Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

ΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ

Άγιες Τεσσαράκοντα Παρθένες (1η Σεπτεμβρίου)
Αδαμαντίνη, Αθηνά, Ακριβή, Αντιγόνη, Αριβοία, Ασπασία, Αφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ελπινίκη, Ερασμία, Ερατώ, Ερμηνεία, Ευτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θεανόη, Θεόνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Ουρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω και Χαρίκλεια
Οι Άγιες αυτές γυναίκες έζησαν την εποχή του βασιλέως Λικινίου στην Αδριανούπολη της Θράκης. Ο ηγεμών της περιοχής Βάβδος (περί το 305 μ.Χ.) τις συνέλαβε ως χριστιανές και τις προέτρεπε να προσκυνήσουν τα είδωλα. Η Κελσίνα, μία εξ αυτών και η πρώτη της πόλεως, μετά τη θαρραλέα ομολογία της πίστεώς της τις εσύναξε όλες στην οικία της μαζί με τον διδάσκαλό τους, διάκονο Άγιο Αμμούν, για να ενισχυθούν προς το μαρτύριο. Ο Αμμούν πήρε το χαρτί με τα ονόματά τους και τα διάβασε δυνατά ένα-ένα. Ύστερα είπε: «Αγωνισθήτε υπέρ του Χριστού δια του μαρτυρίου, διότι έτσι θα καθίσει και ο Δεσπότης Χριστός στην πύλη της ουρανίου βασιλείας και θα σας προσκαλεί μία-μία κατ’ όνομα, για να σας αποδώσει τον στέφανο της αιωνίου ζωής».Όταν και πάλι τις ανέκρινε ο ηγεμών, ομολόγησαν όλες σταθερά την πίστη τους. Με την προσευχή τους συνέτριψαν τα είδωλα και ο ιερεύς των ειδώλων ανυψώθηκε στον αέρα, μέχρις ότου, βασανιζόμενος από πύρινους αγγέλους, έπεσε νεκρός στη γη. Τότε ο Βάβδος πρόσταξε να κρεμάσουν τον Άγιο Αμμούν, να του ξύσουν τις πλευρές, να κάψουν τις πληγές του με αναμμένες λαμπάδες και να του φορέσουν στο κεφάλι χάλκινη πυρακτωμένη περικεφαλαία.Επειδή ο Άγιος διαφυλάχθηκε αβλαβής από τα μαρτύρια, οδηγήθηκε μαζί με τις μαθήτριές του από τη Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγορά της Βουλγαρίας) στην Ηράκλεια, στον βασιλέα Λικίνιο. Καθ’ οδόν εμφανίσθηκε ο Κύριος και τους ενεθάρρυνε. Φθάνοντας στην πόλη πήγαν στον τόπο, όπου είχαν κατατεθεί τα τίμια λείψανα της Αγίας μάρτυρος Γλυκερίας (βλέπε 13 Μαΐου). Ενώ διανυκτέρευαν εκεί προσευχόμενες, παρουσιάσθηκε η Αγία λέγοντας: «Καλώς ήλθατε, άγιες δούλες του Θεού! Προ πολλού περίμενα την λαμπρή εν Χριστώ συνοδεία σας, για να χορεύσωμε στεφανωμένες όλες μαζί με τους αγίους αγγέλους στην βασιλεία του Χριστού, τον οποίο μέχρις αίματος ομολογήσαμε».Στην Ηράκλεια τους έριξαν στα θηρία. Οι άγιες γυναίκες μαζί με τον διδάσκαλό τους προσευχήθηκαν όρθιες με υψωμένα τα χέρια, τα δε θηρία κατελήφθησαν από ύπνο και δεν τους άγγιξαν. Την ώρα που οι στρατιώτες άναβαν φωτιά για να τις ρίξουν μέσα, προφήτευσαν στον ασεβή Λικίνιο την επικράτηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τη νίκη του χριστιανισμού και την κατάργηση της ειδωλολατρίας. Κατόπιν σφραγίσθηκαν με το σημείο του σταυρού και δέκα από αυτές πήδησαν αγαλλόμενες μέσα στις φλόγες υμνώντας τον Θεό, ο οποίος εδρόσισε το πυρ. Έτσι, αυτές μεν ετελειώθησαν εν ειρήνη στην πυρά, οκτώ δε αποκεφαλίστηκαν μαζί με τον διδάσκαλό τους Αμμούν. Από τις υπόλοιπες οι δήμιοι άλλες κατέσφαξαν και σε άλλες έβαλαν στο στόμα πυρακτωμένα σίδερα.
Σχολιάστε

ΚΡΥΒΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΠΙΚΟΥΣ


Κρύβουν την ένωση με τους παπικούς*

τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς

Μέ  αἰσθήματα πικρίας,  ὀδύνης καί ἀπογοητεύσεως παρακολούθησε ὁ πιστός  λαός τοῦ  Θεοῦ  ἀπό  τά  ΜΜΕ  τά ὅσα κακόδοξα ἐλέχθησαν,  ἀλλά καί τά ὅσα ἀπαράδεκτα καί κατά παράβαση τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἐπράχθησαν γιά μιά ἀκόμη φορά κατά τήν φετινή «θρονική ἑορτή» τοῦ Φαναρίου στίς 30 Νοεμβρίου ἐ.ἔ (2015). Δυστυχῶς κάθε χρόνο ἐπαναλαμβάνεται σχεδόν τό ἴδιο σκηνικό, οἱ ἴδιες φιέστες, οἱ ἴδιες κακοδοξίες, μέ πρωταγωνιστή  τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο.
Γιά πολλοστή ἤδη φορά ὁ κ. Βαρθολομαῖος στήν προσφώνησή του πρός τόν ἐπικεφαλῆς τῆς παπικῆς ἀντιπροσωπείας καρδινάλιο κ. Kurt Koch, ἐπαναλαμβάνει τήν ἴδια οἰκουμενιστική ἰδεολογία καί  γλώσσα,  ὅπως  ἄλλως τε  συνηθίζει νά τό πράττει κάθε φορά, πού ἀπευθύνεται πρός ἑτεροδόξους αἱρετικούς, Παπικούς,  Προτεστάντες, ἤ  Μονοφυσίτες, προφανῶς γιά νά ἐπιβεβαιώσει γιά μία ἀκόμη φορά στόν κλῆρο καί στόν πιστό λαό τοῦ  Θεοῦ τήν ἀμετακίνητη προσήλωση στίς αἱρετίζουσες θεωρίες του.
Θεωρήσαμε ὅτι δέν ἔχει πλέον κανένα νόημα νά μποῦμε καί πάλι στόν κόπο νά ἀνατρέψουμε τίς ἴδιες κακοδοξίες καί νά ἐλέγξουμε  τίς ἴδιες  παραβάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, διότι τό ἔχουμε πράξει πολλές φορές στό παρελθόν σέ παλαιότερα ἄρθρα μας. Εἶναι ὑπερβέβαιο, ὅτι ὅσα ἄρθρα καί ἄν γράψουμε, δέν πρόκειται νά ἔχουν τήν παραμικρή ἀπήχηση, διότι δέν ὑπάρχει δυστυχῶς καμία διάθεση γιά διάλογο, ὅσο καί ἄν προσπαθεῖ ὁ Παναγιώτατος νά πείσει περί τοῦ ἀντιθέτου ὅτι δῆθεν «τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐπιθυμεῖ καί ἐπιδιώκει  τόν διάλογον μετά πάντων, ὁμοδόξων καί ἑτεροδόξων χριστιανῶν, ὁμοπίστων καί ἀλλοπίστων συνανθρώπων...».
Κατόπιν αὐτῶν ὁ παρακάτω σύντομος σχολιασμός μας δέν  ἀπευθύνεται πρός Οἰκουμενιστάς,  ἀμετανοήτως ἐμμένοντας στήν αἵρεση καί τήν πλάνη των, ἀλλά πρός τόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ, μέ σκοπό τήν ἐνημέρωσή του, τόν ἐπιστηριγμό του στήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν προφύλαξή του ἀπό τήν αἵρεση καί ἀπό αὐτούς πού τήν ἐκφράζουν καί τήν προωθοῦν. Στίς γραμμές πού ἀκολουθοῦν θά περιοριστοῦμε νά ἀναφερθοῦμε στό  θέμα τῆς  ἄρσεως  τῶν ἀναθεμάτων,  διότι  φέτος  συμπληρώνονται 50  χρόνια ἀπό τότε πού ἔλαβε χώρα τό φρικτό αὐτό γεγονός, στό ὁποῖο  ἄλλωστε ἀναφέρεται καί ὁ κ. Βαρθολομαῖος στήν φετινή προσφώνησή του: «Ἐκ τῶν διαλόγων τούτων ὁ  διάλογος τῆς  ἀγάπης ἤρξατο διά μιᾶς ἐξόχως συμβολικῆς Πράξεως ἀμφοτέρων τῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς ἐν ἔτει 1965 ἄρσεως τῶν ἑκατέρωθεν ἀναθεμάτων, διά τῶν ὁποίων, κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος, αἱ Ἐκκλησίαι Ρώμης καί Κωνσταντινουπόλεως  ἀπεσχίσθησαν ἀλλήλων κατά  τό  Σχίσμα τοῦ  1054  μ.Χ., τήν ἀπαρχήν ταύτην τῶν θλιβερῶν γεγονότων,  τά ὁποῖα  ἐπηκολούθησαν εἰς τάς σχέσεις τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως ἐπί χίλια περίπου ἔτη».
Τό ὅραμα τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα καί ὁ διακαής πόθος του γιά ἕνωση στό κοινό Ποτήριο ἐπιχειρήθηκε μέ τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων μεταξύ Βατικανοῦ καί Φαναρίου, πού  πραγματοποιήθηκε τόν Δεκέμβριο τοῦ  1965. Ἄραγε τό γεγονός αὐτό ἐσήμαινε καί γιά τίς δύο πλευρές τήν ἄρση τοῦ σχίσματος; Προφανῶς  ναί, διότι τοῦτο φαίνεται ξεκάθαρα ἀπό ὅσα ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας  ἀπεκάλυψε τόν Αὔγουστο τοῦ 1971: «τό ᾽65 ἐσηκώσαμεν τό σχίσμα, εἰς τήν Ρώμην καί ἐδῶ, μέ ἀντιπροσώπους μας ἐκεῖ καί ἀντιπροσώπους ἐκεῖθεν ἐδῶ...», ἀλλά καί ἀπό  τήν διαβεβαίωση τοῦ  Πάπα  Παύλου  τοῦ  ΣΤ´,  ὁ  ὁποῖος τό 1972 ἐδήλωσε, ὅτι «μετά τῆς  Ὀρθοδόξου  Ἐκκλησίας εὑρισκόμεθα  σχεδόν εἰς τελείαν κοινωνίαν», ἐννοώντας προφανῶς ὅτι ἡ ληστρική, ἡ ψευδοοικουμενική Σύνοδος, Φεράρας  Φλωρεντίας, (1438/9),  θά γίνει ἀποδεκτή  ἀπό Ὀρθοδόξου πλευρᾶς.
Τό   πρωτότυπο   γαλλικό   κείμενο τῆς συμφωνίας τοῦ 1965  ἀναφέρει  ὅτι ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ´ καί ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας αἴρουν  τήν  «ἀκοινωνησία» μεταξύ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν. Συγκεκριμένα ἡ  σωστή μετάφραση τῆς παραγράφου 4,  ἐδάφιο β´, τῆς συμφωνίας λέγει τά ἑξῆς: «ἀποδοκιμάζουσιν ὡσαύτως καί αἴρουσιν ἀπό  τῆς μνήμης καί ἐκ μέσου τῆς Ἐκκλησίας τάς ἀποφάσεις ἀκοινωνησίας (=lessentences  d’ excommunication), ὧν ἡ ἀνάμνησις ἐπενεργεῖ μέχρι σήμερον  ὡς κώλυμα εἰς τήν ἐν ἀγάπῃ προσέγγισιν, παραδίδουσι δέ αὐτάς τῇ λήθῃ»! Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής π. Ἰωάννης  Ρωμανίδης  ἐπισημαίνει ὅτι  «οἱ  New  York   Times   μετέδωσαν τήν ἀπό κοινοῦ ἀγγελίαν τοῦ Βατικανοῦ καί τοῦ Φαναρίου τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1965 διά τήν ἄρσιν τοῦ excommunicatio  (τῆς ἀκοινωνησίας τοῦ Λατινικοῦ κειμένου) εἰς τήν πρώτην σελίδα, ὡς  τό  τέλος  τοῦ  σχίσματος  τοῦ 1054 καί ὡς τήν ἐπανέναρξιν τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας, πού  εἶχε τότε  δῆθεν διακοπεῖ. Φαίνεται πλέον σαφῶς, ὅτι τό ἑλληνικόν   κείμενον,  πού   ἀναγγέλλει τήν «ἄρσιν τῶν ἀναθεμάτων», ἦτο τεχνηέντως παραπλανητικόν. Φαίνεται εἶχε σκοπόν νά ἀμβλύνη ἐνδεχομένας ἀρνητικάς ἀντιδράσεις τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν».  Ἀπό τά παραπάνω συμπεραίνουμε  ὅτι,    τοὐλάχιστον   γιά τό Φανάρι, (ἀπό Ὀρθοδόξου πλευρᾶς), ὅπως καί γιά τό Βατικανό, «ἀκοινωνησία», «σχίσμα», πλέον δέν ὑφίσταται καί ἡ  ἕνωση  τῶν  Ἐκκλησιῶν   ἤδη  ἔγινε, ἀλλά  δέν  εἶναι  ἀκόμη «τελεία».  Αὐτό θά  γίνει ὅταν  Πάπας  καί  Πατριάρχης «κοινωνήσουν» ἀπό τό «κοινό Ποτήριο», ὅπως  ἤδη  κοινωνοῦν μετά τό  1965,  σέ πολλές περιπτώσεις κληρικοί καί λαϊκοί ἀπό τίς δύο «Ἐκκλησίες» τους. Μέ αὐτά τά δεδομένα οἱ  λατινόφρονες Πατριάρχες, Ἀρχιεπίσκοποι καί λοιποί ποιμένες, παρουσιάζουν σταδιακά τήν ἕνωση, πού  ἀποφασίσθηκε τό 1965. Πιστεύουν, ὅτι ἔτσι θά ἀποφευχθοῦν ἀνεπιθύμητες  σέ  βάρος  τους   ἀντιδράσεις, γιά τήν προδοσία τους  αὐτή  ἀπό  τόν πιστό  λαό τοῦ  Θεοῦ.
Τήν ψευδοένωση αὐτή, πού  ἀπεφασίσθη καί ὑπεγράφη μεταξύ Βατικανοῦ καί Φαναρίου μέ τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων, ἀποκαλύπτουν καί σχολιάζουν ἐκκλησιαστικές προσωπικότητες καί ἀκαδημαϊκοί διδάσκαλοι,  πού  ἀσχολήθηκαν καί ἐρεύνησαν εἰς βάθος τά συγκλονιστικά αὐτά γεγονότα, ἤ  ἔλαβαν μέρος στούς μετά ταῦτα γενομένους θεολογικούς διαλόγους. Ἕνας ἐξ αὐτῶν, ὁ μακαριστός καθηγητής Ἰωάννης Καρμίρης  παρατηρεῖ: «Ὁ Πάπας Παῦλος ὁ ΣΤ´ καί οἱ περί αὐτόν Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι ἐξεπόνησαν ἕν καλῶς μελετηθέν εὐρύτατον  πρόγραμμα ρωμαιοκεντρικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, σύμφωνον πρός  τήν  Λατινικήν  Ἐκκλησιολογίαν». Ὁ ὁμ. καθηγητής  π. Θεόδωρος  Ζήσης ἐπιβεβαιώνει τήν  ἴδια  πραγματικότητα: «Ἐκεῖνοι, (οἱ Λατινόφρονες), ἐσχεδίασαν καί ἐχάλκευσαν  μέ κρυφές συμφωνίες τήν ἕνωση, χωρίς νά ἐνημερώνουν ὅλα  τά  μέλη τῆς  ἀντιπροσωπείας, γιά νά μήν ὑπάρχουν ἀντιδράσεις, ὅπως δέν ἐνημερώνεται σήμερα ὁ πιστός λαός καί δέν ἀντιλαμβάνεται   γι᾽ αὐτό, ὅτι ἡ ἕνωση γίνεται ἤδη σταδιακά, ἔχει προχωρήσει  οὐσιαστικά μέ συμπροσευχές, συλλείτουργα  καί  ἀμοιβαία ἐκκλησιαστική ἀναγνώριση, εἰς  τρόπον ὥστε τό  κοινό Ποτήριο, ὅταν ἔλθη ἐπισήμως, νά ἀποτελεῖ ἁπλῶς μία ἐπισφράγιση καί  ἐπικύρωση τῆς γενομένης ἤδη ἑνώσεως». Ὁ ἀγωνιστής καί μαχητικός ἱεράρχης, ἀείμνηστος Μητροπολίτης Φλωρίνης κυρός Αὐγουστίνος  Καντιώτης   ἐπισημαίνει:
«Ἡ ἕνωσις, ἡ ψευδοένωσις, ἔχει ἀποφασισθῆ. Ἔχει ἀποφασισθῆ εἰς μυστικά διαβούλια Ἀνατολῆς καί Δύσεως, διαβούλια πολιτικῆς, οἰκονομικῆς καί θρησκευτικῆς φύσεως, ὧν ἐγκέφαλος ὁ Πάπας! Τό  σχέδιον πρός  πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ  ἐξελίσσεται κατά φάσεις καί στάδια ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ, ὁ ὁποῖος  ἔκπληκτος μίαν πρωΐαν θά ἀκούση, ὅτι ἡ ἕνωσις ἐπετεύχθη! Δέν εἶναι ὑπερβολή ἐάν εἴπωμεν, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς  τό  κύκλωμα φοβερῶν ἡμερῶν διά τήν Ὀρθόδοξον πίστιν. Συντελεῖται εἰς βάθος καί ἔκτασιν προδοσία, τήν ὁποία δέν δυνάμεθα νά φαντασθῶμεν». Ὁ  μακαριστός Καθηγούμενος  τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους ἀρχιμ. Γεώργιος  Καψάνης παρατήρησε: «Πάντα τά ἀνωτέρω δηλοῦν, ὅτι τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον δέν θεωρεῖ πλέον τόν Πάπαν καί τήν Ρωμαιοκαθολικήν Ἐκκλησίαν ὡς αἱρετικούς, σχισματικούς καί πλανωμένους, ἐφ᾽ ὅσον δέχεται τήν Παπικήν Ἐκκλησίαν ὡς “ἁγίαν”, τόν δέ ἐπικεφαλῆς αὐτῆς ὡς “ἅγιον”, “μακαριστόν”, ὑπέρ οὗ τελεῖ καί ἐπιμνημόσυνον δέησιν. Σημαίνουν ἐπίσης,  ὅτι ἡ ἕνωσις  σχεδόν ἔχει γίνει καί ἀπομένει ἡ μεθόδευσις τῆς τελείας μυστηριακῆς κοινωνίας, πρός τήν ὁποίαν βαίνομεν  ὁλοταχῶς...».   Τό  γεγονός ἐξ ἄλλου,  ὅτι  ὁ   Πατριάρχης    Ἀθηναγόρας ἐμνημόνευε τόν Πάπα στήν ἁγία Πρόθεση καί στήν Θεία Λειτουργία, ἐπιβεβαιώνει τήν  ἐπιχειρηθεῖσα μέ τήν ἄρση τῶν ἀναθεμάτων ψευδοένωση. Σέ ἐπιστολή  του  πρός  τόν  Πάπα  Παῦλο τόν ΣΤ´ τόν Δεκέμβριο τοῦ 1968, ἔγραφε:
«Ἐν τῇ κοινωνίᾳ ταύτῃ ἱερουργοῦντες μετά τῆς χορείας τῶν περί ἡμᾶς ἱερωτάτων Μητροπολιτῶν καί ὑπερτίμων, μνησθησόμεθα ἀπό τῶν διπτύχων τῆς καρδίας   ἡμῶν  τοῦ   τιμίου   ὀνόματός Σου ἀδελφέ, Ἁγιώτατε τῆς Πρεσβυτέρας  Ρώμης  Ἐπίσκοπε, ἐνώπιον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς αὐτοῦ τούτου τοῦ τιμίου Σώματος καί αὐτοῦ τούτου τοῦ τιμίου Αἵματος τοῦ Σωτῆρος ἐν τῇ θείᾳ τοῦ ἁγιωτάτου προκατόχου ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου λειτουργίᾳ. Καί ἐροῦμεν τῇ  ἁγίᾳ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων ἐνώπιον τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου καί λέγομέν  σοι: τῆς  Ἀρχιερωσύνης σου  μνησθείη Κύριος  ὁ  Θεός, πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Περιττό  βέβαια νά  τονιστεῖ,  ὅτι  ἡ ἐνέργεια αὐτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἦταν ἀντικανονική καί παράνομη, διότι ἀποτελεῖ μονομερῆ ἐνέργεια ἑνός μόνον Πατριαρχείου, χωρίς δηλαδή νά ἔχει προηγηθεῖ Πανορθόδοξη Σύνοδος καί ὁμόφωνη ἀπόφαση ὅλων τῶν Πατριαρχείων καί  τῶν λοιπῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ὅπως βέβαια θά ἔπρεπε γιά ἕνα τόσο μεγάλης σημασίας θέμα. Στήν αὐθαιρεσία αὐτή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου ἄμεση ὑπῆρξε ἡ ἀντίδραση  τῆς  Ἐκκλησίας τῆς  Ἑλλάδος, ἡ ὁποία «μέ πολλήν δυσμένειαν ἐπληροφορήθη τήν πρωτοβουλίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κ. Ἀθηναγόρα.  Οὐδείς ἔχει τό δικαίωμα νά προβαίνη εἰς παρομοίας πράξεις. Τό δικαίωμα ἔχει μόνον ὁλόκληρος ἡ  Ὀρθοδοξία», καθώς ἐδήλωσε ὁ  τότε  Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυρός Χρυσόστομος ὁ Β´. Σέ ἄλλη δήλωση  τοῦ  Ἀθηνῶν  Χρυσοστόμου τοῦ Β´, πού ἔχει καταχωρηθεῖ στά «Πεπραγμένα» του  (τόμ. Β´,  Ἀθῆναι 1967,  σελ. 197),  ἀναφερόμενος στόν  κ.  Ἀθηναγόρα, λέγει: «Ὁ Ἀθηναγόρας  ὁ Α´ οὐδέν πρεσβεύει,  εἰς οὐδέν πιστεύει, εἰ μή μόνον ἑαυτῷ  δουλεύει  καί τήν ἀπαθανάτισιν  τοῦ  ὀνόματός  του  ἐπιδιώκει, ἔστω κατά Ἡρόστρατον, διά τῆς καταστροφῆς τῆς  Ἐκκλησίας».
Περαίνοντας τόν μικρό αὐτό σχολιασμό μας, ἐκφράζουμε καί πάλι τήν ἔντονη ἀνησυχία μας γιά τά τεκταινόμενα. Τό περιεχόμενο  τῆς φετινῆς προσφώνησης τοῦ κ. Βαρθολομαίου, ἐν ὄψει μάλιστα τῆς προετοιμαζόμενης Πανορθοδόξου Συνόδου τοῦ 2016 καί σέ συνδυασμό μέ τήν πρόσφατη εἴδηση, ὅτι ὁ  Πάπας Φραγκίσκος, κατά τήν τέλεση «Θείας Λειτουργίας» στήν Οὐγκάντα, «ἐμνημόνευσε» τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη στά δίπτυχα,  ὡσάν νά ὑφίσταται ἤδη μυστηριακή  κοινωνία  μεταξύ  τους, (καί χωρίς νά ὑπάρχει ἡ παραμικρή ἀντίδραση ἀπό πλευρᾶς τοῦ Φαναρίου), μᾶς ὁδηγεῖ ἀβίαστα στό συμπέρασμα ὅτι δυστυχῶς δρομολογεῖται,  μιά ἕνωση ἀνόσια, δαιμονική καί φρικτή, τύπου Φερράρας    Φλωρεντίας (1438/9),  χωρίς τήν ἐπιστροφή τῶν Παπικῶν στήν Ὀρθοδοξία, τήν μοναδική καί ἀληθινή Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ!
Κατόπιν αὐτῶν θερμές εἶναι οἱ προσευχές ὅλων μας, κλήρου καί λαοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ: «Κύριε, Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καί ἴδε» σέ ποία ἀξιοθρήνητη  καί  ἐλεεινή κατάσταση ἔχει φθάσει ἡ πρωτόθρονη ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλά καί γενικότερα. Διά τάς  ἁμαρτίας μας καί  διά  τήν ἀμέλειά μας παρεχώρησες νά ἐπικρατήσει καί νά κυριαρχήσει ἡ  φοβερή αὐτή παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἔτσι ὥστε νά εἴμαστε ἀναπολόγητοι ἐνώπιόν Σου. Κλῆρος καί λαός ἐγκαταλείψαμε τήν ὁδόν τῶν ἁγίων Πατέρων μας καί «ἐπορεύθημεν ἐν τοῖς θελήμασιν τῶν καρδιῶν ἡμῶν». Ἔπαυσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας νά ἀποτελοῦν γιά μᾶς παραδείγματα  καί πρότυπα πρός μίμηση στούς μέχρι θανάτου ἀγῶνες των γιά τήν διαφύλαξη τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως. Πατοῦμε ἀνερυθριάστως ἐπάνω στά αἵματα τῶν Ἁγίων καί  Ἡρώων τῆς Ἀμωμήτου Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, οἱ ὁποῖοι ὑπέρ Αὐτῆς, διά πυρός καί σιδήρου καί ὕδατος ἐτελειώθησαν. «Ἀλλ᾽ ἱκετεύομε τήν σήν ἀνείκαστον ἀγαθότητα. Φεῖσαι ἡμῶν, Κύριε, κατά τό πλῆθος τοῦ  ἐλέους Σου  καί σῶσον ἡμᾶς» ἀπό τήν φοβερή αὐτή λύμη τῆς  παναιρέσεως καί ἀνάδειξε στούς ἐσχάτους αὐτούς χρόνους τῆς γενικῆς ἀποστασίας, στούς ὁποίους ζοῦμε, ἁγίους καί ἀξίους ἱεράρχες, ἀληθινούς μιμητές τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.
* Ὁ τίτλος εἶναι δικός μας (περιοδικό "Παρακαταθήκη"). Πρόκειται γιά Ἀνακοινωθέν τοῦ Γραφείου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς ἐπί τῶν αἱρέσεων καί παραθρησκειῶν, μέ τίτλο «Σχόλιο στήν ἀναφορά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου πρός τούς αἱρετικούς παπικούς γιά τήν “ἄρση των ἀναθεμάτων”».
Πηγή: Περιοδικό "Παρακαταθήκη" τεύχος 105, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2015

ΕΛΒΕΤΙΑ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

Η Ελβετία οφείλει στον Καποδίστρια

Η Ελβετία χωρίς τον Καποδίστρια δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα. Ενα κείμενο προς τιμή του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια. Ενώ οι Ελβετοί τιμούν τον Καποδίστρια για την προσφορά του στη χώρα...

Η Ελβετία οφείλει στον Καποδίστρια
Ενώ οι Ελβετοί τιμούν τον Καποδίστρια για την προσφορά τους στη χώρα τους, στην Ελλάδα, την πατρίδα του, δολοφονήθηκε, τη στιγμή που σχεδίαζε να χτίσει από το μηδέν ένα νέο ελεύθερο κράτος. Ο πρέσβης της Ελβετίας στην Αθήνα κ. Lorenzo Amberg απέστειλε στο Βήμα ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κείμενό του, το οποίο βασίζεται σε ομιλία του στην Αναγνωστική Εταιρεία Κέρκυρας στις 23 Σεπτεμβρίου 2011 προς τιμή του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας.
Το ακόλουθο κείμενο αφορά κάποιες πτυχές της ζωής αυτού του μεγάλου πολιτικού άντρα που υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας, ειδικά το ρόλο που διαδραμάτισε στη θεσμική αναδιοργάνωση της Ελβετίας, καθώς και στην ενδυνάμωση του καθεστώτος της μόνιμης ουδετερότητας. Δεν το γράφω ως ιστορικός, αφού δεν έχω αυτή την ιδιότητα, αλλά ως ευγνώμων πολίτης, όπως επίσης και ως διπλωματικός εκπρόσωπος της σύγχρονης Ελβετίας, η οποία, χωρίς εκείνον, αναμφίβολα, δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα.
Πρώτη αποστολή του Καποδίστρια στην Ελβετία από τον Σεπτέμβριο 1813 ως τον Νοέμβριο του 1814
Ο Καποδίστριας εισέρχεται στην ελβετική ιστορία σε μια κρίσιμη στιγμή, ενώ επικρατεί το συγκεντρωτικό κράτος, το οποίο θέλησε να δημιουργήσει η Γαλλία, κατόπιν της εισβολής της το 1798 στην Ελβετία, και καταλήγει σε μια κατάσταση χάους, πραξικοπημάτων και αναρχίας το 1802. Ο Ναπολέων, έχοντας αποσύρει τα στρατεύματά του, επιβάλλει τότε στους Ελβετούς το καθεστώς της ομοσπονδίας. Επιστρέφει στα καντόνια τις εξουσίες τους και καταργεί την κεντρική κυβέρνηση. Πρόκειται για μια «διαμεσολάβηση» ανάμεσα στα αριστοκρατικά και στα προοδευτικά καντόνια, αλλά πρόκειται πρωτίστως για «επιβολή». Το κάθε καντόνι έχει το δικό του σύνταγμα, αλλά αυτά τα συντάγματα είναι περίπου όμοια και δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις ιστορικές, θρησκευτικές και γλωσσολογικές ιδιαιτερότητες του κάθε καντονιού. Η Ελβετία, μεταξύ του 1802 και του 1813 γίνεται ακόμα πιο εξαρτημένη από τη Γαλλία από ό,τι στο παρελθόν. Είναι υποχρεωμένη να διαθέσει 16.000 στρατιώτες στον στρατό του Ναπολέοντα, προκειμένου να λάβουν μέρος στους διάφορους πολέμους, με αποτέλεσμα σημαντικές ανθρώπινες απώλειες, κυρίως κατά την Ρωσική εκστρατεία.
Το 1813, 130.000 Ρώσοι και Αυστριακοί στρατιώτες εισβάλλουν στην Ελβετία, προκειμένου να πολεμήσουν τα γαλλικά στρατεύματα στα σύνορά της. Η τάξη του ελβετικού κράτους, την οποία έχει επιβάλει η Γαλλία καταρρέει άμεσα. Η ομοσπονδιακή Βουλή, το Κοινοβούλιο που απαρτίζεται από δύο βουλευτές από το κάθε καντόνι, αλλά χωρίς πραγματικές αρμοδιότητες, καταργεί το σύνταγμα, το λεγόμενο «Σύνταγμα της διαιτησίας».
Οι νικήτριες Δυνάμεις, η Αγγλία, η Ρωσία, η Πρωσία και η Αυστρία, όπως γνωρίζουμε, ξεκινούν την αναδιοργάνωση της Ευρώπης, αποκαθιστώντας κυρίως την παλιά τάξη πραγμάτων. Ποια θα είναι η θέση της Ελβετίας, η οποία βρίσκεται γεωγραφικά στο κέντρο της Ευρώπης; Μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, η Ρωσία είναι εκείνη που εκδηλώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την Ελβετία. Ο Καποδίστριας λαμβάνει εντολή από τον Τσάρο Αλέξανδρο Α’ να «σώσει (την Ελβετία) από το γαλλικό δεσποτισμό» και να τη συνδράμει ώστε «να ξαναβρεί τον εαυτό της και να λάβει μέρος […] στο μεγάλο έργο της ευρωπαϊκής αναδόμησης» (Bouvier-Bron, σελ. 19).
Ο Καποδίστριας λοιπόν φτάνει στην Ελβετία τον Νοέμβριο του 1813 και θα παραμείνει εκεί ως τον Σεπτέμβριο του 1814. Φέρει τον τίτλο του έκτακτου απεσταλμένου και εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του Ρώσου Τσάρου. Συνεργάτες του είναι ο Αυστριακός διπλωμάτης, Lebzeltern, αργότερα ο Schraut, επίσης ένας Άγγλος, ο Cunning και άλλοι. Κανείς τους όμως δεν θα παραμείνει στην Ελβετία καθ’ όλη αυτή την περίοδο, και όπως επισημαίνει και η κ. Michele Bouvier-Bron, ο Καποδίστριας «αδιαμφισβήτητα άσκησε την πλέον καθοριστική επιρροή» μεταξύ των απεσταλμένων των Μεγάλων Δυνάμεων.
Τον Σεπτέμβριο του 1813, η Ελβετία είναι κατακερματισμένη. Η χώρα σπαράσσεται από πολιτικούς διχασμούς, από διαμάχες επιρροών, από εδαφικές διεκδικήσεις. Πρόκειται για μια πολύ οδυνηρή μεταβατική περίοδο, και η κατάσταση είναι τόσο σοβαρή, ώστε η χώρα να βρίσκεται στο μεταίχμιο ενός εμφυλίου πολέμου. Ο Κερκυραίος, ο οποίος, απαντώντας στον τσάρο, δηλώνει ότι γνωρίζει την Ελβετία μόνο από τα βιβλία και πως δεν μιλά γερμανικά, βουτάει στα βαθιά νερά και αναπτύσσει μια αξιοθαύμαστη δραστηριότητα. Σε λίγο καιρό, γίνεται γνώστης των ελβετικών πραγμάτων. Επισκέπτεται όλους τους παράγοντες, όλα τα καντόνια, συντάσσει σχέδια αποφάσεων και συνταγμάτων, συμβουλεύεται, κατευνάζει τα πάθη, αναζητά συμβιβασμούς, και την ίδια στιγμή αναφέρει πιστά και λεπτομερώς στους ανωτέρους του όλα όσα συμβαίνουν στην Ελβετία. Μόνο μια φορά χρησιμοποιεί, μαζί με τους συναδέλφους του, την απειλή: Τον Αύγουστο του 1814, όταν η ομοσπονδιακή Βουλή ή το Κοινοβούλιο, το οποίο εδρεύει στη Ζυρίχη, δεν έχει καταλήξει στο κείμενο του νέου ελβετικού Συντάγματος, οι ξένοι διπλωμάτες απειλούν να διαλύσουν τις σχέσεις τους με τη Βουλή και να εγκαταλείψουν τη χώρα στους διχασμούς της.
terrapapers.com_Kapodistrias in Switzerland (2)
Τρεις μέρες αργότερα υιοθετείται το Σχέδιο του Συντάγματος.
Στο τέλος αυτού του μαραθωνίου, όχι μόνο η Ελβετία, αλλά και το κάθε καντόνι έχει το δικό του Σύνταγμα. Η πολιτική ειρήνη έχει αποκατασταθεί, όπως επίσης και μια κάποια ισορροπία μεταξύ των καντονιών, τα οποία έχουν όλα τα ίσα δικαιώματα. Η Ελβετία αναγνωρίζεται από τους Συμμάχους (σημειώνουμε ότι ορισμένα μικρά κρατίδια εξαφανίστηκαν την εποχή εκείνη, όπως η Γένοβα ή η Βενετία).
Ασφαλώς, δεν πρόκειται ακόμα για την Ελβετία που διαμορφώθηκε αργότερα το 1830 και το 1848. Το ομοσπονδιακό κράτος είναι ακόμα αδύναμο, η ύπαρξή του σε εμβρυϊκό στάδιο. Ωστόσο, έχουν τεθεί οι βάσεις. Εκεί όπου ο Ναπολέων απέτυχε με τη βία, ο Καποδίστριας τα κατάφερε με τον διάλογο, τη δύναμη της πειθούς και την επιμονή του. Αυτός ο ιδιοφυής διπλωμάτης, όχι μόνο κατανόησε από πολύ νωρίς την πολυπλοκότητα της ελβετικής πραγματικότητας στις παραμικρές της λεπτομέρειες, αλλά εντέλει κατάφερε να πείσει τους συνομιλητές του ότι η λύση που τους πρότεινε ήταν για το συμφέρον τους.
Αργότερα, μετά την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης το 1821, σε μια επιστολή του σε Κερκυραίο θα γράψει τα εξής: «Η αναγέννηση και η πραγματική ανεξαρτησία ενός λαού δεν μπορούν παρά να είναι έργο του ιδίου. Μια εξωτερική βοήθεια μπορεί ενδεχομένως να τις διευκολύνει, όχι όμως και να τις δημιουργήσει.» (Chronos). Αναμφίβολα, ο Καποδίστριας είχε ήδη υιοθετήσει αυτήν την άποψη όταν οργάνωνε τα ζητήματα της Ελβετίας. Το απόσπασμα αυτό επιβεβαιώνει επίσης ότι ο Καποδίστριας δεν έπαψε ποτέ να είναι ένας Έλληνας πατριώτης, έτοιμος να υπηρετήσει τον απελευθερωμένο του λαό και να αναδιοργανώσει το Κράτος του, όπως και θα το κάνει από το 1829 ως το 1831.
Κατά τους μήνες των διαπραγματεύσεων, σχολιάζει με ενάργεια: «Στις δημοκρατίες, συζητάμε πολύ, παίρνουμε αποφάσεις με δυσκολία και ενεργούμε με μεγάλη βραδύτητα.» Είναι μια ορθή ματιά και όσον αφορά στη λειτουργία της Ελβετίας, αυτό ισχύει απολύτως, ακόμα και στις μέρες μας: οι συζητήσεις διεξάγονται έτσι ώστε να ακούγεται η φωνή όλων των κομμάτων, και η δυσκολία λήψης αποφάσεων προέρχεται από την αναγκαιότητα εξεύρεσης συμβιβασμών, και η βραδύτητα των ενεργειών αποτελεί το τίμημα της απουσίας μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας. Η τελευταία ενισχύεται ωστόσο σε περίπτωση κινδύνου, για παράδειγμα σε περίπτωση εξωτερικής απειλής.
Διαβάζοντας τις επιστολές και τις αναφορές του, φαίνεται ότι, παρά τον τεράστιο φόρτο της δουλειάς, παρ’ όλες τις συκοφαντίες εναντίον του, κατά τα διάφορα στάδια των διαπραγματεύσεων, από τους μεν και τους δε, ο Καποδίστριας δένεται με την Ελβετία. Στο τέλος της αποστολής του, τον Σεπτέμβριο του 1814, γράφει στον πατέρα του τα εξής:
«Τα ζητήματα της Ελβετίας ολοκληρώθηκαν. Η Βουλή επικύρωσε τελικά το ομοσπονδιακό Σύνταγμα […]. Ολοκληρώθηκε μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαπραγμάτευση, με ατέλειωτες δυσκολίες και ταξίδια και γραπτά και δοκιμασίες και συντάγματα και σχέδια – αλλά δεν πειράζει. Αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι με γέμισαν με στοργή και ειλικρινή εγκαρδιότητα. Η εμπιστοσύνη που μου έδειξαν με αποζημίωσε σε μεγάλο βαθμό για όλες μου τις προσπάθειες. Αν, στο μέλλον, θέλουν να είναι ευτυχισμένοι και να χαίρονται την ανεξαρτησία τους, εκτιμώ ότι δεν θα έχω χάσει ούτε το χρόνο, ούτε τον κόπο μου.» (Bouvier-Bron, σελ. 271).
Και να τι είπε για τη διαπραγματευτική ευφυΐα του Καποδίστρια εκείνος που υπήρξε για κάποιο διάστημα γραμματέας του, ο Elie-Ami Betant από τη Γενεύη, στη βιογραφία του Καποδίστρια το 1839: «Γεννημένος σε μια ευάλωτη και διαιρεμένη δημοκρατία, εξοικειωμένος […] με τη γλώσσα των λαϊκών παθών, ο Καποδίστριας είχε απόλυτη άνεση απέναντι στις διαμάχες των κομμάτων που ανατάραζαν την Ελβετία, την εποχή εκείνη. Κατάφερε να κερδίσει την εκτίμησή τους, γιατί δεν χρησιμοποίησε ούτε διπροσωπία, ούτε ακαμψία απέναντί τους, και εισχώρησε με ειλικρίνεια στα εσωτερικά τους ζητήματα […]» (Betant, σελ. 25).
Κατά την πρώτη του αποστολή στην Ελβετία, ο Καποδίστριας κατάφερε επίσης να δημιουργήσει φιλικούς δεσμούς με πολλές προσωπικότητες της δημόσιας ζωής, όπως τον Fellenberg, τον περίφημο ιδρυτή και διευθυντή της σχολής του Hofwyl, τον φιλελεύθερο βουλευτή από το καντόνι του Vaud, τον Henri Monod, όπως επίσης και τον Charles Pictet de Rochemond. Οι σχέσεις αυτές θα ενισχυθούν και, όπως ξέρετε, ο Καποδίστριας, μην μπορώντας να επιστρέψει στα Επτάνησα, εξαιτίας των Άγγλων που είχαν καταλάβει τα νησιά, θα εγκατασταθεί προσωρινά, αλλά για αρκετά χρόνια στην Ελβετία, και συγκεκριμένα στη Γενεύη, η οποία θα γίνει ένα από τα κέντρα του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού. Αυτό όμως αποτελεί θέμα για μια άλλη διάλεξη!
Ο Καποδίστριας, με τον τρόπο αυτόν συνέβαλε αποφασιστικά στη δημιουργία ενός βιώσιμου και σχετικά ανεξάρτητου κράτους. Το 1814, όλα τα ξένα στρατεύματα εγκατέλειψαν τη χώρα και η Ελβετία βρέθηκε πλέον υπό την παρακολούθηση των συμμαχικών Δυνάμεων, αλλά όχι υπό την κηδεμονία τους. Η Ρωσία μερίμνησε ώστε να περιοριστεί όχι μόνο η επιρροή της Γαλλίας, αλλά και της Αυστρίας. Καμία Μεγάλη Δύναμη δεν είχε κυρίαρχη επιρροή στην Ελβετία. Η Ρωσία χρησιμοποιεί πλέον τη δύναμή της, αποκλειστικά για να καταστήσει όλο και πιο ανεξάρτητη, ακόμα πιο ουδέτερη την Ελβετία. Αυτό προκύπτει στο Συνέδριο της Βιέννης, όπου παρευρίσκεται ο Καποδίστριας, αμέσως μετά το τέλος της αποστολής του στην Ελβετία.
Εκπρόσωπος της Ρωσίας στο Συνέδριο της Βιέννης, Σεπτέμβριος 1814 – Ιούνιος 1815
Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, η Ελβετία εκπροσωπείται στο Συνέδριο της Βιέννης από μια αντιπροσωπεία τριών συντηρητικών πολιτικών, μελών της Βουλής (κοινοβουλίου), αντιπροσωπεία η οποία εδρεύει την περίοδο εκείνη στη Ζυρίχη. Το κεντρικό πρόσωπο όμως είναι αναμφίβολα ο πολιτικός από τη Γενεύη, Charles Pictet de Rochemont, ο οποίος ήταν εντεταλμένος της Δημοκρατίας της Γενεύης. Η Γενεύη είναι τότε σύμμαχος της Ομοσπονδίας, αλλά όχι ακόμα μέλος της, καθώς δεν αποτελεί ακόμα καντόνι. Ο Pictet de Rochemont συνοδεύεται από τον Francois d’lvernois.
Σκοπός του Pictet είναι να προσαρτήσει τη Γενεύη στην Ομοσπονδία ως καντόνι εξομαλύνοντας το έδαφος της Δημοκρατίας, έτσι ώστε να διαμορφωθεί σε μια ενότητα και να συνδεθεί με το ελβετικό έδαφος. Η στρατηγική του Pictet είναι η εξής: η ασφάλεια της Γενεύης δεν μπορεί να εξασφαλιστεί παρά μόνο εάν η τελευταία γίνει μέλος της Ομοσπονδίας. Η δε ασφάλεια της Ομοσπονδίας εξαρτάται επίσης από τη στρατιωτική ασφάλεια των συνόρων του καντονιού της Γενεύης. Ας ρίξουμε μια ματιά στο χάρτη, και θα συνειδητοποιήσουμε πόσο δύσκολο εγχείρημα είναι αυτό, εφόσον προϋποθέτει ότι ζητείται από τη Γαλλία, η οποία εκείνον τον καιρό βρίσκεται σε διαδικασία αποκατάστασης του παλαιού καθεστώτος, να γίνει σύμμαχος των Μεγάλων Δυνάμεων και να συμμορφωθεί με τις εδαφικές παραχωρήσεις.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης, ο Καποδίστριας αποδεικνύεται πιστός σύμμαχος των Ελβετών και συγκεκριμένα του Pictet de Rochemont, όπως επιβεβαιώνεται από την ογκώδη διπλωματική τους αλληλογραφία. Βρισκόμαστε ενώπιον μιας μοναδικής συνεργασίας μεταξύ των δύο αντρών, οι οποίοι συναντώνται πολύ συχνά, νωρίς το πρωί. Ο Pictet ενημερώνεται για τις τελευταίες εξελίξεις των διαπραγματεύσεων. Ορισμένες φορές, ο Καποδίστριας του ζητά να του υποβάλει σχέδια και αιτήματα που αφορούν την Ελβετία, προκειμένου να τα διαβιβάσει, εξ’ ονόματός του, στους τότε αξιωματούχους υπουργούς στη Βιέννη. Οι δύο άντρες μοιράζονται στιγμές ικανοποίησης, αλλά και απογοήτευσης: ο τροχός της διπλωματικής τύχης γυρίζει αδιάκοπα.
Μπορούμε να βεβαιώσουμε, χωρίς να ανατρέξουμε σε λεπτομέρειες, συμφωνώντας με τον Pictet και τον συνάδελφό του d’lvernois, ότι ο Καποδίστριας υπήρξε ο πιο πιστός δικηγόρος, ακούραστος και πλέον αποτελεσματικός μεσολαβητής των συμφερόντων της Γενεύης και της Ελβετίας στη Βιέννη.
Κατά την επιστροφή του από τη Βιέννη, τον Απρίλιο του 1815, ο Pictet γράφει στην αναφορά της ολοκλήρωσης της αποστολής στο μεγάλο Συμβούλιο της Γενεύης:
«(…) μεταξύ εκείνων που ενδιαφέρθηκαν για τα επιτεύγματά μας, κανείς δεν το έπραξε με περισσότερη συνέχεια, καλή διάθεση, ευφυΐα και αποτελεσματικότητα από τον κόμη Καποδίστρια. Κατά τις ενενήντα δύο συνεδριάσεις (=συναντήσεις) που είχα μαζί του, ήταν πάντα ίδιος και απαράλλαχτος, ο καλύτερος οδηγός, ο καλύτερος σύμβουλος και προικισμένος με μια υπομονή, η οποία δεν κάμφθηκε ποτέ, παρ’ όλο που τα ζητήματα της Ελβετίας του έδωσαν αφορμή να τα αποστραφεί και παρ’ όλο που ανέλαβε κατά κύριο λόγο τη μεγάλη διαπραγμάτευση με την Πολωνία και την Σαξονία, κάτι που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αδιαφορία του απέναντι στα συμφέροντα της ασήμαντης Γενεύης.» (Cramer, I, XXIII).
Όπως γνωρίζουμε, ο Pictet κατάφερε, στην πρώτη Διάσκεψη των Παρισίων και κυρίως στο Συνέδριο της Βιέννης να « εξομαλυνθούν » τα σύνορα του καντονιού της Γενεύης και να συνδεθεί το έδαφός της με εκείνο του κανονιού του Vaud. Ο κανονισμός αυτός επέτρεψε την ενοποίηση της Γενεύης με την Ομοσπονδία. Σε ελβετικό επίπεδο, επιτεύχθηκαν κι άλλες εδαφικές εξομαλύνσεις και τα σύνορα που καθιερώθηκαν στη Βιέννη το 1815 παρέμειναν τα ίδια ως τις μέρες μας. Όσο για την περιοχή του Vaud, από όπου κατάγεται και ο οικοδιδάσκαλος του Αλεξάνδρου Α’,Cesar Laharpe, ο οποίος συμμετείχε επίσης στο Συνέδριο της Βιέννης, ο Καποδίστριας επέμεινε επιτυχώς ώστε αυτή η περιοχή, η οποία ήταν υπό την κατοχή του καντονιού της Βέρνης ως το 1798, να γίνει ένα κυρίαρχο καντόνι και μέλος της Ομοσπονδίας. Οι κάτοικοι του Βο, όπως και της Γενεύης οφείλουν στον Καποδίστρια ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη.
Η αναγνώριση της ουδετερότητας
Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης, πραγματοποιείται η επιστροφή του Ναπολέοντα από τη νήσο Έλβα. Οι Σύμμαχοι προετοιμάζουν στρατιωτική επίθεση και ζητούν από την Ελβετία να επιτρέψει στα συμμαχικά στρατεύματα να περάσουν μέσα από το καντόνι του Valais και της Βασιλείας προς τη Γαλλία. Τα ελβετικά στρατεύματα συντάσσονται με τα συμμαχικά στρατεύματα στο Franche-Compte και συμμετέχουν στην πολιορκία του γαλλικού φρουρίου του Huningue, στην απέναντι πλευρά της Βασιλείας. Με τη συνθηκολόγηση αυτού του φρουρίου, τον Αύγουστο του 1815, ολοκληρώνεται η τελευταία στρατιωτική ενέργεια με ελβετική συμμετοχή στο εξωτερικό. Ακολουθεί τότε η Δεύτερη Διάσκεψη των Παρισίων (μία πρώτη Διάσκεψη, η οποία δεν ευοδώθηκε είχε συγκεντρώσει τους Συμμάχους στο Παρίσι, λίγο πριν από το Συνέδριο της Βιέννης).
Αυτή η Διάσκεψη των Παρισίων υιοθετεί, στις 20 Νοεμβρίου 1815, την περίφημη «Διακήρυξη των Δυνάμεων για την αναγνώριση και την εγγύηση της μόνιμης ουδετερότητας της Ελβετίας και του απαραβίαστου του εδάφους της.» Πρόκειται για μια «ρητή και γνήσια αναγνώριση της μόνιμης ουδετερότητας της Ελβετίας», καθώς και για μία εγγύηση «της ακεραιότητας και του απαράβατου των εδαφών της σύμφωνα με τα νέα σύνορά της.» Η ουδετερότητα της Ελβετίας αποτελεί όφελος, τόσο για τους Ελβετούς, οι οποίοι από το 1515 προσβλέπουν στην ουδετερότητα, όσο και για τους Συμμάχους.
Αυτό απορρέει από τις οδηγίες της ομοσπονδιακής Βουλής προς τον κ. Pictet de Rochemont, αναφορικά με τη δεύτερη Διάσκεψη των Παρισίων, όπου και διαβάζουμε: «Αυτό που πρωτίστως θα πρέπει να εξασφαλίσει η Ελβετία (…) είναι η εγκαθίδρυση της ουδετερότητάς της, βάση της πολιτικής της ανεξαρτησίας και της στρατιωτικής της κυριαρχίας. Οι συμμαχικές Δυνάμεις θεωρούν τα παραπάνω αναγκαίες προϋποθέσεις για τη μελλοντική ειρήνη της Ευρώπης […]. Προκειμένου η Ελβετία να είναι ουδέτερη, θα πρέπει να εξασφαλίσει τη δύναμη της αντίστασης που προϋποθέτει η γεωγραφική της θέση και ο πληθυσμός της. Θα πρέπει να διαθέτει τα μέσα να αμυνθεί απέναντι σε επιθέσεις και να προστατευθεί έναντι οποιασδήποτε κυριαρχικής επιρροής της Γαλλίας, ή άλλου όμορου κράτους. Η Αγγλία, η Ρωσία και η Πρωσία επιθυμούν να δουν την Ελβετία σ’ αυτήν τη θέση, και δεν έχουμε αμφιβολία πως και η Αυστρία το επιθυμεί ομοίως (…) (Cramer, II, σελ. 19).
Σ’ αυτήν τη Δεύτερη Διάσκεψη των Παρισίων επίσης, ο Pictet de Rochemont συμβουλεύεται σχεδόν καθημερινά τον Καποδίστρια. Ο Pictet γράφει τα εξής, τον Οκτώβριο του 1815:
«Πώς θα μπορέσουμε ποτέ να ανταποδώσουμε αυτά που οφείλουμε σ’ αυτόν τον υπέροχο Καποδίστρια; Έχει τόσο ευγενικά αισθήματα που θα άξιζε να είναι δικός μας. Είναι ο φοίνικας της διπλωματίας. Χωρίς αυτόν, το Συνέδριο της Βιέννης και οι λοιπές διαβουλεύσεις θα ήταν αξιοθρήνητα (…)» (Cramer, II, 171). Είναι φανερό εδώ ότι ο Pictet βρίσκεται σε μια φάση όπου αμφιβάλλει για την επιτυχία του. Σε διάστημα λιγότερο από ένα μήνα, στις 20 Νοεμβρίου, η Διάσκεψη των Παρισίων υιοθετεί την περίφημη αναγνώριση της ουδετερότητας της Ελβετίας. Και το αξιοσημείωτο είναι ότι το κείμενο αυτής της διακήρυξης έχει συνταχθεί από τον Pictet, κατόπιν αιτήματος του Καποδίστρια, ο οποίος το παρέδωσε χωρίς να αλλάξει λέξη στους Ανώτατους Εκπροσώπους των Συμμάχων. Αυτό αποτελεί, θα μπορούσαμε να πούμε, και τη μεγάλη επιτυχία του «ντουέτου» Καποδίστρια – Pictet.
Επισημαίνουμε ότι αν πράγματι ο Pictet είναι ο πλέον σεβαστός άντρας από τη Δημοκρατία της Γενεύης, παρ’ όλα αυτά αποκαλεί επανειλημμένα τον Καποδίστρια «οδηγό» του, όπως και «πυξίδα» του, δηλώνει ότι χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσε να επιτύχει το στόχο του, και ας μην ξεχνάμε ότι μιλά για έναν άντρα, ο οποίος είναι 20 χρόνια νεότερός του! Το 1815, ο Pictet είναι 60 ετών και ο Καποδίστριας μόλις 39.
Ο Pictet πεθαίνει το 1824. Η ταφή του γίνεται την πρώτη Ιανουαρίου του 1825 στο νεκροταφείο του Plainpalais στη Γενεύη. «Πίσω από το φέρετρό του, σε θέση συγγενούς, περπατούσε ο «πιστός οδηγός» του στα Συνέδρια της Βιέννης και των Παρισίων. Ο Καποδίστριας, ο οποίος έτυχε, την εποχή εκείνη, να διαμένει στη Γενεύη, είχε ζητήσει την άδειά του να τον συνοδεύσει στην τελευταία του κατοικία.» (Edmond Pictet, σελ. 435).
Οι αρετές του Καποδίστρια αναγνωρίζονται πολύ σύντομα στην Ελβετία. Το 1839, ο παλιός του γραμματέας, ο μεγάλος ελληνιστής και φιλέλληνας από τη Γενεύη, Elie-Ami Betant, στον οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω, γράφει στη βιογραφία του: «Η στάση του Καποδίστρια στην Ελβετία τον τιμά ιδιαιτέρως. Αρχικά, η αποστολή την οποία ανέλαβε είχε προκαλέσει τη μοχθηρία εκ μέρους των διαφόρων κομμάτων, των οποίων θίγονταν τα συμφέροντα. Σιγά σιγά όμως οι υψηλές του αρετές εκτιμήθηκαν περισσότερο και σήμερα, ομόφωνα, οι Ελβετοί λυπούνται για την απώλειά του. Το όνομά του ακούγεται με σεβασμό από άντρες όλων των απόψεων.» (Betant, σελ. 28).
Ο Καποδίστριας ανακηρύσσεται επίτιμος δημότης της Γενεύης το 1815 και, ένα χρόνο αργότερα, του καντονιού του Vaud. Η Γενεύη, από την πλευρά της έδωσε το όνομά του σε μία από τις ωραιότερες όχθες της και μια αναμνηστική πλακέτα αναρτήθηκε στο σπίτι όπου διέμενε κατά το έτος 1820. Δεν γνωρίζω όμως κάποια παρόμοια επίσημη χειρονομία σε επίπεδο Ομοσπονδίας της εποχής εκείνης. Ανεγέρθηκε ωστόσο ένα άγαλμα του Καποδίστρια, κατόπιν ρωσικής πρωτοβουλίας, στα εγκαίνια του οποίου παρευρέθηκε η κ. Calmy-Rey, επικεφαλής του ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών, δίπλα στον Ρώσο ομόλογό της, τον κ. Serguei Lavrov. Αυτά έλαβαν χώρα τον Σεπτέμβριο του 2009, στις ακτές της λίμνης Λεμάν, στη μικρή πόλη Ouchy, κοντά στη Λωζάννη.
Η κληρονομιά του Καποδίστρια στην Ελβετία παραμένει επίκαιρη
Μια νέα τάξη πραγμάτων ξεκινά το 1814 και 1815, χάρη στη θέληση των νικητών Συμμάχων έναντι του Ναπολέοντα και συγκεκριμένα χάρη στη Ρωσία, αλλά κυρίως χάρη στη διπλωματική και ανθρώπινη ιδιοφυία του Καποδίστρια. Τα στοιχεία αυτής της νέας κατάστασης είναι τα εξής:
– Η δημιουργία μιας εσωτερικής μόνιμης ειρήνης, βασισμένης σε παραχωρήσεις και σε αμοιβαίους συμβιβασμούς
– Η υιοθέτηση ενός Συντάγματος (στα γερμανικά Bundesvertrag, δηλαδή ομοσπονδιακής Συμφωνίας), προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός ομοσπονδιακού κράτους το 1848
– Η ανεξαρτησία και η διεθνής αναγνώριση της ουδετερότητας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ελβετίας, με την προϋπόθεση, από ελβετικής πλευράς, της δημιουργίας ενός ομοσπονδιακού στρατού, καθαρά αμυντικού, η μη ένταξη σε αμυντικές συμμαχίες, και η τήρηση μιας απόλυτης ουδετερότητας σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.
Ο φεντεραλισμός και η ουδετερότητα, γεννημένοι κάτω από έναν ιστορικό και γεωπολιτικό ευρωπαϊκό αστερισμό, έγιναν στη συνέχεια αναπόσπαστο μέρος του ελβετικού πολιτικού συστήματος, ακόμα και της ίδιας της ταυτότητας της χώρας μου. Η εσωτερική και εξωτερική ειρήνη υπήρξαν αναγκαίες για την οικονομική και εμπορική ανάπτυξη της Ελβετίας, η οποία, για άλλα 100 χρόνια, υπήρξε μια φτωχή χώρα.
Η ανάπτυξη των θεσμικών οργάνων της, η συνεχής αναζήτηση μιας ισορροπίας ανάμεσα στις ομοσπονδιακές αρμοδιότητες και εκείνες των καντονιών, η εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης μεταξύ εύπορων και φτωχότερων καντονιών, οι πολιτικές διαβουλεύσεις μεταξύ τους, βασισμένες στην άμεση δημοκρατία, όλα αυτά θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν, σύμφωνα με ορισμένους παρατηρητές, ως πρότυπο για την ευρωπαϊκή οικοδόμηση. Αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας σήμερα εδώ. Η ελβετική δημοκρατία αποτελεί έναν εξαιρετικά πολύπλοκο μηχανισμό, ένα «οργανωμένο χάος», όπως έχει χαρακτηριστεί ενίοτε. Ωστόσο, η λειτουργία της δεν είναι αυτόματη, και δεν είναι κεκτημένη μια για πάντα: Λειτουργεί μόνο όσο οι πολίτες της θέλουν να λειτουργεί.
Όσο για την ουδετερότητα, μπορούμε να πούμε ότι τηρήθηκε κατά τη διάρκεια όλων των συγκρούσεων – και δυστυχώς η Ευρώπη υπήρξε πλούσια στον τομέα αυτό από τα μέσα του 19ου ως τα μέσα του 20ου αιώνα. Συγκεκριμένα, η Ελβετία δεν μετείχε στους δύο παγκόσμιους πολέμους, οι οποίοι διαδραματίζονταν στα σύνορά μας. Αλλά το να μην συμμετέχεις στις συγκρούσεις δεν σημαίνει ότι παραμένεις αδιάφορος. Ξεκινώντας από τη μάχη του Solferino, το 1863, την οποία παρακολούθησε και περιέγραψε ο μελλοντικός ιδρυτής της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού, Henri Dunant, η Ελβετία προσέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στα θύματα, για παράδειγμα συντρέχοντας τους πληγωμένους στρατιώτες από όλα τα στρατόπεδα, στέλνοντας ανθρωπιστική βοήθεια ή οργανώνοντας κέντρα αναζήτησης αγνοουμένων. Είναι η αρχή μιας μεγάλης ανθρωπιστικής παράδοσης, η οποία συνεχίζεται ως και σήμερα.
Η θέση αυτής της «ενεργούς ουδετερότητας» έδωσε στην ελβετική διπλωματία την ευκαιρία να προσφέρει τη συνδρομή της. Αναφέρομαι για παράδειγμα στη διατήρηση, ως τρίτη πλευρά, ενός ελάχιστου βαθμού προξενικών ή πολιτικών σχέσεων μεταξύ εμπόλεμων μερών, ή σε περίπτωση ρήξης διπλωματικών σχέσεων μεταξύ δύο χωρών. Αυτό συνέβη για παράδειγμα το 2008, όταν η Βέρνη έλαβε αίτημα εκ μέρους της Ρωσίας και της Γεωργίας, προκειμένου η Ελβετία να εκπροσωπήσει τα αντίστοιχα συμφέροντά τους. Παρ’ όλο που μια σύγκρουση στην Ευρώπη μοιάζει σήμερα εξαιρετικά απίθανη, ωστόσο ο ελβετικός λαός παραμένει ιδιαίτερα προσηλωμένος στην αρχή της ουδετερότητας, κατά 80 ή 90%. Όταν η Ελβετία, με δημοψήφισμα, έγινε μέλος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, η κυβέρνηση συνόδευσε το αίτημα της ένταξής της με μια επιστολή όπου υπήρχε η εξής διευκρίνιση: Η ένταξη αυτή, εκ μέρους της Ελβετίας δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, την εγκατάλειψη της ουδετερότητάς της.
Ουσιαστικά, η Ελβετία συμμετέχει σήμερα σε ψηφίσματα κυρώσεων, τα οποία αποφασίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Ηνωμένα Έθνη, σε αποστολές διατήρησης της ειρήνης, όπως στο Κόσσοβο, όχι όμως και σε στρατιωτικές ενέργειες. Το καθεστώς της ουδετερότητας εξηγεί επίσης την επιλογή της Γενεύης, ως έδρα πολλών διεθνών οργανισμών, όπως αυτών των Ηνωμένων Εθνών, του διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και πολλών άλλων.
Αν είναι ορθό ότι η δομή του ομόσπονδου κράτους και η πρακτική της ουδετερότητας έχουν αλλάξει τα τελευταία περίπου 200 χρόνια, ωστόσο ο μεγάλος Κερκυραίος, χάρη στη διπλωματική του ιδιοφυΐα και το δέσιμό του με την Ελβετία διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο για να καθιερωθούν αυτοί οι δύο πυλώνες της κρατικής μας ταυτότητας. Η ευγνωμοσύνη μας προς τον Καποδίστρια δημιουργεί έναν πολύ ισχυρό δεσμό ανάμεσα στην Ελβετία και στην Κέρκυρα, την πόλη καταγωγής του, όπου γεννήθηκε και όπου αναπαύεται.
@Lorenzo Amberg, Πρέσβης της Ελβετίας στην Ελλάδα 11/10/2014
Εύλογο πικρό συμπέρασμα: Η Ελβετία χωρίς τον Καποδίστρια δεν θα ήταν αυτή που είναι, ενώ η Ελλάδα χωρίς τον Καποδίστρια είναι αυτή που είναι! Ο Καποδίστριας, με εκπονηθέν έργο που τον καταξιώνει ως εμπειρότατο και ικανότατο διαπραγματευτή, ανέλαβε στην Ελλάδα, βεβαίως και έχοντας επίγνωση του εγχειρήματος, τη δυσκολότερη διπλωματική αποστολή του. Ηττήθηκε όχι από περιστάσεις ή δική του ανεπάρκεια, αλλά από μικρά ασήμαντα ανθρωπάκια με μικρά συμφέροντα. Μια διεθνής προσωπικότητα, με έργο που ωφέλησε λαούς, εδώ δολοφονήθηκε και δυστυχώς το αίμα του δεν πότισε τη λευτεριά, που λεν οι ποιητές, αλλά την ασυδοσία, δικαιώνοντας τα μιρά ανθρωπάκια στους αιώνες. Είναι η πρώτη ηθική και πολιτική ήττα των Ελλήνων με τα αποτελέσματα της να τα πληρώνουμε μέχρι σήμερα. Η Ελλαδα θα ηταν τελειως διαφορετικη εάν του ειχε δωθεί ο χρόνος να πραγματοποιήσει τους σκοπούς και στόχους του για να κάνει την Ελλάδα, ΚΡΑΤΟΣ. Δεν πρόλαβε, τον δολοφόνησαν τα Αγγλικά ανθρωπάκια, με τους Μανιάτες τραμπούκους.
Οι Αληθινά Μεγάλοι Άνθρωποι δεν χωρούν σ’ αυτόν τον Κόσμο.
terrapapers.com_Kapodistrias in Switzerland (3)
Βιβλιογραφία:
– Betant E.-A., Correspondant du comte J. Capodistrias, President de la Grece, Geneve-Paris 1839, vol. I
– Bouvier-Bron Michelle, Archives Jean Capodistrias, tome IV. La mission de Capodistrias en Suisse (1813-1814), Corfou 1984
– Chronos (site russe : http/www.hrono.info/biograf/bio_k/kapodistria.pkp)
– Cramer Lucien, Correspondance diplomatique de Pictet de Rochemont et de Frangois d’lvernois, Paris, Vienne, Turin 1814-1816, 2 vol. Geneve-Paris 1914
– Κούκος Ανδρέας, «Η ευρωπαϊκή πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια» Ιστορία, τεύχος 505, Ιούλιος 2010, σ. 19-26
– Koukkou Helen E., John Kapodistrias, A Greek Europhile Diplomat, Athens 1994
– Κούκκου Ελένη Ε., Παύλωφ-Βάλμα Ευδοκία, Ιωάννης Α. Καποδίστριας, Ανέκδοτη Αλληλογραφία με τους Philippe-Emmanuel de Fellenberg, Rudolf-Abraham de Schifferli, 1814-1827, Αθήνα, 1999
– Pictet Edmond, Biographie, travaux et correspondance de C. Pictet de Rochemont (1755-1824), Geneve 1892
– Reymond-Exchaquet A.-M., «Un grand Vaudois… oublie ? Capo d’lstria» in Desmos, Amiti0s greco-suisses, bulletin no. 17, decembre 1999, pp. 9-13.

Τρίτη 30 Αυγούστου 2016

ΟΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΕΣ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΦΑΝΕΝΤΕΣ Οι ομολογητές άγιοι της Κεφαλονιάς Γρηγόριος - Θεόδωρος - Λέων


Φορητή εικόνα των Αγίων Γρηγορίου,
Θεοδώρου και Λέοντος δια χειρός
Χριστίνας Παπαθέου-Δουληγέρη
Κεφαλονιά: το μεγαλύτερο νησί του Ιονίου, που προσελκύει τους παραθεριστές με τις απαράμιλλες φυσικές του ομορφιές, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει και στους φιλάγιους επισκέπτες πολύτιμους πνευματικούς θησαυρούς, αφού είναι πλουσιοπάροχα ευλογημένο από τον Θεό. Στο αγιοστόλιστο νησί του Ιονίου η χάρις του Θεού ανέδειξε φωτεινές πνευματικές μορφές, που καταλαμπρύνουν την Ορθόδοξη Εκκλησία και αποτελούν καύχημα και σημείο ευλαβικής αναφοράς για τους κατοίκους του νησιού, αλλά και για τους πολυπληθείς προσκυνητές, που το επισκέπτονται. 

Στις δυτικές ακτές της Κεφαλονιάς έφτασε ως ναυαγός ο Απόστολος των Εθνών Παύλος και κήρυξε στο νησί το Ευαγγέλιο του Χριστού, ενώ το 1555 έφτασε στην Κεφαλονιά ο θαυματουργός προστάτης των Ορθοδόξων και πολιούχος του νησιού, ο Άγιος Γεράσιμος ο Νοταράς (1509 - 1579), του οποίου το ιερό σκήνωμα παραμένει άφθαρτο και θαυματουργεί αδιαλείπτως.
Στο όμορφο Ληξούρι της Κεφαλονιάς γεννήθηκαν και εκοιμήθηκαν οσιακώς ο Όσιος Άνθιμος ο Κουρούκλης (1727 - 1782), ο και επονομαζόμενος τυφλός ιεραπόστολος του Αιγαίου και πολιούχος της νήσου Αστυπαλαίας, και ο ταπεινός ιερέας Άγιος Παναγής ο Μπασιάς (1801 - 1888), που διακρίθηκε για τον ένθεο ζήλο και το διορατικό του χάρισμα. Σημαντική υπήρξε η παρουσία στο νησί του φλογερού ισαποστόλου και διδασκάλου του Γένους, του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού (1714-1779), που έφτασε το 1777 στην Κεφαλονιά και πραγματοποίησε ιεραποστολική περιοδεία στο νησί, αλλά και η καρποφόρα παραμονή του Γενάρχη του Φιλοκαλισμού, του Αγίου Μακαρίου του Νοταρά Αρχιεπισκόπου Κορίνθου (1731 - 1805), που ήρθε στο νησί το 1771 για να προσκυνήσει το χαριτόβρυτο λείψανο του συγγενούς και συντοπίτου του, του Αγίου Γερασίμου, και διέμεινε στο μοναστήρι των Ομαλών συλλέγοντας παραινέσεις και υποδείγματα οσίων Πατέρων. 

Αλλά και κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η αγιοστόλιστη Κεφαλονιά έχει να προσφέρει φωτεινά παραδείγματα ομολογητών και αγωνιστών της πίστεως. Έτσι στο ανατολικό τμήμα του νησιού και συγκεκριμένα στην περιοχή της Σάμης έζησαν και εκοιμήθηκαν οσιακώς οι ομολογητές Άγιοι Γρηγόριος, Θεόδωρος και Λέων, οι οποίοι είναι περισσότερο γνωστοί με την προσωνυμία «Άγιοι Φανέντες», που τους δόθηκε λόγω της θαυματουργικής φανέρωσης των ιερών λειψάνων τους και της ανάδειξής τους από την αφάνεια. 
Η μαρμάρινη λειψανοθήκη με τα λείψανα
των Αγίων Φανέντων στο ναό του
Προφήτου Ζαχαρία στη Βενετία.
Σύμφωνα με τα δύο λατινικά συναξάρια, τα οποία επιβεβαιώνουν τόσο την προφορική παράδοση της Κεφαλονιάς όσο και τα αρχαιολογικά ευρήματα, που υπάρχουν στην περιοχή της Σάμης, οι Άγιοι Γρηγόριος, Θεόδωρος και Λέων κατάγονταν από το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και υπηρετούσαν ως στρατιωτικοί στον αυτοκρατορικό στρατό. Διακρίνονταν για τις πολλές τους αρετές και τη βαθιά τους πίστη στον Θεό. Την εποχή όμως εκείνη βρισκόταν σε μεγάλη εξάπλωση η φοβερή αίρεση του Αρειανισμού και ο αιρετικός αυτοκράτορας Κωνστάντιος εξέδωσε διάταγμα, που όριζε, ότι όλοι οι υπήκοοι του κράτους έπρεπε να ασπασθούν αυτή την ανόσια αίρεση. Τότε οι τρεις Άγιοι φοβούμενοι μήπως και αναγκασθούν να ασπασθούν την αίρεση του Αρείου, εγκατέλειψαν μαζί με άλλους έλληνες στρατιώτες τη Σικελία, όπου βρίσκονταν, και κατέφυγαν στην Κεφαλονιά. Αργότερα προτίμησαν να αποχωριστούν από τους υπόλοιπους στρατιώτες και να αφιερωθούν στον Θεό. Γι' αυτό και αναζήτησαν κατάλληλο τόπο για άσκηση και προσευχή. 

Μια κοιλάδα, που ονομάζεται Σάμη (Samos κατά τη λατινική γραφή) και βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της Κεφαλονιάς απέναντι από την Ιθάκη, αποτέλεσε τον ιδανικό τόπο για να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους. Στον τόπο αυτό, όπου ανακάλυψαν μέσα σε πυκνό δάσος από χαμηλά δένδρα και θάμνους τα ερείπια ενός μισοκαταστρεμμένου ναού, εγκαταστάθηκαν προσευχόμενοι αδιάλειπτα στον Θεό και αγωνιζόμενοι ως γνήσιοι στρατιώτες Χριστού. Κάποια ημέρα γονάτισαν και προσευχήθηκαν και ύστερα από λίγο παρέδωσαν τις ψυχές τους στον Πανάγαθο Θεό που τόσο αγαπούσαν. Το θαυμαστό αυτό γεγονός συνέβη στις 24 Αυγούστου. 
Η παλαιά εφέστια εικόνα των Αγίων Φανέντων.
Φιλοτεχνήθηκε το 1654 και φυλάσσεται στον
Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σάμης Κεφαλληνίας.
Τα σώματα των τριών Αγίων έμειναν για πάρα πολλά χρόνια άγνωστα μέχρι που κάποτε κάποιος επιφανής και πλούσιος κάτοικος του νησιού με το όνομα Μιχαήλ έπασχε από μια μορφή λέπρας, την ελεφαντίαση. Ο Μιχαήλ απευθύνθηκε στους γιατρούς, αλλά δεν βρήκε πουθενά θεραπεία. Τότε αποφάσισε να εναποθέσει τις ελπίδες του στον Θεό. Κάποιο βράδυ εμφανίστηκαν σε όραμα στον ύπνο του, τρεις άνδρες με μορφές αγγέλων και του είπαν, ότι θα θεραπευτεί μόνο, εάν βρει τα άταφα σώματά τους. Όταν ο Μιχαήλ ξύπνησε, δεν γνώριζε ούτε τα ονόματα των Αγίων, ούτε και τον τόπο, όπου αυτά βρίσκονταν. Συνάντησε όμως έναν βοσκό, ο οποίος του διηγήθηκε, ότι ακολουθώντας έναν χοίρο, που είχε απομακρυνθεί από το υπόλοιπο κοπάδι, μπήκε σ’ ένα πυκνό δάσος και αντίκρισε τρία άταφα και άφθορα σώματα, από τα οποία αναδίδονταν μια υπέροχη ευωδία. Τότε ο Μιχαήλ κατάλαβε, ότι πρόκειται για τους τρεις Αγίους, που είχε δει στον ύπνο του και με οδηγό τον βοσκό κατευθύνθηκε με το άλογό του προς το δάσος, όπου βρίσκονταν τα τρία ιερά λείψανα μέσα σε άπλετο φως. Αφού προσευχήθηκε και παρεκάλεσε με δάκρυα τους τρεις Αγίους, η λέπρα εξαφανίστηκε αμέσως. 
 Μερική άποψη της Ιεράς Μονής Αγίων Φανέντων
Στον τόπο της θαυματουργικής ανεύρεσης των ιερών λειψάνων ανεγέρθηκε αργότερα με δική του δαπάνη ιερά μονή προς τιμήν των τριών Αγίων, η οποία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην κοινωνική και πνευματική ζωή του νησιού και αποτέλεσε για αιώνες το κέντρο της τιμητικής προσκύνησης των τριών Αγίων. 
Άποψη της Ιεράς Μονής των Αγίων Φανέντων
σε γκραβούρα του 1813
Η μονή των Αγίων Φανέντων είναι κτισμένη στην κορυφή της νότιας ακροπόλεως της αρχαίας Σάμης και σε υψόμετρο 226μ. Η ίδρυσή της χρονολογείται πριν το 1264 και τα σωζόμενα ερείπια ανάγονται στη μεταβυζαντινή εποχή. Μετά την κατάληψη της Κεφαλονιάς από τους Νορμανδούς το 1185 άρχισε η βαθμιαία παρακμή της μονής, που οφείλεται και στην αρπαγή των ιερών λειψάνων των Αγίων από τους Ενετούς και τη μεταφορά τους στη Βενετία, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα μέσα σε μαρμάρινη λάρνακα στον μεγαλοπρεπή ναό του Προφήτου Ζαχαρία. Στα τέλη του 15ου αιώνα έχουμε την επανασύσταση της μονής, η οποία μέχρι και τον 18° αιώνα ακτινοβολεί προσελκύοντας πολλούς μοναχούς, προσκυνητές, αλλά και ξένους περιηγητές. 

Η θρησκευτική πολιτική των Άγγλων στα Επτάνησα οδήγησε στις αρχές του 19ου αιώνα στην ερήμωση της μονής, η οποία ολοκληρώθηκε με τους σεισμούς του 1953, που κατερείπωσαν το ιστορικό μοναστήρι. Από το τέμπλο του καθολικού της ιστορικής μονής διασώθηκε η παλαιά εφέστια εικόνα των τριών Αγίων, που χρονολογείται το 1654 και φυλάσσεται σήμερα στον περικαλλή ιερό ενοριακό ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σάμης. Δίπλα στα ερείπια της μονής ανεγέρθηκε αργότερα παρεκκλήσιο, όπου κάθε χρόνο την Κυριακή των Αγίων Πάντων εορτάζεται πανηγυρικά η μνήμη των τριών ομολογητών και παλαιότερων Αγίων της Κεφαλονιάς. 
Η λειψανοθήκη με τα ιερά λείψανα των Αγίων
που επέστρεψαν στην Κεφαλλονιά.
Κορυφαίο πνευματικό γεγονός στην εκκλησιαστική ιστορία της Κεφαλονιάς και στη λατρευτική τιμή των Αγίων Φανέντων αποτελεί η επιστροφή μέρους των ιερών λειψάνων και των τριών Αγίων στη Σάμη στις 2 Μαΐου 2009. Ήδη από το έτος 2004 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Κεφαλληνίας κ. Σπυρίδων προέβη σε συντονισμένες κινήσεις προς τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία για να επιτραπεί η επιστημονική εξέταση του περιεχομένου της λάρνακας με τα ιερά λείψανα των Αγίων στον ναό του Προφήτου Ζαχαρία στη Βενετία. Παράλληλα υπέβαλε και το σχετικό αίτημα επιστροφής των ιερών λειψάνων των Αγίων στην Κεφαλονιά. Στις 30 Ιανουαρίου 2009 και αφού προηγήθηκε η τεκμηριωμένη επιστημονική έρευνα, η οποία διαπίστωσε ότι τα ιερά λείψανα ανήκουν στους Αγίους Γρηγόριο, Θεόδωρο και Λέοντα, ο Καρδινάλιος της Βενετίας δώρισε στην Ιερά Μητρόπολη Κεφαλληνίας μικρό μέρος των ιερών λειψάνων και των τριών ομολογητών Αγίων. Τα ιερά λείψανα φιλοξενήθηκαν επί τρεις μήνες στην ενορία του Αγίου Γεωργίου Καβουρίου Αττικής της Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας, όπου έχει καθιερωθεί κατ’ έτος πανηγυρικός εορτασμός της μνήμης τους την Κυριακή των Αγίων Πάντων. Η επιστροφή και υποδοχή των ιερών αυτών λειψάνων στη Σάμη της Κεφαλονιάς πραγματοποιήθηκε με κάθε επισημότητα και με την πρέπουσα εκκλησιαστική τάξη το Σάββατο των Μυροφόρων 2 Μαΐου 2009 παρουσία των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Κεφαλληνίας κ. Σπυρίδωνος, Λαρίσης κ. Ιγνατίου, Καστορίας κ. Σεραφείμ, Σύρου κ. Δωροθέου, Γλυφάδας κ. Παύλου και Λέρου κ. Παϊσίου, αλλά και με τη συμμετοχή πλήθους χριστιανών. Τα ιερά λείψανα των τριών ομολογητών Αγίων, οι οποίοι είναι και οι παλαιότεροι άγιοι στην εκκλησιαστική ιστορία της Κεφαλληνίας, κατατέθηκαν ως πολύτιμος πνευματικός θησαυρός προς ευλογία των κατοίκων και των ευλαβών προσκυνητών του νησιού, στον περικαλλή ιερό ενοριακό ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σάμης, όπου φυλάσσεται και η παλαιά εφέστια εικόνα των Αγίων, η οποία και αποδίδει αριστουργηματικά τις μορφές τους. 
Το περίτεχνο ξυλόγλυπτο κουβούκλιο
με την ασημένια λειψανοθήκη των
Αγίων Φανέντων στο Ιερό Ναό
Κοιμήσεως Θεοτόκου Σάμης

Αριστείδης Γ. Θεοδωρόπουλος 
Εκπαιδευτικός 

Βιβλιογραφία 
  • Αντζουλάτου Γεωργίου Φ., Πρωτοπρεσβυτέρου, Οι Άγιοι Φανέντες - Οι ομολογητές άγιοι της Κεφαλονιάς Γρηγόριος - Θεόδωρος - Λέων, Εκδοτικός Οίκος Π. Κυριακίδη Α.Ε., Αθήναι 2005. 
  • Αντζουλάτου Γεωργίου Φ., Πρωτοπρεσβυτέρου, Δύο συναξάρια του 14ου αιώνα αναφέρονται στην Κεφαλονιά, Περιοδικό «Κυμοθόη», τεύχος 14-15, Αργοστόλι, Σεπτέμβριος 2005. 
  • Αντζουλάτου Γεωργίου Φ., Πρωτοπρεσβυτέρου, Άγιοι της Κεφαλονιάς στη Βενετία, Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι 2005. 
  • Αντζουλάτου Γεωργίου Φ., Πρωτοπρεσβυτέρου,Οι προφορικές περί των Αγίων Φανέντων παραδόσεις και η τεκμηρίωσή τους, Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι 2008. 
  • Ασματική Ακολουθία των εν Κεφαλληνία Αγίων Φανέντων Γρηγορίου, Θεοδώρου και Λέοντος, Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας, Αργοστόλι 2007. 
  • Υμνολογήματα Αγίων Φανέντων, Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Γλυφάδας, Αθήναι 2010.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ


Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΕΥΚΟΒΟΥΝΟΓΙΑΤΡΙΣΣΗΣ


ΕΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΙΝ

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΤΟΥΣ 1927 ΕΩΡΤΑΖΕΤΟ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗΝ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗΝ ΙΕΡΑΝ ΜΟΝΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΕΥΚΟΒΟΥΝΟΓΙΑΤΡΙΣΣΗΣ ΕΙΣ ΚΕΡΑΤΕΑΝ ΑΤΤΙΚΗΣ, ΤΟ ΕΤΟΣ 2011, ΕΩΡΤΑΣΘΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΝ ΙΕΡΑΝ ΜΟΝΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΟΥΜΕΛΑ (ΚΑΙ ΠΕΥΚΟΒΟΥΝΟΓΙΑΤΡΙΣΣΗΣ) ΕΙΣ ΠΕΡΙΟΧΗΝ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΑΧΑΡΝΩΝ ....  ΠΑΡΑΘΕΤΟΜΕΝ ΤΗΝ ΤΟΤΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΑΣΑΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΝ,  ΚΑΙ ΔΥΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΙΣTΟΡΙΚΗΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΕΥΚΟΒΟΥΝΟΓΙΑΤΡΙΣΣΗΣ, ΜΙΑΝ ΠΑΝΟΡΑΜΙΚΗΝ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΛΗΝ ΤΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ ΤΗΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ.


Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΝ ΑΧΑΡΝΩΝ από ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΗΡΥΚΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ την Παρασκευή, 30 Δεκέμβριος 2011 στις 4:50 μ.μ.

Η ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΘΕΙΣΑ ΤΟΤΕ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ

Εκ τοῦ Θεομητορικοῦ Προσκυνήματος ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ Η ΑΘΗΝΙΩΤΙΣΣΑ - ΠΕΥΚΟΒΟΥΝΟΓΙΑΤΡΙΣΣΑ πού εὑρίσκεται στήν περιοχή Πλάτωνας Ἀχαρνῶν ἀνακοινοῦνται τά ἑξῆς:

Εἰς τήν Μητροπολιτικήν Περιφέρειαν Ἀχαρνῶν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ἑορτή τῆς ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, θά ἑορτασθῆ μέ θείαν Λειτουργίαν ὑπό τοῦ Μητροπολίτου Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς Κηρύκου,. τήν τρίτην ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων ἤτοι τήν ΔΕΥΤΕΡΑΝ (27.12.2011 ἐ.ἡ.) εἰς τό ΕΟΡΤΑΖΟΝ Ἱερόν Προσκύνημα ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ (ΑΘΗΝΙΩΤΙΣΣΑ – ΠΕΥΚΟΒΟΥΝΟΓΙΑΤΡΙΣΣΑ), ὅπου θά τιμηθῆ καί ὁ Πρωτομάρτυς καί Ἀρχιδιάκονος Στέφανος. Τήν προτεραίαν (Κυριακήν 26.12.2011 ε.ἡ.) ἤτοι τήν δευτέραν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων ὁ Μητροπολίτης Κήρυκος θά λειτουργήση εἰς τόν Μητροπολιτικόν Ἱερόν Ναόν Ἁγίου Δημητρίου Ἀχαρνῶν καί θά ὁμιλήση ἐπικαίρως.

Κατά τήν Θεομητορικήν ἑορτήν τῆς Συνάξεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου τιμᾶται ὑπό τῆς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς καί ἡ ἐφέστειος Εἰκών τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατέας Ἀττικῆς, ἡ ὁποία ὡς καί ἄλλοτε εἴπομεν εἶναι ἡ ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΑΣ, τελεῖ ὅμως ἀπό 16ετίας εἰς τήν βαβυλώνειον αἰχμαλωσίαν τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ καί Νεοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Καλοῦνται οἱ Ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά τιμήσουν τήν ΣΥΝΑΞΙΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ καί ιδιαιτέρως τήν Πολιοῦχον τῆς Μητροπόλεώς μας ΠΑΝΑΓΙΑΝ ΠΕΥΚΟΒΟΥΝΟΓΙΑΤΡΙΣΣΑΝ νά προσέλθουν εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν καί τοῦ ἑορτάζοντος Ἰεροῦ Προσκυνήματος Παναγίας Σουμελά τήν Δευτέραν, ἀλλά καί τήν Κυριακήν εἰς τόν Μητροπολιτικόν Ἱερόν Ναόν Ἁγίου Δημητρίου, καθώς καί εἰς τόν Ἑσπερινόν καί Παράκλησιν τήν Κυριακήν τό ἀπόγευμα εἰς τό ἱερόν Παρεκκλήσιον Παναγίας Παραμυθίας καί Ὁδηγητρίας τῶν ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξων, διά νά ἑνώσωμεν τάς προσευχάς μας «ὑπέρ τοῦ δεινῶς βασανιζομένου ὑπό τῶν κυμάτων» ἔθνους μας, ἀλλά καί «ὑπέρ τοῦ σύμπαντος κόσμου» καί «εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν».


Ἐκ τῶν Γραφείων τῆς Μητροπολιτικῆς Περιφερείας Ἀχαρνῶν
τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
τῆς ἀκαινοτομήτου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.


https://scontent-lhr3-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xta1/v/t1.0-9/s720x720/11069936_342817399242757_2172385954763746777_n.jpg?oh=4f3624efb120125b5886254b8ab0bd06&oe=5699E94C


https://scontent-lhr3-1.xx.fbcdn.net/hphotos-xtf1/v/t1.0-9/s720x720/11251617_380609845463512_8309766162395994487_n.jpg?oh=b8cbadc80587ae48fedb0a531db5c38a&oe=565E48F4

ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ (ΞΕΝΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙΣ)

ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ

Επιμέλεια: Γιώτα.Α.Παμπάλου,agioritikovima.gr             

Ο Άγιος Σεραφείμ έζησε έδρασε και έλαμψε τον 18ον και 19ον αιώνα (1759— 1833). Γεννήθηκε στις 19 Ιουλίου του 1759 στην πόλη Κούρσκ και παρέμεινε εκεί μέχρι το 18ο έτος της ηλικίας του. Σε αυτήν την  ηλικία αποφάσισε να αφοσιωθεί στο Θεό και οδήγησε τα βήματα του στο Μο¬ναστήρι του Σάρωφ.

Στην μοναχική του κουρά ονομάσθηκε Σεραφείμ — προηγουμένως είχε το όνομα Πρόχορος.   Διάκονοςέγινε σε ηλικία 19 ετών και σε ηλικία 34 ετών Ιερέας. Όταν λειτουργούσε, πετούσε στα ουράνια, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που έβλέπε θαυμαστά οράματα άκουγε αγγελικές παρουσίες.

Αποσύρθηκε σε μια ερημική περιοχή ως ανάγκη αναζήτησης του Θεού. Έλαβε λοιπόν  από τη Μονή την άδεια πέντε χρόνια αφοσιώθηκε στην άσκηση και στην προσευχή. Βαθειά μέσα στο δάσος αγωνιζόταν να ανεβαίνει ημέρα με την ημέρα την κλίμακα που οδηγεί στον Ουρανό. Τότε έκανε και την γνωστή άσκηση, τις «χίλιες νύχτες προσευχής». Ανεβασμένος πάνω  σε μια μεγάλη πέτρα ,χίλιες νύχτες ξαγρύπνησε προσευχόμενος!

Με προσευχή διάβαζε ακατάπαυστα την Αγία Γραφή. Χαρακτηριστικά έλεγε:«Πρέπει να τρέφεις, την ψυχή με τον λόγον του Θεού, διότι ο λόγος του Θεού είναι ο «άρ¬τος των αγγέλων». Με αυτόν πρέπει να τρέφονται οι ψυ¬χές που αγαπούν με πάθος τον Θεόν». Αγαπούσε αφάνταστα την Θεοτόκο. Σε εκείνην εύρισκε πνευματική αγαλλίαση ,γαλήνη.Για εκείνον η Παναγία ήταν «η χαρά, η μεγαλύτερη απ' όλες τις χαρές».

Με τις ατέλειωτες  προσευχές , ασκήσεις  και μελέτες έγινε κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος, όλος από χάρη,σοφία και πνευματική δύναμη. Απέκτησε φήμη αγίου , ο κόσμος έτρεχε κοντά του να ξεδιψάσει. Στην αρχή απέφευγε τον κόσμο, αλλά αργό¬τερα, το 1815, σε ηλικία 56 ετών, κατόπιν οράματος και προσταγής της Θεοτόκου, άνοιξε το κελλί του και  δεχό¬ταν τους πάντας. Τώρα πια άρχισε το έργο του «στάρετς», του πνευματικού καθοδηγητού.
Η δράση του ως «στάρετς» υπήρξε καταπληκτική. Εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος έτρεχε κοντά του. Πήγαιναν να βρουν σ' εκείνον τη γαλήνη, τη σωτηρία.

Και όσοι δεν μπορούσαν να τον συναντήσουν από κοντά , τον κατέκλυζαν με  επιστολές. Καθώς προσευχόταν γι’ αυτούς, και τους ευλογούσε με το ση¬μείο του Σταυρού, καθώς εμύρωνε το μέτωπό τους με λάδι από την καντήλι της Παναγίας, τους έδινε πνευματικές συμβουλές.., ενώ μια  δύναμη απλωνόταν στις ψυχές τους και γαλήνη. «Οποιος ερχόταν στον στάρετς Σεραφείμ, ένοιωθε να τον εγγίζει η θεϊκή φλόγα που υπήρχε σ' αυτόν και να γεμίζει την ψυχή του».

Έλεγε  για την εσωτερική  ειρήνη: «Απόκτησε την πνευ¬ματική ειρήνη και τότε χίλιες ψυχές ολόγυρα σου θα βρουν τη λύτρωση» ,όπως και: «Σκοπός του ανθρώπινου βίου είναι να αποκτή¬σουμε μέσα μας το Άγιον Πνεύμα».  Χαιρετούσε τους επισκέ¬πτες του με τα λόγια: «Χαρά μου, Χριστός ανέστη» ! Kαι κάθε φορά που κοινωνούσε, απήγγελλε τον πασχαλινό κα¬νόνα «Αναστάσεως ημέρα...».

Τα πνευματικά χαρίσματα του; Τόσα πολλά! Είχε βλέμμα προφήτου. Προέβλεπε τα μέλλοντα. Απαν¬τούσε σε επιστολές, χωρίς να τις ανοίξει, καθώς γνώριζε το περιεχόμενο τους με Φώτιση Κυρίου!. Ήταν και θαυματουργός.Σκόρπιζε θεραπείες σε αρρώστους. Πολλές φορές το πρόσωπό του άστραφτε σαν ήλιος. Και μέσα στο δάσος, όταν ασκήτευε, είχε φιλίες με άγρια πουλιά και ζώα. Όπως με μια αρκούδα, που κάθε ήμερα ερχόταν να  κοντά του! Τα λόγια του και τα έργα του θα δυναμώνουν πάντα τους πιστούς και θα είναι φάρος πίστης στο πρόσωπο του Χριστού.

Ο θάνατός του υπήρξε οσιακός. Βρέθηκε 2 Ια¬νουαρίου τον 1833 νεκρός, γονατισμένος, με τα μάτια του στην εικόνα της Παναγίας, ενώ την προηγουμένη ημέρα είχε κοινωνήσει των Αχράντων Μυ¬στηρίων και είχε αποχαιρετήσει τους πατέρες του Μονα¬στηριού. Άγιος ανεκηρύχθηκε το 1903. Εορτάζεται η μνήμη Του στις 2 Ιανουαρίου και στις 19 Ιουλίου. Η αγιότητα  του γίνεται γνωστή , όλο και περισσότερο , σ'  όλο το χριστιανικό κόσμο.

Το παράδειγμά του ας μας εμπνέει και ας μας φωτίζει.Αμήν!

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, ΜΙΑ ΘΕΙΚΗ ΟΠΤΑΣΙΑ

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

Μαρτυρία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, στον οποίον ο Θεός αποκάλυψε πώς θα αλλάξουν τα υλικά σώματα και θα αφθαρτοποιηθούν κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Ιησού Χριστού.
Μια μέρα, καθώς προσευχόταν (ο Αγιος Συμεών) με καθαρότητα και συνομιλούσε με τον Θεό, είδε πως ο αέρας άρχισε να φωτίζει το νου του, και ενώ ήταν μέσα στο κελί του, νόμιζε ότι βρισκόταν έξω, σ’ ανοιχτό χώρο. Ήταν νύχτα, που μόλις είχε ξεκινήσει.
Τότε άρχισε να φέγγει από ψηλά όπως το πρωινό ροδοχάραμα- ω των φρικτών οπτασιών του ανδρός!-, και το οίκημα κι όλα τ’ άλλα εξαφανίστηκαν, και νόμιζε ότι δεν ήταν καθόλου σε οίκημα.
Τον συνέπαιρνε ολότελα θεία έκσταση αντιλαμβανόμενος καλά με τον νου του το φως εκείνο που του εμφανιζόταν.
Αυτό μεγάλωνε λίγο –λίγο κι έκανε τον αέρα να φαίνεται πιο λαμπερός κι αισθανόταν τον εαυτό του μ’ ολόκληρο το σώμα του να βρίσκεται έξω από τα γήινα…
Αλλά επειδή εξακολουθούσε να λάμπει ακόμη περισσότερο εκείνο το φως και του φαινόταν σαν ήλιος που μεσουρανώντας έλαμπε από ψηλά, αισθανόταν σαν να στέκεται στο μέσο του φωτός και ότι ολόκληρος ο εαυτός του μαζί με το σώμα του ήταν γεμάτος από χαρά και δάκρυα λόγω της γλυκύτητας που του προξενούσε η παρουσία του.
Παράλληλα έβλεπε ότι το ίδιο φως κατά τρόπο θαυμαστό ήρθε σε επαφή με το σώμα του και σιγά-σιγά διαπερνούσε τα μέλη του.
Η έκπληξη αυτής της οπτασίας τον απομάκρυνε από την προηγούμενη θεωρία και τον έκανε να αισθάνεται μόνο αυτό το εξαίσιο πράγμα που συνέβαινε μέσα του.
Έβλεπε, λοιπόν, ότι το φως εκείνο σιγά-σιγά εισχωρούσε σ’ ολόκληρο το σώμα του, την καρδιά και τα έγκατά του και τον έκανε ολόκληρο σαν φωτιά και φως.
Και όπως προηγουμένως το οίκημα, έτσι και τώρα τον έκανε να χάσει την αίσθηση του σχήματος, της θέσεως, του βάρους και την μορφής του σώματος και σταμάτησε να κλαίει.
Τότε ακούει μια φωνή από το φως να του λέει: «Κατά τον ίδιο τρόπο είναι αποφασισμένο ν’ αλλάξουν οι Άγιοι που θα ζουν και θα βρίσκονται ακόμη εδώ κατά την ώρα της έσχατης σάλπιγγας, κι έτσι μεταμορφωμένοι θ’ αρπαγούν, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος».
Για πολλές ώρες όντας ο μακάριος σ’ αυτήν την κατάσταση, ανυμνώντας μυστικά και ακατάπαυστα το Θεό και κατανοώντας τη δόξα που τον περιέβαλλε και την αιώνια μακαριότητα που πρόκειται να δοθεί στου Αγίους, άρχισε να σκέφτεται και να μονολογεί μέσα του: «Άραγε θα ξαναγυρίσω πάλι στην προηγούμενη κατάσταση του σώματος μου ή θα ζήσω έτσι συνέχεια;»
Μόλις έκανε τη σκέψη αυτή, αμέσως αισθάνθηκε να περιφέρει το σώμα του σαν σκιά ή σαν πνεύμα.
Καταλάβαινε ότι είχε γίνει, όπως είπαμε, ολόκληρος με το σώμα του φως χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα και άυλο. Και το μεν σώμα του το αισθανόταν ότι υπάρχει, πλην όμως χωρίς υλικές διαστάσεις και σαν πνευματικό.
Αισθανόταν δηλαδή να μην έχει καθόλου βάρος ή όγκο κι απορούσε βλέποντας τον εαυτό του που είχε σώμα να είναι σαν ασώματος.
Και το φως που λαλούσε μέσα του, όπως και προηγουμένως, του έλεγε και πάλι: «Τέτοιοι θα είναι μετά την ανάσταση στον μέλλοντα αιώνα όλοι οι άγιοι περιβλημένοι ασωμάτως με σώματα πνευματικά ή ελαφρότερα και λεπτότερα και πιο αιθέρια ή παχύτερα και βαρύτερα και πιο γεώδη, από τα οποία θα καθορισθεί για τον καθένα η στάση και η τάξη και η οικείωση με το Θεό».
Αυτά όταν άκουσε ο θεοπτικότατος και θεόληπτος Συμεών κι αφού είδε το ανέκφραστο θεϊκό φως κι ευχαρίστησε τον Θεό, που δόξασε το γένος μας και το έκανε μέτοχο της θεότητας και της βασιλείας Του, ξαναγύρισε πάλι στον εαυτό του και βρέθηκε ξανά μες στο κελί του στην προηγούμενη ανθρώπινη φυσική κατάσταση.
Όμως με όρκους διαβεβαίωνε εκείνους με τους οποίους είχε θάρρος και φανέρωνε τα μυστικά του, ότι «για πολλές ημέρες αισθανόμουν αυτή την ελαφρότητα του σώματος χωρίς να καταλαβαίνω καθόλου ούτε κόπο, ούτε πείνα, ούτε δίψα».
Επειδή, λοιπόν, με αυτά ενωνόταν μόνο με το Πνεύμα κι ήταν γεμάτος από τα θεϊκά χαρίσματά Του- και φυσικά είχε καθαρίσει και ο ίδιος πλήρως το νου του-, έβλεπε οπτασίες και φρικτές αποκαλύψεις του Κυρίου όπως παλαιά οι Προφήτες.
Έτσι, έχοντας αποστολική διάνοια, επειδή την ύπαρξή του κατηύθυνε και κινούσε το θείο Πνεύμα, είχε και το χάρισμα του λόγου που έβγαινε από τα χείλη του και, ενώ ήταν όπως κι εκείνοι αγράμματος, θεολόγησε και με τα θεόπνευστα συγγράμματα του διδάσκει τους πιστούς την ακρίβεια της ευσεβούς ζωής.
Έχοντας ανέλθει σ’ ένα τέτοιο πνευματικό επίπεδο, αρχίζει να συγγράφει ασκητικούς λόγους κατά κεφάλαια για τις διάφορες αρετές και τα πάθη που αντίκεινται σ’ αυτές.
Από όσα αυτός έμαθε από την προσωπική του ασκητική ζωή και τη θεία γνώση που του δόθηκε, και περιγράφει με ακρίβεια τη μοναχική ζωή για όσους την ασκούν και έτσι γίνεται για τον ισραηλιτικό λαό των μοναχών ποταμός Θεού γεμάτος πνευματικά νερά.
Το κείμενο λήφθηκε από το βιβλίο: “Άγιος Συμεών Ο Νέος Θεολόγος”, ο βίος του Αγίου, από τον Νικήτα Στηθάτο, κριτική έκδοση του Αρχιμ. Συμεών Κούτσα, Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, σελ. 189-193.
oodegr.com – pneumatoskoinwnia.blogspot.gr

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, ΑΝΑΘΕΜΑ ΕΣΤΩ

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiyETHXkMwLq0EhWjiycL9lNcC_d6bNTvFRBNRaQ4PiN-J1n7mQ-jb-5c0S0BfygUCND21bf99RxXNWpnZA4xaL1NFp4p8B8CSX94kfEdhRfvqIPWKk_udmwmu3fr2DFCW_O4kpVly7s0k3/s640/%25CE%2591%25CE%259D%25CE%2591%25CE%2598%25CE%2595%25CE%259C%25CE%2591.png

Η ΛΕΥΚΑΔΑ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ


ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΡΑΙΟΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ, ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ ΝΤΕ ΜΙΡΑΝΤΑ
ΘΕΜΑ: Η άμυνα της Λευκάδας, στα 1807 ως γενικό προανάκρουσμα του μεγάλου Αγώνα της Παλιγγενεσίας και ο ρόλος του Ιωάννη Καποδίστρια.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΚΛΑΒΟΥΝΟΣ, Κοινωνιολόγος, Οικονομολόγος, Πρόεδρος του Κέντρου
Unesco του Ιονίου
Με τον όρο ‘Άμυνα της Λευκάδας’ ορίζεται η αμυντική και οχυρωματική οργάνωση του Νησιού της Λευκάδας, στα 1807 από τον Ιωάννη Καποδίστρια και η νικηφόρα απόκρουση της επίθεσης των δυνάμεων του Αλή Πασά στηριζομένων από Γαλλικές δυνάμεις.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας απεστάλη στη Λευκάδα ως έκτακτος επίτροπος με απόλυτη πληρεξουσιότητα από την Επτανησιακή Γερουσία και τη σύμφωνη γνώμη του Ρώσου επιτετραμμένου στο Ιόνιο, Μοντσενίγου.
Η αποστολή του Ιωάννη Καποδίστρια καθίσταται αναγκαία μετά την αδυναμία συνεργασίας μεταξύ του Ρώσου στρατηγού Stadter και του τοπικού κυβερνήτη της Ιονίου Πολιτείας Στυλιανού Βλασσόπουλου, γεγονός που είχε παραλύσει τη διοίκηση και το συντονισμό Ρωσικών και Ιονίων Δυνάμεων.
Η μέχρι και σήμερα ιστορική θεώρηση της Άμυνας της Λευκάδας, την παρουσιάζει ως μια μεμονωμένη, τριτεύουσας σημασίας, πτυχή της Επτανησιακής Ιστορίας. Γι’ α
υτό το λόγο η επίσημη ιστοριογραφία δεντης αφιερώνει ένα κεφάλαιο.
Ακόμα και στη βραβευμένη με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» αναφέρονται μόνον δύο προτάσεις για την ευρύτερη σημασία της Άμυνας της Λευκάδας. Οι προτάσεις αυτές είναι οι ακόλουθες «Το ζήτημα της Άμυνας της Λευκάδας πήρε διαστάσεις πανελλήνιες. Οι δυνάμεις του Έθνους ενωμένες συνεργάζονται για την αντιμετώπιση του κοινού εχθρού».
Μια τέτοια προσέγγιση δεν μας αποκαλύπτει Πως προέκυψε αύτη η πανελληνίων
διαστάσεων συνεργασία, τι προηγήθηκε και την κατέστησε δυνατή. Δεν
αποκαλύπτει ούτε τους καρπούς αυτής της ιστορικής συνάντησης και συνεργασίας.. Δεν τίθεται καν το ερώτημα αν υπήρξε συνέχεια, αν υπήρξαν επιπτώσεις αυτής της εμπειρίας συνεργασίας των Αρματολών. Αν υπήρξε συνέχεια της συνεργασίας τόσο μεταξύ των Αρματολών όσο και μεταξύ αρματολών και Ιωάννη Καποδίστρια.
Αξιομνημόνευτη και τιμητική εξαίρεση σ’ αυτή την «παράδοση» αποτελούν ο Έλληνας της Διασποράς, Ιστορικός, Nicolas Charles Papas στην εργασία
του «Έλληνες στη Ρωσική Στρατιωτική Υπηρεσία στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα» (Θεσ/νίκη 1991, Ινστιτούτο Βαλκανικών Μελετών) .
Ο ιστορικός Ν. Πάπας υποστηρίζει και αποδεικνύει ότι η αποκτηθείσα στρατιωτική πείρα, σε πλαίσιο και απαιτήσεις τακτικού (Ιονικού και του Ρώσικου) στρατού στα Ιόνια. η δράση των καπεταναίων στα Ιόνια Νησιά την περίοδο 1803 - 1807, η επαφή, η γνωριμία, η συνεργασία και ο συντονισμός, άγνωστων μεταξύ τους και διάσπαρτων αρματολών και κλεφτών, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον απελευθερωτικό αγώνα του
1821.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ήταν σε θέση να αξιοποιήσει την τραγική πτώση του Σουλίου στα 1803, σε χρυσή ευκαιρία για την δημιουργία αξιόμαχου εθνικού στρατού, για την ένταξη των Σουλιωτών στο Ιονικό στρατό αλλά και στις Ρώσικ
ες δυνάμεις υπεράσπισης του κράτους των Ιονίων. Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν σε
θέση να αξιοποιήσει εθνικά τον άγριο διωγμό των αρματολών της Πελοποννήσου και της Στερεάς, όπως και τον τραγικό αφορισμό τους από τον Πατριάρχη, στα 1805, αγκαλιάζοντας τις ανυπόταχτες μάχιμες δυνάμεις του Έθνους. Μορφές όπως αυτές του Φώτη Τζαβέλα και Θεόδωρου Κολοκοτρώνη θα βρουν Εθνικό καταφύγιο και Εθνικό ορμητήριο στα Εφτάνησα. Υπό αυτό το πρίσμα φωτιζόμενη η άμυνα της Λευκάδας αποκτάει άλλες διστάσεις. Αν επίσης την συνδυάσουμε με:Την σύναξη των αρματολών, υπό τον Καποδίστρια στην Κέρκυρα στα1806, σύναξη προετοιμασίας της άμυνας της Λευκάδας. (βλ, υποσημειώσεις - επισυνάψεις)
Τις δύο καθοριστικής σημασίας συναντήσεις του Καποδίστρια με αρματολούς που ακολούθησαν την άμυνα και τον όρκο της Λευκάδας.(βλ, αμέσως κατωτέρω).
Α) Τη συνάντηση στην Πετρούπολη, στη Ρωσία το 1816. Η συνάντηση αυτή καταγράφεται μεν, από την ιστοριογραφία, αλλά δεν έχει μέχρι σήμερα αξιολογηθεί. Δεν έχει επισημανθεί ο καθοριστικός ρόλος αυτής της συνάντησης για την όλη εξέλιξη της Φιλικής εταιρείας και του 21.
Μια προσεκτική ανάγνωση των 5 διάσπαρτων αναφορών του Ιωάννη Φιλήμονα, σε αυτή τη συνάντηση, στο έργο του, ΦΙΛΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, (εκδόσεις Καραβία
,σελ 185,189,193,198,202) μας αποκαλύπτει ότι. Από τα αποτελέσματα αυτής της συνάντησης θα κρινότανε η τύχη της Φιλικής, η διάλυσή της, ή η μελλοντική της οργ
άνωση, κάτι που δεν ήταν και δίσκολη υπόθεση «Η διάλυσις των εις την περίστασιν τοιάυτην δεν ήτο δύσκολος δια το ολιγάριθμον των Προσλύτων
. Όλοι ούτοι μόλις ανέβαινον μέχρι τούδε τους τριάκοντα, οι περισσότεροι
μάλιστα ανήκοντες εις το σύστημα εκείνων των ανθρώπων, οι οποίοι ελπίζουν
όλα απ’ άλλους, αγαπώντες, κατά τον κοινόν λόγον,.»
Ποιοι συμμετείχαν στην καθοριστική αυτή συνάντηση; Ο Αναγνωσταράς, ο Ηλίας Χρυσοσπάθης, ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος, ο Χριστόφορος Περραιβός, Ιωάννης
Φαρμάκης, ο Γιωργάκης Ολύμπιος.
Β) Τη μεγάλη σύναξη στη Κέρκυρα το Πάσχα του 1819.(Π.Χιωτης Ιστορία του Ιονίου Κράτους. Τόμ Α,σελ,202).
Η συνεργασία τουΙωάννη Καποδίστρια με τους αρματολούς φωτίζεται επίσης μέσα από την καθολικά αποσιωπημένη, παραγνωρισμένη, μακρόχρονη συνεργασία του με τον Νέστωρα του 21, στενό συνεργάτη του Ρήγα, Χριστόφορο Περραιβό. Ο Περραιβός στα 1798 τυπώνει στην Κέρκυρα τα Θούρια του Ρήγα, (Ιστορία
του Ελληνικού Εύνους Εκδοτική Αθηνών, Τόμ, Ι. Α. σελ,448) Αυτόν τον Περραιβό διορίζει καθηγητή στην πρώτη σχολή Δημόσιας Διοίκησης, την Σχολή της Τενέδου, στην Κέρκυρα ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Περραιβός θα συμμετέχει στην άμυνα της Λευκάδας ως αρχηγός Τάγματος ειδικών δυνάμεων και σε όλες τις μετέπειτα συναντήσεις του Καποδίστρια με τους αρματολούς. Από τις επιστολές του προς τον Τσάρο μέσω Καποδίστρια και Στούρτζα βλέπουμε ότι ο Περραιβός αντιπροσωπεύει, ηγείται μεγάλης μερίδας οπλαρχηγών.
Μπορούμε να υποστηρίξουμε , βάσει των ανωτέρω ότι ο Περραιβός αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο της οργάνωσης του Ρήγα με τον Καποδίστρια, ότι ο Περραιβός παρέδωσε τη σκυτάλη από το Ρήγα στον Καποδίστρια.
Αποκαλυπτική της κομβικής σημασίας της άμυνας της Λευκάδας στην εξέλιξη και την οργάνωση της πορείας προς το 21,είναι επίσκεψη του Καποδίστρια, στην Ιταλία την άνοιξη του 1819 ενώ βρισκόταν καθ’ οδόν προς την Κέρκυρα για την σύναξη των οπλαρχηγών. Στην Ιταλία θα συναντηθεί με τον Μοντσενίγο, (πρώην επίτροπο του Τσάρου στην Ιόνιο Πολιτεία), με τον οποίο συγκρότησαν την Ιόνιο Πολιτεία και τα στρατεύματα της, με τον Νεράτζη, (πρώην πρόξενο της Ιονίου Πολιτείας στη Πετρούπολη), με τον Α. Μουστοξύδη, με τον γραμματέα του Ιγνατίου Ουγγροβλαχίας, Μόστρα. Ο Ιγνάτιος, από το 1815 διαμένει στην Πίζα. Για
να κατανοηθεί ο ρόλος του Ιγνατίου αρκεί να θυμίσουμε ότι. Σε αυτόν κατέφυγε ο Τσακάλωφ μετά την εκτέλεση του Γαλάτη και ο Αναγνωστόπουλος, τον Απρίλιο του1820,μετα τη δεύτερη μεγάλη κρίση της Φιλικής στη Μολδοβλαχία.και την εποχή της επίσκεψης Καποδίστρια μεθόδευε σχέδιο ένοπλης αποστασίας του Αλή εναντίον του Σουλτάνου με χιλιάδες ενόπλων, με οικονομική στήριξη και στήριξη της Ρωσίας. Τις επαφές Καποδίστρια (μέσω Ιγνατίου και Ι. Παπαρηγόπουλου) με Αλή Πασά τεκμηριώνει ο Ι. Φιλήμων,Ιστορικόν Δοκίμιον περί Ελληνικής Επαναστάσεως
(Τόμ Β,σελ408 - 420).
Οι επαφές συνεχίστηκαν και μετά την αναχώρηση του Καποδίστρια από την Κέρκυρα με παράλληλη ενημέρωση Καποδίστρια και Υψηλάντη. Οι επαφές αυτές καθόρισαν, κατά τον Φιλήμωνα, εκτός των άλλων και τον τόπο έκρηξης της επανάστασης του 21.
Στην νικηφόρο άμυνα της Λευκάδας έχουμε την πρώτη (αν όχι και μοναδική) συνεργασία όλων των ενόπλων δυνάμεων του έθνους με ότι καλύτερο
διέθετε το έθνος ως πολιτική ηγεσία. Η άμυνα της Λευκάδας δεν αποτελεί ένα ξεκομμένο γεγονός, αποτελεί ένα καθοριστικής σημασίας κρίκο της αλυσίδας συγκρότησης της ενότητας στρατιωτικής και πολιτικής, εθνικής ηγεσίας. Σφυρηλάτησε δεσμούς, εδραίωσε φιλίες.Όπως ήδη κατανοεί ο αναγνώστης αυτό το άρθρο δεν γράφεται για να υπηρετήσει ακαδημαϊκούς ναρκισσισμούς. Γράφεται φιλοδοξώντας να αποτελέσει μια μικρή προσφορά στην ιστορική μας μνήμη. Γράφεται για να φωτίσει τη θαμμένη στη λήθη, τη σκόπιμα αποσιωπούμενη, άμεση προσωπική βαθιά και μακροχρόνια σχέση του Ιωάννη Καποδίστρια με τους καπεταναίους όλης της Ελλάδας, σχέση ριζωμένη από το 1803 στα 1807, σχέση που συνεχίζεται και βαθαίνει μέχρι και το 1821.(Για τη σχέση Καποδίστρια-Περραιβού και τη σημασία της και τις επιστολές Περραιβού προς τον Τσάρο Αλέξανδρο βλ Γ.Ι.Σκλαβούνου. Ο Άγνωστος Καποδίστριας .Εκδόσεις Παπαζήση,σελ162 - 172).
Η οργάνωση της Άμυνας της Λευκάδας:
Με την άφιξή του, ο Ι. Καποδίστριας αντικατέστησε τον Ρώσο στρατηγό Stadter, με τον καταξιωμένο Έλληνα στρατηγό στη Ρωσική Υπηρεσία Παπαδόπουλο, ο οποίος ανέλαβε τη διοίκηση τόσο των Ρώσων στρατιωτικών της άμυνας, όσο και των πολλαπλάσιων σε αριθμό Ελλήνων τακτικών, εθελοντών και των οργανω
μένων ομάδων αρματολών. Μετέθεσε επίσης τον Βλασσόπουλο.
Τα βασικά μέτρα που πήρε ο Ι. Καποδίστριας είναι τα εξής: -
Δημιούργησε ένα μικρό εθελοντικό στόλο υπεύθυνο για την άμυνα της Λευκάδας, την από θαλάσσης επίθεση στα παράλια αλλά και για την επικοινωνία μεταξύ των Νησιών. Στη δύναμη αυτού του στόλου εντάχθηκαν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (που αρμάτωσε την αρμάδα του με ελληνικά χρήματα) και οι Επτανήσιοι Ιωάννης Σβορώνος, Σπυρίδων Καλλιγάς, Νικόλαος Ποταμιάνος, Τιμόθεος Βουτσινάς, Ιωάννης Κούπας και Διονύσιος Κουντουρές.
- Οργάνωσε και συντόνισε τακτικές επιθέσεις πεζών στα απέναντι παράλια ώστε να καταπονούν τις αντίπαλες δυνάμεις. Σ’ αυτές τις επιθέσεις συμμετείχαν ελληνικές ειδικές δυνάμεις όπως η Ακαρνανική Μπριγκάτα και οι Μακεδόνες μαχητές. Επίσης ο Ιωάννης Καποδίστριας συντόνιζε τις ομάδες του Γιάννη Βαρνακιώτη και των Μπουκουβαλαίων, οι οποίοι έκαναν τις επιθέσε ις τους από τα νησάκια Κάλαμο και Μεγανήσι.
Η Οχύρωση
Με εθελοντές και τεχνικούς που συνόδευαν τον Ι. Καποδίστρια από την Κέρκυρα που συνέρευσαν από τα υπόλοιπα νησιά και την καθολική κινητοποίηση των κατοίκων της Λευκάδας: οικοδομήθηκαν δύο οχυρώματα με το όνομα Αλέξανδρος και Κωνσταντίνος.
- Επισκευάσθηκε το Φρούριο του νησιού
- Προστέθηκαν προμαχώνες στο Φρούριο
- Κατασκευάστηκε στρατόπεδο «περιταφρωθέν» με πασσάλους από τα δάση των νησιών.
Όπως τεκμηριώνει ο Χιώτης, η δημιουργία της 2 μιλίων μήκους τάφρου που χώρισε οριστικά τη Λευκάδα από την Ηπειρωτική Ελλάδα αποτέλεσε ένα υπόδειγμα παλλαϊκής Άμυνας πατριωτικού ενθουσιασμού και αυτοθυσίας. Οκτακόσιους εργάτες πρόσφερε η Ζάκυνθος, 180 κυπαρίσσια και άφθονα πλέγματα. Τριακόσιους εργάτες και 6.000 πασσάλους η Κεφαλονιά. Αγρότες, αστοί, γυναίκες, παιδιά, αψηφώντας τα εχθρικά πυρά έσκαβαν μέρα - νύχτα αμισθί, για να οχυρωθεί η τάφρος.
Οι επιτιθέμενοι
Μία δύναμη 5.000 πεζών και 6.000 Αλβανών ιππέων, 18 μεγάλα κανόνια μεταφερμένα από Ναύπακτο, 50 Γάλλοι τεχνικοί και 30 πυροβολητές αποσταλέντες ειδικά από τον αδελφό του Ναπολέοντα, Ιωσήφ Β’. Αρχηγός της εκστρατείας, ο Βελής Πασάς, γιος του Αλή, ο οποίος αφού κατέλαβε την Πρέβεζα και Βόνιτσα
και τις άφησε στη λεηλασία των ορδών του στρατοπέδευσε στην περιοχή
«5 πηγάδια». Δημιούργησε οχυρωματικά έργα και επεχείρησε την κατάληψη από τα δύο νέοανεγερθέντα οχυρά Αλέξανδρος και Κωνσταντίνος. Οι επιθέσεις αιματηρότατες αλλά άκαρπες και μία Ρωσσοελληνική αντεπίθεση λόγω έλλειψης συνεννόησης δεν κατέλαβε την τελευταία στιγμή το οχυρό των Αλβανικών δυνάμεων.
Οι αμυνόμενοι
:
Η αρχική μικρή στρατιωτική δύναμη του νησιού αποτελούμενη από 250 Ρώσους και μια ομάδα 80 ατόμων της εθνικής φρουράς. Η υπό του στρατηγού Stadter Ρώσικη Ναυτική Μοίρα, που ελλιμενιζόταν στη Ζάκυνθο, η οποία ήλθε ενισχυμένη από το τμήμα της εθνικής φρουράς της Ιονίου Πολιτείας. Επίσης, από τα σώματα των Καπεταναίων και των Ελλήνων ατάκτων η ελληνική δύναμη υπολογίζεται σε 3.000 άνδρες.
Ποια σημαντικά πρόσωπα βρίσκονταν στην Λευκάδα με τον Ι.Καποδίστρια
:
Ο Περαιβός, συνεργάτης και σύντροφος του Ρήγα Φεραίου. Ο Περαιβός βρισκόταν από το 1803 στην Κέρκυρα όπου εργάστηκε ως διδάσκαλος στην πρώτη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, υπό τον Καποδίστρια, μαζί με τον Α. Μουστοξύδη και τον Α.
Ιδρωμένο, ενώ παράλληλα λειτουργούσε ως σύνδεσμος μεταξύ οπλαρχηγών της Ηπείρου, της Στερεάς, του Μοντσενίγου και του Καποδίστρια. Ο Περαιβός ανέλαβε με τον βαθμό του Major (με Ρωσική έγκριση) να συγκροτήσει στην Κέρκυρα δικό του στρατιωτικό σώμα 400 ανδρών που περιορίστηκε σε 250 με τον τίτλο Ειδικές Ελληνικές Δυνάμεις. Αξιωματικοί στο Σώμα του Περαιβού υπήρξαν οι καπεταναίοι Αθανάσιος Αβατσιώτης, Κώστας Χορμόβας, Σπυρίδων Βαράχας και Νικόλας Τζαβέλας γιος του Φώτη Τζαβέλα. Το Σώμα αποβιβάστηκε στη Λευκάδα τον Απρίλη του 1807.
Ο Μητροπολίτης Ιγνάτιος (μετέπειτα Ουγγροβλαχίας) επίσης φυγάς στην Κέρκυρα αποβιβάστηκε στη Λευκάδα μ’ ένα Σώμα περίπου 400 ανδρών μεταξύ των οποίων οι Καπεταναίοι Κ. Στράτος, Γ. Στράτος, Κ. Πουλής, οι αδελφοί Μπουκουβάλα και ο Δημήτρης Καραίσκος.
Ένα δεύτερο μέτωπο οργανώθηκε και λειτούργησε στα μετόπισθεν του Αλή σ’ ολόκληρη την έκταση από τον Όλυμπο την Θεσσαλία, την Μακεδονία, τη Σερβία και τις Παραδουνάβιες ηγεμονίες καθοδηγούμενο από την Κέρκυρα και τη Λευκάδα.
Τα επινίκια και ο Όρκος για την επανάσταση
Η ολοκλήρωση της οχύρωσης της Λευκάδας καθιστούσε το νησί απόρθητο. Παράλληλα υπήρξε και η από θάλασσα ενίσχυση της άμυνας από δυνάμεις της Ρωσικής Ναυτικής Μοίρας των Ελληνικών Ιονικών Ναυτικών δυνάμεων, Κολοκοτρώνης κλπ. Το αντάρτικο φθοράς στις δυνάμεις του Αλή και το δεύτερο Μέτωπο παρέλυσαν τους επιτιθέμενους Αλβανούς και Γάλλους του Αλή.
Στις 30 Ιουνίου 1807, ο Ι. Καποδίστριας με τους προεστούς του επαναστατημένου γένους, τον Περραιβό και τον Ιγνάτιο, με τους Καπεταναίους της Θάλασσας και της Πιερίας, του Ολύμπου και Μοριά, και με τους Ρώσους αξιωματικούς ελληνικής καταγωγής συγκεντρώθηκαν στο Μαγεμένο της Λευκάδας να γιορτάσουν. Μια γιορτή που άρχισε με Ομηρικού τύπου περιγραφές των μαχών για να συνεχιστεί με μουσική, τραγούδι και χορό και να ολοκληρωθεί με τον όρκο για την Εθνική Επανάσταση. Στην ιστορικής σημασίας αυτή γιορτή συμμετείχαν και 250 παλικάρια απ’ αυτούς που αποτελούσαν το αντάρτικο φθοράς στα μετόπισθεν του
Αλή. Αφού έσπασαν όλες τις γραμμές των Αλβανών αποβιβάστηκαν στη Λευκάδα για να πάρουν μέρος στη γιορτή της Εθνικής Αναγέννησης. Αρχηγοί τους ήταν ο Κατσαντώνης και ο Μπότσαρης.
Η Συνθήκη του Τιλσίτ (Ιούλιος 1807): Οι Γάλλοι προσαρτούν τα Επτάνησα στη Γαλλική Επικράτεια
.
Σε υλοποίηση της συνθήκης του Τιλσίτ,(8/81807) ο Γαλλικός στρατός φθάνει στην Κέρκυρα. Ο Ρώσσος ναύαρχος Σενιάβιν παρέδωσε στον Γάλλο στρατηγό
Berthier, τα νησιά του Ιονίου. Ο Berthier με διακήρυξη του (1/9/1807) διακηρύσσει ότι τα Επτάνησα αποτελούν τμήμα της Γαλλικής Αυτοκρατορίας, ότι οι κάτοι-
κοι των νησιών είναι υπήκοοι του Αυτοκράτορα των Γάλλων και Βασιλέα της Ιταλίας, ότι το εθνόσημο και η σημαία της Αυτοκρατορίας θα ήταν το εθνόσημο και η σημαία των Επτανήσων, (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε,σελ,400). Ο Γαλλικός επεκτατισμός είναι πια απροκάλυπτος., η μάσκα της Γαλλικής επανάστασης έχει ξεθωριάσει Η Ιερή Μέθη από τα επινίκια δεν είχε καταλαγιάσει όταν υπογραφότανε η συνθήκη του Τιλσίτ. Αυτό που παρέμενε ήταν η επίγνωση του πόσα λίγα μπορούσαν να αναμένουν από προστάτες και πάτρωνες. Παρέμενε ο Όρκος για την εθνική απελευθέρωση μαζί με την κατακτημένη
εμπειρία της νικηφόρας συνεργασίας, ως θεμέλιο της πίστης στις εθνικές δυνάμεις και δυνατότητες.
142

Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες οἱ ὑπό λατινοφρόνων μαρτυρήσαντες

"Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες οἱ ὑπό λατινοφρόνων μαρτυρήσαντες"

Άγιοι Είκοσι Έξι Οσιομάρτυρες Ζωγραφίτες
Τό Ἅγιον Ὄρος, ἐκτός ἀπό Ὁσίους καί ἀσκητές Ἁγίους καί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀνέδειξε καί πλῆθος Ὁσιομαρτύρων καί Νεομαρτύρων. Ἡ ὑπεράσπιση μέχρι θανάτου τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, χωρίς καμμία ὑποχώρηση καί παραχώρηση, συνόδευε πάντοτε τούς ἀσκητικούς καί νηπτικούς ἀγώνες τους, ἀφοῦ «οὐδέν ὠφελεῖ βίος ὀρθός δογμάτων διεστραμμένων» ( Ἅγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος).
Ἔτσι, ὅταν τό 1274, στή Σύνοδο τῆς Λυών ὁ Αὐτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος (1261-1282) ὑπέγραψε ψευδοένωση μέ τούς Λατίνους, προκειμένου νά ἐξασφαλίσει τήν πολιτική ὑποστήριξη τοῦ Πάπα καί νά μπορέσει νά ἀνασυγκροτήσει τήν ἀποδιοργανωμένη ἀπό τήν λατινική κατοχή Βυζαντινή Αὐτοκρατορία, οἱ Ἁγιορεῖτες ἀντέδρασαν, ὅπως ἄλλωστε καί ἡ πλειοψηφία τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ.
Κατ' ἀρχήν ἔστειλαν γενναία ὁμολογιακή ἐπιστολή πρός τόν Αὐτοκράτορα καί τήν Σύνοδο τῶν Ἱεραρχῶν, ἀφοῦ εἶχε, ἐν τῷ μεταξύ, ἐξοριστεῖ ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἅγιος Ἰωσήφ. Σ' αὐτήν ἐπικρίνουν μέ παρρησία τίς παπικές καινοτομίες, χαρακτηρίζουν τόν πάπα «αἰρετικό» καί «ἀπόστολο τοῦ σατανᾶ», τούς δέ Λατίνους «ἄθεους», ἐνῶ ἐκδηλώνουν τήν ἀπορία τους «πῶς ἄρα καί προσδεκτέοι καί ἑνωτέοι τῷ ἀμωμήτῳ καί ὀρθοδόξῳ σώματι τῆς ἁγίας καθολικῦς καί ἀποστολικῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» (Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, 'Ἅγιον Ὄρος, 2003).
Ταυτόχρονα διέκοψαν κάθε ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ ὅσους ἑνώθηκαν καί ἀποδέχτηκαν τούς Λατίνους.
Ὁ Μιχαήλ Η', ἀποφασισμένος νά ἐπιβάλει τήν ἕνωση μέ κάθε τρόπο, σέ συνεργασία μέ τόν Λατινόφρονα Πατριάρχη Ἰωάννη ΙΑ' Βέκκο (1275-1282) στράφηκε μέ μανία ἐναντίον τῶν Ἁγιορειτῶν. Οἱ δύο λατινόφρονες ἡγέτες Ἐκκλησίας καί Πολιτείας μετέβησαν στό Ἅγιον Ὄρος μέ παπική ἐπικουρία γιά νά ἀναγκάσουν τούς Ἁγιορεῖτες νά δεχθοῦν τήν ἕνωση.
Οἱ Μονές Μεγίστης Λαύρας καί Ξηροποτάμου ὑπέκυψαν πρός στιγμήν στήν βία τῶν Λατινοφρόνων καί ἀποδέχτηκαν τήν βδελυρή ψευδοένωση.
Οἱ Μοναχοί, τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων ἀντιστάθηκαν μέ ἄκαμπτο καί ἀδιάλλακτο φρόνημα. Ἤλεγξαν μέ αὐστηρότητα καί παρρησία τόν δυσσεβῆ βασιλέα καί τούς ὁμόφρονές του ὡς αἰρετικούς καί παράνομους. Ὁ Μιχαήλ ἐξοργισμένος ἔδωσε ἐντολή στούς στρατιώτες του νά βάλουν σ' ἕνα πλοῖο τούς μοναχούς πού κατάγονταν ἀπό τήν Ἰβηρία καί ἀφοῦ ξανοιχτοῦν στό πέλαγος νά τό βυθίσουν μαζί μέ τούς ἐπιβάτες του. Ἔτσι οἱ ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες ἔλαβαν τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου ἐπισφραγίζοντας μέ τή θυσία τους τήν ὅλη ὁσιακή βιωτή τους. Τούς Ἅγίους Ἰβηρίτες Ὁσιομάρτυρες ἑορτάζουμε στίς 13 Μαΐου.
Οἱ λατινόφρονες συνεχίζοντας τήν καταστροφική ἐπιδρομή τους ἔφθασαν στή Μονή Βατοπαιδίου, ἀλλά καί ἐκεῖ ἀντιμετώπισαν ἰσχυρή ἀντίδραση. Ἀφοῦ κατάλαβαν πώς δέν ὑπῆρχε περίπτωση νά λυγίσουν τούς μοναχούς πού ἀντίκρυσαν ὡς ἀκλόνητους βράχους τῆς Πίστεως, ἄρχισαν νά τούς κακοποιοῦν. Τέλος ἔσυραν ἔξω τόν ἁγιώτατο προηγούμενο Ὅσιο Εὐθύμιο καί δώδεκα ἀπό τούς μοναχούς καί τούς ἀπηγχόνισαν. Ἡ μνήμη αὐτῶν τῶν Βατοπαιδινῶν ὁσιομαρτύρων ἑορτάζεται στίς 4 Ἰανουαρίου.
Ἔπειτα ἀπό ὅλα αὐτά καί ἐνῶ οἱ Λατινόφρονες συνέχιζαν νά λεηλατοῦν τά πάντα στό πέρσμά τους, ἔφθασαν στή Μονή τοῦ Ζωγράφου.
Οἱ μοναχοί τῆς Μονῆς Ζωγράφου, εἶχαν εἰδοποιηθεῖ ἀπό ὅραμα τῆς Παναγίας γιά τόν ἐπερχόμενο κίνδυνο. Ἕνας μοναχός πού ἀσκήτευε σέ κοντινό κελλί, τήν ὥρα πού διάβαζε τούς Χαιρετισμούς τῆς Παναγίας, ἄκουσε τή φωνή τῆς Θεομήτορος ἐπιτακτική: «Ἀπελθών ταχέως εἰς τήν Μονήν, ἀνάγγειλον εἰς τούς ἀδελφούς καί τόν Καθηγούμενον ὅτι οἱ ἐχθροί ἐμοῦ τε καί τοῦ Υἱοῦ μου ἐπλησίασαν. Ὅστις λοιπόν ὑπάρχει ἀσθενής τῷ πνεύματι, ἐν ὑπομονῇ ἄς κρυφθῇ, ἕως ὅτου παρέλθει ὁ πειρασμός. Οἱ δέ ἐπιθυμοῦντες μαρτυρικούς στεφάνους ἄς παραμείνωσιν ἐν τῇ Μονῇ. Ἄπελθε λοιπόν ταχέως».
Κάποιοι ἀπό τούς μοναχούς φοβισμένοι κατέφυγαν στά γύρω βουνά. Οἱ ὑπόλοιποι κλείσθηκαν μέσα στόν πύργο τῆς Μονῆς. Ἀπό ἐκεῖ ἤλεγξαν μέ παρρησία τούς Λατινόφρονες ὡς αἱρετικούς καί παράνομους. Τότε ὁ βασιλέας ἐξοργισμένος διέταξε καί τούς ἔκαψαν ζωντανούς μαζί μέ τόν πύργο πού χρησίμεψε σάν ὀχυρό τους. Ἔτσι κέρδισαν καί αὐτοί τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Τά ὀνόματά τους εἶναι Θωμᾶς, ἡγούμενος τῆς Μονῆς, Βαρσανούφιος, Κύριλλος, Μιχαήλ, Σίμων, Ἰλαρίων, Ἰώβ, Κυπριανός, Σάββας, Ἰάκωβος, Μαρτινιανός, Κοσμᾶς, Σέργιος, Μηνᾶς, Ἰωάσαφ, Ἰωαννίκιος, Παῦλος, Ἀντώνιος, Εὐθύμιος, Δομετιανός, Παρθένιος. Μαζί τους μαρτύρησαν καί τέσσερεις λαϊκοί, τῶν ὁποίων δέν διεσώθηκαν τά ὀνόματα. Ἡ μνήμη τῶν Ζωγραφιτῶν Ὁσιομαρτύρων ἑορτάζεται στίς 22 Σεπτεμβρίου.
Ἀφοῦ ὁ Μιχαήλ ἀνεχώρησε ἀπό ἐκεῖ, ἔφθασε στήν κελλιώτικη Λαύρα τῶν Καρεῶν, στήν ὁποία εἶναι ἐγκατεστημένη καί ἡ ἔδρα τοῦ Πρῶτου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ δέ Πρῶτος, ὁ Κοσμᾶς καί οἱ συνασκητές του ἐναντιώθηκαν στόν βασιλέα μέ γενναιότητα, ἐλέγχοντάς τον ὅπως καί οἱ προηγούμενοι Πατέρες. Ὁ βασιλέας ἔκανε ἐπίμονες προσπάθειες νά τούς μεταπείσει. Ὅλες ὅμως ἀπέβησαν ἄκαρπες καθώς καί ἐδῶ οἱ μοναχοί ἀποδείχθηκαν σταθεροί, καί ἀμετάπειστοι. Τά βασανιστήρια πήραν τή θέση τῶν λόγων ἀλλά οἱ εὐλογημένοι μοναχοί μέ ὅλο καί περισσότερη δύναμη ὁμολογοῦσαν τήν Ὀρθόδοξη Πίστη ὡς μόνη ἀληθινή καί σωτήρια.
Ἔτσι διατάχθηκε καί γι' αὐτούς ὁ θάνατος. Ἀγχόνη γιά τόν Πρῶτο Ὅσιο Κοσμᾶ καί σφαγή γιά τούς μοναχούς. Τό αἷμα τῶν Ἁγίων σφράγισε καί ἐδῶ τήν ὁμολογία τους καί μαζί μέ τις ψυχές τους ἀνέβηκε στό θρόνο τοῦ Θεοῦ ὡς ἡ ὕστατη αἱματηρή θυσία τους.
Ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων τοῦ ὁσίου Κοσμᾶ τοῦ Πρώτου ἔγινε στίς 5 Δεκεμβρίου τοῦ 1981. Τότε ἑορτάστηκε καί γιά πρώτη φορά ἡ μνήμη τῶν Καρεωτῶν Ὁσιομαρτύρων καί ἔκτοτε καθιερώθηκε.
Οἱ Ἅγιοι Ὁσιομάρτυρες πού μαρτύρησαν ὑπό τῶν Λατινοφρόνων ἀποτελοῦν μιά συνέχεια στήν ἁλυσίδα τοῦ μαρτυρικοῦ καί ἀσκητικοῦ φρονήματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ὁμολογία καί μαρτυρία ὑπέρ τῆς πίστεως εἶναι ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένα μέ τό μοναδικό ἀγγελικό πολίτευμα καί ἀποδεικνύουν τήν εἰλικρίνεια τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων καί τήν πιστότητα στήν Ὀρθοδοξία καί τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἡ θυσία τῶν Ὁσιομαρτύρων ἀποτελεῖ ὁδοδείκτη γιά τήν πορεία τῶν ἀνά τούς αἰῶνες μοναχῶν καί κυρίως τῶν Ἁγιορειτῶν, πού ὀφείλουν νά μή συμβιβαστοῦν ποτέ μέ ὁποιαδήποτε ἔκπτωση ἀπό τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως, ἐάν θέλουν νά εἶναι πραγματικά συνεχιστές τῆς Παραδόσεώς τους.
Κοντάκιον τῶν Ὁσιομαρτύρων
Ἀνωνύμου μοναχοῦ. Ἦχος πλ.δ'. Τῇ 'Ὑπερμάχῳ.
Λατινοφρόνων καθαιρέτας εὐφημήσωμεν, Κοσμᾶν τόν «Πρῶτον», Ὄρους Ἄθω τό προτείχισμα, πυρικαύστους τε Ζωγράφου Χριστοῦ ὁπλίτας, Βατοπαιδίου συνοδίαν τήν ἀήττητον, καί Ἰβήρων οὐρανόσθενον ὁμήγυριν· τούτοις κράζοντες· χαίρετε στῦλοι τῆς πίστεως.
--------------------------------------------------------------------------
πηγή: Ἀπό τό περιοδικό "Ἅγιον Ὄρος, Διαχρονική μαρτυρία στούς ἀγῶνες ὑπέρ τῆς πίστεως", ἔκδ. Ἁγιορειτῶν Πατέρων - Ἅγιον Ὄρος 2014

ΜΙΑ ΕΝ ΕΤΕΙ 2008 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΝ ΚΑΝΤΙΩΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΜΟΥ ΔΙΑΔΟΧΗΣ

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΕΝ ΕΤΕΙ 2008) ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣ...