του Χριστού επί της γής;» είναι σαφέστατα εκ του πονηρού, και είναι η μεγίστη βλασφημία, διότι ο Χριστός μας εβεβαίωσεν ότι «πυλαι αδου ου κατισχύσουσι της Εκκλησίας». «Πυλαι αδου, κατά τους αγίους Πατέρας, είναι οι αιρέσεις». Και οι αιρέσεις όταν εμφανίζωνται, δεν διαιρούν την Εκκλησία, όπως δυστυχως ειπε και ο Νεοημερολογίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος αλλά και ο ημέτερος πρώην Ορθόδοξος Επίσκοπος Νικόλαος, αλλά αυτές εξέρχονται της Εκκλησίας. Η δε Εκκλησία είναι «και εν τρισίν ορθοδόξοις οριζομένη», οπερ σημαίνει ότι «ορίζεται» και «συγκροτειται» από εκείνους οι οποίοι διαφυλάττουν «ακαινοτομήτως και αμειώτως» πάντα τά της Εκκλησίας, ητοι τά βασικά γνωρίσματα της αληθούς Εκκλησίας του Χριστού, ητοι την Ορθόδοξον Ομολογίαν και την γνησίαν και ανόθευτον Αποστολικήν Διαδοχήν των Επισκόπων και Πρεσβυτέρων Αυτής» καί οι οποῖοι ἑπομένως εἶναι ενωμένοι εις τό ΕΝ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Μίαν. Αγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν. Ἐλάχιστος πρός Κύριον εὐχέτης + Ο Μεσογαίας καί Λαυρεωτικής Κήρυκος Tags: ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Posted on Jun. 17th, 2014 at 09:19 am | Link | Leave a comment | 20 comments | Share Comments kirykos Εν μικρόν διά τούς νεοημερολογίτας ἀντι οικουμενιστά Οἱ νεοημερολογῖτες οἱ "ἐν λόγοις καί οὐχί ἐν ἔργοις" ἀντι - οικουμενισταί προτιμοῦν "νά πάνε νά πέσουν στήν θάλασσα νά πνιγοῦν παρά νά φύγουν ἀπό τήν Μητέρα Τους Ἐκκλησία" (Γόρτυνος Ἱερεμίας) θεωροῦντες μητέρα τους Ἐκκλησία τόν νεοημερολογιτισμό - Οἰκουμενισμό,ἤ νά τό εἴπωμεν διαφορετικά θεωροῦντες μητέρα τους Ἐκκλησίαν τήν Ἐκκλησία τοῦ Κράτους, αὐτήν πού ἐκληρονόμησε ὅλην τήν Βαυαροκρατορίαν τοῦ 1833. (ὁ νοῶν νοείτω). Αὐτό βεβαίως θά ἠδύναντο νά τό ελεγον οἱ πρό τοῦ 1920 Ὀρθόδοξοι, τότε πού συνέβαιαν μέν μεμονωμένα οἰκουμενιστικά κρούσματα, ὅπως καί αὐτό τῆς Βαυαρικῆς ἐπιβολῆς, τά ὁποῖα ὅμως ἀντιμετωπίζοντο ὀρθοδόξως καί Κανονικῶς ὑπό τῆς Διοικούσης Εκκλησίας. 'Αφότου ὅμως ἐπισήμως, καί Συνοδικῶς τό Διοικητικόν 'Εκκλησιαστικόν Κέντρον τῆς Ὀρθοδοξίας, ἤτοι τό μέχρι τότε 'Ορθόδοξον Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, ἤτοι ἡ μέχρι τότε 'Ακρόπολις τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔπεσεν, ἀφοῦ ὑπέγραψε καί διεκήρυξεν ἁπανταχοῦ τῆς Οἰκουμένης τήν παναιρετικήν ἐκείνην 'Εγκύκλιον τοῦ 1920, τό πρῶτον βῆμα τῆς ἐφαρμογῆς της τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἀποδοχή νέου ἡμερολογίου, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη μέ τά ἑπόμενα βήματα, καί ἔσβησεν οὕτω τό φῶς τοῦ Φαναρίου, εἶχον χρέος καί καθῆκον νά καταδικάσουν τόν Οἰκουμενισμό καί τάς Οἰκουμενιστικάς Ἐκκλησίας νεοημερολογιτικάς καί τάς κοινωνούσας μέ αὐτάς παλαιοημερολογιτικάς, καί νά ὁμολογήσουν τήν καθαράν Ὁμολογίαν καί Πίστιν, καί νά συνεχίσουν ὡς τό "μικρόν ποίμνιον" "ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως" τήν λυτρωτικήν πορείαν τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί 'Αποστολικῆς 'Εκκλησίας, καταδικάζοντες πᾶσαν καινοτομίαν καί αἵρεσιν, καί ὁμολογοῦντες τήν ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως ἔκαμναν εἰς παρομοίας περιπτώσεις οἱ ἅγιοι Πατέρες... Posted on Jun. 17th, 2014 07:06 am (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΟἩ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐστίν καί ἐν τρισίν ὀρθοδόξο Η δε Εκκλησία είναι «και εν τρισίν ορθοδόξοις οριζομένη», οπερ σημαίνει ότι «ορίζεται» και «συγκροτειται» από εκείνους οι οποίοι διαφυλάττουν «ακαινοτομήτως και αμειώτως» πάντα τά της Εκκλησίας, ητοι τά βασικά γνωρίσματα της αληθούς Εκκλησίας του Χριστού, ητοι την Ορθόδοξον Ομολογίαν και την γνησίαν και ανόθευτον Αποστολικήν Διαδοχήν των Επισκόπων και Πρεσβυτέρων Αυτής» καί οι οποῖοι ἑπομένως εἶναι ενωμένοι εις τό ΕΝ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Μίαν. Αγίαν, Καθολικήν καί Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν. Posted on Jun. 17th, 2014 07:09 am (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΝ "ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ" (ΕΛ. ΓΚΟΥΤΖΙΔΗ).. Η ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΙΣΜΟΥ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ Εἰς τήν μελέτην του ὁ κ. Παρασκευαΐδης ἀμφισβητεῖ καί τήν Ἀποστολικήν Διαδοχήν καί ὡς ἐκ τούτου καί τό κῦρος τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. Τοῦτο βεβαίως ποιεῖ ἐξ ἀντιδράσεως κατά τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί πάντως βάσει σχεδίου, διά νά ἐκλείψη ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, διότι αὕτη ἀπ' ἀρχῆς (1924), δέν ἀναγνωρίζει τό κῦρος τῶν Μυστηρίων τῆς Ν.Ε., ὡς σχισματικῆς! Γράφει ἐν σελίδι 434 τῆς μελέτης του: «Ἀλλά τό σχίσμα τοῦτο δέν περιωρίσθη εἰς τήν διοίκησιν. ἐξ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἐκκινῆσαν, ταχέως ἐπεξετάθη καί εἰς ἕτερα σημεῖα ἁπτόμενα τῆς δογματικῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας. Οὕτως ἡ διδασκαλία τῶν παλαιοημε­ρολογιτῶν περί ἀκύρων Μυστηρίων ἐν τῆ Ἐκκλησία συνιστᾶ βλασφημίαν κατά τοῦ ἁγ. Πνεύματος καί ὁδηγεῖ ἐκ τοῦ σχίσματος εἰς τήν αἵρεσιν. Ἡ διάσπασις, ἐξ ἄλλου, τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς ἐν τῆ ἱερωσύνη ἀποτελεῖ καί αὕτη σπουδαῖον ζήτημα, ἡ ἐπίλυσις τοῦ ὁποίου προέχει. Διότι ἀμφισβητουμένη ἱερωσύνη εἶναι ἀμφισβητουμένη σωτηρία. Κατά συνέπειαν αἱ ἀθεολόγητοι ἀπ' ἀρχῆς τοῦ Ματθαίου ἀποφάσεις καί ἐνέργειαι, ἔμελλον νά ἐπηρεάσωσι τόσον δυσμενῶς τάς ἐξελίξεις ἐν τῶ παλαιοημερολογιτικῶ σχίσματι, μέ ἀποτέλεσμα νά διατυποῦται σήμερον μετά πειθοῦς ἡ πεποίθησις ὅτι οἱ παλαιοημερολογῖται στερούμενοι ἱερωσύνης, κινοῦνται πλέον «ἐπί διαστροφῆ τῶν λαῶν καί ταραχῆ τῶν ἐκκλησιῶν» καπηλεύοντες τήν εὐσέβειαν καί ὁδηγοῦντες τόν λαόν εἰς ἀπώλειαν». Ἐκ τῶν ἀνωτέρω θέσεων τοῦ διδάκτορος προκύπτουν, τά ἀκόλουθα: α) Ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία χωρεῖ ἐκ τοῦ σχίσματος εἰς τήν «αἵρεσιν» διά τόν λόγον ὅτι αὕτη δέν ἀναγνωρίζει τά "μυστήρια" τά τελούμενα ὑπό τῶν «κληρικῶν» τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ. β) Ἀμφισβητεῖται ἡ Κανονικότης τῆς ἀποστολικῆς Διαδοχῆς τῶν ἐπισκόπων καί Πρεσβυτέρων τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί ὡς ἐκ τούτου a priori, δέον ὅπως τονισθῆ ὅτι ἀμφισβητεῖται καί ἡ σωτηρία τῶν Γ.Ο.Χ.! Ὡστόσον, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἠμφισβήτησεν καί ἀμφισβητεῖ ὄχι τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τῆς Νεοημερολογιτικῆς - Οἰκουμενιστικῆς Σχισματοαιρέσεως!... Posted on Jun. 17th, 2014 02:28 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΤΙΑΣΕΩΝ ΤΩΝ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ Επί των αιτιάσεων των νεοημερολογιτων εναντίον ημών των Ορθοδοξων, καθώς καί επί τούς θεματος τού επαμφοτερίζοντος γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου επί τού θέματος τού νέου καί τού παλαιού ημερολογίου, εδόθησαν επανειλημμένως σαφείς απαντήσεις, οι οποίες ομως η παραθεωρούνται η διαστρεβλώνονται. Καθ’ ημάς, δέν πρόκειται περί διαλόγου εποικοδομητικού, οπως απαιτούν οι περιστάσεις, διό καί νομίζω πώς ενας παρόμοιος διάλογος αποβαίνει μάταιος καί μάλιστα κατακριτέος.. Διότι ειναι σχολαστικισμός καί δέν υπηρετει τήν αλήθεια. Η Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, αυτού τού ειδους τούς επικριτάς, πάντοτε αντιμετώπιζε σύμφωνα μέ τό Αποστολικόν λόγιον «αιρετικόν ανθρωπον μετά πρώτην καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτού ειδώς οτι εξέστραπται ο τοιούτος καί αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος», δι αυτό καί θά αφήσω τόν αγιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, ο οποίος εδωσε απάντησιν εις τούς τότε αιρετικούς, η καί τούς «κατά τό ημισυ Ορθοδόξους», νά δώση καί εις τούς συγχρόνους οχι απλώς αιρετικούς αλλά καί παναιρετικούς καί πανθρησκειαστάς μίαν κατά τό δυνατόν γενικήν απάντησιν. Λέγει λοιπόν ο αγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης εις μίαν επιστολήν του: «Συνόδους συνεκρότησαν (σ.σ. αυτό σήμερα ισχύει διά τούς νεοημερολογίτας καί ψευδοπαλαιοημερολογίτας οικουμενιστάς) μεγάλας καί παμπληθεῖς καί Ἐκκλησίαν Θεοῦ ἑαυτούς ὠνομάκασι, καί ὑπέρ Κανόνων ἐφρόντισαν τῶ δοκεῖν (φρόντισαν νά φαίνωνται πώς ἐργάζονται ὑπέρ τῶν Κανόνων), κατά Κανόνων τό ἀληθές κινούμενοι (ἐνῶ στήν πραγματικότητα ἐστρέφοντο κατά τῶν Κανόνων)». Καί συνεχίζει: «Συνόδους τοίνυν, δέσποτα, οὐ τό ἀπλῶς συνάγεσθαι Ἱεράρχας τε καί Ἱερεῖς, κἄν πολλοί ὦσιν (κρείσσων γάρ εἶς ποιῶν τό θέλημα τοῦ Κυρίου, ἤ μύριοι παραβαίνοντες), ἀλλά τό ἐν ὀνόματι Κυρίου, ἐν τῆ εἰρήνη καί φυλακῆ τῶν Κανόνων. Καί τό δεσμεῖν καί λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ’ ὡς δοκεῖ τῆ ἀληθείᾳ, καί τῶ κανόνι, καί τῶ γνώμονι τῆς ἀκριβείας. ... καί ἐξουσίᾳ τοῖς ἱεράρχαις ἐν οὐδενί δέδοται ἐπί πάση παραβάσει κανόνος, ἤ μόνον στοιχεῖν τά δεδογμένα καί ἔπεσθαι τοῖς προλαβοῦσιν» Σείς, αγαπητοί, πού ως μή ωφείλατε, στηρίξατε ολον τό σαθρόν οικοδόμημα της παναιρέσεως του νεοημερολογιτισμού - οικουμενισμού επί μιάς αποφάσεως, τήν υπ' αριθμ. 430/1.3.1924 τού Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου καί της Συνόδου του, πρέπει νά λάβετε υπ’ οψιν οτι η εν ετει 1924 αυτή απόφασις, δι ης επεβλήθη ο νεοημερολογιτισμός ως Οικουμενισμός, ητο η απόλυτος συνέχεια καί συνέπεια πρός τήν παναιρετικήν Εγκύκλιον τού 1920 καί τάς αποφάσεις τού εν Κωνσταντινουπόλει ψευδοπανορθοδόξου Συνεδρίου μέ ολας τάς εκκλησιολογικάς καί σωτηριολογικάς συνεπείας, καί μόνον ως τοιαύτη δύναται νά κριθή καί αντιμετωπισθή. Επομένως αντί νά ερωτάτε ποία νέα Σύνοδος ανήρεσε αυτήν τήν απόφασιν, μήπως πρέπει νά διερωτηθείτε αν υπήρξε από τότε Σύνοδος της Κρατικής Εκκλησίας, η οποία νά πληρούσε τούς ορους μιάς αληθούς Συνόδου καί η οποία θά ειχε τήν δύναμι νά ελθη αντιμέτωπος μέ τό προδρομικόν τού αντιχρίστου κατασκεύασμα πού ἐξελίσσεται ὡς «Νεοημερολογιτισμός - Οικουμενισμός - Πανθρησκεία - Παγκόσμιος κυριαρχία τού αντιχρίστου»; Καί ακόμη αντί νά στηρίζετε τό «κύρος» αυτής της αποφάσεως εις τά ποσοστά πού καθ’ υμάς τήν απεδέχθησαν (99 τοίς εκατό των Νεοημερολογιτων εναντι τού 1 τοίς εκατό των ΓΟΧ), μήπως λέγω θά ητο προτιμότερον νά λαμβάνατε υπ’ οψιν οτι καί ο αντίχριστος, οταν θά ελθη καί θά καθίση ως τό «βδέλυγμα της ερημώσεως» «εν τόπω αγίω» καί αυτός θά μετρήση τούς οπαδούς του μέ τά ποσοστά πού τόν αποδέχονται καί θά ειπη «εγώ ειμαι ο Θεός σας, πέσατε ολοι νά μέ προσκυνήσετε»; Πάντως τήν ελαχιστότητα μου, αγαπητοί, δέν μέ απησχόλησε ποτέ τό πόσοι απεδέχθησαν τήν απόφασιν του Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, διότι αυτοί ειναι τό «υποβρύχιον πλήθος» τού Κατακλυσμού της σημερινής αποστασίας, της μετά τό 1924 επελθούσης, καί ἠ ὁποία ὅμως ξεκίνησε ἀπό πολύ ἐνωρίτερα (1833), τό οποίον δύσκολα επανέρχεται. Μέ απασχολεί ομως σοβαρά αν εστω καί εκείνο τό 1 τοίς εκατό πού δέν εδέχθη την απόφασιν τού Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, θά παραμείνει μέχρι τέλους εις τάς επάλξεις, η θά προδώσει καί αυτό τήν Μητέρα Εκκλησίαν; Ειναι φοβερός ο λόγος τού Ευαγγελίου: «Αραγε ελθών ο υιός τού ανθρωπου ευρήσει τήν πίστιν;». Posted on Jun. 17th, 2014 03:09 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos Η ΕΚΛΗΣΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥΜΕΝΗ ΝΙΚΑ Η Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοί νεοημερολογῖτες, "ιδρύθηκε από τον Θεό και στερεώθηκε διά του αίματος των μαρτύρων. Και όμως πολλοί την πολεμούν και τη συκοφαντούν, χωρίς να διδάσκονται από την ιστορία ότι όσοι την επολέμησαν εχάθησαν, ενώ αντιθέτως εκείνη έχει ανυψωθεί μέχρι του ουρανού. Διότι η Εκκλησία, όταν πολεμείται, νικά. Όταν σκέπτονται εναντίον της κακά, αυτή εξαγνίζεται, όταν υβρίζεται, γίνεται πλέον λαμπρά. Δέχεται πολλάκις επιθέσεις, όμως δε νικάται ποτέ, κλυδωνίζεται μεν, χωρίς όμως να καταποντίζεται, υφίσταται διάφορα κακά, δε ναυαγεί όμως ουδέποτε. Παλαίει, χωρίς ποτέ να ηττάται» (άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)." Καί ἀσφαλῶς αὐτή ἡ 'Εκκλησία, ἡ ὁποία "πολεμουμένη νικᾶ", δέν εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Κράτους,ἀλλά ἡ Μϊα, Ἀγία, Καθολική καί 'Αποστολική 'Εκκλησία, αὐτή ἡ ὁποία φυλάττει πάντα τά τ[ης 'Εκκλησίας προπάντων τήν καλήν 'Ομολογίαν της Πίστεως καί τήν 'αδιάκοπον καί 'ανόθευτον ' Αποστολικήν Διαδοχήν "ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως". Posted on Jun. 17th, 2014 03:16 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΑΤΑ ΙΟΥΔΑΙΩΝ ΟΙ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΕΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΚΑΤΑ ΙΟΥΔΑΙΩΝ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΥΠΗΚΟΥΟΝ ΕΙΣ ΤΑΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΠΕΡΙ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΗΘΕΛΟΝ ΝΑ ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΠΡΟ Η ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ, ΟΠΕΡ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕ ΑΥΣΤΗΡΩΣ Η Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΘΕΣΑΣΑ ΜΑΛΙΣΤΑ ΚΑΙ ΟΡΟΝ ΚΑΙ ΕΠΙΤΙΜΙΑ ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΒΑΤΑΣ ... ΑΥΤΑ ΟΜΩΣ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΔΕΝ ΙΣΧΥΟΥΝ ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΓΟΧ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΠΑΡΑΜΕΜΟΝΤΕΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΣΑΝ ΠΙΣΤΙΝ, ΤΗΡΟΥΝ ΕΠΑΚΡΙΒΩΣ ΚΑΙ ΕΝ ΤΩ ΣΥΝΟΛΩ ΤΟΥ ΤΟΝ ΟΡΟΝ ΤΗΣ Α΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ, ΑΛΛΑ ΙΣΧΥΟΥΝ ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΟΥΣ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ... ΑΣ ΜΗ ΔΙΑΣΤΡΕΦΟΥΝ ΛΟΙΠΟΝ ΤΗν ΑΛΗΘΕΙΑ, ΔΙΟΤΙ "ΘΕΟΣ ΟΥ ΜΥΚΤΗΡΙΖΕΤΑΙ". ΙΔΟΥ ΤΙ ΕΛΕΓΕΝ Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΙΟΥΔΑΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ, ΙΔΟΥ ΤΙ ΘΑ ΕΛΕΓΕ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ἹΟΥΔΑΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ: "... Ας μην επιστρέφουμε λοιπόν προς τα πρώτα, την στιγμή που ήρθαν τα τελειότερα, κι ούτε να φυλάσσουμε ακόμη ημέρες και εποχές και έτη, αλλά παντού ας ακολουθούμε με κάθε ακρίβεια την Εκκλησία, (Σ.Σ. ἡ ὁποία ἀπεφάνθη διά τῶν Πατέρων τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὥριζε πώς πρέπει νά ἑορτάζεται τό Πάσχα) προτιμώντας πάνω απ όλα την αγάπη και την ειρήνη. Γιατί, κι αν ακόμη η Εκκλησία διέπραττε σφάλμα, δεν θα ήταν το κατόρθωμα από την ακριβή τήρηση των χρόνων τόσο μεγάλο, όσο είναι το έγκλημα που προέρχεται από τη διαίρεση και το σχίσμα. Τώρα δεν έχει για μένα καμιά σημασία η τήρηση του καιρού, αφού, όπως αποδείξαμε, δεν έχει ούτε για τον Θεό σημασία. Άλλωστε για το θέμα αυτό αφιέρωσα πολλούς λόγους. Αλλά ένα μόνο πράγμα ζητώ˙ το να κάνουμε τα πάντα με ειρήνη και ομόνοια και όταν εμείς και όλος ο λαός νηστεύουμε και οι ιερείς αναπέμπουν τις κοινές υπέρ της οικουμένης ευχές, συ να μην παραμένεις στο σπίτι μεθυσμένος. Ούτε η Εκκλησία ανεγνώριζε την υποχρεωτική και ακριβή τήρηση των καιρών. Αλλ’ επειδή από την αρχή φάνηκε καλό στους Πατέρες που ήταν διασκορπισμένοι παντού, να συνέλθουν και να ορίσουν την ημέρα αυτή, η Εκκλησία τιμώντας πάντοτε την συμφωνία και αγαπώντας την ομόνοια, αποδέχθηκε την απόφαση. Για το ότι και σε μας και σε σας και σε οποιονδήποτε άλλον είναι αδύνατο να καθορίσει επακριβώς την ημέρα, κατά την οποία ο Κύριος τέλεσε το μυστήριο, αποδείχθηκε ικανοποιητικά με τα όσα έχουν λεχθή. Ας μη σκιαμαχούμε, λοιπόν, κι ας μη βλάπτουμε τους εαυτούς μας στα μεγάλα πράγματα, φιλονικώντας για τα ανάξια λόγου. Γιατί δεν αποτελεί έγκλημα το να νηστεύουμε αυτή ή την άλλη περίοδο, αλλά έγκλημα, και μάλιστα ασυγχώρητο και άξιο καταδίκης και πρόξενο μεγάλης τιμωρίας, είναι η διαίρεση της Εκκλησίας, ο διαπληκτισμός, η σπορά της διχόνιας και η συνεχής αποστέρηση του εαυτού μας από τις συνάξεις των πιστών". Posted on Jun. 17th, 2014 03:46 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΚΡΙΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΝ ΑΝΗΚΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ Η Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, λοιπόν, θεωροῦσε τὸν πατριάρχη Καλέκα ἀποκομμένο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μὲ ὅσα εἶχε κάνει, ἀφοῦ ἦταν μὲν κανονικὸς θεσμικὰ Πατριάρχης (ὅπως σήμερα ὁ κ. Βαρθολομαῖος), ἀλλὰ αἱρετικός. Μᾶς διδάσκει δὲ ὁ Ἅγιος, ποιοί ἀποτελοῦν ἀληθινὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ποιοί εἶναι ἀποκομμένοι ἀπ’ αὐτή. Κριτήριο γι’ αὐτὸ θέτει, τὸ ἂν διδάσκουν τὴν Ἀλήθεια, κι ὄχι ἂν ἔχουν θεσμικὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ Πατριάρχη ἢ τὸν τίτλο τοῦ ὀρθόδοξου πιστοῦ. Γράφει: «ὅποιος εἶναι ἀποχωρισμένος ἀπὸ τὸν Καλέκα (σ.σ. σήμερα τὸν κ. Βαρθολομαῖο), τότε ἀνήκει πράγματι στὸν κατάλογο τῶν Χριστιανῶν καὶ εἶναι ἑνωμένος μὲ τὸ Θεὸ κατὰ τὴν εὐσεβῆ πίστι» («Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας», Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους, σελ. 268). Posted on Jun. 17th, 2014 06:12 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΛΗΘΟΥΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ὁ ἱερὸς Ἰωσήφ, μιλώντας γιὰ αἱρετικὴ «ἐκκλησία» τοῦ Καλέκα, καὶ τὴν πραγματικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν, λοιπόν, ὁ πατριάρχης Καλέκας ἀφόρισε τὸν ἅγ. Γρηγόριο Παλαμᾶ καὶ τοὺς ἄλλους ὁμολογητὲς (1344 μ.Χ.), ἔγραφε: «Ποιά εἶναι ἡ Ἐκκλησία» ποὺ μᾶς «ἔχει ἀποδιώξει; Ἡ τῶν Ἀποστόλων; Ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε ὑποστηρικταὶ τῆς (Ἐκκλησίας τῶν Ἀποστόλων) καὶ συμφωνοῦμε μαζί της… Ἑπομένως δὲν μᾶς ἔχει ἀποβάλει ἡ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία…ἀλλὰ ἡ καινοφανὴς Ἐκκλησία καὶ τὰ παράδοξα δόγματα ποὺ αὐτὸς συνέστησε» (σ.σ. ὁ Καλέκας τότε, καὶ ὁ κ. Βαρθολομαῖος σήμερα). «Ἀφοῦ λοιπὸν ἔγινες ἐργαστήριον κάθε ψεύδους, κάθε συκοφαντίας, ὁποιουδήποτε φαύλου πράγματος, πάσης ἀδικίας, καπηλείας, …ἔπειτα “χειροτονεῖς” καὶ τὸν ἑαυτό σου Ἐκκλησία; Δὲν γνωρίζεις φαίνεται, ὅτι καὶ οἱ Νεστόριος καὶ Μακεδόνιος πιθανῶς νὰ ἰσχυρίσθησαν αὐτὸ ποὺ καὶ ἐσὺ τώρα ἰσχυρίζεσαι, διότι καὶ αὐτοὶ εἶχαν τὸν ἴδιο θρόνο μὲ σένα (σ.σ. καὶ τὸν κ. Βαρθολομαῖο). »Γιατί εἶσαι Ἐκκλησία; (σ.σ. ἀπευθύνεται στὸν Καλέκα καὶ τὴν ὁμάδα του). Ἀπὸ τὸ ὅτι δωροδοκεῖς; ...Ἀπὸ τὸ ὅτι δὲν κάνεις διάκριση μεταξὺ τῶν ἀνιέρων καὶ τῶν ἁγίων; Ἀπὸ ὅτι ἐπιτρέπεις τὴν εἴσοδο τοῦ ἱεροῦ σὲ ὅλους τους μολυσμένους καὶ βέβηλους; (σ.σ. ἐπιτρέπεις τὴν εἴσοδο τοῦ Πάπα στὴν Ἐκκλησία καὶ “συλλειτουργεῖς” μαζί του, κ. Βαρθολομαῖε). ... Ἀπὸ τὸ ὅτι πωλεῖς τὴν χάρι τοῦ Ἁγ. Πνεύματος; Ἀπὸ τὸ ὅτι γέμισες τὴν Ἐκκλησία μὲ ὅλες τὶς αἱρέσεις; ...ἢ ἀπὸ τὸ ὅτι πωλεῖς τὴν εὐσέβειαν τὴν δικήν σου καὶ τῶν Ἐπισκόπων σου καὶ ὅσων σὲ ἀκολουθοῦν, γιὰ τοὺς ὁποίους καὶ καυχᾶσαι ὅτι ἀποτελοῦν καὶ Ἐκκλησία; »Ἄλλοτε πάλι χαρακτηρίζει τὴν ψευδοεκκλησία τοῦ Καλέκα “σφαλερὰν καὶ πόρω Θεοῦ βάλλουσαν”. Κατὰ συνέπεια ὁ πατριάρχης “δεῖ ὑποταγῆναι τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἧς πρὸ ὀλίγου ἀφηνίασεν ἀποσκιρτήσας”. Γιὰ ὅλα αὐτὰ ὁ ἱερὸς Ἰωσὴφ συνιστοῦσε: “Ἀποκοπτέον ἡμᾶς τῆς ἐκείνου κοινωνίας”. Προσέθετε δὲ ὅτι χρειάζονται πηγὲς δακρύων γιὰ νὰ κλαύση κανεὶς τὸ “συντριμμα” τῆς Ἐκκλησίας· τὶς σφαγὲς –ὄχι τῶν σωμάτων– ἀλλὰ τῶν ψυχῶν καὶ τὴν καινοτομία τῆς πίστεως» («Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν..., ὅπ. παρ., σελ. 274-275). Posted on Jun. 17th, 2014 06:17 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos Ὁ Πατριάρχης Γεννάδιος γράφει: «Οἱ Σύνοδοι καὶ οἱ ἄλλοι πατέρες ὁρίζουν ὅτι “αὐτῶν ποὺ ἀποστρεφόμαστε τὸ φρόνημα πρέπει νὰ ἀποφεύγωμε καὶ τὴν κοινωνία”… Πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως ὁ Κύριός μας λέγει: “Ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ” (Ἰω. ι΄ 5)... Μὴ γένοιτο νὰ κάνω αἱρετικὴν τὴν Ἐκκλησία μου, τὴν ἁγία μητέρα τῶν Ὀρθοδόξων, δεχόμενος τὸ μνημόσυνο τοῦ πάπα, ἐφόσον ὁμολογεῖ καὶ πιστεύει ἐκεῖνα, γιὰ τὰ ὁποία δὲν τὸν δέχεται ἡ Ἐκκλησία μας… Καὶ θὰ εἶμαι ὁπωσδήποτε ἀκοινώνητος πρὸς τὸν πάπα καὶ ὅσους ἔχουν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ αὐτόν, ὅπως καὶ οἱ Πατέρες μας. Διότι πρέπει νὰ μιμούμαστε τὴν εὐσέβειά τους, ἀφοῦ δὲν ἔχουμε τὴν ἁγιωσύνη καὶ τὴν σοφία τους”» (Αγῶνες τῶν Μοναχῶν, σελ. 303-304). Posted on Jun. 17th, 2014 06:20 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΟΝΤΩΣ ΕΙΡΗΝΗ, Η ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΤΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΣΕΜΝΥΝΟΜ Ο αγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης, πατρολογία του Μίν, 78,948. Η ειρήνη τη δικαιοσύνη συγκεκραμένη θείον εστί χρήμα. Ει δε θατέρα άνευ της ετέρας είη, λυμαίνεται τω της αρετής κάλλει. Εστι μεν γαρ ειρήνη και λησταίς προς εαυτούς και λύκοις. Τοις μεν επί λύμη των ανθρώπων, τοις δε επ' ολέθρω των προβάτων. Αλλ' ούκ άν καλέσαιμι ταύτην ειρήνην την τη δικαιοσύνη μή κοσμουμένην. Ει δ' αυτή συνέλθοι, όντως ειρήνη κεκλήσεται. Διό και ο Χριστός έφη: <ούκ ήλθον βαλείν ειρήν επί την γήν, αλλά μάχαιραν>. Οτι γαρ ού πάσαν ειρήνην, αλλά την τη κακία συνεζευγμένην αποκηρύττει, αλλαχού φησιν: <ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν>. Ειρήνη γαρ όντως εκείνη εστίν, η τη δικαιοσύνη, και τη ευσεβεία σεμνυνομένη. Posted on Jun. 17th, 2014 06:23 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΕΣΤΙΝ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΥΠΟΚΕΙΤΑΙ ΝΟΜΟ Ὁ ἅγ. Νικόδημος κατ’ ἀρχάς ὁ ἁγιορείτης στήν ἑρμηνεία τοῦ πρώτου Κανόνος τοῦ Μ. Βασιλείου ὑποσημειώνει τά ἑξῆς: «Δι’ ὅ καί Γεώργιος ὁ Σχολάριος ἐν τῷ κατά Σιμωνίας, αἱρετικός εἶναι, λέγει, κάθε ἕνας ὁποῦ ἤ κατ’ εὐθείαν, ἤ πλαγίως πλανᾶται περί τι τῶν ἄρθρων τῆς πίστεως. Καί οἱ πολιτικοί νόμοι φασίν• Αἱρετικός ἐστι, καί τοῖς τῶν αἱρετικῶν ὑπόκειται νόμοις ὁ μικρόν γοῦν τι τῆς ὀρθῆς πίστεως παρεκκλίνων. Καί ὁ Ταράσιος ἐν τῇ α΄. πράξει τῆς ζ΄. Συνόδου λέγει. Τό ἐπί δόγμασιν εἴτε μικροῖς, εἴτε μεγάλοις ἁμαρτάνειν, ταὐτόν ἐστι• ἐξ ἀμφοτέρων γάρ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀθετεῖται. Καί ὁ Φώτιος, γράφων πρός τόν Ρώμης Νικόλαον• καί γάρ ἐστιν ὄντως τά κοινά πᾶσιν ἅπαντα φυλάττειν ἐπάναγκες, καί πρό γε τῶν ἄλλων τά περί πίστεως. Ἔνθα καί τό παρεκκλῖναι μικρόν, ἁμαρτεῖν ἐστιν ἁμαρτίαν τήν πρός θάνατον». Posted on Jun. 17th, 2014 06:27 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΕΙ ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ ΦΕΥΓΕ ΑΥΤΟΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΙΤΗΣΑΙ Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπίσης εἰς τήν ἑρμηνεία τῆς πρός Ἑβραίους ἐπιστολῆς ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Πῶς οὖν ὁ Παῦλος φησίν, πείθεσθαι τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε; Ἀνωτέρω εἰπών, ὧν ἀναθεωροῦντες τήν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφής, τότε εἶπε πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε. Τί οὖν, φησίν, ὅταν πονηρός ἦ καί μή πειθώμεθα; πονηρός πῶς λέγεις; εἰ μέν περί πίστεως φεῦγε καί παραίτησαι, μή μόνον ἄν ἄνθρωπος ἦ, ἀλλά κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών. Εἰ δέ βίου ἕνεκεν, μή περιεργάζου (P.G. 63, 231). Ἐπίσης στήν ἑρμηνεία τῆς πρός Γαλάτας ἐπιστολῆς ὁ ἅγιος γράφει τά ἑξῆς: «Καθάπερ γάρ ἐν τοῖς βασιλικοῖς νομίσμασιν ὁ μικρόν τοῦ χαρακτῆρος περι­κόψας, ὅλον τό νόμισμα κίβδηλον εἰργάσατο οὕτω καί ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καί τό βραχύτατον ἀνατρέψας, τῷ παντί λυμαίνεται, ἐπί τά χείρονα προϊών ἀπό τῆς ἀρχῆς. Ποῦ τοίνυν εἰσίν οἱ φιλονικίας ἡμᾶς κρίνοντες ἕνεκεν τῆς πρός τούς αἱρετικούς διαστάσεως; Ποῦ νῦν εἰσιν οἱ λέγοντες οὐδέν μέσον εἶναι ἡμῶν κἀκείνων, ἀλλ’ ἀπό φιλαρχίας τήν διαφοράν γίνεσθαι; Ἀκουέτωσαν τι φησίν ὁ Παῦλος, ὅτι τό Εὐαγγέλιον ἀνέτρεψαν οἱ καί μικρόν τι καινοτομοῦντες» (P.G. 61, 622, (ΕΠΕ 20, 194). Posted on Jun. 17th, 2014 06:29 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΑΝΕΤΡΕΨΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΚΡΟΝ ΤΙ ΚΑΙΝΟΤΟΜΟΥΝΤ Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπίσης εἰς τήν ἑρμηνεία τῆς πρός Ἑβραίους ἐπιστολῆς ἀναφέρει τά ἑξῆς: «Πῶς οὖν ὁ Παῦλος φησίν, πείθεσθαι τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε; Ἀνωτέρω εἰπών, ὧν ἀναθεωροῦντες τήν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφής, τότε εἶπε πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καί ὑπείκετε. Τί οὖν, φησίν, ὅταν πονηρός ἦ καί μή πειθώμεθα; πονηρός πῶς λέγεις; εἰ μέν περί πίστεως φεῦγε καί παραίτησαι, μή μόνον ἄν ἄνθρωπος ἦ, ἀλλά κἄν ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ κατιών. Εἰ δέ βίου ἕνεκεν, μή περιεργάζου (P.G. 63, 231). Ἐπίσης στήν ἑρμηνεία τῆς πρός Γαλάτας ἐπιστολῆς ὁ ἅγιος γράφει τά ἑξῆς: «Καθάπερ γάρ ἐν τοῖς βασιλικοῖς νομίσμασιν ὁ μικρόν τοῦ χαρακτῆρος περι­κόψας, ὅλον τό νόμισμα κίβδηλον εἰργάσατο οὕτω καί ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως καί τό βραχύτατον ἀνατρέψας, τῷ παντί λυμαίνεται, ἐπί τά χείρονα προϊών ἀπό τῆς ἀρχῆς. Ποῦ τοίνυν εἰσίν οἱ φιλονικίας ἡμᾶς κρίνοντες ἕνεκεν τῆς πρός τούς αἱρετικούς διαστάσεως; Ποῦ νῦν εἰσιν οἱ λέγοντες οὐδέν μέσον εἶναι ἡμῶν κἀκείνων, ἀλλ’ ἀπό φιλαρχίας τήν διαφοράν γίνεσθαι; Ἀκουέτωσαν τι φησίν ὁ Παῦλος, ὅτι τό Εὐαγγέλιον ἀνέτρεψαν οἱ καί μικρόν τι καινοτομοῦντες» (P.G. 61, 622, (ΕΠΕ 20, 194). Posted on Jun. 17th, 2014 06:31 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΛΥΚΟΣ ΕΣΤΙΝ ΦΥΓΕΙΝ ΕΞ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΠΗΔΑΝ ΔΕΗΣΕΙ Ὁ Μ. Φώτιος ἀναφέρει τά ἑξῆς σημαντικά: «Αἱρετικός ἐστιν ὁ ποιμήν; Λύκος ἐστί• φυγεῖν ἐξ αὐτοῦ καί ἀποπηδᾶν δεήσει, μηδ’ ἀπατηθῆναι προσελθεῖν, κἄν ἥμερον περισαίειν δοκῇ• φύγε τήν κοινωνίαν αὐτοῦ καί τήν πρός αὐτόν ὁμιλίαν ὡς ἰόν ὄφεως ἀγκίστρῳ μέν καί δελέατι ἰχθύες ἁλίσκονται, ὁμιλία δέ πονηρά καί τόν αἱρετικόν ἰόν ὑποκαθήμενον ἔχουσα πολλούς τῶν ἁπλουστέρων προσιόντας καί μηδέν βλάβος παθεῖν ὑφορωμένους ἐζώγρησε• φεύγειν οὖν παντί σθένει διά ταῦτα προσήκει τούς τοιούτους. »Ὀρθόδοξός ἐστιν ὁ ποιμήν, εὐσεβείᾳ ἐσφράγισται, οὐδέν τῆς αἱρετικῆς φατρίας ἐπισύρεται; Ὑποτάγηθι αὐτῷ, ὡς εἰς τύπον προκαθεζομένῳ Χριστοῦ• οὐκ ἐκείνῳ φέρεις τήν τιμήν, ἄν ἐξ ὅλης φέρῃς ταύτην τῆς ψυχῆς• Χριστός ταύτην ὑποδέχεται• μή περιεργάζου τά ἄλλα• Θεός ἐστιν ὁ τούτων ἐξεταστής• ἐκείνῳ τήν κρίσιν κατάλιπε, σύ δέ τήν ὑπακοήν, κατά τήν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, καί καθαράν αὐτῷ τήν διάθεσιν ἐπεδείκνυσο» (ΕΠΕ 12, 400). Posted on Jun. 17th, 2014 06:34 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΙΣ Βλέπετε καί τά ἁγιογραφικά χωρία: 1) Τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: "Ἀλλά καί ἐάν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ' οὐρανοῦ εὐαγγελίζεται ὑμῖν παρ' ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω" (Γαλ. 1, 8) 2) 'Επίσης τοῦ 'Αποστόλου Παύλου: "αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά πρώτην καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ"(Τιτ. 3, 10) καί3) Τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου: "Ὁ ἀγαπῶν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ ἐν τῶ φωτί μένει, καί σκάνδαλον ἐν αὐτῶ οὐκ ἔστιν (Β΄ Ἰωάνν. 10). Posted on Jun. 17th, 2014 06:47 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΘΗΚΑΝ ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΑΣΧΙΤΑΙ, ΗΓΟΥΝ ΤΕΣΣΑΡΑΣΚΑΙΔΕ Ὡς ως αιρετικοί από την Β' Οικ. Σύνοδο κατεδικάσθησαν οι λεγόμενοι πρωτοπασχίτες οι οποίοι γιόρταζαν το Πάσχα την «τεσσερεσκαιδεκάτη» , και ενώ σε όλα τα άλλα ήταν ορθόδοξοι , διέφεραν μόνο στο θέμα του ταυτόχρονου» εορτασμού με την υπόλοιπη Εκκλησία. Στον λόγο του Αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου εις τους τα πρώτα Πάσχα νηστεύοντας (Ε.Π.Ε.34,170-172) βέπουμε να απευθύνεται προς τους πρωτοπασχίτες : «...και από των αθλητών τούτων η Σύνοδος άπασα συγκεκρότητο τότε και μετά της Πίστεως και τούτο ενομοθέτησαν, ώστε κοινή και συμφώνως την εορτήν ταύτην επιτελείν...Όρα τι ποιείς τοσούτους κατακρίνων Πατέρας , ούτως ανδρείους και σοφούς». Η λατρευτική ενότητα λοιπόν αποτελεί επιταγή των Αγίων μας και συνοψίζουν σύγχρονοι καθηγητές επ αυτού: "Η ΠΛΗΡΗΣ ΚΑΙ ΑΚΡΙΒΗΣ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΔΟΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΥΓΙΑ ΑΝΤΙΛΗΨΙΝ ΔΕΝ ΕΓΚΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΤΑ ΓΝΩΣΙΝ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΝ ΕΝΙΑΙΑΝ ΚΑΙ ΑΠΑΡΑΛΛΑΚΤΟΝ ΠΙΣΤΙΝ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑ ΠΡΑΞΙΝ ΚΑΙ ΒΙΩΣΙΝ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΙΟΜΟΡΦΟΝ ΕΚΔΗΛΩΣΙΝ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΥΣΙΝ ΑΥΤΗΣ." (βλ. Ανδρούτσου, Δογματική της Όρθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1956, σελ. 274). Προφανώς ο κανονισμός των Πατέρων της Α' Οικ. Συνόδου αποτελεί οδοδείκτη και για τη συνέχεια ,δηλαδή θα πρέπει να αποφεύγεται ο συνεορτασμός με κάθε είδους αιρετικό: «...έτσι κατανοείται η εκκλησιαστικοκανονική εντολή από την Α' Οικ.Σύνοδο που έλυσε τελεσίδικα το θέμα του εορτασμού του Πάσχα 325 μ.Χ. ως σήμερα «μη μετά Ιουδαίων συνεορτάζειν» ΠΟΥ ΙΣΟΔΥΝΑΜΕΙ ΣΗΜΕΡΑ ΜΕ ΤΟ «ΜΗ ΜΕΘ' ΕΤΕΡΟΔΟΞΩΝ ΣΥΝΕΟΡΤΑΖΕΙΝ». Γι αυτό ήδη το 1582 η ορθόδοξη Ανατολή απέρριψε το νέο ημερολόγιο όχι για λόγους επιστημονικούς ,αλλά εκκλησιολογικούς, διότι Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΥΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΜΑΣ ΦΙΛΕΝΩΤΙΚΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΣΥΜΠΤΩΣΗΣ ΩΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ ΚΑΙ «ΕΚ ΤΩΝ ΚΑΤΩ» (ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΒΑΣΗ) ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ . ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΝΣΑΡΚΩΝΕ ΚΑΙ Η ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ 1920...» ( π.Γ. Μεταλληνός εφημ. Καθημερινή 14/4/96 ). Posted on Jun. 17th, 2014 08:03 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos Η ΜΗ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΥΠΟ ΤΩΝ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ Η ΜΗ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΥΠΟ ΤΩΝ ΝΕΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΩΝ ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΚΑΛΥΠΤΕΙ, ΑΛΛΑ ΤΟΥΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ. ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΔΙΑΤΙ Ο ΄Αγιος Επιφάνιος γράφει για τα προ της Α' Οικουμενικής Συνόδου «τα σχίσματα ήν και ήν χλεύη Ελλήνων λεγόντων και χλευαζόντων την εν τη Εκκλησία διαφωνίαν» μετα όμως «επι Κωνσταντίνου δια της των επισκόπων σπουδής ,συνηνώθη μάλλον το σχίσμα εις μίαν ομόνοιαν. Τι ουν τούτου έστι χαριέστερον απο γής περάτων, εν μια ημέρα απαλλάτειν λαόν Θεού συμφωνιών τε και αγρυπνιών και τας αυτάς ημέρας ίσας φέρειν εν τε αγρυπνίαις και δεήσεσι και ομονοία και λατρεία ,νηστεία τε και ξηροφαγία και αγνεία;» (Migne 42,371) Ο Θεοδώρητος (5ος αι. μ.Χ.) παρομοίως αναφέρει : «Επειδή δε το νοερόν φώς (το Άγιο Πνεύμα δια της Α'Οικουμενικής Συνόδου ) την αχλύν (ομίχλη) εκείνην εσκέδασε , πανταχού γης και θαλάσσης, ηπειρώται και νησιώται κοινή του Θεού και Σωτήρος επιτελούσι τας εορτάς και ένθα αν τις αποδημήσαι θελήσει ,κάν προς ήλιον ανίσχοντα, κάν πρός δυόμενον, πανταχού την αυτήν ευρήσει κατά τον αυτόν χρόνον επιτελουμένην πανήγυριν» (Migne 83,1241). Ο ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας: «Προϋπήρχε δ' άρα καί άλλη τις τούτων προτέρα νόσος αργαλεωτάτη τάς εκκλησίας εκ μακρού διενοχλούσα, η τής σωτηρίου εορτής διαφωνία» (βίος Μ.Κωνσταντίνου εκκλησιαστ.ιστορία Ευσεβίου βιβλ.3,5). Καθώς και ): «...ο Βασιλεύς είπεν ότι αυτή (αναφέρεται στην συμφωνία του κοινού εορτασμού του πάσχα) είναι η δευτέρα νίκη την οποίαν εκέρδισεν κατά του εχθρού της εκκλησίας...» Όταν ο ίδιος ο Μέγας Κωνσταντίνος λέει ότι η εορτολογική ανομοιομορφία ήταν έργο του εχθρού της εκκλησίας, δηλαδή του διαβόλου , ποιός προτιμά να εμμένει προσκολλημένος σε τέτοιου είδους έργα ; Αλλά και ο ίδιος ο Μέγας Κωνσταντίνος που τόσο μόχθησε για την Α' Οικ.Σύνοδο γράφει:«...ήδη καί τόν προειρημένον λόγον καί τήν παρατήρησιν τής αγιωτάτης ημέρας υποδέχεσθαί τε καί διατάττειν οφείλετε, ίνα επειδάν πρός τήν πάλαι μοι ποθουμένην τής υμετέρας διαθέσεως όψιν αφίκωμαι, εν μιά καί τή αυτή ημέρα τήν αγίαν μεθ' υμών εορτήν επιτελέσαι δυνηθώ καί πάντων ένεκεν μεθ' υμών ευδοκήσω, συνορών τήν διαβολικήν ωμότητα υπό τής θείας δυνάμεως διά τών [ημετέρων] πράξεων ανηρημένην, ακμαζούσης πανταχού τής ημετέρας πίστεως καί ειρήνης καί ομονοίας » (βίος Μ.Κωνσταντίνου εκκλησιαστ.ιστορία Ευσεβίου βιβλ.3,20). Ο Ευσέβιος και πάλι «καί ούτω μία Χριστού γέγονεν εορτή: καί ούτω τών μέν κυριοκτόνων (Ιουδαίων) απέστησαν, τοίς δέ ομοδόξοις συνήφθησαν: η φύσις γάρ έλκει τά όμοια πρός τά όμοια»(περί της του Πάσχα εορτής PG 24,701). Συμπεραίνουμε αβίαστα λοιπόν ότι το πνεύμα των Πατέρων της Α' Οικ. Συνόδου ήταν αφενός μέν να συνεορτάζουν όλοι οι χριστιανοί την ίδια ημέρα το Πάσχα και αφετέρου να διαχωρίσουν το συνεορτασμό του Πάσχα με τους Ιουδαίους δηλαδή εκτός από τη συνταύτιση μεταξύ των ομοδόξων ,επετεύχθη ταυτόχρονα και η απομάκρυνση του συνεορτασμού του Πάσχα με τους Ιουδαίους. Τους τότε Αγίους τους ενδιέφερε να μην συνεορτάζουν με αιρετικούς ή αλλοθρήσκους. Αυτό άλλωστε έγινε και νόμος της Εκκλησίας π.χ. : «Ου δεί παρά των Ιουδαίων ή αιρετικών τα πεμπόμενα εορταστικά λαμβάνειν, μηδέ συνεορτάζειν αυτοίς» (37ος καν. Λαοδικείας) και αλλού. · Posted on Jun. 17th, 2014 08:09 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos οι εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδοι του 1170, 1341, 1450, 1722, 1838, 1895, σαφέστατα καταδικάζουν τόν παπισμό ως αίρεση. Βλ. Πρεσβ. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, Η συμπροσευχή μέ αιρετικούς. Προσεγγίζοντας τήν κανονική πράξη της Εκκλησίας, εκδ. Θεοδρομία, Θεσσαλονίκη 2009, σελ. 40-42. Posted on Jun. 17th, 2014 08:20 pm (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΕΝΑΝΤΙ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ Η ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΩΜΕΝ ΤΟΥΣ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ Σύμφωνα μέ ερμηνεία ενός Κανόνος άπό τόν Βαλσάμωνα «τους αιρετικούς "ώς μύση βδελύττεσθαι, ού μην οίκειούσθαι όφείλομεν". Στην ερμηνεία άλλου, παρόμοιου κανόνος αναφέρεται ότι "τους αιρετικούς και τάς εκείνων τελετάς ύπό των Όρθοδόξων βδελύττεσθαι χρή» (Ερμηνεία εις τόν με' και μς' αποστολικούς, Ρ.G.137,129 ΒC, στό: Οί Αγώνες των Μοναχών..., ότ. παρ., σελ. 364). Απευθυνόμενος ό Μ. Αθανάσιος, κυρίως προς τους επισκόπους (αλλά και κληρικούς και μονάζοντες και τους λοιπούς των Χριστιανών), λέγει: «μη συνεύχου μετά αιρετικών ή μετά εθνικών και γένηται ή προσευχή σου άπρόσδεκτος'·... Αγάπα δε πάντα άνθρωπον· και ειρήνευε μετά πάντων, χωρίς αιρετικών· ο γαρ αιρετικός λύκος εστί της του Χριστού ποίμνης και του Αντίχριστου πρόδρομος» (Μ. Αθανασίου, Πίστις τών αγίων τριακοσίων δέκα και οκτώ ίγίων θεοφόρων Πατέρων τών εν Νικαία, [Sp.]: ν. 28, ρ. 1640,Ι. 25). Βέβαια δέν έχουμε μόνο τις γνώμες θεολόγων και τών Πατέρων, άλλα πληθώρα Ί. Κανόνων πού ρυθμίζουν αυτά τά θέματα. Νά μερικοί: Κανών ΙΑ' τών Αγίων Αποστόλων: «Ει τις καθηρημένω, κληρικός ων, κληρικώ συνεύξηται, καθαιρείσθω και αυτός». Κανών ΜΕ' τών Αγίων Αποστόλων: «Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος ή Διάκονος αίρετικοίς συνευξάμενος, μόνον, άφοριζέσθω, ει δε έπέτρεψεν αυτοίς ώς Κληρικοίς ένεργήσαι τι, καθαιρείσθω». Κανών ΞΔ' τών Αγίων Αποστόλων: «Ει τις Κληρικός ή Λαϊκός είσέλθοι εις συναγωγήν Ιουδαίων ή αιρετικών προσεύξασθαι και καθαιρείσθω και άφοριζέσθω». Κανών ΟΑ' τών Αγίων Αποστόλων: «Ει τις Χριστιανός έλαιον άπενέγκοι εις ιερόν εθνών, ή εις συναγωγήν Ίουδαίων έν ταίς έορταίς αυτών, ή λύχνους άπτοι, άφοριζέσθω». Κανών ΣΤ' της έν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Περί του μή συγχωρείν τοις αιρετικοίς εισιέναι εις τον οίκον του Θεού, επιμένοντας τη αίρέσει». Κανών ΛΒ' της έν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Ότι ού δει αιρετικών ευλογίας λαμβάνειν, αιτινές είσιν άλογίαι μάλλον ή εύλογίαι». Κανών ΛΓ' τής έν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου: «Ότι δει αίρετικοίς ή σχισματικοίς συνεύχεσθαι». Καί: «όποιος κοινωνεί με άκοινώνητο, νά είναι άκοινώνητος, διότι επιφέρει σύγχυση στην κανονική τάξη τήςΈκκλησίας». Και πάλι: «Όποιος δέχεται τόν αιρετικό. υπόκειται στις ίδιες τιμωρίες μ' έκείνον» (έρμην. ΜΕ' Αποστολ.). Posted on Jun. 18th, 2014 10:43 am (UTC) | Link | Thread | Reply kirykos ΤΟ ΝΕΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟΝ ΤΕΛΕΣΙΔΙΚ Δέν ἐπιτρέπεται εἰς τόν ἱστορικόν κ. Χρυσόστομον Παπαδόπουλον νά ἀποφαίνεται ὅτι δέν ἐξεδόθησαν ἀναθεματισμοί διά τήν καταδίκην τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου, ἐπειδή δέν ἔχει ὑπ’ ὄψιν τά Πρακτικά καί πλήρεις τάς ἀποφάσεις τῶν ἐπί Ἱερεμίου Β΄, δύο Συνόδων καί νά ἀποκαλῆ πλαστογράφους ὅσους ἦτο δυνατόν νά κατέβαλον μείζονα προσοχήν διά τά ἀληθῆ κείμενα τῶν Συνοδικῶν τούτων ἀποφάσεων. Διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει θά ἀποκαλέση αὔριον ἴσως πλαστογράφους τόν Πάμφιλον, Εὐσέβιον καί τόν Ρουφῖνον καί τόν Σωκράτην καί τόν Θεοδώρητον καί τόν Ἱερώνυμον καί τόν Γελάσιον τόν Κυζίκου, τόν ἔπειτα ‘Αρχιεπίσκοπον Καισαρείας, ὅσοι ἐπιμελῶς ἐξ αὐθεντικῶν πηγῶν συνέλεξαν καί συνέγραψαν τά Πρακτικά τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τά ὁποῖα τό Πηδάλιον καί οἱ λοιποί ἐκκλησιαστικοί συγγραφεῖς λέγουν ὅτι οὔτε ἑλληνιστί, οὔτε Λατινιστί ἐξεδόθησαν, τά ὁποῖα ὅμως εὑρίσκονται εἰς τόμους συλλογῆς τῶν Συνόδων. Μόνον οἱ Παπισταί καί οἱ συνήγοροι τῆς Ἑνώσεως καινοτόμοι καραδοκοῦσιν εὐκαιρίας, ἵνα ἐμμέσουν τό δηλητήριον τῆς ἀμφιβολίας εἰς τάς συνειδήσεις τῶν πιστῶν διά σπερμολογιῶν περί πλαστότητος ἤ ἀνυπαρξίας ἐπισήμων κειμένων πρακτικῶν καί πράξεων Συνόδων καί Πατριαρχικῶν ἐγγράφων, κεραυνοβολούντων διά καταδίκης καί ἀναθέματος τούς νεωτερισμούς τῶν Λατίνων.

Συμπέρασμα

Συμπεραίνομεν ὅτι ὅσα σοφίσματα ἤ βεβιασμένους συλλογισμούς ἤ ἐπιχειρήματα καί ἄν ἐπινοήση ὁ ‘Αρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὅπως παραστήση ἀσήμαντον ἤ ἀδιάφορον διά τήν Ἐκκλησίαν καί τήν Ὀρθοδοξίαν τήν ἡμερολογιακήν ἀλλαγήν καί ὡς μή ἀπαγορευομένην δῆθεν ὑπό Κανόνων καί Συνοδικῶν καί Πατριαρχικῶν πράξεων, ὅσας συκοφαντίας, χλευασμούς ἤ λοιδωρίας καί ἄν ρίψη κατά τῶν ὐπέρ τῆς τηρήσεως τῶν Πατρώων ‘Εκκλησιαστικῶν παραδόσεων ἀγωνιζομένων καί δή κατά τῶν Ζηλωτῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, δέν θά δυνηθῆ ποτέ νά ἀποσείση ἀπ’ αὐτοῦ τόν «Ὀνικόν μῦλον» τοῦ Εὐαγγελίου τόν κρεμάμενον ἐπί τοῦ τραχήλου του διά τό δημιουργηθέν καί καθημερινῶς ἀνακινούμενον ὑπ’ αὐτοῦ σκάνδαλον ἐπί τῆς συνειδήσεως τῶν ἀληθῶς εἰς Χριστόν πιστευόντων, τῶν εἰς τά δόγματα, τούς Κανόνας καί τάς παραδόσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας παμψύχως προσηλουμένων.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΙΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Η Αποκάλυψη του Ευαγγελιστή Ιωάννη σε ερμηνεία. Ο Δράκων – Σατανάς και ο πόλεμος αυτού κατά της Εκκλησίας. Η Γυνή η περιβεβλημένη τον Ήλιον. Αποκ. ΙΒ΄1. “Και φάνηκε στον ουρανό ένα μεγάλο σημείο, φάνηκε μία γυναίκα ολόλαμπρη, σα να ήταν ντυμένη με το φως του ήλιου και σα να πατούσε στη σελήνη. Στο κεφάλι της είχε ένα στεφάνι με δώδεκα αστέρια. Η γυναίκα εκείνη ήταν έγκυος. Φώναζε δυνατά, διότι συγκλονιζόταν από πόνους οδυνηρούς του τοκετού”. Στην προκειμένη περίπτωση η περιγραφόμενη εδώ γυναίκα είναι απαστράπτουσα, έχει ουράνια κατοικία και ο δράκων - Σατανάς έχει εκδηλωθεί εναντίον της, όπως θα δούμε παρακάτω. Επίσης θα συναντήσουμε την περιγραφή μίας άλλης γυναίκας, τελείως διαφορετικής, η οποία ονομάζεται μεγάλη πόρνη, η οποία είναι πλήρης βδελυγμάτων και ακαθαρσιών και έχει στενή συνεργασία με τον δράκοντα. Η περιγραφόμενη γυναίκα περιβεβλημένη με τον ήλιο είναι η Εκκλησία, μέσα στην οποία βρίσκεται και με ξεχωριστή θέση, διότι γέννησε τον Κύριο μας, η Θεοτόκος που όντως είναι ντυμένη με το ήλιο. Η λαμπρότατη εμφάνιση της γυναίκας, θέλει να δείξει την ουράνια καταγωγή της Εκκλησίας. Θέλει να δείξει το υπερφυές μεγαλείο του παιδιού, που γεννιέται από την Υπεραγία Θεοτόκο και ιδρύει την Εκκλησίαν Του. Εκείνος που γεννιέται από την Αειπάρθενο ρίχνει τριγύρω Του, σαν ένδυμα το φως και περιβάλλεται με αυτό, και ξαπλώνει τον έναστρο ουρανό, από το ένα άκρο του ορίζοντα εως το άλλο, σαν δερμάτινη σκηνή (Ψαλμ ΡΓ΄ 2). Η Παναγία είναι Αειπάρθενος, γι' αυτό έχει τρία αστέρια στις εικόνες της. Παρθένος πριν την σύλληψη, Παρθένος κατά την διάρκεια του τοκετού και Παρθένος μετά την γέννηση του Θεού μας. Δηλαδή η Παναγία γέννησε θαυματουργικώς. Γι' αυτό ο Προφήτης Συμεών σαράντα μέρες μετά την γέννηση του Θεού, όταν η Ίδια πήγε τον Χριστό για περιτομή (τότε ίσχυε) της είπε ότι τον πόνο που δεν πέρασε στον τοκετό, αργότερα ρομφαία, δηλ. σπαθί θα χτυπήσει την καρδιά της, όπως και έγινε με την Σταύρωση του Υιου Της. Η Παναγία έχει καθαρή ψυχή και σώμα, ως ισάγγελον, ως ουρανοπολίτην. Η Εκκλησία είναι επίσης η μητέρα των πιστών. Οι δώδεκα αστέρες σημαίνουν τους δώδεκα Αποστόλους, η οποίοι κήρυξαν και διάδωσαν την Χριστιανική Πίστη και εργάστηκαν με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος (Θεός) για την Εκκλησία, που ίδρυσε ο Ίδιος ο Χριστός. Με την γυναίκα, που βρίσκεται σε οδύνη τοκετού, θέλει να φανερώσει: 1ον. Την αγωνία της προ Χριστού αναμονής του Λυτρωτού, που στέναζε κάτω από την σκληρή και βάναυση κυριαρχία του Σατανά. Φανερώνει το γλυκό άλγος της προσδοκίας της Λυτρώσεως. Η προσμονή του ευτυχούς γεγονότος, που περιμένουν να γίνουν μητέρες, μετριάζει τον πόνο. Και μετά ακολουθεί η ευτυχία και η χαρά. “Η γυνή όταν τίκτει λύπην έχει, ότι ήρθε η ώρα αυτής. Όταν γεννήσει το παιδί, ουκέτι μνημονεύει την θλίψη εξαιτίας της χαράς επειδή γεννήθηκε άνθρωπος εις τον κόσμο” λέει ο Κύριος (Ιωαν. ΙΣΤ΄ 21). Εκτός από τους Προφήτες, Ο Σωκράτης και άλλα πολλά φωτεινά μυαλά μίλησαν προχριστιανικά για την ανάγκη ερχομού ενός αληθινού Λυτρωτού. Ο Σωκράτης είπε “καθεύδοντες διατελείτε αν, ει μη τινά άλλον ο Θεός επιπέμψειε ημίν, κηδόμενος ημών”. Και ο Προμηθέας Δεσμώτης, που είναι δεμένος για το αμάρτημα του στον άγριο βράχο του Καυκάσου και ένας αετός του τρώει κάθε μέρα τα σωθικά, πρόσμενε με αγωνία τον Λυτρωτή, που θα έρθει να τον απαλλάξει από τα βάσανα του και αυτό φανερώνει την φοβερή αγωνία της ανθρωπότητας για τον Χριστό. Γνωστή από τους Προφήτες ήταν η προσδοκία της γεννήσεως του Παιδιού αυτού, γι ' αυτό και η Σύγκλητος των Ρωμαίων είχε λάβει απόφαση να φονεύσει όλα τα παιδιά, που θα εγγενούντο το έτος εκείνο, που θα γεννιόταν ο Χριστός, πράγμα που εφάρμοσε μόνο ο αιμοβόρος άρχοντας της Παλαιστίνης Ηρώδης. 2ον. Με τις ωδίνες του τοκετού, όπως υποστηρίζουν ο Μεθόδιος και ο Ανδρέας, εννοεί τις ωδίνες από την πάλη της Εκκλησίας, με τις οποίες η Εκκλησία γεννάει στις ψυχές των πιστών τον Κύριο ημών Ιησού Χριστόν, “ώστε εν εκάστω γεννάσθαι τον Χριστόν”. 3ον. Οι ωδίνες, σύμφωνα με τον Οικουμένιο είναι υπαινιγμός για τα δεινά, που έχουν σχέση με την Β΄ Παρουσία του Κυρίου “πάντα δε ταύτα αρχή ωδίνων” είπε ο Κύριος (Ματθ. ΚΔ΄8).

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

Ο ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Παρασκευή 10 Μαρτίου κατά το Πάτριο Ορθόδοξο εορτολόγιο, Ακάθιστος Ύμνος Βιογραφία Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος. Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας. Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο. Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι. Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ». Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο. Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 - 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου. Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (βλέπε 9 Σεπτεμβρίου), που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ. Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό (βλέπε 1 Οκτωβρίου). Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου. Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό. Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 - 730 μ.Χ.) (βλέπε 12 Μαΐου), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου. Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό (βλέπε 14 Οκτωβρίου), ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ. Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο (βλέπε 6 Φεβρουαρίου), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα. Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 - 749 μ.Χ.) (βλέπε 4 Δεκεμβρίου), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (βλέπε 3 Απριλίου). Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους. Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου. Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών. Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χαῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28). Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου. Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου. Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής. Ἄγγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε· καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θεωρῶν, Κύριε, ἐξίστατο καὶ ἵστατο, κραυγάζων πρὸς Αὐτὴν τοιαῦτα· Χαῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει, χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει. Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις, χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις. Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς, χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς. Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα, χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα. Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον, χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως. Χαῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις, χαῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Βλέπουσα ἡ Ἁγία, ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως· τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς, δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται· ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως, τὴν κύησιν πὼς λέγεις κράζων· Ἀλληλούια. Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι, ἡ Παρθένος ζητοῦσα, ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα· ἐκ λαγόνων ἁγνῶν, υἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι. Πρὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ, πλὴν κραυγάζων οὕτω· Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις, χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις. Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον, χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον. Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός, χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν. Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα, χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα. Χαῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα, χαῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα. Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν, Χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας. Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε. Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ἐπεσκίασε τότε, πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω· καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν, ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως· Ἀλληλούια. Ἔχουσα θεοδόχον, ἡ Παρθένος τὴν μήτραν, ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ. Τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν, τὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε, καὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον· Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα, χαῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα. Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον, χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα, Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν, χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν. Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις, χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις. Χαῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα, χαῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα. Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία, χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων, λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη· πρὸς τὴν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν, καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε· μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, ἔφη· Ἀλληλούια. Ἤκουσαν oἱ ποιμένες, τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων, τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν· καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα, θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον, ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα, ἥν ὑμνοῦντες εἶπον· Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ, χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων. Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον, χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον. Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ, χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς. Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα, χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος. Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα, χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα. Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης, χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Θεοδρόμον ἀστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ· καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα, καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον, ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες· Ἀλληλούια. Ἴδον παῖδες Χαλδαίων, ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου, τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν, εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι, καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ· Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ, χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας. Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα, χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα. Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς, χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν. Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας, χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων. Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα, χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα. Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης, χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οἱ Μάγοι, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα, ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν, καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν, ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη, μὴ εἰδότα ψάλλειν· Ἀλληλούια. Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ, φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας, τοῦ ψεύδους τὸ σκότος· τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ, μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν, οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες, ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον· Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων, χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων. Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα, χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα. Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν, χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν. Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει, χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης. Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε, χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε. Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Μέλλοντος Συμεῶνος, τοῦ παρόντος αἰῶνος, μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος, ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ, ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος· διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν, κράζων· Ἀλληλούια. Νέαν ἔδειξε κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ Κτίστης, ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις· ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός, καὶ φυλάξας ταύτην, ὥσπερ ἦν ἄφθορον, ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες· Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας, χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας. Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα, χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα. Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί, χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί. Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις, χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις. Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις, χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις. Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας, χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες· διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός, ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος· βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος, τοὺς αὐτῷ βοώντας· Ἀλληλούια. Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν, ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος· συγκατάβασις γὰρ θεϊκή, οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε, καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου, ἀκουούσης ταῦτα· Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα, χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα. Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα, χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα. Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ, χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ. Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα, χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα. Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις, χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος. Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας, χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων, κατεπλάγη τὸ μέγα, τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον· τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν, ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον, ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα, ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως· Ἀλληλούια. Ρήτορας πολυφθόγγους, ὡς ἰχθύας ἀφώνους, ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε· ἀποροῦσι γὰρ λέγειν, τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις, καὶ τεκεῖν ἴσχυσας· ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες, πιστῶς βοῶμεν· Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον, χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον. Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα, χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα. Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί, χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί. Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα, χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα. Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα, χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα. Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι, χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον, ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ, πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε· καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός, δι' ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος· ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας, ὡς Θεὸς ἀκούει· Ἀλληλούια. Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων. Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, κατεσκεύασέ σε ποιητής, Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου, καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας· Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας, χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας. Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως, χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος. Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς, χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν. Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα, χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα. Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως, χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα. Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων, χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου· ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς, ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν· Ἀλληλούια. Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον· τὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα, κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα· Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου, χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους. Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα, χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα. Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν, Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν. Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον, χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον. Χαῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν, χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν. Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας, χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Χάριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ, πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος· καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως· Ἀλληλούια. Ψάλλοντές σου τὸν τόκον, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε. Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας· Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου, χαῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων. Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι, χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε. Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν, χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν. Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος, χαῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος. Χαῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια, χαῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι. Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία, χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία. Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε. Ὦ πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων, ἁγιώτατον Λόγον· δεξαμένη γὰρ τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας, καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τοὺς σοὶ βοῶντας· Ἀλληλούια. Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ'. Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμω· ὁ κλίνας ἐν καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῑται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοι· Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε. Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ'. Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε· ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοί· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε. Μεγαλυνάριον Ὕμνοις ἐν αΰπνοις οἱ εὐσεβεῖς, ἀκαθίστῳ στάσει, ἀνυμνοῦμεν πανευλαβῶς, τὴν πρὸς τὸν λαόν σου, θερμήν σου προστασίαν, Παρθένε Θεοτόκε, ἡμῶν βοήθεια.

ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ

Η Αγία Θεοδώρα Η Αγία Θεοδώρα Η ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ Βασίλισσα και Πολιούχος της Άρτας. Κοιμήθηκε το 1303 μ.Χ. στην Άρτα. Η μνήμη της τιμάται στις 11 Μαρτίου. Βίος και Πολιτεία της Οσίας Μητρός Ημών Θεοδώρας, της Βασιλίσσης Άρτης Απολυτίκιο Ἦχος α΄ Τῶν βασιλίδων τὸ κλέος, ἀσκητριῶν τε ἀγλάϊσμα, Τῆς Ἀκαρνανίας τὸ εὖχος καὶ ἰαμάτων ρεῖθρον ἀκένωτον· Τῶν λυπουμένων καὶ πτωχῶν τὴν προστάτιν, Τὴν ἀκτῖνος δίκην, τὴν Αἰτωλίαν πᾶσαν καταφωτίζουσαν· ἐπώνυμον τὴν ὄντως δωρεῶν τῶν τοῦ Θεοῦ, τὴν πάνσεπτον καὶ ὁσίαν, Θεοδώραν τὴν Βασίλισσαν, δεῦτε οἱ ἐν Ἄρτῃ πάντες πιστῶς, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν· αὐτὴ γὰρ ἀενάως ὑπὲρ ἡμῶν, οὐ παύει πρεσβεύουσα. πατήστε στο ανωτέρω πλαίσιο για να ενεργοποιήσετε τον media player Η Αγία Θεοδώρα Είναι η πολιούχος της Άρτας. Έζησε στα χρόνια του ένδοξου Δεσποτάτου της Ηπείρου, και μάλιστα ήταν σύζυγος του Δεσπότη Μιχαήλ του Β' Αγγέλου Κομνηνού. Η καταγωγή της - τα πρώτα χρόνια της ζωής της Γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1212- 1214 μ.Χ. στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Πατέρας της ήταν ο Ιωάννης Πετραλείφας, που από το έτος 1195 μ.Χ. υπηρετούσε ως Σεβαστοκράτορας, ανώτερος δηλαδή διοικητής της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Ο πατέρας του είχε Νορμανδική καταγωγή, και η μητέρα του ήταν Ελληνίδα, και αρχικά ήταν εγκατεστημένοι στο Διδυμότειχο. Ο Ιωάννης Πετραλείφας νυμφεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη την πριγκίπισσα Ελένη, που είχε συγγένεια με την οικογένεια των Παλαιολόγων. Έφεραν στον κόσμο πέντε παιδιά· τον Θεόδωρο, το Νικηφόρο, τον Ανδρόνικο, τη Μαρία, και τελευταία τη Θεοδώρα. Οι δύο γονείς ήταν ευσεβείς και ενάρετοι άνθρωποι, με ευγένεια και καλοσύνη πολλή· αυτές τις αρετές προσπάθησαν να φυτέψουν και στις ψυχές των παιδιών τους. Τα μόρφωσαν πολύ με τα μέσα που διέθετε η εποχή, και κάθε μέρα προόδευαν τα παιδιά τους, και αυτό τους γέμιζε χαρά και ικανοποίηση. Ήδη από καιρό η Θεσσαλονίκη είχε πέσει στα χέρια των Φράγκων, και ο Ιωάννης Πετραλείφας είχε χάσει τη θέση του. Όμως πολύ νωρίς οι δύο γονείς έφυγαν από τη ζωή, πρώτα η μητέρα των παιδιών Ελένη, και λίγο αργότερα ο πατέρας τους Ιωάννης. Τώρα όλα είναι πολύ δύσκολα για τα ορφανά παιδιά, ιδίως για τη μικρή Θεοδώρα. Ευτυχώς όμως ο Θεός δεν τα εγκατέλειψε. Τους έφερε προστάτη τους την αδελφή του πατέρα τους Μαρία και τον άνδρα της Θεόδωρο, πού ήταν Δεσπότης, ηγεμόνας δηλαδή στο κράτος το Ελληνικό που ονομαζόταν Δεσποτάτο της Ηπείρου. Όταν το 1204 μ.Χ. οι Φράγκοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και πολλά άλλα μέρη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, μερικοί δραστήριοι ηγεμόνες κατάφεραν, πριν πάνε οι Φράγκοι, να οργανωθούν και δημιούργησαν τρία Ελληνικά κράτη. Στην Ήπειρο ο πανέξυπνος και δραστήριος Μιχαήλ Α' Άγγελος Κομνηνός, συγγενής του αυτοκράτορα Αλεξίου του Κομνηνού, ήρθε από την Πελοπόννησο στην Ήπειρο, και ίδρυσε κράτος που ονομάστηκε Δεσποτάτο της Ηπείρου (στη Βυζαντινή εποχή οι τίτλοι των αξιωμάτων ήταν: Ο πρώτος σε αξία τίτλος ήταν Αυτοκράτωρ-Βασιλεύς, ο δεύτερος ήταν Δεσπότης, και ο τρίτος σε αξία τίτλος ήταν Σεβαστοκράτωρ), κι έκανε πρωτεύουσά του την Άρτα. Στη Μικρά Ασία ο Θεόδωρος Λάσκαρης ίδρυσε το κράτος που ονομάστηκε Αυτοκρατορία της Νίκαιας, με πρωτεύουσα την πόλη Νίκαια της Βιθυνίας· και στη Μαύρη θάλασσα ο Αλέξιος Κομνηνός δημιούργησε την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα. Στην Ήπειρο ο Δεσπότης Μιχαήλ ο Α' Κομνηνός κατάφερε με την εξυπνάδα και τη διπλωματία του να δημιουργήσει ένα πολύ δυνατό κράτος, που έφθανε από το Δυρράχιο της Ηπείρου και την Κέρκυρα, μέχρι τη Ναύπακτο και τη Θεσσαλία. Yπερασπίστηκε τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία, και προφύλαξε τους υπηκόους του από τις προσπάθειες των παπικών να επηρεάσουν τους ορθόδοξους. Δυστυχώς όμως ένας κακός υπηρέτης του, ονόματι Ρωμαίος, μάλλον βαλτός από τους δυτικούς, τον σκότωσε, κι άφησε χήρα τη γυναίκα του και ορφανό το γιο του Κωνσταντίνο. Τότε ανέλαβε Δεσπότης προσωρινά, μέχρι να μεγαλώσει ο Κωνσταντίνος, ο αδελφός του Μιχαήλ, Θεόδωρος, που είχε γυναίκα του τη Μαρία, την αδελφή του Σεβαστοκράτορα Ιωάννη Πετραλείφα. Όμως η δόξα της εξουσίας είναι γλυκιά και ο φιλόδοξος Θεόδωρος έβαλε στο νου του να βγάλει από τη μέση τον κανονικό διάδοχο, γιο του Μιχαήλ του Α', Κωνσταντίνο, που όταν μεγαλώσει θα του πάρει το θρόνο. Τις ύποπτες κινήσεις του κατάλαβε η χήρα του Μιχαήλ Α', και πήρε τον Κωνσταντίνο και πήγε στην Πελοπόννησο, όπου είχε συγγενείς, και μεγάλωσε εκεί το παιδί της. Δραστήριος πολύ, αλλά και φιλόδοξος ο Θεόδωρος, βάζει στόχο του να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη και να διώξει τους Φράγκους, και το καταφέρνει. Το 1224 μ.Χ. μπαίνει θριαμβευτής στη Θεσσαλονίκη και διαλύει το Φράγκικο κράτος της. Τότε αναλαμβάνει και την κηδεμονία των ορφανών παιδιών του Ιωάννη Πετραλείφα. Μάλιστα στέλνει το Θεόδωρο, τον μεγαλύτερο αδελφό της Θεοδώρας, στα Σέρβια της Κοζάνης να είναι διοικητής σε όλη την περιοχή, αφού ανοικοδόμησε το κάστρο που είχαν μισοκαταστρέψει οι Φράγκοι. Ο Θεόδωρος πήρε όλα του τα αδέλφια και εγκαταστάθηκε στα Σέρβια, μέσα στο κάστρο. Ασκεί πολύ καλά τα καθήκοντά του, φροντίζοντας πάντα για το καλό των κατοίκων της περιοχής του. Βοηθά, όσες φορές τον χρειάζεται, και τον θείο του Θεόδωρο στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος ανακήρυξε τον εαυτό του «Βασιλιά και Αυτοκράτορα όλων των Ρωμαίων», και έχει όνειρο, και βάζει σκοπό του να φτάσει και στην Κωνσταντινούπολη, να διώξει τους Φράγκους, και να ελευθερώσει την Πόλη. Και μπλέχτηκε σε πολέμους, για να εξουδετερώσει διάφορους ηγεμόνες, όπως τον βασιλιά της Βουλγαρίας Ιωάννη Ασάν, και ελεύθερος να στραφεί στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Όμως νικήθηκε από το Βούλγαρο ηγεμόνα και πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο Ασάν δεν τον σκότωσε, αλλά τον τύφλωσε, σύμφωνα με απάνθρωπη συνήθεια της εποχής, για να μην μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά του. Τότε ανέλαβε τη Θεσσαλονίκη ο αδελφός του Θεοδώρου, Μανουήλ Κομνηνός, που ήταν γαμπρός του Βούλγαρου ηγεμόνα. Ο γάμος της Θεοδώρας και ο ερχομός της στην Άρτα Ο Μανουήλ κάλεσε τον ανεψιό του Κωνσταντίνο, που εν τω μεταξύ είχε αλλάξει το όνομά του και το έκανε, Μιχαήλ, σύμφωνα μεσυνήθεια που υπήρχε την εποχή αυτή, για να θυμάται τον πατέρα του, και ήρθε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ο Μανουήλ του έδωσε τον τίτλο του Δεσπότη και τὸν έκανε Δεσπότη στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, επειδή ήταν ο πραγματικός διάδοχος του πατέρα του. Του υπέδειξε δε να περάσει από τα Σέρβια και να ζητήσει σε γάμο την όμορφη Θεοδώρα, την αδελφή του Θεόδωρου Πετραλείφα. Στα Σέρβια o Μιχαήλ είδε τη Θεοδώρα, που τότε ήταν στα δεκαεπτά της, θαμπώθηκε από την ομορφιά και τα ψυχικά της χαρίσματα, και τη ζήτησε σε γάμο. Όρισαν ημέρα και ο γάμος έγινε με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και κράτησε μέρες. Ύστερα έκαναν το μεγάλο ταξίδι· πέρασαν από δρόμους, παρακλάδια της παλιάς Εγνατίας οδού της Ρωμαϊκής εποχής, κι έφτασαν από το Βουργαρέλι της Άρτας, στην πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Οι Αρτινοί, κλήρος και λαός, τους υποδέχτηκαν με ζητωκραυγές, που υμνούσαν τη δόξα τους και την ομορφιά τους. Ύστερα ανακήρυξαν, οι άρχοντες της πόλης και ο λαός, επίσημα τον Μιχαήλ Β' Κομνηνό, Δεσπότη της Ηπείρου, και τη Θεοδώρα Βασίλισσα, που θα σταθεί δίπλα στο σύζυγό της και Δεσπότη τους. Εγκαθίστανται στο ανακαινισμένο παλάτι μέσα στο μισογκρεμισμένο κάστρο της αρχαίας Αμβρακίας, με τους θεόρατους λίθους, και πιάνουν αμέσως δουλειά. Η Θεοδώρα γνωρίζει την πόλη της Άρτας με τους πλακόστρωτους δρόμους και τις πλατείες, μιλάει με τους κατοίκους με γλυκύτητα και ευγένεια, και ενδιαφέρεται για τα προβλήματά τους. Όλοι την θαυμάζουν για τα σωματική της ομορφιά και τα ψυχικά της χαρίσματα και καλοτυχίζουν τον Δεσπότη τους Μιχαήλ που έχει μια τέτοια γυναίκα! Ο Μιχαήλ κάλεσε τους άρχοντες της πόλης, ενημερώθηκε για την οικονομική κατάσταση του κράτους, για το στρατό, για τους κινδύνους που υπήρχαν στο κράτος, για την παιδεία, αλλά και για την προπαγάνδα των παπικών στα μέρη της Ηπείρου· πίστευε πως με την αγάπη του λαού και τη βοήθεια του Θεού θα τα καταφέρει. Βυθισμένος στις Δεσποτικές του υποχρεώσεις, έλειπε πολλές φορές από την Άρτα, ακόμη και για μήνες. Άφηνε μόνη της τη Θεοδώρα, και ο ίδιος βέβαια ήταν εκτεθειμένος σε πολλούς, ηθικούς προπαντός, κινδύνους. Η Θεοδώρα όμως δεν άφηνε τον εαυτό της να αδρανήσει. Πλησίαζε περισσότερο το λαό, έκανε πράξεις φιλανθρωπίας και στήριζε τους φτωχούς και αδύναμους συμπολίτες της. Όπως λέγει ο σύγχρονός της βιογράφος μοναχός Ιώβ Μέλης, δεν παρασύρθηκε από τη δόξα, δεν αιχμαλωτίστηκε από τη νεότητά της, ούτε σπαταλούσε το χρόνο της στις απολαύσεις, ούτε από τη μεγάλη εξουσία υπερηφανεύτηκε. Μάλλον προτιμούσε να είναι κοντά στο Θεό, να φροντίζει για την αρετή, να ζει με σωφροσύνη, να ασπάζεται την ταπεινοφροσύνη, την αοργησία (το να μην οργίζεται), την πραότητα, τη συμπάθεια προς το συνάνθρωπο και την ελεημοσύνη, όσο κανένας δεν το κατόρθωσε, και ολόψυχα να υπηρετεί το Θεό. Η Θεοδώρα στο καμίνι των θλίψεων agia-theodora-1Ο σατανάς τη φθονεί γι’ αυτό που είναι, και για τα έργα που κάνει, και προσπαθεί να την παρασύρει. Δεν τα καταφέρνει όμως, γιατί η Θεοδώρα είναι σταθερή στις αρχές της και πάντα πιστή στο σύζυγό της. Καταφέρνει όμως να παρασύρει τον άνδρα της το Μιχαήλ, στην πορνεία και ακολασία, με μέσο μια χήρα αρχόντισσα του παλατιού, που είχε το επίθετο Γαγγρινή. Αυτή με τις κολακείες της και με μάγια έστρεψε την προσοχή του στην ίδια και τον έκανε σιγά σιγά να απομακρύνεται από τη σύζυγό του Θεοδώρα. Έφτασε, για χάρη της Γαγγρινής, ακόμη και να τη δέρνει και τελικά την έδιωξε από το παλάτι, ήδη εγκυμονούσα στο πρώτο της παιδί. Έτσι η Θεοδώρα λυπημένη έφυγε από το παλάτι, και αφού περπάτησε αρκετά, έφτασε στη Βλαχέρνα, χωριό απέναντι από την Άρτα, κοντά στον Άραχθο ποταμό. Εκεί έμεινε για λίγο καιρό, κι ύστερα απομακρύνθηκε βορειότερα, επειδή κατ' απαίτηση της Γαγγρινής ο Μιχαήλ διέταξε να απομακρυνθεί. Βρήκε καταφύγιο στο χωριό Πρένιστα, το σημερινό Κορφοβούνι, στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, όπου εκεί μάλλον έφερε στον κόσμο το πρώτο της παιδί, που αργότερα το βάπτισε Νικηφόρο. Και από το μοναστήρι, επειδή φοβόταν τους ανθρώπους του Μιχαήλ, έφυγε και βρήκε αποκούμπι κοντά στο μοναστήρι σε ένα βράχο. Ζει μέσα στο κρύο, την ταλαιπωρία, την πείνα και τη μοναξιά. Εκεί κοντά τη συνάντησε, μια μέρα που μάζευε χόρτα, ο ιερέας του χωριού, στον οποίο με δυσκολία αποκαλύφτηκε ποια ήταν. Εκείνος λυπήθηκε για την περιπέτειά της και της έδειξε μεγάλη αγάπη, παίρνοντάς την στο σπίτι του, μαζί με το παιδί της. Πέντε χρόνια έμεινε κοντά του κάτω από την προστασία του και τις συμβουλές του. Ποτέ δεν έβγαλε από το στόμα της λόγια κακίας για τον άνδρα της. Επεδίωκε να μη μαθευτεί αυτό που της συνέβηκε, για να μη θίξει τον άνδρα της. Έχει για στολίδι της τη σύνεση και την ανεξικακία. Και προσπαθεί έτσι να γαλουχήσει και το μικρό Νικηφόρο. Ο σύζυγός της Μιχαήλ τελευταία ζούσε μέσα σε έναν εφιάλτη. Η συνείδηση άρχισε να τον κτυπά για το κακό που έκανε στη γυναίκα του Θεοδώρα. Τον πιέζουν και οι άρχοντες να ψάξει να βρει τη Βασίλισσα, αφού πρώτα έδιωξαν από το παλάτι τη Γαγγρινή, μαζί με τα δύο παιδιά της, που απόκτησε με το Μιχαήλ από την παράνομη σχέση. Και πράγματι μετανιωμένος ο Μιχαήλ έψαξε παντού και τελικά τη βρήκε στο σπίτι του ιερέα της Πρένιστας. Και την έφερε πάλι στο παλάτι, ζητώντας συγγνώμη για όσα της προξένησε. Εκείνη τον συγχώρησε μέσα από τα βάθη της καρδιάς της και του δικαιολόγησε την πράξη του ως μια ανθρώπινη αδυναμία, που πολλοί άνθρωποι μπορεί να πέσουν. ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...Τα παιδιά* της Θεοδώρας και η φροντίδα της γι’ αυτά Από εκείνη τη στιγμή άρχισε μια καινούργια ζωή για τη Θεοδώρα και τον Μιχαήλ, γεμάτη με αγάπη μεταξύ τους. Έφεραν στον κόσμο άλλα πέντε παιδιά: τρεις κόρες και δύο αγόρια· το όνομα της πρώτης κόρης δε μας διασώθηκε, δεύτερη ήταν η Άννα, τρίτη η Ελένη, και αγόρια ήταν ο Ιωάννης και ο Δημήτριος. Μεγάλωσαν τα έξι παιδιά με πολλή φροντίδα, και τους έδωσαν να έχουν στη ζωή τους αξίες και αρχές, αγάπη για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Ο δε Μιχαήλ, για να δείξει τη μετάνοιά του για όσα προξένησε στη γυναίκα του, έκτισε εκκλησίες και μοναστήρια. Μαζί με τη Θεοδώρα έκτισαν το μοναστήρι της Κάτω Παναγιάς, το ναό της Παντάνασσας, κοντά στη Φιλιππιάδα, το μοναστήρι του Σωτήρος Χριστού στο Γαλαξείδι της Στερεάς Ελλάδας, την Παναγία στο χωριό Βλαχέρνα και το ναό του Αγίου Γεωργίου, στη θέση που είναι τώρα ο ναός της Αγίας Θεοδώρας. Ακόμη βοήθησε ο Μιχαήλ οικονομικά φτωχούς κι ανήμπορους ανθρώπους, και μερικούς τους απάλλαξε από τη βαριά φορολογία. Φρόντισε καλύτερα και για την παιδεία, ιδρύοντας μια ανώτερη σχολή στην Άρτα. Οικοδόμησε και το ωραίο βυζαντινό κάστρο, πάνω στα θεμέλια του κάστρου της αρχαίας Αμβρακίας με τους πελώριους λίθους. Ο Δεσπότης Μιχαήλ είναι δυνατός, αλλ’ όμως και πολύ φιλόδοξος ηγεμόνας. Ονειρεύεται να φθάσει μέχρι την Κωνσταντινούπολη, να διώξει τους Φράγκους και να απελευθερώσει την Πόλη. Γι αυτό κάνει πολέμους επανειλημμένα με την αυτοκρατορία της Νίκαιας, που οι άρχοντές της πίστευαν ότι αυτοί είναι οι κανονικοί διάδοχοι του Βυζαντίου, παρόλο που η Θεοδώρα τον συμβουλεύει να είναι ειρηνικός με τα άλλα ελληνικά κράτη, και ενωμένοι να διώξουν τους Φράγκους. Κάποιες φορές κινδύνεψε να χάσει και τη ζωή του. Είναι σοφή και με πολλά διοικητικά χαρίσματα η Θεοδώρα και διπλωματικές ικανότητες. Καταφέρνει να ειρηνεύσουν τα δύο κράτη παντρεύοντας το γιο της Νικηφόρο με την εγγονή του αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Βατάτζη, τη Μαρία. Ο γάμος αυτός ήταν σύντομος, γιατί η Μαρία, η σύζυγος του Νικηφόρου, απεβίωσε νωρίς, αφήνοντας ορφανό ένα μικρό κορίτσι. Η Βασίλισσα Θεοδώρα συμπαραστάθηκε πολύ στη χηρεία του Νικηφόρου. Διαρκής σκέψη της και φροντίδα της ήταν να διασώσει τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία, που κινδύνευαν τα χρόνια εκείνα, κυρίως από τους παπικούς. Έτσι με τη σύμφωνη γνώμη και των κοριτσιών της η Θεοδώρα και ο Μιχαήλ παντρεύουν την Ελένη με τον Μανφρέδο, βασιλιά της κάτω Ιταλίας και Σικελίας, που ήταν ορκισμένος εχθρός του πάπα, και συμπαθούσε τους Ορθόδοξους. Την Άννα την πάντρεψαν με τον Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο, πρίγκιπα της Αχαῒας στην Πελοπόννησο με έδρα την Ανδραβίδα, που τότε την κατείχαν οι Λατίνοι. Τη μεγάλη κόρη, που δε σώθηκε το όνομά της, την έδωσαν στον Αλέξιο Ραούλ, έναν ευγενή από την Κωνσταντινούπολη. Όμως το όνειρο του Μιχαήλ να μπει πρώτος στην Κωνσταντινούπολη, να διώξει τους Φράγκους και να ελευθερώσει την Πόλη, δεν πραγματοποιήθηκε. Γιατί κατάφερε να μπει πρώτος και να την απελευθερώσει ο νέος αυτοκράτορας της Νίκαιας Μιχαήλ Η΄ ο Παλαιολόγος. Η διπλωματία της Θεοδώρας και πάλι είναι μπροστά. Καταφέρνει να ειρηνεύσει το σύζυγό της Μιχαήλ, με το δεύτερο γάμο του Νικηφόρου της, με την Άννα Παλαιολογίνα Καντακουζηνή, ανεψιά του νέου αυτοκράτορα. Μετά απὸ αυτά τα γεγονότα ο Μιχαήλ ο Β' αποσύρθηκε από τη θέση του, την οποία άφησε στο γιο και διάδοχό του Νικηφόρο. Η υγεία του όμως άρχισε να κλονίζεται και από τη στενοχώρια· γιατί η κόρη τους Ελένη, όταν σκοτώθηκε ο άνδρας της Μανφρέδος, σε μάχη για την κατάληψη του κράτους του από τον κόμη της Ανδεγαυίας Κάρολο, που υποκίνησε ο πάπας, κλείστηκε στη φυλακή, μαζί με τα τέσσερα παιδιά της (τρία αγόρια και ένα κορίτσι). Κράτησε την ορθόδοξη πίστη της και την ηθική της αξιοπρέπεια, παρόλες τις πιέσεις που δέχτηκε. Πέθανε στη φυλακή μάρτυρας της πίστης, όπως και τα τρία της αγόρια, μετά από χρόνια, ξεχασμένα από όλους. Μόνο η κόρη της απελευθερώθηκε, αφού πέρασε και αυτή αρκετά χρόνια στη φυλακή. Ο Δεσπότης Μιχαήλ Β' Άγγελος Κομνηνός άφησε στην Άρτα την τελευταία του πνοή, κι έφυγε μετανοημένος για όλα όσα έκανε. Τον κήδεψαν με βασιλικές τιμές και τοποθέτησαν το νεκρό του σώμα μέσα στην Παναγία των Βλαχερνών όπου σώζεται, στο δεξί μέρος του ναού, μέχρι σήμερα ο τάφος του. Η Θεοδώρα στο μοναστήρι Τώρα η Θεοδώρα ελεύθερη από οικογενειακές και διοικητικές υποχρεώσεις, ντύνεται το μοναχικό σχήμα εκεί στο ναό του Αγίου Γεωργίου που πριν από χρόνια έκτισε, ιδρύοντας μοναστήρι. Γίνεται μοναχή μετά από αρκετά χρόνια έγγαμου βίου, σε ηλικία 54 ετών, και δόθηκε στον Ιησού που τόσο πολύ από μικρή ηλικία αγαπούσε. Εκεί στο μοναστήρι ζούσε, όπως λέγει ο βιογράφος της Ιώβ, γυμνάζοντας τον εαυτό της με κόπους, αυξάνοντας τον καρπό των αρετών με αγρυπνίες και ολονυκτίες, με ψαλμούς και ύμνους, υπηρετώντας με προθυμία τις αδελφές του μοναστηριού· ήταν προστάτις των αδικουμένων, των ορφανών, των χηρών και πτωχών, παρηγορούσε τους θλιβομένους, και εγίνετο τοις πάσι τα πάντα, με ταπεινή καρδιά. Χαιρόταν, όταν μάθαινε για τις ανδραγαθίες των παιδιών της στο Βυζαντινό στρατό του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' του Παλαιολόγου, όπου μερικά χρόνια πριν είχαν καταταχθεί να υπηρετήσουν τα δυό της αγόρια, ο Ιωάννης και ο Δημήτριος (που από τη μεγάλη αγάπη που είχε στον πατέρα του Δεσπότη Μιχαήλ, πήρε μόνος του το όνομά του και ονομάστηκε και αυτός Μιχαήλ), αφού πριν παντρεύτηκαν και δημιούργησαν τις δικές τους οικογένειες. Ζούσαν με τις αρχές και αξίες που τα ενέπνευσε η μητέρα τους, προπαντός με την αγάπη προς την ορθοδοξία, την οποία υπερασπίζονταν με κάθε τρόπο. Αντιτάχτηκαν στα ενωτικά σχέδια του αυτοκράτορα με τους παπικούς, και αυτό περισσότερο τους στοίχισε· έπεσαν στη δυσμένεια του αυτοκράτορα και των αυλικών του· τον Ιωάννη τον έκλεισε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος στη φυλακή, και μάλιστα τον τύφλωσε κιόλας. Αργότερα τον σκότωσε με την προτροπή των αυλικών του. Λυπήθηκε πολύ η τραγική μάνα για το θάνατο του παιδιού της, αλλά η υπομονή και η ανεξικακία της δεν έχουν όρια. Η ίδια διατηρεί επικοινωνία, και παίρνει δύναμη στα προβλήματα που αντιμετωπίζει, από τον άγιο ασκητή Ανδρέα τον Ερημίτη, που ασκήτευε σε ένα βουνό, κοντά στο χωριό Χαλκιόπουλο της Αιτωλοακαρνανίας. Ο ασκητής Ανδρέας το 1271 μ.Χ παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό. Τότε η αρχόντισσα και μοναχή Θεοδώρα, με όλη τη σύγκλητο του κράτους, αφού είδαν από μακριά ένα φως και αναμμένες λαμπάδες να κατεβαίνουν από τον ουρανό, στο σημείο που ήταν το τίμιο λείψανό του, ήρθαν, προσκύνησαν το αγιασμένο νεκρό του σώμα, και το ενταφίασαν έξω από τη σπηλιά που ασκήτευε. Ύστερα έκτισε ένα μικρό ναό, που σώζεται μέχρι σήμερα, και τοποθέτησε μέσα σε λάρνακα το τίμιο λείψανό του. Η ίδια εργάζεται αδιάκοπα για το μοναστήρι της και για τις αδελφές μοναχές. Θέλει να κτίσει το νάρθηκα του ναού, και παρακαλεί τον Κύριο και τον Άγιο Γεώργιο, να της δίνουν δύναμη. Όμως τα βάσανά της από τους θανάτους των παιδιών της δεν έχουν τελειωμό. Γεύτηκε και το πικρό ποτήρι του θανάτου του Νικηφόρου της, που μαζί πέρασαν τα πρώτα δύσκολα χρόνια της θλίψης από τη κακή συμπεριφορά του άνδρα της.agia-theodora-2 Η οσιακή της Κοίμηση Ύστερα αρχίζει και για την ίδια η αντίστροφη μέτρηση για τη ζωή της. Έχει την μυστική πληροφόρηση από τον Κύριο πως επίκειται η ώρα να φύγει από τη ζωή. Εκείνη όμως παρακαλεί να της χαρίσει ο Θεός έξι μήνες ακόμη, τόσο χρόνο χρειάζεται, για να τελειώσει το νάρθηκα του ναού, που ξεκίνησε να κτίζει. Ο Κύριος την άκουσε και της έδωσε την παράταση που ζητούσε. Ύστερα την κάλεσε κοντά του το 1303 μ.Χ, όπως αναφέρει ο αείμνηστος αρτινός ιστορικός-ερευνητής Κ. Τσιλιγιάννης· κόντευε τότε τα 89 της χρόνια. Την κήδεψαν με τιμές στις 11 Μαρτίου, και απόθεσαν το αγιασμένο της σώμα σε μαρμάρινο τάφο, που έκτισαν στο νάρθηκα του ναού. Την έκλαψαν οι μοναχές, όλος ο λαός θρήνησε για το θάνατό της. Είχαν όλοι την αίσθηση πως κήδεψαν μια αγία. Ευτυχώς δε ζούσε να πιεί και άλλο θανατικό ποτήρι. Γιατί και ο άλλος γιος της Δημήτριος-Μιχαήλ δολοφονήθηκε, ύστερα από συκοφαντίες των αυλικών του νέου αυτοκράτορα Ανδρόνικου. Τα οστά και των δύο αδελφών μετέφερε αργότερα, μάλλον ο γιος και διάδοχος του Νικηφόρου Θωμάς, και τα εναπέθεσε σε τάφο, μέσα στο ναό της Παναγίας στο χωριό Βλαχέρνα, και μάλιστα στο αριστερό μέρος του ναού, όπου, στο δεξιό κλίτος βρίσκεται μέχρι σήμερα και ο τάφος του πατέρα τους Μιχαήλ. Μετά το θάνατό της Μετά το θάνατό της κόσμος πολύς περνάει και προσκυνάει τον τάφο της, έχοντας την αίσθηση πως τιμά μια αγία. Η φήμη της φθάνει παντού, γιατί πάνω στον τάφο της γίνονται και θαύματα. Τότε ο μοναχός Ιώβ ο Μέλης, που ήταν ενάντια στην ένωση με τους παπικούς και βασανίστηκε γι’αυτό από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' τον Παλαιολόγο, φθάνει στην Άρτα, συγκεντρώνει στοιχεία και γράφει για το βίο της. Οι Αρτινοί την τιμούσαν πάντα, ιδιαίτερα όμως στις 11 Μαρτίου κάθε χρόνο, εκεί στο ναό του Αγίου Γεωργίου, που με τον καιρό τον ονομάζουν ναό της Αγίας Θεοδώρας. Μετά το Δεσπότη Θωμά, γιο του Νικηφόρου, διάφοροι κατακτητές εμφανίστηκαν στην Ελλάδα, Σέρβοι, Αλβανοί, Λατίνοι και κατέλαβαν και το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με τελευταίους τους Τούρκους το 1449 μ.Χ. Η Αγία Θεοδώρα όμως και όλοι οι Κομνηνοδούκες είχαν οπλίσει καλά τους Αρτινούς με όλες τις ελληνικές και ορθόδοξες αξίες, και άντεξαν όλες οι κατοπινές γενιές, ώσπου αποτίναξαν τον τούρκικο ζυγό το 1881 μ.Χ, και απελευθέρωσαν την Άρτα. Με το πέρασμα των χρόνων μερικοί αμφισβητούσαν ότι ο τάφος της Αγίας περιέχει μέσα του τα λείψανά της, γιατί υποστήριζαν πως τα έκλεψαν οι Φράγκοι, όπως συνέβηκε με πολλά άλλα λείψανα αγίων. Έτσι ο Αρχιμανδρίτης Στέφανος Κλεόμβροτος, με την προτροπή και την ευλογία του Μητροπολίτη Σεραφείμ Ξενόπουλου (ο οποίος τότε απουσίαζε στην Κωνσταντινούπολη), άνοιξε τον τάφο το 1873 μ.Χ, ψάλλοντας μαζί με το λαό την παράκληση στην Αγία· Ο ναός γέμισε από ευωδία και ο πατήρ Στέφανος με πολλή ευλάβεια τοποθέτησε τα αγιασμένα λείψανα μέσα σε ξύλινη λάρνακα· ύστερα ο λαός τα προσκύνησε και τελέστηκε ολονύκτια θεία λειτουργία. Σήμερα η λάρνακα είναι ασημένια και παραμένει πάντα στο ναό, για να δέχονται οι πιστοί την ευλογία της Αγίας. Η δε 11η Μαρτίου, ημέρα της εορτής της πολιούχου Αγίας Θεοδώρας, είναι η πιο επίσημη ημέρα για την Άρτα. Πλήθος κόσμου συρρέει από όλη την Ήπειρο και άλλα μέρη της Ελλάδας, για να προσκυνήσουν τα τίμια λείψανά της και την αγία της εικόνα· ακόμη να λάβει μέρος στη λιτάνευσή τους στους δρόμους της πόλης και να πάρει την ευλογία της. Η Αγία Θεοδώρα αποτέλεσε και αποτελεί και σήμερα πρότυπο, άξιο μίμησης για όλους, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Έπαιξε όλους τους ρόλους της ζωής. Ήταν άξια σύζυγος, υπέροχη μητέρα, βασίλισσα με διπλωματικές ικανότητες, φιλάνθρωπη προς τους πάσχοντες, με ανεκτίμητη την αρετή της ανεξικακίας της. Σκεπάζει με την παρουσία της και θα σκεπάζει πάντοτε την πόλη της Άρτας και όλη την Ήπειρο· μας προσκαλεί δε όλους να μιμηθούμε τη ζωή μας. agia-theodora-3 * Τα παιδιά της Αγίας Θεοδώρας, της πολιούχου της Άρτας Η Αγία Θεοδώρα, η Βασίλισσα και Πολιούχος της Άρτας, και ο Δεσπότης Μιχαήλ ο Β’, ο σύζυγός της, έφεραν στον κόσμο έξι παιδιά. Τον Νικηφόρο, την Άννα, την Ελένη, τον Ιωάννη, τον Δημήτριο και μια κόρη ακόμη, της οποίας δεν μας σώθηκε το όνομα. Τα ανέθρεψαν, κυρίως η Αγία Θεοδώρα, με μεγάλη αγάπη και στοργή, και με φόβο Θεού. Τους έδωσαν αρκετή μόρφωση, και εμφύσησαν παράλληλα στις ψυχές τους τα ελληνορθόδοξα ιδανικά. Η μητέρα τους με τις συμβουλές της, αλλά κυρίως και πρωτίστως με το καλό παράδειγμά της, εμφυσούσε μέσα τους την ευγένεια, την καλοσύνη, το σεβασμό προς τον συνάνθρωπο, τη φιλανθρωπία, την αγάπη και την πίστη στον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία. Τους δίδαξε την αυτοθυσία, προκειμένου να υπερασπίζονται τα ιδανικά τους. Με αυτὲς τις αρχές και αξίες όλα της τα παιδιά πορεύτηκαν σε όλη τους τη ζωή. Και κάποια θυσιάστηκαν ακόμη για την υπεράσπιση της ορθοδοξίας, για την οποία η Αγία Θεοδώρα, η μητέρα τους, αγωνίστηκε πολύ σε όλη της τη ζωή. Πέρασε βέβαια μεγάλη θλίψη, γιατί τα τέσσερα παιδιά της, η Ελένη της, ο Νικηφόρος, ο Ιωάννης, και η Άννα έφυγαν από τη ζωή πριν από την ίδια. Παρηγορούνταν όμως, γιατί έτσι ήταν το θέλημα του Θεού, και περίμενε και το δικό της τέλος, για να τα συναντήσει στην άλλη, την αιώνια πατρίδα, όπου όλοι θα πορευτούμε. 1. Νικηφόρος Α' Άγγελος, Κομνηνός, Δούκας Διετέλεσε Δεσπότης στο Δεσποτάτο της Ηπείρου από το έτος 1268 έως το 1296 μ.Χ. Γεννήθηκε στο χωριό Πρένιστα της Άρτας το έτος 1232. Τα πέντε πρώτα χρόνια της ζωής του τα πέρασε στην εξορία, στο χωριό Πρένιστα, μαζί με τη διωγμένη από το παλάτι μητέρα του. Ο Ιερέας του χωριού που τους περιμάζεψε και τους φιλοξένησε στο σπίτι του, του έμαθε, μαζί με τη μητέρα του, τα πρώτα γράμματα. Αφότου επέστρεψε στο παλάτι η μητέρα του Αγία Θεοδώρα, συμφιλιωμένη με το σύζυγό της Μιχαήλ το Β', ο Νικηφόρος έζησε με πολλή στοργή και φροντίδα από τον πατέρα του· Όταν μεγάλωσε περισσότερο, φοίτησε στη σχολή που ήταν στην Άρτα, και ασκούνταν στις πολεμικές τέχνες και την πολεμική στρατηγική, κυρίως από τον πατέρα του, διότι θα ήταν ο διάδοχός του στο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Στα δεκαεπτά του χρόνια, το έτος 1249, η μητέρα του τον παίρνει και μαζί φθάνουν στη Νίκαια της Βυθηνίας, την πρωτεύουσα του Βυζαντινού κράτους της Νίκαιας, ενός από τα ελληνικά κράτη που απόμειναν μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 μ.Χ. Η Βασίλισσα Θεοδώρα με τις διπλωματικές της ικανότητες προσπαθεί να κρατάει συμφιλιωμένα τα δύο κράτη, το Δεσποτάτο της Ηπείρου, όπου ηγεμόνευε ο φιλόδοξος σύζυγός της Μιχαήλ, και το κράτος της Νίκαιας, που αυτοκράτορας ήταν ο Ἰωάννης Γ' Βατάτζης. Στη Νίκαια ο Νικηφόρος, με την ομορφιά του και την εξυπνάδα του, έκανε μεγάλη εντύπωση στους ανθρώπους του Βατάτζη, που έδραξε την ευκαιρία να προτείνει να μνηστευθεί η εγγονή του Μαρία με το Νικηφόρο. Ο γάμος έγινε πολύ αργότερα, το 1256 στη Θεσσαλονίκη, με κάθε λαμπρότητα από τον Πατριάρχη Αρσένιο, και τότε ο αυτοκράτορας Ιωάννης Βατάτζης απονέμει στο Νικηφόρο τον τίτλο του Δεσπότη. Η Βασίλισσα Θεοδώρα νιώθει ευτυχής, γιατί κατάφερε να συμφιλιώσει τα δύο κράτη και να παντρέψει το γιο της. Ο Νικηφόρος και η Μαρία απόκτησαν μία κόρη, που ονομάστηκε και αυτή Μαρία· αλλά δυστυχώς η πριγκίπισσα Μαρία άφησε τη ζωή πολύ νωρίς, το 1263, και έτσι έμεινε ορφανή η μικρή Μαρία και χήρος ο Νικηφόρος. Πένθησε τη γυναίκα του ειλικρινά δύο χρόνια, φορώντας άσπρα ενδύματα, όπως ήταν η συνήθεια της εποχής στην περίοδο του πένθους. Η Θεοδώρα του συμπαραστάθηκε στη δοκιμασία του και μαζί μεγάλωσαν τη μικρή Μαρία. Το 1265, μετά από εννιά χρόνια χηρείας, ο Νικηφόρος κάνει δεύτερο γάμο· Η νέα σύζυγός του είναι η Άννα Καντακουζηνή, κόρη του Ιωάννη Καντακουζηνού και της Ειρήνης, ανεψιά του νέου αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου. Γι αυτό έχει και την επωνυμία Παλαιολογίνα. Το 1268 ο Νικηφόρος με τη σύζυγό του, όπως και η μητέρα του Θεοδώρα, με όλο τον Αρτινό λαό θρηνούν το θάνατο του Δεσπότη Μιχαήλ. Με τιμές πολλές τον οδηγούν στην τελευταία του κατοικία, στον τάφο που υπάρχει μέχρι σήμερα μέσα στην εκκλησία της Παναγίας, στο χωριό Βλαχέρνα της Άρτας. Λίγο πριν από το θάνατο του πατέρα του, ανέλαβε την εξουσία ως Δεσπότης ο Νικηφόρος. Πρώτιστο καθήκον του στη διάρκεια της διακυβέρνησης του κράτους του ήταν να διαφυλάξει τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία που διαρκώς επιβουλεύονταν οι δυτικοί. Γι' αυτό αντιτάχτηκε στις επιδιώξεις του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη (ο οποίος εν τω μεταξύ είχε απελευθερώσει, από το 1261, την Κωνσταντινούπολη από τους Φράγκους) να ενώσει τη Ορθόδοξη εκκλησία με τους ρωμαιοκαθολικούς, εις βάρος των Ορθόδοξων. Μαζί με την ευσεβή σύζυγό του έκτισαν το μεγαλοπρεπή ναό της Παναγίας της Παρηγορήτισσας, που μέχρι σήμερα αποτελεί την αρχόντισσα εκκλησία της Άρτας και το κόσμημά της. Από το δεύτερο γάμο του ο Νικηφόρος απόκτησε τρία παιδιά, την Θαμάρ, τον Θωμά, που ήταν και ο διάδοχός του, και τον Μιχαήλ. Ως ηγεμόνας προσπάθησε να κρατήσει μια ισορροπία μεταξύ ανατολής και δύσης, φροντίζοντας ιδιαίτερα για τον Ορθόδοξο λαό του κράτους του, όπως έμαθε από τους γονείς του. Μετά από πολλούς αγώνες και αγωνίες για το λαό του, ο Νικηφόρος το 1296 πέθανε στην Άρτα. Τον έκλαψε η συνετή σύζυγός του Άννα, η ήδη μοναχή μητέρα του Θεοδώρα, τα παιδιά του και όλος ο αρτινός λαός. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Θωμάς, που μέχρι να ενηλικιωθεί ασκούσε την εξουσία η Βασίλισσα Άννα, η μητέρα του. Ο Θωμάς Α' Κομνηνός Δούκας, ως Δεσπότης, τίμησε τους γενναίους προγόνους του και κράτησε με αποφασιστικότητα ανεξάρτητο το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Υπήρξε ο τελευταίος Έλληνας και μάλιστα Αρτινός ηγεμόνας στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, με πρωτεύουσα την Άρτα. 2. Ο Ιωάννης Δούκας Είναι ο δεύτερος γιος του Δεσπότη Μιχαήλ του Β' και της Αγίας Θεοδώρας. Γεννήθηκε στην Άρτα μετά το 1237· Γαλουχήθηκε και αυτός με τις χριστιανικές αρχές και αξίες, και με την αγάπη για τον ελληνισμό. Του άρεσαν πολύ οι στρατιωτικές γνώσεις και μαθήτευσε σε αυτές κοντά στον πατέρα του. Γι' αυτό, όταν μεγάλωσε, η μητέρα του τον πήρε μαζί της στην Νίκαια, όπου πήγε για δυο κυρίως σκοπούς. Με τις συζητήσεις της με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ τον Η' Παλαιολόγο, να συμφιλιώσει τα δύο ελληνικά κράτη, το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με το κράτος της Νίκαιας. Γιατί οι φιλοδοξίες και των δύο ηγεμόνων, του Δεσπότη Μιχαήλ Β', του άνδρα της, και του Μιχαήλ Η' του Παλαιολόγου της Νίκαιας δεν είχαν τελειωμό. Κατάφερε βέβαια με τις διπλωματικές της ικανότητες να υπογράψουν συνθήκη ειρήνης τα δύο κράτη. Άφησε όμως, ως εγγύηση αυτής της συνθήκης και φιλίας των δύο κρατών, το γιο της Ιωάννη στην Νίκαια, να καταταγεί στο Βυζαντινό στρατό, και ακόμη να βρει κάποια πριγκίπισσα για το γάμο του. Και επέστρεψε στην Άρτα. Χαιρόταν πολύ, όταν μάθαινε για τις ανδραγαθίες του Ιωάννη της στις διάφορες εκστρατείες του Βυζαντινού στρατού, που τον έκαναν να ξεχωρίζει από πολλούς άλλους. Οι ικανότητές του βέβαια πολύ νωρίς προκάλεσαν τη ζηλοτυπία και το φθόνο πολλών ανθρώπων του παλατιού. Και μπήκε στο στόχαστρο. Όταν όμως ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Η' Παλαιολόγος τάχτηκε φανερά υπέρ της ένωσης της Ορθόδοξης εκκλησίας με τη Ρωμαιοκαθολική, εις βάρος βέβαια των Ορθόδοξων και την υποταγή τους στον Πάπα, ο Ιωάννης αντέδρασε και τάχτηκε ανοικτά ενάντια στην ψεύτικη ένωση. Ἐτσι έπεσε στη δυσμένεια του αυτοκράτορα, που με την παρακίνηση και των αυλικών φυλάκισε τον Ιωάννη, και μάλιστα έδωσε εντολή να τον τυφλώσουν. Όλα αυτά τα έμαθε η μοναχή πια μητέρα του Θεοδώρα και στενοχωρούνταν πολύ. Μάλιστα με επιστολή της παρακαλούσε τον αυτοκράτορα να τον απελευθερώσει. Εκείνος της υποσχόταν, αλλά ποτέ δεν τήρησε την υπόσχεσή του. Τελικά τον δολοφόνησε με την προτροπή και πολλών ζηλότυπων αυλικών του. Ο Ιωάννης άφησε πίσω χήρα τη γυναίκα του, και την κόρη του Ελένη ορφανή. Υπερασπίστηκε όμως μέχρι το τέλος της ζωής του την Ορθοδοξία, έτσι όπως τον δίδαξε η μητέρα του, και υπηρέτησε με συνέπεια στο βυζαντινό στρατό, κάνοντας πράξη την αφοσίωσή του στον ελληνισμό. 3. Δημήτριος Δούκας, Κομνηνός Ήταν ο νεότερος γιος του Δεσπότη Μιχαήλ Β', που έτρεφε γι' αυτόν ιδιαίτερη αγάπη. Γεννήθηκε στην Άρτα γύρω στα 1250 μ.Χ., και μεγάλωσε παίρνοντας όλη τη μόρφωση της εποχής, και ιδιαίτερα διακρίθηκε στις πολεμικές τέχνες· Διδάχτηκε δε όλες τις ελληνοχριστιανικές αξίες, τις οποίες έμαθε, από τη μητέρα του κυρίως, να τις υπερασπίζεται, ακόμη και με θυσία του εαυτού του. Όταν πέθανε ο πατέρας του, ανέλαβε ως διάδοχός του ο μεγαλύτερος γιος, ο Νικηφόρος. Ο δε Δημήτριος έμεινε κοντά στο Δεσπότη Νικηφόρο, τον αδελφό του, περίπου δέκα χρόνια, και τον βοηθούσε στα διοικητικά του καθήκοντα, χωρίς ο ίδιος να έχει ενεργό ρόλο στο κράτος. Απὸ μεγάλη δε αγάπη προς στον πατέρα του, που δεν ζούσε πια, άρχισε ο Δημήτριος να ονομάζει τον εαυτό του Μιχαήλ, ως μια πράξη πίστης και τιμής στη μνήμη του. Ο δε αδελφός του, Δεσπότης Νικηφόρος, του έδωσε και την προσωνυμία Κουτρουλής. Βαρέθηκε όμως δέκα χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα του, να βρίσκεται σε αυτή την αδράνεια. Η ήδη μοναχή μητέρα του Θεοδώρα τον συμβούλεψε να πάει στην Κωνσταντινούπολη για ανώτερη μόρφωση που την αγαπούσε. Όμως εκείνος προτίμησε να μεταβεί στην Πόλη, να καταταγεί στο Βυζαντινό στρατό, και για ένα ακόμη λόγο. Γιατί ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' ο Παλαιολόγος του έστειλε μήνυμα να πάει στην Πόλη, για να νυμφευτεί την κόρη του Άννα Παλαιολογίνα Κομνηνή. Ο γάμος έγινε με κάθε επισημότητα στην Κωνσταντινούπολη, και ο Δημήτριος από τον γάμο του αυτόν απόκτησε δύο παιδιά, τον Κωνσταντίνο και τον Ανδρόνικο. Στα πεδία των μαχών που έκανε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ διακρινόταν για τις πολεμικές του ικανότητες και τις ανδραγαθίες του. Ατύχησε όμως στην οικογενειακή του ζωή, γιατί έχασε τη σύζυγό του Άννα, γεγονός που τον πίκρανε πολύ. Αργότερα κάνει και δεύτερο γάμο, με την κόρη του ηγεμόνα της Βουλγαρίας Τερτέρ. Ήδη στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, μετά το θάνατο του Μιχαήλ Η' του Παλαιολόγου, βρίσκεται ο Ανδρόνικος ο Β'. Είναι άνθρωπος ήπιων τόνων και μάλλον ανθενωτικός, πράγμα που χαροποιούσε πολύ τον Δημήτριο, και τη μοναχή μητέρα του Θεοδώρα. Ο φθόνος όμως των αξιωματούχων του παλατιού για τις διακρίσεις και τα ανδραγαθήματα του Δημητρίου είχε ως αποτέλεσμα να τον συκοφαντούν και να προτρέπουν τον αυτοκράτορα να στραφεί εναντίον του. Τον κατηγόρησαν, επειδή έκανε δεύτερο γάμο με την κόρη του Βούλγαρου ηγεμόνα, γιατί αυτό θα έβλαπτε τα συμφέροντα του κράτους τους· όμως ο Δημήτριος- Μιχαήλ αντίθετα, έβλεπε και προσπαθούσε να τους δώσει να καταλάβουν ότι ο γάμος αυτός θα ευνοούσε το κράτος τους. Εδώ ο φθόνος και η ζηλοτυπία είχαν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο. Έπεισαν τελικά τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο και έκλεισε στη φυλακή τον Δημήτριο το 1304 μ.Χ., αφού του δήμευσε την προικώα περιουσία του και το ανάκτορο στο οποίο ζούσε. Είναι δε άγνωστος ο τόπος και ο τρόπος του θανάτου του. Δεν ζούσε πια η μητέρα του μοναχή Θεοδώρα, για να πιεί και αυτό το θανατικό ποτήρι. Πάντως μέσα στο ναό της Παναγίας στο χωριό Βλαχέρνα, απέναντι από την Άρτα, βρίσκεται ο τάφος των αδελφών Ιωάννη και Δημητρίου, που σύμφωνα με την δυσανάγνωστη επιγραφή, πέθαναν με βίαιο θάνατο. Ίσως πολύ αργότερα από το θάνατό τους ο διάδοχος του Νικηφόρου, Δεσπότης Θωμάς Δούκας Κομνηνός, βρήκε και μετέφερε τα οστά τους από την Κωνσταντινούπολη στην Άρτα και τα τοποθέτησε μέσα στο ναό της Παναγιάς, όπου βρίσκεται και ο τάφος του πατέρα τους. 4. Ανώνυμη κόρη Της πιο μεγάλης κόρης της Αγίας Θεοδώρας και του Μιχαήλ Β' δε γνωρίζουμε το όνομα, ούτε έχουμε πληροφορίες για τη ζωή της. Ξέρουμε μόνο από τους συγγραφείς, πως, όταν μεγάλωσε, δέχτηκε την πρόταση του πατέρα της να παντρευτεί έναν ευγενή από την Κωνσταντινούπολη, τον Αλέξιο Ραούλ· Ήταν βέβαια πολύ μεγαλύτερός της στην ηλικία, αλλά η κόρη, όπως και η μητέρα της Θεοδώρα, τον δέχτηκαν με χαρά αυτό το γάμο. 5. Άννα Αγγελίνα Κομνηνή Η Άννα γεννήθηκε στην Άρτα. Σύμφωνα με τον Δωρόθεο Μονεμβασίας, ήταν νέα με έξαιρετική ομορφιά και πολλά φυσικά χαρίσματα. Από την εφηβική της ηλικία εκδήλωσε την επιθυμία να γίνει μοναχή· Ο πατέρας της όμως, ο Δεσπότης Μιχαήλ, είχε διαφορετική άποψη. Για λόγους διπλωματικούς και για ωφέλεια του κράτους και της Ορθόδοξης πίστης, και συγκράτηση και αποφυγή των βλέψεων που είχαν οι παπικοί έναντι των Ορθόδοξων του Δεσποτάτου της Ηπείρου, φροντίζει και παντρεύει την Άννα με τον Γουλιέλμο Βιλλεαρδουΐνο, Γάλλο πρίγκιπα της Αχαΐας, με έδρα του την Ανδραβίδα· (τότε όλη η Πελοπόννησος, που την είχαν οι Λατίνοι, αποτελούσε το Πριγκιπάτο της Αχαΐας)· Ο Γουλιέλμος είχε γεννηθεί στην Πελοπόννησο και γνώριζε άπταιστα την Ελληνική γλώσσα· συμφωνεί γι' αυτό το γάμο και η Βασίλισσα Θεοδώρα. Έτσι ο γάμος έγινε με κάθε μεγαλοπρέπεια στην Πάτρα το 1258, και η Άννα παραδόθηκε στο Βιλλεαρδουΐνο με κάθε επισημότητα από τον αδελφό της Νικηφόρο. Η ωραία Ελληνίδα Πριγκίπισσα, που μετά το γάμο της ονομάστηκε και Αγνή, ήρθε να κατοικήσει στο νέο κάστρο του Μυστρά, που ο ίδιος ο Γουλιέλμος είχε κτίσει· εκεί επιδόθηκε σε έργα φιλανθρωπίας προς τους έχοντες ανάγκη συνανθρώπους της και ζούσε παίρνοντας δύναμη από την προσευχή· μιμούνταν δε κατά πάντα την μητέρα της Θεοδώρα. Το χειμώνα τον περνούσαν στην πρωτεύουσα του κράτους, την Ανδραβίδα. Απόκτησε με το Γουλιέλμο Βιλλεαρδουῒνο δύο κόρες, την Ισαβέλλα και τη Μαργαρίτα. Ο άνδρας της απεβίωσε το Μάιο του 1276. Η δε Άννα έφυγε από τη ζωή δέκα χρόνια αργότερα, και κηδεύτηκε στην Ανδραβίδα, όπου σώζεται μέχρι σήμερα ο τάφος της. Σε όλη της τη ζωή φρόντιζε να ζει χριστιανικά δίνοντας το καλό παράδειγμα στους κατοίκους του κράτους, έχοντας πάντοτε ως πρότυπό της τη μητέρα της Θεοδώρα. 6. Ελένη Δούκαινα, Χοενστάουφεν, Βασίλισσα των δύο Σικελιών (1259-1266) Ήταν η μικρότερη κόρη της Αγίας Θεοδώρας και του Δεσπότη Μιχαήλ Β'· Γεννήθηκε στην Άρτα το έτος 1242· και οι δύο γονείς έτρεφαν μεγάλη αδυναμία στην Ελένη. Είχε απαράμιλλη ομορφιά και χάρη και σεμνότητα, φερόταν με πολλή ευγένεια προς τον απλό λαό και εισέπραττε την αγάπη όλων των ανθρώπων. Οι αρετές της πήγαζαν κυρίως από την καλή ανατροφή που έλαβε από τη μητέρα της Αγία Θεοδώρα, η οποία φρόντισε όλα της τα παιδιά να λάβουν ελληνοχριστιανική αγωγή, εμπνέοντας τις αξίες αυτές κυρίως με το παράδειγμά της. Βασική της φροντίδα, αλλά και του Μιχαήλ, ήταν πάντοτε πώς θα προφυλάξουν την ελληνικότητα του κράτους και την Ορθοδοξία, που πάντοτε επιβουλεύονταν οι παπικοί με την προπαγάνδα τους. Και επεδίωκαν να κάνουν τους γάμους των παιδιών τους με τρόπο που θα βοηθούσε σε αυτό το σκοπό. Έτσι για την Ελένη τους βρήκαν για σύζυγο τον Μανφρέδο, ο οποίος ήταν γιος του Βασιλιά της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας Φρειδερίκου Β', που προερχόταν από τη Γερμανική Δυναστεία των Χοενστάουφεν. Όταν ο Φρειδερίκος πέθανε, με διαθήκη του άφησε στο Μανφρέδο το βασίλειο των δύο Σικελιών. Ο Μανφρέδος, όπως και ο πατέρας του, ήταν ενάντια στις επεκτατικές επιδιώξεις του Πάπα, και γι' αυτό εκείνος τους αφόρισε. Έτσι ο Μανφρέδος έτρεφε μεγάλη συμπάθεια προς τους Ορθόδοξους και σε ό,τι ήταν εναντίον του Πάπα. Η Ελένη, η κόρη της Αγίας Θεοδώρας, ήταν μόλις δεκαέξι χρόνων, όταν έγινε το προξενιό. Ο δε Μανφρέδος ήταν είκοσι έξι χρόνων, πολύ όμορφος με μαλλιά ξανθά, και πολύ γενναίος στα πεδία των μαχών. Πιθανόν να ομιλούσε και την Ελληνική γλώσσα, γιατί αυτή ομιλούνταν στα μέρη αυτά της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας (και μέχρι σήμερα ομιλείται). Ήταν και μουσικός· έγραφε ο ίδιος ποιήματα, τα οποία μελοποιούσε. Ο γάμος έγινε τελικά στο Τράνο της Ιταλίας, πόλη παραθαλάσσια απέναντι από το Δυρράχιο της Βορείου Ηπείρου, μέσα στο κάστρο, με κάθε επισημότητα, και κράτησε μέρες. Η Ελένη έγινε έτσι Βασίλισσα της Σικελίας, Δούκισσα της Απουλίας και Πριγκίπισσα της Καπύης. Λατρεύει το σύζυγό της, αγαπά περίσσια και το λαό, και όλοι τη θαυμάζουν για την ομορφιά της, τη γλυκύτητα και την καλοσύνη της. Πιστεύει πολύ στο θεσμό της οικογένειας. Έφερε στον κόσμο τέσσερα παιδιά, σε σύντομο χρονικό διάστημα, το ένα μετά το άλλο. Πρώτα τον Ερρίκο το 1262 μ.Χ., μία κόρη, τη Βεατρίκη, το Φρειδερίκο και τον Αντζολίνο (Αγγελίνο), που ήταν το μικρότερο παιδί της. Πολύ νωρίς όμως ο Μανφρέδος μπήκε σε περιπέτειες· αιτία ήταν ο πάπας της Ρώμης. Μισούσε το Μανφρέδο και προσπαθούσε να του δημιουργεί προβλήματα. Ο κόμης της Ανδεγαυίας Κάρολος, τελευταίος γιος του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Η' του Λέοντα, ήταν πολύ φιλόδοξος και κίνησε ουρανό και γη να βρει ένα θρόνο κάπου για τον εαυτό του. Ο Πάπας τότε τον ξεσήκωσε. Τον ανακήρυξε βασιλιά της Σικελίας, και ο Κάρολος ήρθε με τη δύναμη των όπλων να πάρει το κράτος του Μανφρέδου. Έτσι σε μια μάχη, κοντά στην πόλη Μπενεβέντο της Κάτω Ιταλίας, οι δυνάμεις του Μανφρέδου, στις 26 Φεβρουαρίου του έτους 1266 έπαθαν ολοκληρωτική καταστροφή. Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο Μανφρέδος. Το θλιβερό νέο έμαθε η Ελένη, ενώ βρισκόταν στην πόλη Νοκερία της Καμπανίας, μαζί με τα παιδιά της, όπου ήταν υπό την προστασία του διοικητή της πόλης. Ο Κάρολος κατέλαβε το κράτος του Μανφρέδου, την δε Ελένη σχεδόν όλοι οι αυλικοί την εγκατέλειψαν. Αυτοί που της έμειναν πιστοί, τη συμβούλεψαν να φύγει με τα παιδιά της στην Ήπειρο, να πάει στην Άρτα, στο σπίτι των γονέων της. Τη συνόδεψαν μέχρι το λιμάνι του Τράνου, όπου έφθασαν νύχτα, αλλά δεν μπόρεσαν να αποπλεύσουν, γιατί είχε μεγάλη τρικυμία. Έτσι κατέφυγαν στο κάστρο κρυφά, και ο φρούραρχος τους δέχτηκε με καλοσύνη. Μαθεύτηκε όμως ότι βρίσκονται εκεί, και ο πάπας παρήγγειλε στο φρούραρχο να τους κρατήσει, ώσπου ήρθαν ιππείς του Καρόλου και τους συνέλαβαν. Αρχικά την Ελένη τη φυλάκισαν στην πόλη του Τράνου, μαζί με την κόρη της Βεατρίκη, τα δε μικρά της αγόρια τα πήραν και τα οδήγησαν σε φυλακή, σε άγνωστο φρούριο, με σκοπό να ξεχαστούν από τους ανθρώπους· γιατί, αν τα αφήσει ελεύθερα, αυτά, όταν μεγαλώσουν, μπορεί να του πάρουν το θρόνο, ως νόμιμοι διάδοχοι του πατέρα τους Μανφρέδου. Εκεί πέρασαν τη ζωή τους, δεμένα με βαριές αλυσίδες στα πόδια, για να μην μπορούν να κινηθούν, και πιθανόν και στα χέρια, μέσα στη φτώχεια και την εξαθλίωση. Τη δε μητέρα τους Ελένη και την κόρη της Βεατρίκη ο Βασιλιάς Κάρολος αργότερα τις μετέφερε και τις έκλεισε στο φρούριο της Νοκερίας, που βρισκόταν ανάμεσα από βουνά, και ήταν ένα από τα οχυρότερα φρούρια του βασιλείου του Καρόλου. Εκεί η θλίψη της ήταν μεγάλη· πρώτα γιατί έχασε το σύζυγό της, τον οποίο υπεραγαπούσε, και δεύτερο γιατί δεν ήξερε ποια τύχη είχαν τα μικρά της αγόρια. Παρακάλεσε πολλές φορές τον Κάρολο να της πει πού βρίσκονται τα παιδιά της, αλλά ποτέ δεν εισακούστηκε. Με επιστολές τους παρακάλεσαν και οι γονείς της, όταν έμαθαν τα συμβάντα, τον πάπα και τον Κάρολο, να απελευθερώσει την κόρη τους Ελένη μαζί με τα παιδιά της, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Την ίδια ο Κάρολος την πίεσε πολλές φορές να παντρευτεί κάποιον καθολικό πρίγκιππα Ισπανό, αλλά δε δέχτηκε, για να μην προδώσει τη μνήμη του άνδρα της, αλλά και να μην διακινδυνεύσει την Ορθόδοξη πίστη της, για την υπεράσπιση της οποίας ήταν πρόθυμη και τη ζωή της ακόμη να δώσει. Η στενοχώρια της γινόταν μεγαλύτερη, επειδή δεν έμαθε ποτέ για την τύχη των παιδιών της. Έτσι από τη θλίψη της πέθανε στη φυλακή νεότατη, σε ηλικία μικρότερη των τριάντα χρόνων το έτος 1271. Έφυγε μάρτυρας για την πίστη της στην Ορθοδοξία και στην οικογένειά της. Η κόρη της Βεατρίκη έμεινε φυλακισμένη μέχρι τα δεκαοκτώ της χρόνια. Ύστερα απελευθερώθηκε, και αργότερα παντρεύτηκε, χωρίς να μάθει ποτέ για την τύχη των αδελφών της. Αυτά παρέμειναν ξεχασμένα από όλους στη φυλακή, χωρίς να λάβουν καμία μόρφωση. Πέθαναν πολύ αργότερα, μετά από τριάντα δύο χρόνια, ύστερα από περιπέτειες σε διάφορες φυλακές. Πρώτα έφυγε ο Αντζολίνο και ο Φρειδερίκος· ο δε Ερρίκος πέθανε πολύ αργότερα, σε ηλικία πενήντα έξι ετών και έξι μηνών, έρημος, ξεχασμένος από όλους, αφού από τις κακουχίες και τα γηρατειά έχασε το φως του. Αυτό το θλιβερό τέλος είχε η μικρότερη κόρη της Αγίας Θεοδώρας Ελένη. Ο δε καθηγητής και συγγραφέας Μιχαήλ Δένδιας (γεννήθηκε το έτος 1899 στους Παξούς και πέθανε το 1977 στην Αθήνα) στο βιβλίο του «Ελένη Αγγελίνα Δούκαινα Βασίλισσα Σικελίας και Νεαπόλεως», γράφει σε κάποιο σημείο: «Είναι κρίμα ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία εσκέφθη να αγιάσει την μητέρα αυτής Θεοδώρα μόνην, ουχί δε και την Ελένην. Ο λόγος είναι ότι η Εκκλησία αύτη υπήρξε μακράν της θυγατρός της Αγίας Θεοδώρας, δεν εγένετο μάρτυς της εμμονής αυτής εις την αρετήν, δεν εγνώρισε ποτέ την χριστιανικήν αυτής εγκαρτέρησιν εν τη θλίψει, εν τω πόνω, εν τη συμφορά, εν τη ταλαιπωρία, δεν επληροφορήθη ποτέ τα κατά την στάσιν αυτής απέναντι των εν Ιταλία αντιπροσώπων της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας. Η «κόρη του ευγενούς ανδρός Μιχαλίτση» εμαρτύρησεν αληθώς υπέρ της πίστεως, υπέρ της αρετής, υπέρ της ευγενείας του έθνους αυτής. Εις το κάστρον της Νοκερίας, όπου το θλιβερόν αυτής φάσμα θα πλανάται, διήγαγε εν απολύτω υπομονή ημέρας λυπηροτάτας. Τίνας μείζονας δοκιμασίας ηδύνατο να υποστή;» Αυτά ήταν με συντομία τα σχετικά με τη ζωή των έξι παιδιών της Αγίας Θεοδώρας, τα οποία έζησαν σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες που η αγία μητέρα τους τα ενέπνευσε, κυρίως με το παράδειγμά της. Οι γονείς ας την έχουν πρότυπό τους στην ανατροφή των παιδιών τους.

ΜΙΑ ΕΝ ΕΤΕΙ 2008 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΝ ΚΑΝΤΙΩΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΜΟΥ ΔΙΑΔΟΧΗΣ

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΕΝ ΕΤΕΙ 2008) ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣ...