Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΙΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΜΙΛΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 29 Ιουλίου 2021

ΟΜΙΛΙΑ ΑΓΙΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ

 

Ομιλία κατα την πανηγυρικην Συνοδικην θείαν Λειτουργιαν επί τη εορτη των Αγιων μαρτυρων Κηρυκου καί Ιουλίττης .
Στις μερες μας βιωνουμε ο,τι δεν μπορουσαμε να φαντασθουμε ποτε. Μας περιτριγυριζουν «κυνες πολλοι» πού μας προκαλουν πολλά δεινα, πρωτοφανη καί πρωτακουστα... Καί ολοι εχουμε χρεος να παρουμε θεσιν, διοτι οι καιροί κρισιμοι καί το κλυδωνιον της κοινωνιας, της Εκκλησιας, του Εθνους μας πολύ μεγαλο καί χαλεπόν. Καί ολοι ζητουν να δωση η Εκκλησια λόγον παρηγορητικον, αλλά καί ελπιδοφορον.
Βεβαια κλυδωνιζεται η Εκκλησία, αλλ ου καταποντιζεται. Δεχεται τραυματα, αλλ ου καταπίπτει υπό των ελκων. Ναυαγια υπομενει, αλλ ου καταποντιζεται. Καί μαζι με την Εκκλησία κλυδωνιζεται καί πάσχει καί ολόκληρη η Οικουμενη. Αλλά προπαντων η δυστηνος πατριδα μας.
Την τελευταια δεκαετια τα πάντα καταρρεουν. Τι να πρωτοαναφερομεν; Τους ανομους νομους; Την απαιδεια της παιδειας μας; Τα απανθρωπα εγκληματα; Το κλείσιμο των εκκλησιων; Τον διωγμο των χριστιανων; Την απανθρωπια της κοινωνιας;
Αν αναζητησουμε τα αιτια θα πρεπει να ξεκινησουμε από τα Πρωτοκολλα των Σοφων της Σιων.
Γραφουν τα Πρακτικα των Σοφων της Σιων πού συνταχθηκαν πρίν 150 χρονια, και των οποίων πρωτος εκδοτης ηταν ενας από τους πρωτους ομολογητας της Εκκλησιας των Κατακομβων της Ρωσιας, ο Καθηγητης Σεργιος Νειλος, οτι σκοπός των Εβραιων Σιωνιστων ηταν καί ειναι ειναι να υποταξουν ολοκληρη την Οικουμενη στην δικη τους κυριαρχια, καί να εξουσιαζουν τα παντα.
Πως θα επιτυχουν αυτό. Ιδού τι γραφουν τα Πρωτοκολλα στο 10 Κεφαλαιο:
"Γνωρίζετε πολύ καλά και σεις οι ίδιοι (οι ανα τον κόσμου Εβραιοι Σιωνιστες), ότι, ίνα καταστήσωμεν δυνατάς τοιαύτας επιθυμίας (της υποταγης ολων εις την εξουσιαν μας), πρέπει να διαταράττωμεν διαρκώς εις όλας τας χώρας τας σχέσεις του λαου και της Κυβερνήσεως, να κουράζωμεν όλον τον κόσμον δια του χωρισμού, της έχθρας, του μίσους και δη δια του μαρτυρίου της πείνης, του εμβολιασμού των ασθενειών, της αθλιότητος, ίνα ούτω οι Χριστιανοί μη βλέπωσιν άλλην σωτηρίαν ή την προσφυγήν εις την πλήρη και ολοκληρωτικήν ηγεμονίαν μας. Εάν δώσωμεν εις τους λαούς τον χρόνον ν’ αναπνεύσωσιν, η ευνοϊκή στιγμή δεν θα φθάση ίσως ποτέ».
Ας πάμε ομως στην προηγουμενη παραγραφο του ιδιου Κεφαλαίου για να δουμε ποιες ειναι οι επιθυμιες των κυριαρχων του Κοσμου πού δεν ειναι αλλοι από τους διαχρονικους σταυρωτες του Χριστου:
Γραφουν:
«Η αναγνώριση της Μοναρχίας μας μπορεί πιθανόν να επέλθει πριν την κατάργηση του Συντάγματος, αν οι λαοί, αγανακτισμένοι από τις ταραχές και την ανικανότητα των κυβερνητών τους, αναφωνήσουν: “Διώξτε τους και δώστε μας γενικό βασιλεα που να μπορεί να μας ενώσει και να καταστρέψει τα αίτια των διαφωνιών μας, τα σύνορα των εθνών, τις θρησκείες, τους υπολογισμούς των Κρατών. Βασιλιά που να μας εξασφαλίσει την ειρήνη και την ανάκαμψη, τις οποίες δε μπορούμε να απολαύσουμε με τους κυβερνήτες μας και τους αντιπροσώπους μας”.
Δυο τρεις ακόμη παραγραφοι από το 10 Κεφαλαιο των Πρωτοκολλων:
« Όταν θα πραγματοποιείται το πραξικόπημά μας (της υποταγης των παντων σ αυτούς), θα πούμε στις λαϊκές μάζες “όλα πήγαιναν απελπιστικά, όλοι οι άνθρωποι υπέφεραν πάνω από τις δυνάμεις τους. Συντρίβουμε λοιπόν και αφανίζουμε τα αίτια της δυστυχίας σας, δηλ. τις εθνότητες, τα σύνορα, τα διάφορα νομίσματα. Αναμφίβολα σας αφήνουμε ελεύθερους να μας δηλώσετε υπακοή. Μπορείτε όμως με πλήρη επίγνωση και δικαιολογημένα να το κάνετε αυτό προτού να δοκιμάσετε αυτό που θα σας προσφέρουμε;” Τότε οι λαοί συνεπαρμένοι θα μας σηκώσουν θριαμβευτικά κυριευόμενοι από ενθουσιώδεις ελπίδες και πεποιθήσεις. Από τότε που έχουμε εισαγάγει στον οργανισμό του Κράτους το δηλητήριο της φιλελευθερίας, όλη η πολιτική του σύσταση έχει μεταβληθεί! Τα Κράτη πάσχουν από θανάσιμη ασθένεια: την αποσύνθεση του αίματος. Δε μένει πια παρά να περιμένουμε το τέλος της αγωνίας τους».
Προχωρουμε λίγο ακόμη:
Μετα από την απελευθερωση της Ελλαδος, (εφετος γιορταζουμε τα διακόσια χρονια από τοτε), συνεβησαν εδω στην Ελλαδα πολλά καί τρομακτικα. Καί πρωτον η επελασις των Βαυαρων το 1833. Η υποταγη της Εκκλησίας εις το Κρατος. Η διαλυσις 400 Μοναστηριων. Η πρωτη απαρχη της οικουμενιστικης αποστασιας. Από τοτε η Εκκλησια πού ηταν σκεπη καί καταφυγιον των υποδουλων Ελληνων επαυσε να ειναι ελευθερα καί ζωσα Εκκλησία, αλλά υπόκειται εις την εξουσια του Κρατπους, ενιοτε του αντιχριστου Κρατους. Από τοτε διοικειται καί κατευθυνεται υπό των ξενων δυτικων απεσταλμενων. Ο ασφυκτικος κλοιος των Παπικων καί των Προτεσταντων εκδηλωθηκε από τον προηγουμενο αιωνα με τις οικουμενιστικες Εγκυκλίους του Οικουμενικου καί από τοτε Οικουμενιστικου Πατριαρχειου Κων/λεως. Από τις Εγκυκλιους του 1902 καί του 1920 καί των επομενων βηματων του Οικουμενισμου. Από το ψευδοπανορθοδοξον καί ουσια Μασωνικόν Συνεδριον του 1923. Από την αντικανονικην καί αντορθοδοξον ημερολογιακην καινοτομίαν, μεχρι καί την ιδρυσιν του Παγκοσμίου Συμβουλίου των «εκκλησιων», ητοι ψευδοεκκλησιων εν ετει 1948. Από αρση των αναθεματων το 1965. Από τις συμπροσευχες με τους αιρετικους. Από τους ψευδο θεολογικους διαλόγους, φθανουμε εις την ψευδοπανορθοδοξον του 2016 των Νεοημερολογιτων καί Νεοεποχιτων στο Κολυμπαρι της Κρητης.
Παραλληλα με τόν ευρυτερον Οικουμενισμόν παρουσιαζεται καί ο Παλαιοημερολογιτικος Οικουμενισμός, ο οποιος καί αυτος, οπως φαίνεται κατευθυνεται από το Βατικανό. Αναφερω το βιβλίο του Γερμαν πού εκδοθηκε το 1984 εις το οποιο εχει καταγραφει η ειδησις, οτι «δεν ειναι πολύ καιρος πού ο Παπας εδωκε εντολήν να διαλύσουν τους παλαιοημερολογιτας, διοτι συτοί ειναι το εμποδιο πού απέμεινε δια την ολοκληρωσιν των σχεδιων» τους. Καί τα σχεδια προχωρουν, οπως φαίνεται, αλλά καί συνεχιζουν εχοντας σημαία τους το «διαιρει καί βασιλευε»....
Εμεις πάντως δεν απορουμε γι αυτά. Διοτι πιστευουμε οτι ειναι σημεια των καιρων. Τα διαβαζουμε καί στους πατερες. Τα βλεπουμε καί στις μερες μας. Τα βλέπουμε στις αποφασεις της οικουμενιστικων Εκκλησιων. Ιδου τι εγραψε στην προχθεσινη Εγκυκλιο της η Εκκλησια του ΝΗ καί τι προτεινει στους οπαδους της: «Να ακούτε τους (κρατικούς) επιστήμονες. Η Εκκλησία συνιστά προς όλους, σε συνεννόηση με τον γιατρό τους, να κάνουν το εμβόλιο, διευκρινίζοντας, ότι: «Το εμβόλιο δεν έρχεται σε καμία αντίθεση με την Αγιογραφική, Πατερική και Κανονική Διδασκαλία της Αγίας μας Εκκλησίας». Καί καπου αλλου θεωρουν το εμβολιο, ως «δωρο του Θεου», ενω γνωριζουν καί αποδεχονται οτι για την παρασκευη των εμβολίων χρησιμοποιουνται καί εμβρυακα κυτταρα, ητοι προιοντα εκτρωσεων ...
Καί οπως ειπαν οι Σοφοι της Σιων πρό 150 ετων, θα χρησιμοποιησουν τα εμβολια τελικα οχι δια την θεραπείαν των ασθενειων, αλλά δια τόν πολλαπλασιασμον τους. Επομενως καί δια τον θανατον εκατομυριων ανθρωπων. Τι ειπωμεν καί τι λαλησωμεν.
Καί ολοι εμεις αντι να εμπιστευθουμε τον Θεό, αντι να καμουμε δεησεις καί λιτανειες, αντι να ελθουμε εις Νινευιτικην μετανοιαν ακουμε την Νεοημερολογιτικη Συνοδον να λέγη: «Η Εκκλησία εμπιστεύεται την επιστημονική κοινότητα των ιατρών, η οποία νυχθημερόν αγωνίζεται για την απαλλαγήν των ανθρώπων από την θανατηφόρο πανδημία. Με τον φωτισμό του Θεού και την επίμονη προσπάθεια των επιστημόνων ιατρών, η ανθρωπότητα έχει πλέον στη διάθεση της το εμβόλιο, το οποίο είναι ικανό να υψώσει το τείχος στην εξάπλωση της πανδημίας». Καί εμεις τους απαντουμε: «Δεν διαφωνουμε οτι ο Θεος για να απαλύνει τον πόνο των ανθρώπων από τις ασθένειες μας χάρισε την ιατρική επιστήμη και τα φάρμακα (οχι ομως να μας κανουν και πειραματοζωα), επισημαίνοντας ότι στην Καινή Διαθήκη ο ίδιος ο Κύριος τονίζει την αναγκαιότητα της Ιατρικής Επιστήμης.. Πρεπει να βλέπουμε πισω από ολα αυτα πού συμβαινουν καί να διακρινουμε τα σημεια των καιρων. Καί δεν μπορουμε να μη λάβουν υπ οψιν οτι χιλιαδες ειναι οι νεκροί από τα εμβολια, οι δε προβλέψεις των επιστημονων ιατρων που σεβονται τον εαυτον τους καί την επιστημην των ειναι λίαν δυσοίωνες δια το εγγυς καί δια το απώτερον.
Καί δυστυχως ζουμε στους εσχατους καιρους, οπως τους προφητευει ο Αββας Παμβω:
« Λεγει ο Αββας Παμβω δια την καταστασιν των Κληρικων κυριως: Οι δε αρχιερείς θα υποχωρούν μπροστά στους ισχυρούς της γης. Και θα λύνουν τις διάφορες υποθέσεις, βγάζοντες από πολλές μεριές δώρα και απολαβές λογιών λογιών για λογαριασμό των. Τον πτωχόν δεν θα τον υπερασπίζονται, θα θλίβουν τας χήρας γυναίκας και θα καταπονούν τα ορφανά. Αλλά και εις τον λαόν θα εισχωρήσει ασωτία. Οι περισσότεροι δεν θα πιστεύουν εις τον Θεόν, θα μισούνται αναμεταξύ των και θα αλληλοτρώγονται ωσάν τα θηρία, θα κλέπτουν ο ένας τον άλλον και θα μεθύουν και θα περπατούν ωσάν τυφλοί.
Τέλος ξαναρωτά ο μαθητής:
-Τι λοιπόν πρέπει να κάνει κάποιος σε κείνη την περίστασιν;
Και ο Γέρων Παμβώ απεκρίθη:
-Τέκνον μου, εις εκείνους πλέον τους καιρούς, όποιος αν ημπορέσει να σώσει την ψυχή του και να παρακινά και τους άλλους δια να σωθούν, αυτός θα ονομασθεί μέγας εις την βασιλείαν των Ουρανών».
Αγαπητοι Πατερες καί Αδελφοι.
Η σημερινη εορτη των αγιων Κηρυκου καί Ιουλιττης, οπως καί καθε εορτη της Ορθοδοξιας μας δινει την ευκαιρια σκεφθουμε καλυτερα για το πως θα αντιμετωπίσουμε την αποστασια του νυν καιρου καί πως θα προφυλαξουμε τους εαυτους μας από τον νυν καί τον επερχόμενο κατακλυσμο.
Δεν χρειαζονται γνωσεις, ουτε κοσμικη σοφια. Πίστις καί αγαπη πρός τόν Θεό χρειαζεται. Καί ταπείνωσις. Καί υπακοη στην Εκκλησία.
Ειπε καποιος εαν θελουμε να εισελθουμε εις τον Παραδεισο πρεπει να ξερουμε πώς η πόρτα ειναι χαμηλή καί η πρεπει να σκυψουμε το κεφαλι (δηλαδή να ταπεινωθουμε), η να γινουμε αθωοι καί απονηρευτοι σαν τα παιδια...
Σημερα θα τιμησωμεν καί τους νεωστι αγιοκαταχθεντας Αγαθονικη και Νεκταριο τους οσιομαρτυρας καί εθνομαρτυρας, τους Κυπριους. Θα καταθεσωμεν εις προσκυνησιν εδω στον Ιερο Ναό της Αγιας Αικατερινης την Ιερα τους Εικονα, την οποία εφιλοτεχνησε η αγιογραφος Αντωνια η Πρεσβυτερα, δια να την εχουμε εις παρηγοριαν καί παραμυθιαν καί να παρακαλουμε τους αγιους, οπως και τους λοιπούς αγιους νεομαρτυρας τους από της Αλώσεως της Κων/λεως τιμωμενους, να μας βοηθουν καί να μας διαφυλαττουν από τους εξ Ανατολής βαρβαρους. Από την μανιαν των οποίων «εν φονω μαχαιρας απέθανον», ητοι επεσαν υπέρ πίστεως καί πατριδος.
Ας παρακαλέσουμε τόν Κύριό μας μαζι με τον Προφητη Δαυιδ: «Κατάρτισαι Κυριε τὰ διαβήματά μου ἐν ταῖς τρίβοις Σου, ἵνα μὴ σαλευθῶσι τὰ διαβήματά μου». Δηλαδή: «Καθοδήγησε καί προσάρμοσε πλήρως τά βήματα τῆς ζωῆς μου στούς δρόμους τῶν ἐντολῶν Σου, γιά νά μήν κλονισθοῦν ποτέ τά βήματά μας». (Ψαλμ. 16,5). Καί πάλιν: «Ἀνάστα, Κύριε, βοήθησον ἡμῖν καί λύτρωσαι ἡμᾶς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου» (Ψαλμ. 43, 27).

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ

 

ΙΕΡΟΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ

ΤΗΣ ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΙΦΣΚΑΕΓΟΧ ΜΑΤΘΑΙΟΣ Ο Α ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

ΤΟΜΕΥΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ - ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ

4ο ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΟ ΛΕΩΦ. ΚΟΡΩΠΙΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΠ. 182                           ΜΑΡΤΙΟΣ 2021

ΟΜΙΛΙΑ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

Τί δὲν κάνει καὶ τί δὲν ἐφευρίσκει ὁ ἔνθεος ζῆλος μιᾶς ἐνάρετης ψυχῆς! Ἀπεστάλη ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ὁ εὐλαβὴς καὶ σοφὸς μοναχὸς Μεθόδιος1  γιὰ νὰ κατηχήση στὴν Ὀρθόδοξο πίστι τὸν βασιληὰ τῶν Βουλγάρων. Αὐτὸ ἔγινε τότε ποὺ αὐτὸς εἶχεν ἀπαρνηθεῖ τὴν εἰδωλολατρεία καὶ εἶχε εἰσέλθει στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία. Εἶχε βαπτισθῆ καὶ εἶχεν ὑποτάξει τὸ κράτος του στὸν βασιληὰ τῶν Ρωμαίων2   καὶ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως.3

 Αὐτὸς λοιπὸν ὁ καλὸς δοῦλος καὶ πιστὸς ὑπηρέτης τοῦ Θεοῦ ἄρχισε νὰ νουθετῆ τὸν νεοφώτιστο μὲ τὴν δύναμι τῆς διδασκαλίας του, ἀλλὰ περισσότερο μὲ τὸ παράδειγμα τῆς ζωῆς του καὶ νὰ τοῦ ὑποδεικνύει μὲ τὰ δόγματα τῆς πίστεως καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου, πῶς πρέπει νὰ ζῆ ἕνας ἀληθινὸς Χριστιανός.

 Ὅμως δὲν ἀρκέσθηκε σ’ αὐτά: ἐζωγράφισε μὲ ἐπιδεξιότητα δύο εἰκόνες. Στὴν μία ἐζωγράφισε τὴν δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴν ἄλλη τὸν ἅδη. Στὴν πρώτη παρουσίαζε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ νὰ κάθεται σὲ θρόνο ὑψηλὸ καὶ μεγαλοπρεπῆ καὶ νὰ περιβάλλεται μὲ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις, μέσα σὲ δόξα πολλήν, ντυμένο μὲ ὅλο το φῶς τῆς θείας Τοῦ δόξης. Παραστέκονταν χίλιες χιλιάδες ἀγγέλων καὶ πλῆθος ἀναρίθμητο ἀνθρώπων ποὺ δικάζονταν καὶ ἀνέμεναν τὴν ἀπόφασι τοῦ φοβεροῦ δικαστῆ. Ἀκόμη ὑπῆρχε τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, ποὺ φαίνονταν μπροστὰ στὸ φοβερὸ βῆμα, ὁ πύρινος ποταμὸς ὁ ὁποῖος ἐξήρχετο ἀπὸ τὸν πύρινο θρόνο καὶ λεπτομερῶς ὅλα τα περιστατικὰ τῆς μελλούσης Κρίσεως.4  Εἰς τὴν ἄλλην εἰκόνα ἔδειχνε τὸν παμφάγον καὶ ἀχόρταγον ἄδην καὶ τὸ ἐκεῖ ἄσβεστον πῦρ.5  Ἐκεῖ ἔδειχνε τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον,6  τὸν σκώληκα τὸν ἀκοίμητον,7   τὰ διάφορα βασανιστήρια τῶν κολαζομένων ἁμαρτωλῶν καὶ τὶς διάφορες μορφὲς τῶν βασανιζόντων δαιμόνων.

 Αὐτὲς τὶς δύο φοβερὲς εἰκόνες τὶς τοποθετοῦσε ὁ φρόνιμος διδάσκαλος καθημερινῶς μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ βασιλέως μαθητοῦ γιὰ νὰ τὸν κάμη νὰ καταλάβη πὼς γιὰ ἕνα ἀσεβῆ καὶ ἁμαρτωλὸ τέτοια θὰ εἶναι ἡ κρίσις, τέτοια θὰ εἶναι ἡ κόλασις. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο προσπαθοῦσε νὰ τὸν στερεώση στὴν ὀρθὴ πίστι καὶ νὰ τὸν παρακινήση νὰ ζῆ θεάρεστο ζωή.

 Ἐγὼ ἐπήνεσα τὸν ζῆλο καὶ τὴν τέχνη τοῦ καλοῦ Μεθοδίου καὶ γι’ αὐτὸ θέλησα νὰ τὸν μιμηθῶ. Στὶς περασμένες δύο διδαχές μου σᾶς παρουσίασα δύο εἰκόνες. Σᾶς ἐζωγράφισα στὴν μία τὴν μέλλουσα Κρίσι καὶ στὴν ἄλλη τὴν αἰώνια κόλασι. Αὐτὸ τὸ ἔκαμα μὲ σκοπὸ νὰ σᾶς ὁδηγήσω στὴν μετάνοια, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μοναδικὴ ὁδὸς γιὰ νὰ ἀποφύγετε καὶ τὴν ὀργὴ τῆς μελλούσης Κρίσεως καὶ τὰ βάσανα τῆς αἰωνίου κολάσεως.

Καὶ γι’ αὐτὴ τὴν μετάνοια ἔρχομαι σήμερα νὰ σᾶς ὁμιλήσω.

 Δὲν μποροῦμε νὰ ἐπιθυμήσουμε καταλληλότερο καιρὸ γιὰ νὰ σωθοῦμε, παρὰ αὐτὲς τὶς ἅγιες ἡμέρες κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ διαπραγματεύεται τὴν σωτηρία μας. Μὰ ἀλλοίμονο! Ἐσεῖς ἀκόμη στέκεσθε; Ἀκόμα δὲν μετανοεῖτε; Ἀντιστέκεστε λοιπὸν στὴν γνώμη σας, στὸ πάθος σας, στὴν ἁμαρτία σας;

 Σκληροκάρδιοι, ἀδιόρθωτοι ἁμαρτωλοί, ἀκοῦστε τί θέλω νὰ σᾶς πῶ σήμερα! Θὰ σᾶς μιλήσω γιὰ τὴν μετάνοια καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω πὼς ὅποιος δὲν θέλει νὰ μετανοήση ἀφοῦ τὸ μπορεῖ, θὰ ἔλθη καιρὸς ποὺ ἴσως νὰ θέλη καὶ νὰ μὴ μπορῆ…

ΜΕΡΟΣ Α.

 Ὑπάρχει καὶ παλαιότερα ἀλλὰ καὶ τώρα ἕνα ζήτημα ἀνάμεσά σε Ὀρθοδόξους καὶ αἱρετικούς. Ποιὸ εἶναι τάχα αὐτὸ ποὺ δικαιώνει καὶ σώζει τὸν ἄνθρωπο; Μήπως μονάχα ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἢ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ θέλησις τοῦ ἀνθρώπου μαζί;

 Ἂν ποῦμε πὼς γιὰ νὰ δικαιωθῆ καὶ νὰ σωθῆ ὁ ἄνθρωπος ἀρκεῖ ἡ θέλησίς του, χωρὶς νὰ χρειάζεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, τότε πέφτουμε στὴν αἵρεσι τῶν Πελαγιανῶν.11  Τὸ ὅτι ἡ χάρις μόνον τοῦ  Θεοῦ σώζει τὸν ἄνθρωπο, ἔστω καὶ χωρὶς τὴν θέλησί του, αὐτὴ εἶναι αἵρεσις τῶν Λουθηροκαλβινιστῶν.12   Οἱ πρῶτοι ἔλεγαν ὅτι ἅμα ὑπάρχη θέλησις, δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ Χάρις. Τοῦτοι ἐδῶ, οἱ δεύτεροι ἰσχυρίζονται ὅτι ἅμα ὑπάρχη ἡ Χάρις ἡ θέλησις δὲν εἶναι ἀναγκαία.

 Ὅμως ἡ ἀληθινὴ γνώμη ἀνήκει στοὺς Ὀρθοδόξους. Οὔτε μόνον ἡ θέλησις τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε μόνον ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ· ἀλλὰ μαζὶ καὶ ἡ θέλησις καὶ ἡ Χάρις δικαιώνουν καὶ σώζουν τὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ διδάσκει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία συμφώνως μὲ τὴν θεία Γραφή, τοὺς ἱεροὺς διδασκάλους καὶ τοὺς ἐμπνευσμένους θεολόγους. Τὸ ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐλευθερία τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως καὶ ἡ βοήθεια τῆς θείας Χάριτος εἶναι αὐτοὶ οἱ δύο τροχοὶ ποὺ τρέχουν μαζὶ γιὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὸν οὐρανό. Αὐτὲς εἶναι οἱ δύο φτεροῦγες μὲ τὶς ὁποῖες μποροῦμε νὰ πετάξουμε γιὰ τὸν Παράδεισο!

 Μᾶς λέγει ὁ Χριστός· ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήση, ἃς ἀπαρνηθῆ τὸν ἑαυτό του: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἐαυτόν».13  Ἰδοὺ ἡ ἐλευθέρα θέλησις τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ πάλι λέγει ὁ Ἴδιος· χωρὶς ἐμὲ δὲν μπορεῖτε νὰ κάμετε τίποτε: «χωρὶς ἐμοῦ οὒ  δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».14  Ἰδοὺ πόσον ἀναγκαία εἶναι ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ.

 Ὁ περίφημος ἱερὸς Αὐγουστίνος15  λέγει ὅτι ὁ Θεὸς ποὺ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο χωρὶς τὸν ἄνθρωπο, χωρὶς δηλαδὴ νὰ τὸ θέλη ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἀδύνατο νὰ σώση τὸν ἄνθρωπο  χωρὶς τὸν ἄνθρωπο, χωρὶς δηλαδὴ νὰ τὸ θέλη ὁ ἄνθρωπος. Γιὰ νὰ σωθοῦμε πρέπει νὰ τὸ θέλουμε καὶ ἐμεῖς καὶ ὁ Θεός. «Δεῖ καὶ τὸ ἐφ’ ἠμὶν εἶναι καὶ ἐκ Θεοῦ τὸ σώζεσθαι» κηρύττει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.16  Τὸ ἴδιο μας διδάσκει καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος. Ἡ χάρις, παρ’ ὅλο ποὺ εἶναι  χάρις, σώζει ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ σωθοῦν: «ἡ χάρις, καν χάρις ἥ τους ἐθέλοντας σώζει».17

 Ἑπομένως γιὰ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μας συντρέχουν μαζὶ ἡ θέλησις τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Προπορεύεται ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀκολουθῆ καὶ ἡ θέλησις τοῦ ἀνθρώπου.18 Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ προσκαλεῖ καὶ ἡ θέλησις τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νὰ ἀκούη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς καλεῖ κάθε ἄνθρωπο εἰς μετάνοιαν διότι θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν, «θέλει πάντας σωθῆναι».19

 Ὅμως ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ θέλη νὰ μετανοήση καὶ νὰ σωθῆ, ἀλλιῶς ἀκοῦστε τί πολὺ κακὸ μπορεῖ νὰ συμβῆ. Ἂν ὁ ἄνθρωπος μείνη γιὰ πολὺν καιρὸ στὴν ἁμαρτία χωρὶς νὰ μετανοήση, ἐκεῖνοι οἱ δύο τροχοί, ἐκεῖνες οἱ δύο φτεροῦγες, ἡ θέλησις δηλαδὴ καὶ ἡ Χάρις, μὲ τὸν καιρὸ ἐξασθενοῦν καὶ δὲν κάνουν καμμίαν ἐνέργειαν.

Ἡ θέλησις ἐξασθενεῖ λόγω τῆς μακρᾶς συνηθείας. Ἡ Χάρις ἀτονεῖ λόγω τῆς μακρᾶς ὑπομονῆς. Ὁ ἄνθρωπος δὲν θέλει νὰ μετανοήση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, γιατί δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ τὴν ξεσυνηθίση. Ὁ Θεὸς δὲν θέλει νὰ συγχωρήση τὴν ἁμαρτία, γιατί δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ὑπομένη. Ὅθεν γεννᾶται ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἀμετανοησία, ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ ἡ ἐγκατάλειψις. Καὶ ἔτσι ὅταν μπορῆ ὁ ἄνθρωπος, δὲν θέλει νὰ μετανοήση.

 Ἴσως ἔλθη ἡ ἐποχὴ ποὺ νὰ θέλη καὶ νὰ μὴ μπορῆ. Καὶ τοῦτο γιὰ δύο ἀφορμές. Καὶ γιατί τοῦ λείπει ἡ θέλησις καὶ γιατί τοῦ λείπει ἡ Χάρις.

 Ἃς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὴν πρώτη. Κατὰ φυσικὸν λόγο, ἡ θέλησις τοῦ ἀνθρώπου κλίνει πρὸς τὸ κακὸ περισσότερο παρὰ πρὸς τὸ καλό. Μετὰ βίας ἀνεβαίνει πρὸς τὸ καλό. Ὅμως πρὸς τὸν κακὸ εὔκολα πέφτει. Καὶ ἂν πέση μιὰ φορά, ἐκεῖ σχεδὸν μένει, σὰν ἀκίνητος.

 Ὅταν ἐκαίετο ἡ Πεντάπολις20  ἀπὸ ἐκείνη τὴν φωτιὰ ποὺ ἔρριξεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ κατακαύση ἐκείνη τὴν μιαρὴ ἁμαρτία,21  ἠθέλησε νὰ λυτρώση ἀπὸ αὐτὸ τὸ μεγάλο κακὸ τὸν δίκαιο Λὼτ μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του. Τοῦ λέγει· βλέπεις ἐκεῖνο τὸ βουνό, τὸ Σηγώρ; Ἐκεῖ τρέξε νὰ σωθῆς. Περπάτα γρήγορα ὅσο μπορεῖς, καὶ πρόσεχε νὰ μὴ στραφῆς διόλου πρὸς τὰ πίσω.

Μὴ στραφῆς διότι ὑπάρχει κίνδυνος, βλέποντας μὲ τὰ μάτια σου νὰ πιαστῆς ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ νὰ καταστραφῆς. «Σώζων σῶζε τὴν σεαυτοὺ ψυχήν. Μὴ περιβλέψης εἰς τὰ ὀπίσω, μηδὲ στῆς ἐν πάση τὴ περιχώρω· εἰς τὸ ὅρος σώζου, μήποτε συμπαραλημφθῆς».22  Φυλάξου ὅσο γίνεται γρηγορώτερα, μὴ χάνης καιρὸ καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα μὴ στραφῆς νὰ κοιτάξης πίσω.

 Ἡ γυναίκα τοῦ Λὼτ δὲν ἀκολούθησε τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Στάθηκε, γύρισε πίσω γιὰ νὰ δή, γιὰ νὰ ἀποχαιρετήση μὲ μιὰ ματιὰ τὴν φλεγόμενη πατρίδα της. Καθὼς ἐστράφη ἔτσι καὶ ἔμεινε. Ἔπηξε, ἔγινε μιὰ κολώνα ἀπὸ ἁλάτι! «Καὶ ἐπέβλεψεν ἡ γυνὴ αὐτοῦ εἰς τὰ ὀπίσω καὶ ἐγένετο στήλη ἅλατος».23  Ἐστράφη, εἶδε, ἔπηξε!

 Αὐτὸ ἔχει βαθειὰ ἔννοια, ἀγαπητοί μου! Ἀκόμη καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς παραγγέλλει στὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιο νὰ ἐνθυμούμεθα αὐτὸ τὸ παράδειγμα· «μνημονεύετε τῆς γυναικὸς Λώτ».24

 Ἡ ἀλληγορία δε εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἀνάβει καὶ καίεται ὅλη ἡ γῆ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Οἱ φλόγες τῆς ἐκύκλωσαν ἀπὸ ὅλα τα μέρη. Ἀπ’ ἔξω καῖνε τὸν κόσμον, μπῆκαν ὅμως καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία τοῦ  Χριστοῦ! Σὲ κάθε ἡλικία καὶ τάξι. Σὲ λαϊκοὺς καὶ ἱερωμένους, σὲ ἄνδρες, σὲ γυναῖκες, σὲ γέροντες, νέους καὶ παιδιά, κυριεύει τὸ κακό. Ἡ οἰκουμένη ὅλη ἔγινε Πεντάπολις. Ἡ φωτιὰ αὐξήθηκε καὶ ἔγινε πυρκαϊά! Ἡ ἀπώλεια ἔφθασε στὸ ἔπακρον.

 Ὁ Θεὸς θέλει νὰ σὲ γλυτώση, Χριστιανέ, ἀπὸ τέτοιο κακὸ καὶ φαίνεται σὰν νὰ σοῦ λέη· σήκω, φεύγα  νὰ σωθῆς στὸ ὅρος, μὴ γυρίσης νὰ δῆς πίσω, μὴ τυχὸν συμπεριληφθῆς καὶ σύ, σπεῦσε νὰ σωθῆς! Φεῦγε τὸ γρηγορώτερο ἀπὸ τὴν διαφθορὰ τοῦ κόσμου. Ἄν σου εἶναι δυνατὸν πέταξε ψηλά, πάνω ἀπὸ τὰ γήϊνα πάθη. Τρέξε νὰ σωθῆς στὸ ὅρος τῆς Χριστιανικῆς ἀρετῆς καὶ τῆς εὐαγγελικῆς τελειότητος.

 Κράτησε μπροστὰ στὸν δρόμο τὰ μάτια καὶ τὴν καρδιά! Μὴ στραφῆς εἰς τὰ ὀπίσω γιὰ νὰ δῆς τὴν ἐπίγεια ματαιότητα, ὅπου σὰν ἀπατηλὸς ἰξός25  πιάνει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ μάτια. Μὴ στραφῆς διότι ἐμποδίζεσαι ἀπὸ τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας σου! Πιάνεσαι ἀπὸ τὸν κακόν; Μένεις στὴν ἀπώλεια. «Σώζων σώζου καὶ σπεῦσον τοῦ σωθῆναι». Φυλάξου, ἀλλὰ καὶ σπεῦσε νὰ φυλαχθῆς, μὴ χάσης καιρό, μὴ στραφῆς «εἰς τὰ ὀπίσω».

 Ἔτσι λέει ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Μὰ ἡ θέλησις τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἀκούει, δὲν περπατεῖ στὸν ἴσιο δρόμο τῶν θείων ἐντολῶν. Μένει στὴν ραθυμία, στρέφεται πρὸς τὸ κακὸ καὶ καθὼς στρέφεται, πιάνεται ἀπὸ τὸ κακὸ καὶ μένει ἐκεῖ!

 Στρέφεται νὰ ἰδῆ ἐκεῖνο τὸ πρόσωπο, πιάνεται ἀπὸ τὴν σαρκικὴ ὄρεξι. Στρέφεται νὰ ἰδῆ ἐκεῖνο τὸ κέρδος, πιάνεται ἀπὸ τὴν φιλαργυρία. Στρέφεται νὰ ἰδῆ ἐκείνη τὴν ματαῖα δόξα, πιάνεται ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Ἐστράφη πρὸς τὸ κακό, εἶδε τὸ κακό, ἔπηξε στὸ κακό. Ἔγινε σὰν τὴν γυναίκα τοῦ Λώτ, στήλη ἅλατος, στερεὸς  στὸ κακὸ καὶ ἀκίνητος.

 Ἡ θέλησις μεταβάλλεται σὲ συνήθεια, ποὺ γιὰ μὲν τοὺς κοσμικοὺς νόμους εἶναι ἕνας δεύτερος νόμος, γιὰ δὲ τὴν ἠθικὴ γίνεται δευτέρα φύσις. Καὶ φύσις καὶ νόμος στὴν θέλησι. Φύσις διότι γίνεται ἀνάγκη καὶ σέρνει μὲ ἀκαταμάχητη βία τοὺς ὅρκους τῆς ἴδιας της φύσεως. Πόσες φορὲς δὲν κάνουμε ἀπὸ συνήθεια ἐκεῖνο ποῦ ἄλλοτε δὲν θὰ κάναμε ποτὲ ἐκ φύσεως; Γίνεται νόμος στὴν θέλησι, ποὺ τελικῶς εἶναι νόμος τυραννικὸς καὶ ἐκβιάζει τοὺς νόμους τοῦ αὐτεξουσίου. Πόσες φορὲς δὲν πράττουμε ὄχι γιατί ἔτσι θέλουμε, μὰ γιατί ἔτσι ἐσυνηθίσαμε;

 Ἡ Σεμίραμις,  ἡ γυναίκα τοῦ βασιλέως τῶν Ἀσσυρίων Νίνου  σκέφθηκε νὰ δοκιμάση τὸν πόσον ὡραῖο πράγμα εἶναι ἡ ἐξουσία. Παρακαλεῖ λοιπὸν τὸν ἄνδρα της νὰ τὴν ἀφήση γιὰ μία μόνον ἡμέρα μοναχή της νὰ χαρῆ τὴν βασιλεία. Βαρειὰ ἡ ἀπαίτησις. Ἡ ἐξουσία δὲν παραδίδεται εὔκολα. Ἐμεῖς εὐκολώτερα παραδίδουμε τὴν ζωή μας σὲ ἄλλα χέρια, παρὰ τὴν ἐξουσία. Κατ’ ἀρχὰς ὁ Νίνος ἀρνεῖται νὰ τῆς κάμη τὴν χάρι. Τῆς λέει ὅτι αὐτὸ ποὺ ζητεῖ εἶναι ἄπρεπον, πὼς ὅ,τι ἄλλο θέλει μετὰ χαρᾶς τὸ δίνει, μὰ νὰ τῆς δώση στὰ χέρια ὅλη τὴν ἐξουσία καὶ μάλιστα στὰ χέρια μιὰ γυναικός…

 «Καλά», ἀποκρίνεται ἡ Σεμίραμις, «σπουδαῖο πράγμα εἶναι γιὰ μιὰ καὶ μόνη ἡμέρα»; Καὶ τί δὲν μπορεῖ νὰ κάμη ἡ ἀπάτη τῶν γυναικών! Τὰ παρακάλια καὶ τὰ δάκρυα τῆς γυναικὸς εἶναι δύο ἀκαταμάχητα ὅπλα. Τόσο τὸν παρακάλεσε, τόσον ἔκλαυσεν ἡ Σεμίραμις, ὥσπου ἐνίκησε τὸν ἄνδρα της, τὸν βασιλέα. Ἔλαβε τὸ ποθούμενον. Νὰ λάβη δηλαδὴ ὅλη τὴν ἐξουσία, νὰ κάμη ὅ,τι θέλει καὶ βούλεται, μὰ μόνα γιὰ μίαν ἡμέρα.

 Ἀμέσως, μόλις αὐτὴ ἡ ὑπερήφανη γυναίκα ἔβαλε στὸ κεφάλι τῆς τὸ στέμμα, ἐπίασε στὸ χέρι τῆς τὸ σκῆπτρο, ἐκάθισε στὸν βασιλικὸ θρόνο, ἔλαβε τὶς σφραγίδες τῆς βασιλείας καὶ διέγνωσε τὴν ὑπακοὴ τοῦ λαοῦ στὰ προστάγματά της, ἀκοῦστε τί ἔκαμε! Ἡ πρώτη διαταγὴ ποὺ ἔδωσε ἦτο νὰ δέσουν χειροπόδαρα τὸν ἄνδρα της, τὸν Νίνο, τὸν βασιλέα, τὸν εὐεργέτη της καὶ νὰ τοῦ κόψουν εὐθὺς καὶ ἀμέσως τὸ κεφάλι του, ὅπερ καὶ ἐγένετο!

 Ἀσυλλόγιστε βασιληά! Δὲν ἔπρεπε νὰ πιστέψης ποτὲ τὰ λόγια μιὰ πλανεμένης γυναίκας! Ποτὲ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσης στὰ χέρια μιᾶς ὑπερήφανης γυναίκας τὰ σκῆπτρα τῆς ἐξουσίας! Ἔτσι ἔχασες καὶ τὴν βασιλεία καὶ τὴν ζωή! Ἔμεινε λοιπὸν αὐτεξούσιος βασίλισσα ἡ Σεμίραμις καὶ ἐβασίλευσε γιὰ ὅλη της τὴν ζωή, ἐκείνη ποὺ ζήτησε νὰ βασιλεύση γιὰ μιὰ μόνον ἡμέρα.

 Καὶ τώρα στὴν ὑπόθεσί μας. Μέσα σὲ τοῦτο τὸ στενὸ βασίλειο τοῦ μικροκόσμου, ἡ θέλησις μὲ τὸ αὐτεξούσιο μοιάζει σὰν ἕνας ἐλεύθερος μονάρχης, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ εἶναι βασιληᾶς, ἔχει τὴν ἐξουσία πάνω στὶς ἀνθρώπινες πράξεις.

 Ἡ συνήθεια μὲ τὴν ἀνάγκη εἶναι ἕνας δυναστικὸς τύραννος ὁ ὁποῖος ὅταν πάρη τὴν ἐξουσία γιὰ μιὰ φορά, τὴν κατακρατεῖ γιὰ πάντα. Μίαν ἡμέρα, μίαν ὥρα, μιὰ μόνο φορά, σκέφτηκες, ἀστόχαστε Χριστιανέ, νὰ βασιλεύση σὲ σένα ἡ ἁμαρτία; Ὅταν ὅμως ἔλαβε ἀπὸ τὸ αὐτεξούσιόν σου τὴν ἄδεια καὶ τὴν ἐξουσία, ἡ μιὰ ἡμέρα ἔγινεν ὅλη σου ἡ ζωή!

 Μιὰ φορὰ σήκωσες τὰ μάτια σου καὶ εἶδες ἐκεῖνο τὸ πρόσωπο, μὰ μέτρησε ποῦ ἔφθασες ἕως τώρα! Ἕως τώρα σὲ ἐκυρίευσεν ὁλόκληρον ἡ σαρκικὴ ὄρεξις. Πεινᾶς γιὰ σάρκα καὶ γιὰ ὁποιαδήποτε σάρκα. Γιὰ νὰ τὴν ἀπολαύσης δὲν λυπᾶσαι ἔξοδα, δὲν βαρυέσαι κόπο, δὲν ἀφήνεις κανένα τρόπο. Μὲ τὸν καιρὸ ἡ ἴδια σου ἡ ψυχὴ ἔγινε σάρκα.  Στέκεις καὶ ἡ ἐπιθυμία σου περιπατεῖ γιὰ νὰ βρῆ νέα τροφή.

Συνομιλεῖς καὶ ἡ ὁμιλία σου περιστρέφεται στὴν διήγησι τῶν σαρκικῶν ἐπιτευγμάτων σου. Πέφτεις νὰ κοιμηθῆς καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ τελευταῖος σου συλλογισμὸς πρὶν σφαλίσης τὰ μάτια σου γιὰ νὰ σὲ πάρη ὁ ὕπνος. Κοιμᾶσαι καὶ αὐτὸ ὀνειρεύεται ἡ φαντασία σου. Ξυπνᾶς καὶ τοῦτο εἶναι ὁ σκοπός σου. Αὐτὸ σήμερα, αὐτὸ αὔριο, αὐτὸ γιὰ πάντα, ποὺ κάποτε ἄρχισε γιὰ μιὰ φορά!

 Μιὰ φορὰ ἅπλωσες ἐσὺ τὰ χέρια σου γιὰ νὰ ἁρπάξης, ἀλλὰ γιὰ μέτρησε πόσες ἔγιναν ἕως τώρα οἱ ἁρπαγές σου; Μέχρι τώρα ἅπλωσες τὰ κτήματά σου πέρα ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν γειτόνων σου. Γέμισαν τὰ σπίτια σου ἀπὸ ξένα πράγματα, ἐπάχυνες μὲ τὸ αἷμα τῶν πτωχῶν. Τόκος ἐπάνω σε τόκο, ἀδικία ἐπάνω στὴν ἀδικία, ἔκαμαν μίαν ἁλυσίδα τόσο μακρυά, πού σου ἔχει δεμένη σφιχτὰ τὴν συνείδησι.

 Δὲν σὲ ἀγγίζουν τὰ δάκρυα τῶν ὀρφανῶν, οἱ ἀναστεναγμοὶ τῶν πενήτων, ἡ ντροπὴ τῶν ἀνθρώπων, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ! Δὲν λογαριάζεις τὴν ψυχή σου, δὲν ἐνθυμῆσαι τὸν θάνατο, δὲν μελετᾶς τὴν Κρίσι, δὲν φοβᾶσαι τὴν κόλασι. Διψᾶς γιὰ τὸ αἷμα τῶν πτωχῶν καὶ ὅσο περισσότερο πίνεις, τόσο περισσότερον, ἀνάβει ἡ φλόγα τῆς φιλαργυρίας σου. Τοῦτο σήμερα, τοῦτο αὔριο, τοῦτο γιὰ πάντα, ἀφοῦ ἄρχισε γιὰ πρώτη φορά!

 Ἔλα τώρα· ἐσὺ θέλεις νὰ μετανοήσης, μὰ ἡ θέλησίς σου ἔπηξε στὸ κακό. Ἐμποδίζεσαι ἀπὸ τὴν συνήθεια, ἡ ὁποία καὶ βασιλεύει. Θέλεις, ἀλλὰ μὲ μιὰ γνώμη ποὺ σαλεύεται καὶ δὲν εἶναι σταθερή. Θέλεις, μὰ μὲ ἕνα σκοπὸ νὰ μὴ ἀφήσης τὴν προτέραν σου ἁμαρτία. Θέλεις νὰ ἐξομολογηθῆς, μὰ δὲν θέλεις νὰ διορθωθῆς. Πράγμα ποὺ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό: θέλεις καὶ δὲν θέλεις. Σημάδι δηλαδὴ πὼς τὰ σχοινιὰ ποὺ σὲ κρατοῦν λασκάρουν λίγο, μὰ δὲν κόβονται!

 Τώρα ποὺ ἀκοῦς αὐτὴ τὴ διδασκαλία, μαλακώνει γιὰ λίγο ἡ καρδιά σου, ἴσως ἀναλύεσαι καὶ σὲ δάκρυα ποῦ σταλάζουν ἀπὸ τὰ μάτια σου, μὰ μόλις βγῆς ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἡ καρδιά σου πάλιν ἔπηξε στὸ κακό! Ἐσὺ πρὸ τοῦ Ἁγίου Πάσχα μετανοεῖς γιατί ἁμάρτησες, μὰ μετὰ τὸ Ἅγιον Πάσχα, ἐσὺ ὁ ἴδιος μετανοεῖς ποῦ μετανόησες! Ἐσύ, μὲ τὴν θεία Μετάληψι ἀκόμη στὸ στόμα, στρέφεσαι στὸν προηγούμενό σου βόρβορο… Τί σὲ σέρνει; Ἡ συνήθεια. Καὶ ἡ θέλησις ὑπακούει στὴν συνήθεια. Καὶ λοιπόν, πότε θὰ ἀποφασίσης νὰ ἀλλάξης γνώμη; Ποτέ!

 Γιὰ ἄκουσε τί λέει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διὰ στόματος τοῦ προφήτου Ἱερεμία. Ἂν ὁ μαῦρος μπορεῖ νὰ ἀλλάξη τὸ χρῶμα τοῦ δέρματός του καὶ ἡ λεοπάρδαλις τὰ πλουμίδια της, ἄλλο τόσο μπορεῖ νὰ ἀλλάξη καὶ γνώμη ἕνας ἄνθρωπος ποὺ συνήθισε στὸ κακό· «εἰ ἀλλάξεται Αἰθίοψ τὸ δέρμα αὐτοῦ καὶ παρδαλις ποικίλματα αὐτῆς καὶ ὑμεῖς δυνήσεσθε εὖ ποιεῖν, μεμαθηκότες κακά».28

 Ἄχ! Σὰν μάθη κανεὶς τὸ κακό, πόσο θέλει νὰ τὸ ξεμάθη; Ἐὰν πάρη γιὰ μιὰ φορὰ ἡ Σεμίραμις τὴν ἐξουσία ἀπὸ τὸν ἄνδρα της, σὰν γιὰ μιὰ φορὰ ἡ συνήθεια κυριεύση τὴν θέλησι, τὸ προσωρινὸ γίνεται παντοτεινό. Ἡ μιὰ ἡμέρα γίνεται ὅλη ἡ ζωή! Ἡ μιὰ φορά, ἀκολουθεῖ γιὰ πάντα! Νὰ λοιπὸν ποὺ ὁ ἕνας τροχὸς δὲν κινεῖται, ἡ μιὰ φτερούγα δὲν πετά.

 Μὰ ὁ ἄλλος τροχός, ἡ ἄλλη φτερούγα,  δηλαδὴ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τί κάνει; Ἐκείνη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ποῦ ἔκαμε ἕνα Παῦλο ἀπὸ διώκτη τῆς Ἐκκλησίας, διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας; Ἕνα Ματθαῖο ἀπὸ τελώνην, Εὐαγγελιστή; Ἕνα Ληστὴ κρεμασμένο στὸν σταυρό, θεολόγο; Ἡ Χάρις ποῦ ἔκαμε τόσους ἁμαρτωλοὺς σὲ μιὰ στιγμὴ ἁγίους;

 Ὅλα αὐτὰ τὰ παραδείγματα εἶναι μιὰ ξεχωριστὴ Χάρις, ποὺ δὲν δίδεται πάντοτε καὶ γιὰ κάθε ἄνθρωπο. Ἐσὺ μὴ ἀποβλέψης σὲ τέτοια θεία Χάρι, τὴν ὁποία ὁ Θεὸς δίδει λίγες φορὲς καὶ σὲ λίγους «οἶς ἐπίσταται κρίμασι».29

 Συλλογίσου ἐκείνη τὴν θεία Χάρι πού σου χορηγεῖ ὁ Θεὸς καὶ ἡ ὁποία σου φθάνει γιὰ νὰ σωθῆς, ποὺ σὲ κρατεῖ πάντα γιὰ νὰ μὴ χαθῆς, ποὺ θέλει νὰ σὲ ὁδηγήση σὲ μετάνοια, τὴν ὁποία ἐσὺ καταφρονεῖς, γι’ αὐτὸ καὶ σὲ ἀφήνει.

 Ἐγώ, λέγει ὁ Θεὸς διὰ στόματος Ἠσαΐου τοῦ προφήτου,30  σὲ ἐφύτεψα, ὢ ἄνθρωπε, σὰν ἕνα ἀμπέλι, ὄχι σὲ γῆ ἔρημη, ἄβατη καὶ ἄνυδρη.31  Ὄχι σὲ τόπο ἄνυδρο καὶ πετρώδη, χωρὶς ἐλπίδα καρποφορίας. Δὲν σὲ ἔκαμα νὰ γεννηθῆς οὔτε μέσα σὲ μιὰ συναγωγὴ Ἰουδαίων,32  οὔτε σὲ ἕνα τέμενος τῶν Ἀγαρηνῶν.33  «Ἐφύτευσά σε ἐν τόπω πίονι», εἰς τόπον παχύν, χλοερό. Διότι σὲ ἔκαμα νὰ γεννηθῆς μέσα στὶς ἀγκαλιὲς μιᾶς ἀληθινῆς Ἐκκλησίας, νὰ τραφῆς ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς μὲ τὸ γάλα μιᾶς ἁγιωτάτης Πίστεως. Γιὰ νὰ σὲ προφυλάξω ἀπὸ ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς, ἀπὸ τὴν ὑφέρπουσα πλάνη τῶν κοσμικῶν ἡδονῶν.

 Σὲ περιέβαλα μὲ φραγμό, μὲ ὅλα τα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὰ ὁποῖα ἔλαβες στὴν κολυμβήθρα γιὰ νὰ μὴ φοβᾶσαι τὶς ἐπιδρομὲς τῶν ληστῶν, τοὺς πειρασμοὺς τῶν δαιμόνων. Ἀνοικοδόμησα πύργο ἀνάμεσά σου, πύργον ἰσχυρό,34  τὴν θεία μου Χάρι. Καὶ γιὰ νὰ σὲ κάνω νὰ φέρης καρπὸ γιὰ τὴν οὐράνια ἀποθήκη,35  σὲ καλλιέργησα συχνὰ μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου μου. Γιὰ νὰ σὲ ποτίσω, ἔχυσα τὸ Αἷμα μου μιὰ φορὰ ἐπάνω στὸν Σταυρὸ καὶ  καθημερινῶς στὰ Μυστήριά μου. Τί περισσότερο μποροῦσα νὰ κάμω γιὰ σένα καὶ δὲν τὸ ἔκαμα; «Τί ποιήσω ἔτι τῷ ἀμπελώνί μου καὶ οὐκ ἐποίησα αὐτῶ;».

 Ὅμως χαμένος ὁ κόπος, ματαῖα ἡ ἐπιμέλεια! Περίμενα καὶ τοῦτον καὶ τὸν ἄλλον χρόνο νὰ κάμη τὸ ἀμπέλι μου σταφύλια, καρποὺς ἀρετῆς. Νὰ δῶ τοῦτον μου τὸν Χριστιανὸ νὰ μετανοήση, νὰ διορθωθῆ, μὰ ποτέ. Ἀκάρπισε, ἀγρίεψε, γέμισε ἀγκάθια τὸ ἀμπέλι μου. Αὐτὸς ἐσκληρύνθη στὸ κακό, μπλέχτηκε ὁλοκληρωτικῶς στὶς ἁμαρτίες· «ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι σταφυλήν, δὲ ἀκάνθας».37

 Πῆτε μου τώρα ἐσεῖς οἱ δάσκαλοι, οἱ θεολόγοι, οἱ πνευματικοί, κρίνετε ἀνάμεσά σε μένα καὶ στὸν ἀμπελώνα μου· κρίνετε τὴν μακροθυμία μου καὶ τὴν ἀχαριστία του· ὕστερα ἀπὸ τόσην ἀγάπη, ἀπὸ τόσην ὑπομονή, ἀποφασίστε, τί νὰ κάμω;

 Θὰ σηκώσω τὸ φράξιμο κι ἃς μποῦν διαβάτες νὰ τὸν διαρπάσουν. Θὰ γκρεμίσω τὸν πύργο του κι ἃς ἔλθουν κλέφτες νὰ τὸν καταπατήσουν. Θὰ προστάξω τὰ σύννεφα τοῦ οὐρανοῦ νὰ μὴ βρέξουν κι ἃς μείνη χέρσος· «ἀφελῶ τὸν φραγμὸν αὐτοῦ καὶ ἔσται εἰς διαρπαγήν· καὶ καθελῶ τὸν τοῖχον αὐτοῦ καὶ ἔσται εἰς καταπάτημα· καὶ ταῖς νεφέλαις ἐντελοῦμαι του μὴ βρέξαι εἰς αὐτὸν ὑετόν».38

 Αὐτὰ δὲν εἶναι λόγια φοβερά, μὲ τὰ ὁποῖα σου λέει ὁ Θεὸς φανερὰ πὼς ἐπὶ τέλους σὲ βαριέται καὶ σὲ ἀφήνει, πῶς ἡ μακροθυμία Τοῦ μεταβάλλεται σὲ ἀγανάκτησι; Ἡ ὑπομονή Του σὲ ὀργή;

 Μὲ πόση καλωσύνη σὲ κράζει καὶ σὲ ἀναμένει καὶ σὺ καταφρονεῖς, λέγει ὁ μακάριος ἀπόστολος Παῦλος! Καὶ λοιπόν, ἐπὶ τέλους , τί σκέπτεσαι; «Ἢ τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος αὐτοῦ καὶ τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς μακροθυμίας καταφρονεῖς ἀγνοῶν ὅτι τὸ χρηστόν του Θεοῦ εἰς μετάνοιάν σε ἄγει;».39

 Αὐτὸ εἶναι τὸ σχοινὶ γιὰ τὸ ὁποῖον σου μιλοῦσα ἄλλη φορᾶ, μὲ τὸ ὁποῖον σὲ τραβὰ ὁ Θεὸς εἰς μετάνοιαν. Ὅμως ἂν σὺ ἀντισταθῆς δυνατά, τὸ σχοινὶ κόβεται καὶ σὺ πέφτεις εἰς τὴν ἐσχάτην ἀπώλειαν. Καὶ ὁ μὲν Θεός σου προσφέρει ὅλους τους θησαυροὺς τῆς θείας Χάριτος, ἂλλ’ ἐσὺ προτιμᾶς τοὺς θησαυροὺς τῆς ὀργῆς· «σὺ δέ», συνεχίζει ὁ ἴδιος Ἀπόστολος, «κατὰ τὴν σκληρότητά σου καὶ ἀμετανόητον καρδίαν, θησαυρίζεις σεαυτῶ ὀργήν».40

 Ἔτσι, εἶναι δίκαιο νὰ πάθης ὅ,τι ἔκαμες. Ἐλησμόνησες τὸν Θεό; Νὰ λησμονηθῆς ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅπως ὅταν σὲ προσκαλοῦσε δὲν ἤθελες, ἔτσι νὰ παρακαλῆς καὶ νὰ μὴ σὲ θέλη! Λέγει ἐπ’ αὐτοῦ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἐπίσκοπος Νύσσης·41  «οὕτω ἡ δικαία του Θεοῦ κρίσις, ταῖς ἠμετέραις διαθέσεσιν ἐξομοιοῦται· οἴαπερ τὰ παρ’ ἠμὶν ἡ, τοιαῦτα ἠμὶν ἐκ τῶν ἰδίων παρέχουσα».42

 Πολλὰ εἶναι τὰ παραδείγματα μέσα στὴν Ἁγία Γραφή, ὅμως ἀνάμεσα στὰ ἄλλα εἶναι καὶ τὸ ἀξιοθρήνητο ἐκεῖνο τοῦ βασιληᾶ τῆς Ἱερουσαλὴμ Σεδεκίου.43  Ὅταν ἄρχισε νὰ βασιλεύη ἦτο νέος, εἴκοσι ἐτῶν περίπου. Ἡ νεότης τοῦ τὸν ὠδήγησε σὲ πολλὰ ἀτοπήματα, ἔχοντας βεβαίως τὴν δυνατότητα ποὺ τοῦ ἔδιδεν ἡ βασιλικὴ ἐξουσία. Καταπατώντας κάθε θεῖο καὶ ἀνθρώπινο νόμο, ἔτρεχε σὰν ἄλογο ἀχαλίνωτο χωρὶς φόβο πρὸς κάθε ἀσέβεια καὶ κακία παρασύρωντας σ’ αὐτὴ τὴν ἀπώλεια, μὲ τὸ παράδειγμά του, τοὺς ἱερεῖς, τοὺς ἄρχοντες καὶ ὅλο του τὸν λαό.

 Ὁ Θεὸς ἤθελε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀσεβοῦς βασιλέως, γι’ αὐτὸ πλειστάκις ἀπέστελλε τὸν προφήτη Ἱερεμία, καθὼς καὶ ἄλλους προφῆτες νὰ τὸν νουθετήσουν, ὥστε νὰ ἐπιστρέψη. Ὁ Ἱερεμίας τὸ ἔπραττε μὲ τόσο πολὺν πόθο, ποὺ δὲν ἔπαυε ἡμέρα καὶ νύχτα, κρυφὰ καὶ φανερά, ἄλλοτε νὰ τὸν προσκαλῆ εἰς μετάνοιαν, ἄλλοτε νὰ τὸν ἐλέγχη καὶ ἄλλοτε νὰ τὸν φοβερίζη. Ὅμως, ὅπως λέγει καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα «ὅταν ὁ ἀσεβὴς ἔλθη εἰς βάθος κακῶν καταφρονεῖ».44

  Ἡ καρδιὰ τοῦ Σεδεκία ἐσκληρύνθη πολύ. Δὲν φοβόταν τὸν Θεό, δὲν ντρέπονταν τὸν Ἱερεμία, περιγελοῦσε τοὺς ὑπόλοιπους προφῆτες, παρέμενε ἀμετάβλητος στὸ κακό· «καὶ οὐκ ἀπεστράφη ἀπὸ προσώπου Ἱερεμίου καὶ ἣν μυκτηρίζων καὶ ἐξουθενῶν τοὺς λόγους αὐτοῦ καὶ ἐσκλήρυνε τὴν καρδίαν αὐτοῦ μὴ ἐπιστρέψαι πρὸς Κύριον».45

 Ναί, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ ἕως πότε; Ἕως ὅτου ἄναψε, τελικῶς, εἰς ὕψη ἡ θεία ὀργὴ καὶ δὲν ὑπῆρχε πλέον καιρὸς γιατριᾶς· «ἕως οὐ ἀνέβη θυμὸς Κυρίου καὶ οὐκ ἣν ἴαμα».46  Ξεσήκωσεν ὁ Θεὸς τὸν μεγαλύτερο τύραννό της οἰκουμένης, τὸν Ναβουχοδονόσορα,47   τὸν βασιληὰ τῶν Ἀσσυρίων.

Ἦλθε μὲ πολυάριθμο στράτευμα καὶ περικύκλωσε τὴν Ἱερουσαλήμ. Τότε μόνο θυμήθηκε τὸν Θεὸ καὶ τοὺς προφῆτες ὁ Σεδεκίας. Ἔστειλεν ἀνθρώπους πρὸς τὸν Ἱερεμία παρακαλώντας τὸν νὰ δεηθῆ γιὰ νὰ τὸν λυτρώση ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν ἐπικίνδυνο ἀντίπαλο· «καὶ ἀπέστειλεν ὁ βασιλεὺς Σεδεκίας πρὸς Ἱερεμίαν λέγων· δεήθητι ὑπὲρ ἠμῶν Κυρίου τοῦ Θεοῦ». Τί συμβαίνει ὅμως;

Ὁ Ἱερεμίας δὲν παρακαλεῖ, ὁ Θεὸς δὲν βοηθεῖ. Εἰσῆλθεν ὁ τύραννος στὴν ἁγία Πόλι, κατεπάτησε τὸν ναό, ἅρπαξε τὰ ἱερὰ σκεύη, πέρασε ἐν στόματι μαχαίρας ὅλους τους κατοίκους ἀπὸ μεγάλο μέχρι μικρό, συνέλαβε τὸν ἴδιο τὸν βασιληά, ἔσφαξε μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ τὰ παιδιὰ τοῦ ὅλα, τὸν ἐτύφλωσε καὶ σιδηροδέμιο τὸν μετέφερε αἰχμάλωτο, μαζὶ μὲ τοὺς ὑπολειφθέντας στὴν Βαβυλώνα.48

 Τὸ πράγμα φαίνεται παράδοξο! Δὲν δέχεται ὁ Θεὸς τοῦ Σεδεκίου τὴν μετάνοια; Ὄχι! Τόσες καὶ τόσες φορὲς κατεφρόνησεν ὁ Σεδεκίας τὸν Θεόν, ὁπότε τελικῶς καὶ ὁ Θεὸς ἐγκατέλειψε τὸν Σεδεκία. Ἄραγε μήπως μερικὲς φορὲς ἐγκαταλείπει καὶ ὁ Θεός; Ναί! Μὰ πότε; «Ὅταν ἀνέβη θυμὸς Κυρίου», ὅταν ἀνάψη στὸ ἔπακρον ἡ θεία Τοῦ ὀργή. Τότε δὲν ὑπάρχει καμμία γιατριά, καμμία· «οὐκ ἔστιν ἴαμα».

 Ὅμως ἐδῶ φαίνεται ὅτι ὁ Σεδεκίας μετενόησε. Ὡστόσο «οὐκ ἣν ἴαμα’, καίτοι ἔστειλεν ἀνθρώπους πρὸς τὸν Ἱερεμία γιὰ νὰ δεηθῆ πρὸς τὸν Θεό. Μ’ ὅλα ταῦτα «οὐκ ἣν ἴαμα». Καὶ γιατί; Γιατί «ἀνέβη ὁ θυμὸς Κυρίου». Γιατί ὅταν ὁ Θεὸς χάση τὴν ὑπομονὴ Τοῦ «οὐκ ἔστιν ἴαμα».

 Ὁπότε, ὅπως ὁ Σεδεκίας τότε ποὺ μποροῦσε δὲν ἤθελε, ἔτσι ἦλθεν ὁ καιρὸς νὰ θέλη καὶ νὰ μὴ μπορῆ. Καὶ καθὼς κάποτε τοῦ ἔλλειψεν ἡ θέλησις, ἔτσι στὸ τέλος τοῦ ἔλλειψεν ἡ Χάρις. Δίχως ἄλλο «οὕτως ἡ δικαία του Θεοῦ κρίσις ταῖς ἠμετέραις διαθέσεσιν ἐξομοιοῦται· οἴαπερ τὰ παρ’ ἠμὶν ἤ, τοιαῦτα ἠμὶν ἐκ τῶν ἰδίων παρέχουσα».

 Ώ, τί φοβερὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δὲν μπορῶ νὰ ἐξηγήσω! Θέλω νὰ σιωπήσω καὶ νὰ σᾶς ἀφήσω νὰ τὸ καταλάβετε. Ἐσεῖς ἀπὸ μόνοι σας. Θέλω νὰ σιωπήσω διότι τὰ λόγια ποὺ ἔπρεπε νὰ πῶ γι’ αὐτὴ τὴν ὑπόθεσι, ξεσχίζουν τὴν ψυχὴ αὐτοῦ ποὺ  θὰ τὰ ἀκούση!

 Μὰ τί φωνὴ αὐτὴ ποῦ ἀκούω; Ἀλλοίμονο σὲ μένα! Εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ὁμιλεῖ διὰ στόματος τοῦ προφήτου Ἰεζεκιήλ·49  «υἱὲ ἀνθρώπου, σκοπὸν δέδωκά σε τῷ οἴκω Ἰσραήλ, καὶ ἀκούση ἐκ στόματός μου λόγον καὶ διαπειλήση αὐτοῖς παρ’ ἐμοῦ». Ἐγώ, λέγει, σὲ ἔστειλα κήρυκα στὸν λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ καὶ θὰ ἀκούσης λόγον ἀπὸ τὸ στόμα μου καὶ θὰ τοὺς ἀπειλήσης ἐκ μέρους μου. Καὶ τί προστάζεις, Θεέ μου, νὰ τοὺς πῶ;

«Ἐν τῷ λέγειν μὲ τῷ ἀνόμω θανάτω θανατωθήση, καὶ οὐ διεστείλω αὐτῶ, οὐδὲ ἐλάλησας τοῦ διαστείλασθαι τῷ ἀνόμω ἀποστρέψαι ἀπὸ τῶν ὁδῶν αὐτοῦ καὶ ζῆσαι αὐτόν, ὁ ἄνομος ἐκεῖνος τὴ ἀδικία αὐτοῦ ἀποθανεῖται, καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐκ χειρός σου ἐκζητήσω». Νὰ πῆς στὸν ἀμετανόητο ἁμαρτωλό, πὼς θὰ πεθάνη ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας του. Ἐὰν δὲν τοῦ τὸ πῆς αὐτό, ὥστε νὰ ἐπιστρέψη καὶ νὰ σωθῆ, αὐτὸς θὰ πεθάνη μέσα στὴν ἁμαρτία του! Τὸ αἷμα του θὰ τὸ ζητήσω ἀπὸ τὰ χέρια σου!

 Ἔτσι μου λέει ὁ Θεὸς καὶ ἐγὼ μπορῶ νὰ σιωπήσω; Θὰ ὁμιλήσω, θὰ ὁμιλήσω, χωρὶς νὰ βλέπω «εἰς πρόσωπον ἀνθρώπου»,50  χωρὶς φόβο ἢ συστολή!

 Νέοι ἐντελῶς ἀπαίδευτοι, ἄλογα χωρὶς χαλινάρι, τυφλοὶ χωρὶς ὁδηγό, πρόβατα πλανεμένα καὶ χαμένα! Γέροντες ἀδιόρθωτοι, ποὺ γεράσατε μέσα στὴν ἁμαρτία παρὰ τὰ χρόνια σας! Ἱερεῖς ἀνευλαβεῖς ποὺ στὰ σκάνδαλα ξεπερνᾶτε τοὺς λαϊκούς! Λαϊκοὶ ἀπειθεῖς ποὺ δὲν ἔχετε φόβον Θεοῦ! Γυναῖκες μωροφιλόδοξες ποὺ ἔχετε μόνον τὸ ὄνομα τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀλλὰ κανένα ἀπὸ τὰ ἔργα αὐτῆς τῆς πίστεως!

 Ὁ Θεὸς σᾶς ἔστειλε ἱερεῖς ποὺ σᾶς διαβάζουν καθημερινῶς τὸ Εὐαγγέλιο. Δασκάλους ποὺ σᾶς νουθετοῦν ἀπὸ τὸν ἄμβωνα. Πνευματικοὺς ποὺ σᾶς ἑρμηνεύουν τὰ πρέποντα στὴν ἐξομολόγησι. Ὅλοι μαζὶ ἀπὸ κοινοῦ σας προσκαλοῦν εἰς μετάνοιαν, σᾶς ἐλέγχουν μὲ τὶς ἁμαρτίες, σᾶς φοβερίζουν μὲ τὴν Κρίσι καὶ τὴν κόλασι, μὰ ἐσεῖς ἀψηφᾶτε τὰ λόγια τους, περιπαίζετε τὶς συμβουλές τους, ὅπως τὸ ἔκαμε ὁ Σεδεκίας μὲ τοὺς προφῆτες!

 Σκληρυνθήκατε στὴν ἁμαρτία, παγώσατε στὴν συνήθεια τοῦ κακοῦ! Καὶ λοιπόν, σᾶς λέγω ἐκ μέρους Του· μὲ τὴν ἁμαρτία ἐζήσατε, μὲ τὴν ἁμαρτία θὰ πεθάνετε· «ἐν τῇ ἁμαρτία ὑμῶν ἀποθανεῖσθε»!51   Τέτοια ἀπόφασι ἔλαβε στὸ Εὐαγγέλιον ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. «Ἀνέβη ὁ θυμὸς Κυρίου».52  Ἄναψε στὸ ἔπακρον ὁ θυμὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν μπορεῖ πλέον νὰ σᾶς ὑποφέρη. «Οὐκ ἔστιν ἴαμα», δὲν ὑπάρχει θεραπεία. Ἀποθανεῖσθε, ἀποθανεῖσθε!..

 Θὰ ἔλθη καιρὸς ποὺ μπορεῖ νὰ σᾶς ἁρπάξη ἀνελπίστως ἕνας αἰφνίδιος θάνατος. Μπορεῖ νὰ συμβῆ αὔριο, σήμερα, αὐτὴ τὴν ὥρα! Κι ἂν ἔλθη καὶ σᾶς εὔρη μπλεγμένους στὴν ἀγκαλιὰ κάποιας ἄσεμνης γυναίκας; Ἂν  σᾶς εὔρη κάποιο ἐγκεφαλικό; Τότε, κατάκοιτοι πάνω σ’ ἕνα κρεββάτι, ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια, θὰ θυμάστε μόνο τὴν περασμένη, παρὰ τὴν μέλλουσα ζωή. Θὰ πονᾶτε γιὰ τὸν χωρισμὸ ἀπ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, παρὰ ἀπὸ συντριβὴ γιὰ τὶς ἁμαρτίες. Θὰ θέλετε νὰ λογαριάσετε πὼς θὰ διορθώσετε τὰ περιουσιακά σας, παρὰ τὴν ψυχή σας!

 Μὰ κι ἂν θέλετε καὶ τότε ἀκόμη νὰ μετανοήσετε βλέποντας στὸ προσκέφαλό σας τὴν γυναίκα σας καὶ τὰ παιδιά σας νὰ κλαῖνε τριγύρω στὸ κρεββάτι· τοὺς φίλους καὶ τοὺς συγγενεῖς νὰ λυποῦνται· τὸν γιατρὸ ποῦ σᾶς ἀπελπίζει γιὰ τὴν ἀρρώστια σας· ἐκεῖ τὸν συμβολαιογράφο ποῦ γράφει τὴν διαθήκη σας· ἐκεῖ τὸν πνευματικὸ ποῦ περιμένει τὴν ἐξομολόγησί σας· βλέποντας πολὺ κοντὰ στὰ μάτια σᾶς τὸν ἐπικείμενο θάνατο, τί εἴδους μετάνοια θὰ ἔχετε μὲ ἕναν νοῦν ταραγμένον ἀπὸ τὴν τόση ζάλη;

Τί εἴδους ἐξομολόγησι μὲ μιὰ γλώσσα πιασμένη ἀπ’ τὴν ἀσθένεια; Καὶ τί εἴδους συντριβὴ θὰ μπορέσετε νὰ δείξετε μὲ μιὰ καρδιὰ χτυπημένη ἀπὸ τοὺς τόσους πόνους; Τότε θὰ ἔχετε τὴν δύναμι νὰ κόψετε τόσες ἁλυσίδες μιᾶς μακρᾶς συνηθείας; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μπορέσετε νὰ διορθώσετε σὲ μιὰ ὥρα τὰ κακὰ μιᾶς ὁλόκληρης ζωῆς;

 Ἂλλ’ ἃς ὑποθέσουμε ὅτι ἐσεῖς θὰ ἔχετε τότε σῶον τὸν νοῦν καὶ τὰς φρένας καὶ θέλετε νὰ μετανοήσετε. Γι’ αὐτὸ στέλνετε ἐλεημοσύνες, σὰν παρακλήσεις καὶ μεσιτεῖες γιὰ νὰ ἐξιλεώσουν τὸν Θεό. Ὅμως δέχεται τάχα ὁ Θεὸς τέτοια μετάνοια; Ποιὸς σᾶς τὸ ἐπιβεβαιώνει; Μήπως ὅταν ὁ Θεὸς ποὺ καταφρονημένος ἀποχώρησεν ἀπὸ τὸν Σεδεκία καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους;

 Ἐκεῖνοι ποὺ ἔζησαν κακὰ καὶ πέθαναν καλά, εἶναι πολὺ ὀλίγοι. Ἐκεῖνοι ποὺ ἔζησαν κακὰ καὶ πέθαναν κακά, εἶναι ἀναρίθμητοι. Καὶ ὅπως σᾶς δίδει ἐλπίδα τὸ παράδειγμα τῶν ὀλίγων, γιατί δὲν σᾶς φοβίζει τὸ παράδειγμα τῶν πολλῶν;

 Ὁ Θεὸς γιὰ νὰ σᾶς δώση τὴν Χάρι Τοῦ ἀποβλέπει στὴν θέλησί σας, μὰ ἡ θέλησις εἶναι πιασμένη ἀπὸ τὴν κατ’ ἐξακολούθησι συνήθεια. Ἴσως ἡ Χάρις Τοῦ ἔχει βαρυνθῆ νὰ ὑπομένη τόσον καιρό.

 Ὁ Θεὸς τόσες φορὲς σᾶς ἀνεζήτησε καὶ δὲν σᾶς βρῆκε. Ἴσως νὰ Τὸν ἀναζητήσετε καὶ σεῖς καὶ νὰ μὴν Τὸν βρῆτε. Τὸ λέγει ὁ Ἴδιος «ζητήσετε μὲ καὶ οὒχ εὐρήσετε».53  Ἐζήσατε μὲ τὴν ἁμαρτία, ἴσως θὰ πεθάνετε μὲ τὴν ἁμαρτία· «καὶ ἐν τῇ ἁμαρτία ὑμῶν ἀποθανεῖσθε».54  Καὶ λοιπόν; Τί φοβερὸ συμπέρασμα! Σᾶς ἔλλειψε μιὰ φορὰ ἡ θέλησις, θὰ σᾶς λείψη μιὰ φορὰ καὶ ἡ Χάρις!

 Ἂν τώρα ποὺ μπορῆτε, δὲν θέλετε νὰ μετανοήσετε, τότε θὰ ἔλθη καιρὸς ποὺ ἴσως θέλετε καὶ δὲν θὰ μπορῆτε. Αὐτὸ ἤθελα νὰ σᾶς ἀποδείξω. Σᾶς τὸ ἀπέδειξα, ὁπότε αἰσθάνομαι ἀναπαυμένος.

  Διά τήν «Ιεραποστολικην Διακονίαν ΓΟΧ» της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσογαίας, Λαυρεωτικής καί Αχαρνων. Ελάχιστος προς Κύριον ευχέτης +Ο Μεσογαίας, Λαυρεωτικης καί Αχαρνων Κηρυκος.

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020

Ομιλία του Αγίου νέου Ιερομάρτυρος και Ισαποστόλου Κοσμά του Αιτωλού, εις την παραβολήν του Σπορέως

Ομιλία του Αγίου νέου Ιερομάρτυρος και Ισαποστόλου Κοσμά του Αιτωλού, εις την παραβολήν του Σπορέως Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και Θεός, αδελφοί μου, έχει πολλά και διάφορα ονόματα. Λέγεται Θεός, λέγεται Υιός Θεού, λέγεται και υιός ανθρώπου, λέγεται και σοφία, λέγεται και ζωή, λέγεται και ανάστασις΄ και ανάμεσα εις τα άλλα λέγεται και γεωργός, επειδή σπείρει τον σπόρον. Όπως ο ίδιος είπεν εις την παραβολήν του αγίου και ιερού Ευαγγελίου: Ηταν ένας γεωργός και εβγήκεν από το σπίτι του, επήρε σπόρον και επήγε να σπείρη εις τα χωράφια του. Και εκεί που έσπερνε δεν έπεσεν εις ένα μέρος ο σπόρος εκείνος. Άλλος έπεσεν εις την στράταν, άλλος εις την πέτραν, άλλος εις τα ακάνθια και άλλος εις την καλήν γην. Εκείνος ο σπόρος που έπεσεν εις την στράτα δεν εφύτρωσε, διατί η γη ήταν σκληρά και καταπατημένη από τους διαβάτας, και ήλθαν τα πετεινά του αέρος και τον έφαγαν τον σπόρον εκείνον, και έμεινεν η στράτα άκαρπη. Έπεσε και άλλος σπόρος επάνω εις την πέτραν, είχεν ολίγον χώμα, εφύτρωσε και αυτός ο σπόρος, μα καθώς εβγήκεν ο ήλιος τον επύρωσεν, και μην έχοντας ρίζαν εξηράνθη, και έμεινεν άκαρπος και αυτός ο σπόρος. Έπεσε και άλλος σπόρος ανάμεσα εις τα ακάνθια, εφύτρωσε και αυτός, όμως εβγαίνοντας τα ακάνθια τον έπνιξαν και εχάθη και αυτός ο σπόρος. Εκείνος πάλιν ο σπόρος που έπεσεν εις την γην την καλήν, εκαρποφόρησεν, αλλά δεν είχεν όλη η γη εκείνη την ίδιαν απόδοση. Λόγου χάριν έσπειρεν σε ένα χωράφι ένα κιλόν σιτάρι και έκαμεν εκατόν. Άλλος σπόρος έπεσε σε πτωχοτέραν γην και έκαμεν εξήκοντα, έπεσε και άλλος σπόρος σε αχαμνότερη και έκανε τριάκοντα. Τώρα με φαίνεται αυτήν την παραβολήν να την εκαταλάβατε κομμάτι καλλίτερα, μα ακόμη όχι τόσον καλά. Μου φαίνεται εύλογον να την ειπούμεν ακόμη απλότερα. Και πρώτον να ειπούμεν ποίος είναι ο γεωργός, δεύτερον ποίον είναι το σπίτι του γεωργού, τρίτον ποίος είναι ο σπόρος, τέταρτον ποία είναι τα χωράφια, πέμπτον ποία είναι η στράτα, έκτον ποία είναι η πέτρα, έβδομον ποία είναι τα ακάνθια, όγδοον ποία είναι η καλή γη που έκαμεν εις το ένα κιλό τα εκατό, τα εξήκοντα, τα τριάκοντα. Τώρα με φαίνεται να την καταλάβετε αυτήν την παραβολήν καλλίτερα. Ο Κύριός μας λοιπόν, που όπως είπαμε είναι ο γεωργός, εβγήκεν από το σπίτι του. Ποίον είναι το σπίτι του Χριστού μας; Η πατρική ουσία, ο πατρικός κόλπος. Πώς εβγήκεν ο Κύριος από την πατρικήν φύσιν και πώς εμείς οι ευσεβείς χριστιανοί πιστεύομεν, δοξάζομεν και προσκυνούμεν την ένσαρκον οικονομίαν του Χριστού μας; Πώς εκαταδέχθη ο Υιός και Λόγος του Θεού, και Θεός αληθινός, και ζωή των απάντων, και εσαρκώθη εις την κοιλίαν της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, όλος μέσα εις την κοιλίαν της Θεοτόκου, και τέλειος άνθρωπος, όλος μέσα εις την πατρικήν φύσιν και όλος πανταχού; Καθώς οι ακτίνες του ηλίου είναι όλες μέσα εις τον ήλιον, και όλες εξαπλωμένες εις όλον τoν κόσμον, και όλες πανταχού, έτσι είναι και ο Κύριος΄ όλος μέσα εις την πατρικήν ουσίαν και όλος μέσα εις την κοιλίαν της Θεοτόκου και πανταχού. Ενός ανθρώπου τώρα ημπορεί ο νους του να είναι όλος εις την πόλιν και όλος εις το σπίτι του, εις τα παιδιά του, και πάλιν όλος ο νους του να είναι μέσα εις το κεφάλι του χωρίς να λείπει τίποτες. Ο άνθρωπος που είναι πλάσμα του Θεού το έχει αυτό το χάρισμα, και δεν θα δύναται ο Θεός να είναι όλος εις τον ουρανόν και όλος εις κάθε μέρος; Έτσι, αδελφοί μου, εβγήκεν ο Κύριος από το σπίτι του και επήρε σπόρον να σπείρει τα χωράφια του. Ποία είναι τα χωράφια του; Είναι οι καρδίες των ανθρώπων. Ποίος είναι ο σπόρος; Είναι το άγιον και ιερόν Ευαγγέλιον, το να πιστεύωμεν και να βαπτιζώμεθα εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος, και να έχωμεν την αγάπην εις τoν Θεόν και εις τους αδελφούς μας. Και καθώς ο γεωργός οργώνει το χωράφι και σπέρνει τoν σπόρον, έτσι και ο Κύριος όργωσε τις καρδίες των ανθρώπων με την διδασκαλίαν του, και μας εφύτευσε την ζωήν την αιώνιον. Ποία είναι η στράτα; Είναι ο υπερήφανος άνθρωπος, που η καρδία του είναι σκληρά, καταπατημένη από τις μέριμνες τις βιοτικές, και ακούει τον λόγον του Θεού και τον δέχεται μετά πάσης χαράς, μα έχει ολίγην ευλάβειαν εις τον Χριστόν, και πηγαίνει με τον διάβολον, και μένει η πέτρα άκαρπη. Ποία είναι τα ακάνθια; Ακάνθια είναι ο πόρνος, που ακούει τον λόγον του Θεού και αυτός΄ ύστερον όμως έρχονται τα πορνικά πάθη και τoν πνίγουν, και χάνεται και μένουν και τα ακάνθια άκαρπα. Ποία είναι η καλή γη που έκαμε τα εκατόν, τα εξήκοντα και τα τριάκοντα; Εκατόν έκαμε ο τέλειος άνθρωπος, εξήκοντα ο μεσαίος και τριάκοντα ο κατώτερος. Μα το κεκρυμμένον νόημα που έχει μέσα τούτη η παραβολή δεν το εκαταλάβατε, και μου φαίνεται εύλογον, αδελφοί μου, να σας ειπώ από ένα παράδειγμα εις κάθε ένα, δια να καταλάβετε καλλίτερα αυτήν την παραβολήν. Και πρώτον ας αρχίσωμεν από την στράταν να ειπούμεν. Έχομεν πολλά παραδείγματα να ειπούμεν. Ας αφήσωμεν τα πολλά και ένα να ειπούμε μόνον, μας φθάνει δια να καταλάβωμεν. Τον παλαιόν καιρόν, χριστιανοί μου, ήταν ένας άνθρωπος και ελέγετο το όνομά του Μανασσής. Τον αξίωσεν ο Πανάγαθος Θεός και έγινε βασιλεύς εις τους Εβραίους. Πενήντα δύο χρόνους εβασάνιζε τους Εβραίους με πολλά παιδευτήρια. Αυτός δεν ήκουεν τον λόγον του Θεού, ήταν σκληροκάρδιος, δεν εμετανόησεν η καρδία του, ήταν στράτα καταπατημένη. Βλέποντας ο πανάγαθος Θεός την κακήν του γνώμην τί κάμνει; Σηκώνει ένα βασιλέα μέσαθε από την Ανατολήν, και τον πολεμεί και τον παίρνει σκλάβον, και τον εκλείδωσε μέσα εις ένα καζάνι αποβραδύς με σκοπόν την άλλην ημέραν να τον κάψει, να τον κάμει θυσίαν εις τα είδωλα. Τί κάμνει ο Μανασσής εκεί μέσα εις το χάλκωμα που ήταν κλεισμένος; Ενεθυμήθη τις αμαρτίες του, έκλαυσε, επαρακάλεσε τον Θεόν να τον ελευθερώσει, και πάλιν άλλην φοράν αμαρτίαν να μη κάμει. Βλέποντας ο Θεός την καλήν του γνώμην, ήκουσε την μετάνοιάν του. Εδέχθη τα δάκρυά του και στέλνει έναν άγγελον και τον ελευθερώνει από εκείνον τον κίνδυνον. Ύστερον επούλησεν τα πράγματά του και τα εμοίρασεν ελεημοσύνην, και επήγεν και ασκήτευεν εις όλην του την ζωήν με νηστείες, αγρυπνίες, προσευχές, κακοπαθίες και επήγεν εις τον Παράδεισον να χαίρεται πάντοτε. Αν ίσως, αδελφοί μου, και είναι εδώ κανένας από την ευγένειάν σας, και είναι η καρδία του σκληρά, καταπατημένη ωσάν του Μανασσή, ως υπερήφανος, ας μετανοήσει, ας ενθυμηθεί τις αμαρτίες του, ας κλαύσει, και να είναι βέβαιος πως ο Θεός, καθώς εδέχθη την μετάνοιαν εκείνου του Μανασσή, δέχεται καθενός, και την ιδικήν σου και την ιδικήν μου. Τώρα μου φαίνεται με το παράδειγμα αυτό να εκαταλάβατε την στράτα, τι θέλει να ειπεί. Είπαμε δια την στράταν, τώρα να ειπούμεν και δια την πέτραν. Έχομεν πολλά παραδείγματα, ας αφήσωμε τα πολλά και ας ειπούμεν ένα, ας πάρωμεν δηλ. τον Απόστολον Πέτρον παράδειγμα. Την Μεγάλην Πέμπτην το βράδυ, ηξεύροντας ο Κύριος, ως καρδιογνώστης Θεός πάντα τα μέλλοντα και μάλιστα την καρδίαν των Εβραίων και του Ιούδα, εκάθισεν ο Κύριος και εδίδαξε τους Αποστόλους πολλά και διάφορα νοήματα. Ανάμεσα εις τα άλλα τους είπε και τούτον τον λόγον: Να ηξεύρετε, μαθηταί μου, πως ένας από εσάς, θε να με πουλήσει εις τους Εβραίους δια τριάντα φλωριά, και θε να με περιγελάσουν οι Εβραίοι, να με υβρίσουν, να με δείρουν, να με σταυρώσουν. Όμως μη λυπάσθε, μαθηταί μου, διατί εγώ θέλω να σταυρωθώ δια να σταυρώσω την αμαρτίαν και τον διάβολον, και να δώσω ζωήν εις τους ανθρώπους. Και την τρίτην ημέραν έχω να αναστηθώ, και η Ανάστασίς μου θέλει προξενήσει χαράν εις τον ουρανόν, χαράν εις την γην, χαράν εις τον Αδην, φαρμάκι και σπαθί δίστομον εις την καρδίαν των Εβραίων, και μάλιστα του διαβόλου. Να ηξεύρετε και τούτο, μαθηταί μου, πως τώρα εδώ είστε όλοι μαζωμένοι, τότε έχετε να με αφήσετε και να φύγετε όλοι σας. Απεκρίθη ο Πέτρος και λέγει: Κύριε, όλοι αν σε αρνηθούν, αμή εγώ δεν σε αρνούμαι. Τότε του λέγει ο Κύριος: Πέτρε, μη καυχάσαι. Λέγει ο Πέτρος: Όχι, Κύριε, εγώ είμαι έτοιμος να χύσω το αίμα μου δια την αγάπην σου. Του λέγει πάλιν ο Κύριος: Καλά, Πέτρε, ο καιρός θέλει το δείξει. Λέγει ο Πέτρος: Όχι, Κύριε, μη γένοιτο εις τον αιώνα να σε αρνηθώ ποτέ. Του λέγει πάλιν ο Κύριος: Πέτρε, μη καυχάσαι. Εσύ τώρα που λέγεις πως δεν με αρνείσαι, εσύ πρώτος έχεις να με αρνηθείς απόψε προτού να λαλήσει ο πετεινός, όχι μία ή δύο φορές έχεις να με αρνηθείς, αλλά τρεις. Διατί καλλίτερα ήξευρεν ο Κύριος την καρδίαν του Πέτρου παρά όπου την ήξευρεν ο Πέτρος. Πάλιν λέγει ο Πέτρος: Όχι Κύριε, όλοι αν σε αρνηθούν, μα εγώ δεν σε αρνούμαι ποτέ. Του λέγει ο Κύριος: το σιτάρι όταν το πυρώσει ο ήλιος, τότε φαίνεται πως είναι ριζωμένον, αν δεν ξηρανθεί. Ομοίως και κάθε χριστιανός, όταν του έλθει πειρασμός και δεν αρνηθεί τον Χριστόν, τότε φαίνεται πως είναι χριστιανός. ΉλΘεν η ώρα, παρεδόθη ο Κύριος με το θέλημά Του εις τας χείρας των παρανόμων Εβραίων, ευθύς εφύγαν οι Απόστολοι, καθώς είπεν ο Κύριος. Επήραν οι Εβραίοι τον Χριστόν μας και τoν επήγαν εις τα παλάτια του Αννα και του Καϊάφα, του Σατανά, και ευθύς άρχισαν και τον εξέταζαν τον Χριστόν μας από που είναι. Επήγεν ο Πέτρος και έστεκεν από μακρυά δια να ιδεί τι τoν κάμνουν τον Χριστόν μας. Έρχεται ένας Εβραίος και λέγει του Πέτρου: και εσύ μαζί με τoν Χριστόν είσαι; Σου πρέπει να σε θανατώσωμεν και εσένα. Απεκρίθη ο Πέτρος και λέγει: δεν είμαι μαζί του, δεν τoν γνωρίζω τι άνθρωπος είναι. Ακούετε, αδελφοί μου, τι έκαμεν ο Πέτρος; Ηρνήθη τoν Χριστόν και επήγε με τoν διάβολον, διατί εκείνος που αρνείται τoν Θεόν δεν έχει αλλού που να πηγαίνη, παρά με τον διάβολον. Πρωτύτερα έστεκε να ιδεί ο Πέτρος τι τoν κάμνουν τoν Χριστόν, ύστερα εκοίταζε την πόρταν να φύγει. Έρχεται άλλος Εβραίος και λέγει του Πέτρου: και εσύ με τoν Χριστόν είσαι; Σου πρέπει να σε θανατώσωμεν και εσένα. Λέγει πάλιν ο Πέτρος, δια δευτέραν φοράν: δεν τον είδα, δεν τoν ηξεύρω τoν Χριστόν τι άνθρωπος είναι. Όταν επλησίασε κοντά εις την πόρταν να φύγει, τoν πιάνει και άλλος Εβραίος και του λέγει: και συ μαζί με τoν Χριστόν είσαι. Εγώ σε γνωρίζω. Σου πρέπει να σε σταυρώσωμεν και εσένα. Λέγει ο Πέτρος: να έχω το ανάθεμα αν ίσως και τoν είδα, αν τoν ηξεύρω τι άνθρωπος είναι. Ακούσετε, αδελφοί μου, τι υπεσχέθη πρωτύτερα, να χύσει και το αίμα του ο Πέτρος δια την αγάπην του Χριστού μας, και τώρα που τoν εξέταζαν τoν Πέτρον δια τoν Χριστόν, παρευθύς τoν ηρνήθη και επήγε με τον διάβολον, ηρνήθη την ζωήν την αιώνιον και επήγεν εις τoν θάνατον. Και καθώς ηρνήθη ο Πέτρος τoν Χριστόν – ω του θαύματος – ελάλησεν ευθύς ο πετεινός, καθώς είπεν ο Κύριος. Ακούοντας ο Πέτρος τoν πετεινόν, εκάηκεν η καρδία του, και εβγαίνοντας έξω από την πόρταν, έπεσε με το κεφάλι κάτου εις την γην και κλαίοντας με μαύρα και πικρά δάκρυα έκαμαν τα μάτια του δύο βρύσες και έτρεχαν ωσάν ποτάμι. Και πάντοτε, όταν άκουε τoν πετεινόν ο Πέτρος εις όλην του την ζωήν, έκλαιεν, ενθυμούμενος την άρνησιν οπού έκαμεν του Χριστού. Εσταυρώθη ο Κύριος με το θέλημά του, ανέστη την τρίτην ημέραν, εφανερώθη εις επτά γυναίκες μυροφόρες, τις ευλόγησε και τις εχαροποίησε λέγοντάς τους: Πηγαίνετε να ειπήτε των Αποστόλων μου πως αναστήθηκα και να έλθουν εις την Γαλιλαίαν, εκεί τους καρτερώ. Είπετε και του Πέτρου να έλθει. Και διατί εξεχώρισεν τον Πέτρον; Τάχα δεν ήταν και αυτός απόστολος του Χριστού; Μα διατί τoν εξεχώρισε; Δια να στοχασθεί ο Πέτρος πως εδέχθη την μετάνοιάν του ο Κύριος, τα δάκρυά του και τoν εσυγχώρησεν. Επήγαν οι Απόστολοι εις τoν Χριστόν και έλαβαν την χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Επήγε και ο Πέτρος, αλλά έστεκε σκυθρωπός ωσάν εντροπιασμένος. Του λέγει ο Χριστός: Πέτρε, Πέτρε, με αγαπάς; Και ερωτώντας τον τρεις φορές του εδιόρθωσε τις τρεις αρνήσεις, και του εσυγχώρησε το σφάλμα του ο Κύριος και του εχάρισε την πρώτην καθέδρα καθώς την είχε και πρώτα. Ύστερον επεριπάτησεν ο Πέτρος από Ανατόλην έως Δύσιν και έκαμε χιλιάδες χριστιανούς. Τον έπιασεν ένας βασιλεύς από την Παλαιάν Ρώμην, και του έλεγε να αρνηθεί τoν Χριστόν και να προσκυνήσει τα είδωλα. Του λέγει ο Πέτρος: Τoν Χριστόν τoν ηρνήθην τρεις φορές, τώρα, βασιλέα, δεν τoν αρνούμαι πλέον, και ό,τι θέλεις κάμε μου, μόνον σε παρακαλώ να με σταυρώσεις με το κεφάλι κάτου δια περισσοτέραν αισχύνην. Τoν επαίδευσε με πολλά παιδευτήρια ο βασιλεύς τoν Πέτρον, ύστερα τον εσταύρωσε με το κεφάλι κάτου, και παρέδωσε την αγίαν αυτού ψυχήν εις τας χείρας του Χριστού μας, και επήγεν εις τoν Παράδεισον να χαίρεται πάντοτε. Τώρα αν ίσως και είναι εδώ κανένας από την ευγένειάν σας ωσάν τoν Πέτρον, οπού ηρνήθη τoν Χριστόν, ας κλαύσει, ας μετανοήσει, και να είναι βέβαιος πως, καθώς εδέχθη του Πέτρου τα δάκρυα, δέχεται και εσένα, μόνον να μη πέσεις εις απελπισίαν. Είπαμε δια την πέτραν, τώρα να ειπούμε και δια τα ακάνθια ποια είναι. Έχομεν πολλά παραδείγματα, μα ας αφήσωμεν τα πολλά και ας ειπούμε ένα. Η οσία Μαρία η Αιγυπτία ήταν δώδεκα χρονών κορίτσι. Έπεσεν εις τας χείρας του διαβόλου, ημέρα και νύκτα ευρισκόταν εις την αμαρτίαν. Την εφώτισεν ο Πανάγαθος Θεός και φεύγει από τoν κόσμον, και επήγεν εις την έρημον. Εκεί εκαθόταν και ασκήτευε σαράντα χρόνους, και με τρία ψωμιά επέρασε την ζωήν της, και εκαθαρίσθη, και έγινεν ωσάν Αγγελος. Θέλοντας ο Κύριος να την αναπαύσει, έστειλεν ένα άγιον ασκητήν, τoν αββά Ζωσιμά, να την εξομολογήσει και να την μεταλάβει τα Αχραντα Μυστήρια. Και έβλεπε την αγίαν ο ασκητής, και έστεκε μίαν πήχυν υψηλά επάνου από την γη. Την εξομολόγησε, την εμετάλαβε τα Αχραντα Μυστήρια, ύστερα παρέδωσε την αγίαν της ψυχήν εις τας χείρας του παναγάθου Θεού, και επήγεν εις τον Παράδεισον να χαίρεται μαζί με τους αγγέλους πάντοτε. Αν ίσως και είναι κανένας εδώ από την ευγένειάν σας, άνδρας ή γυναίκα, ωσάν την Μαρίαν, δηλαδή πόρνος, αυτήν την ώραν ας κλαύσει, ας μετανοήσει, τώρα που έχει καιρόν. Και να είναι βέβαιος πως σώζει εκείνον, καθώς έσωσε και την οσίαν Μαρίαν. Είπαμεν τους τρεις τρόπους των αμαρτωλών, τώρα θέλετε να ειπούμε και τους τρεις των δικαίων; Ή τους ηξεύρετε; Και πρώτον ας ειπούμεν ποία είναι η καλή γη, που έκαμε τα εκατό. Έχομεν πολλά παραδείγματα να ειπούμεν, μα ας αφήσωμε τα πολλά και ας ειπούμεν ένα. Ας πάρωμεν μίαν γυναίκα παράδειγμα, δια να μη παραπονούνται αι γυναίκες, και λέγουν πως οι άνδρες ημπορούν να κάνουν καλά και σώνονται, και αυτές είναι αδύνατες και δεν ημπορούν. Και ας πάρωμεν παράδειγμα την αγίαν Παρασκευήν. Η αγία Παρασκευή ήταν δώδεκα χρονών κορίτσι από γένος ευγενικόν. Απέθανεν ο πατέρας της και η μητέρα της. Κάθεται η Αγία και κάνει έναν πύργον υψηλόν και δυνατόν, και έβαλε τα πράγματά της όλα μέσα. Έβαφε τα μάτια της με μαυράδι, έβανε σκουλαρίκια στα αυτιά της, έβαφε το πρόσωπό της και τα χείλη της με κοκκινάδι, έβανε γερδάνια εις τον λαιμόν της, είχε και δακτυλίδια εις τα δάκτυλά της, είχε και ένα ζωνάρι μαλαματένιο εις την μέσην της, βάνει και ένα φόρεμα ωραιότατον και παπούτσια ως μίαν πιθαμήν υψηλότερα από τα άλλα κορίτσια. Με αυτά εστολιζόταν η αγία. Είναι εδώ κανένα κορίτσι που θέλει να στολίζεται; Ας πάρει παράδειγμα να στολίζεται ωσάν την αγίαν Παρασκευήν. Τώρα να ιδούμεν ποίος είναι ο πύργος ο υψηλός. Ο υψηλός και δυνατός πύργος είναι ο ουρανός, που εμοίρασεν δηλαδή όλα της τα πράγματα ελεημοσύνην, και τα έστειλεν με τους πτωχούς εις τον Παράδεισον. Με τι έβαφε τα μάτια της; Όχι με μαυράδι ωσάν μερικές γυναίκες ανόητες, που το βάνουν δια να φαίνονται εύμορφες εις τους άνδρας, αλλά εσηκωνόταν η Αγία κάθε αυγή, και ενθυμούμενη τις αμαρτίες των χριστιανών, έκλαιε κτυπώντας το πρόσωπόν της και βρέχοντάς το με δάκρυα. Ποία είναι τα σκουλαρίκια; Είχε τα αυτιά της ανοικτά, στέκοντας με ευλάβειαν δια να ακούη το ιερόν και άγιον Ευαγγέλιον. Με τι έβαφε τα χείλη της; Όχι με κοκκινάδι, αλλά λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ», είχε δηλαδή στα χείλη της την ιδίαν την αλήθεια. Ποίον είναι το γερδάνι που είχεν εις τον λαιμόν της; Είναι από τις νηστείες που έκανε, και έλαμπεν ο λαιμός της ωσάν τον ήλιον. Ποία είναι τα δακτυλίδια; Είναι από τις πολλές μετάνοιες που έκαμνε και εγίνοντο κόμποι κόμποι τα δάκτυλά της. Ποίον είναι το ζωνάρι το μαλαματένιο; Είναι η παρθενία που εφύλαγεν εις όλην της την ζωήν. Ποίον είναι το φόρεμα; Είναι η εντροπή που είχεν εις του λόγου της, και ο φόβος του Θεού που την εσκέπαζε. Ποία είναι τα παπούτσια τα υψηλά; Είναι ο νους της, που τον είχεν εις τον ουρανόν, και δεν τον είχεν εις την γην να στοχάζεται τούτα τα μάταια, τα ψεύτικα, τα γήινα ωσάν τα άλλα κορίτσια. Έτσι εστολιζόταν η Αγία. Αν ίσως και είναι κανένα κορίτσι και θέλει να στολίζεται ωσάν την αγίαν Παρασκευήν, να στοχασθεί τι έκαμεν η Αγία, να κάμει και εκείνη δια να σωθεί. Έτσι αδελφοί μου, η αγία Παρασκευή έμαθε γράμματα και έγινε σοφωτάτη, επούλησε τα πράγματά της και τα έδωκεν ελεημοσύνην, εφύλαξε παρθενίαν εις όλην της την ζωήν. Την αξίωσεν ο Θεός και έκαμε θαύματα, ιάτρευε τυφλούς και κουφούς και λεπρούς και δαιμονισμένους, και νεκρούς ανέσταινε. Δύο Εβραίοι, τέκνα του διαβόλου, βλέποντες την Αγίαν να κάνει θαύματα, την εφθόνησαν και πηγαίνοντες εις τον βασιλέα Αντωνίνον, ο οποίος ήταν από την παλαιάν Ρώμην, του λέγουν πως είναι χριστιανή. Ακούοντας ο βασιλεύς πως η αγία Παρασκευή πιστεύει εις τον Χριστόν, την κράζει ο βασιλεύς και της λέγει: Παρασκευή, αρνήσου τον Χριστόν και έλα να θυσιάσεις εις τους μεγάλους Θεούς να σε κάμω βασίλισσα. Λέγει του η Αγία: εγώ δεν είμαι τρελλή και ανόητη ωσάν εσένα να αρνηθώ τον Χριστόν μου, και να πηγαίνω με τον διάβολον, να αφήσω την Ζωήν, και να πηγαίνω εις τον θάνατον. Αμποτε εσύ να άφηνες το σκότος και να έλθεις εις το φως. Ακούετε, αδελφοί μου, ένα κορίτσι να ομιλεί με τέτοιαν παρρησίαν εμπρός εις τον βασιλέα; Όποιος έχει τον Χριστόν εις την καρδίαν του δεν φοβάται όλον τον κόσμον. Αν ίσως θέλομεν και εμείς, αδελφοί μου, να μη φοβούμεθα μήτε ανθρώπους μήτε δαίμονας, τον Θεόν να έχωμε πάντοτε εις την καρδίαν μας, και έτσι να μη φοβούμεθα τίποτε. Λέγει της αγίας ο βασιλεύς: τρεις ημέρες σου δίδω διορίαν, διότι αν ίσως και δεν έλθεις να προσκυνήσεις τα είδωλα σε τρεις ημέρες, θα σε θανατώσω, θα σε καύσω μέσα εις ένα καζάνι. Του λέγει η Αγία: Βασιλέα, εκείνο που θέλεις να κάμεις εις τρεις ημέρας, κάμε το τώρα, διατί εγώ δεν αρνούμαι τον Χριστόν μου. Τότε προστάζει ο βασιλεύς και ανάφτουνε μίαν φωτιάν μεγάλην και βάνουν ένα καζάνι γεμάτο πίσσα, θειάφι και κατράμι και βράζει καλά. Βλέποντας η Αγία το καζάνι που έβραζε εχαιρόταν, πως έμελλε να αναχωρήσει από τούτον τον ψεύτικον κόσμον δια να υπάγει εις τον Αληθινόν. Προστάζει ο βασιλεύς να βάνουν την Αγίαν μέσα εις το καζάνι δια να καεί. Έκανε τον σταυρόν της η Αγία και εμβαίνει μέσα. Καρτερεί δύο τρεις ώρες ο βασιλεύς, έβλεπε οπού δεν εκαιγόταν η Αγία. Τότε της λέγει ο βασιλεύς: Παρασκευή, διατί δεν καίεσαι; Του λέγει η Αγία: Ο Χριστός μου το εδρόσισε και δεν καίομαι. Της λέγει ο βασιλεύς: Ράντισέ με και εμένα εις το πρόσωπον να ιδώ, καίει; Επήρεν η Αγία με τα δύο της χέρια και του ρίχνει εις το πρόσωπον, και ευθύς –ω του θαύματος- ετυφλώθηκε και εγδάρθηκε το πρόσωπόν του. Φωνάζει ο βασιλεύς: Μέγας ο Θεός των χριστιανών! Πιστεύω και εγώ τον Θεόν που πιστεύεις και εσύ, Παρασκευή, μόνον έβγα γρήγορα να με βαπτίσεις. Εβγήκεν η αγία Παρασκευή και τον εβάπτισε με όλον του το βασίλειον και εκαθαρίσθη. Εβγήκεν η Αγία Παρασκευή και επήγε και εδίδαξε και ένα άλλο βασίλειον και τους εβάπτισε. Ύστερον την έπιασεν άλλος βασιλεύς και την αποκεφάλισε, και επήγεν εις τον Παράδεισον να χαίρεται πάντοτε. Αυτή η αγία έκαμε τα εκατόν και εκέρδισε πέντε στεφάνους: πρώτον στέφανον έχει να λάβει διατί εμοίρασεν όλα της τα υπάρχοντα ελεημοσύνην, δεύτερον διατί έμαθε γράμματα και έγινε σοφωτάτη, τρίτον διατί εφύλαξε παρθενίαν εις όλην της την ζωήν, τέταρτον διατί εδίδαξε δύο βασιλείς και τους έκαμε χριστιανούς, πέμπτονδιατί έχυσε το αίμα της δια την αγάπην του Ιησού Χριστού. Αυτή η Αγία έκαμε τα εκατόν. Είναι εδώ κανένας από λόγου σας που θέλει να γένη τέλειος ωσάν την αγίαν Παρασκευήν; Ας αγωνίζεται δια να σωθεί. Μα δεν ημπορεί να κάμει τα εκατόν; Ας έλθωμεν παρακάτω, εις εκείνον που έκαμε τα εξήκοντα. Εις τας εννέα του Οκτωβρίου μηνός εορτάζει η αγία μας Εκκλησία ένα άγιον Ανδρόνικον με την αγίαν Αθανασίαν. Ήταν ανδρόγυνον, τους εχάρισεν ο πανάγαθος Θεός δύο τέκνα αρσενικά, το ένα ήταν δέκα χρονών και το άλλο δώδεκα. Μίαν ημέραν απέθαναν και τα δύο. Εκαθόταν και έκλαιεν η αγία Αθανασία δια τα παιδιά της. Έρχεται Αγγελος Κυρίου και της λέγει: Αθανασία, διατί κλαίεις και λυπάσαι; Τα παιδιά σου χαίρονται μέσα εις τον Παράδεισον, και έχεις να τα απολαύσεις εις την Δευτέραν Παρουσίαν, και μη λυπάσαι. Έτσι την επαρηγόρησεν ο Αγγελος. Λέγει η Αθανασία του Ανδρονίκου: Αφέντη, χιλιάδες άνθρωποι και γυναίκες έζησαν και εφύλαξαν παρθενίαν εις όλην τους την ζωήν, εμείς δεν εφυλάξαμεν. Μας εχάρισεν ο Θεός δύο παιδιά και μας τα επήρε, επανδρευθήκαμεν και εκάμαμεν τα σωματικά, δεν γινόμεθα καλόγεροι να κάμωμε και τα ψυχικά, να υπάγωμεν εις τον Παράδεισον; Πρώτον, η Αθανασία ονόμασε τον άνδρα της αφέντη. Είναι δια τιμήν της γυναικός να λέγει τον άνδρα της αφέντη. Της απεκρίθη και ο ευλογημένος Ανδρόνικος και της λέγει: Ας είναι, αδελφή μου, ας γίνει το θέλημα του Θεού. Αδελφή την ονόμασεν, και από εκείνην την ώραν εζούσαν ωσάν αδελφοί. Επούλησαν τα πράγματά τους και τα εμοίρασαν ελεημοσύνην, επήγαν και οι δύο εις μοναστήρια και έγιναν καλόγεροι και περνούσαν με νηστείες, σκληραγωγίες, κακοπάθειες, και εσώθησαν και επήγαν εις τον Παράδεισον. Αυτοί έκαμαν τα εξήκοντα, διατί έκαμαν πρώτον τα σωματικά, έκαμαν και τα ψυχικά. Αυτοί βέβαια είναι κατώτεροι από την Αγίαν Παρασκευήν. Αν ίσως και θέλει να κάμει τα εξήκοντα κανένας από λόγου σας, ας αγωνίζεται ωσάν τον Αγιον Ανδρόνικον και την Αγίαν Αθανασίαν και σώνεται. Και αν είναι κανένας από λόγου σας και δεν ευχαριστείται με την γυναίκα του και γυρεύει ξένην γυναίκα, ας στοχασθεί τον Αγιον Ανδρόνικον τι έκαμε, και ας εντρέπεται. Αν ίσως πάλιν και είναι καμία γυναίκα που δεν ευχαριστείται με τον άνδρα της, αλλά θέλει άλλον άνδρα, ας στοχασθεί τι έκαμεν η Αγία Αθανασία, και ας εντρέπεται. Πάλιν δεν ημπορείτε να κάμετε τα εξήκοντα; Ας έλθωμεν παρακάτω, εις εκείνον που έκαμε τα τριάκοντα. Έχομεν πολλά παραδείγματα να αναφέρωμε, μα ας αφήσωμε τα πολλά και ας ειπούμε ένα. Εις την Ανατολήν ήταν ένας άνθρωπος, το όνομά του παπα Ιωάννης, υπανδρευμένος, είχεν είκοσι παιδιά. Και μίαν ημέραν ένας Δεσπότης εκόνευσεν εις το σπίτι του παπα Ιωάννου. Βλέπει τα παιδιά που εκάθονταν. Ερωτά ο δεσπότης τον παπά. Τίνος είναι τα παιδιά; Λέγει ο παπα Ιωάννης: Εδικά μου είναι, αφέντη Πανιερώτατε, ο Θεός μου τα εχάρισε. Του λέγει ο Δεσπότης: Πόσα παιδιά είναι; Λέγει ο παπα Ιωάννης: είκοσι. Λέγει ο Δεσπότης. Πόσους χρόνους έχεις υπανδρευμένος; Λέγει ο παπάς: δεκαοχτώ. Τότε λέγει ο Δεσπότης του παπά: Δια δεκαοχτώ χρόνους να έχεις είκοσι παιδιά, εσένα σου πρέπει να είσαι καθηρημένος. Λέγει ο παπάς: Να εξομολογηθώ, Δεσπότη μου, και αν το εύρεις εύλογον, ας είναι ορισμός του Θεού. Αρχίνισε ο παπάς και λέγει: Εγώ, Δεσπότη μου, έμαθα γράμματα ελληνικά, έγινα δεκαοκτώ χρονών αναγνώστης και υποδιάκονος, εικοσιπέντε διάκονος και όταν έγινα τριάντα χρονών, με επαρακάλεσαν οι χριστιανοί, και ο δεσπότης και έγινα παπάς, χωρίς να δώσω κανένα άσπρο. Κατά τους θείους και ιερούς νόμους υπανδρεύθηκα. Πρώτον εξωμολογηθήκαμεν με την παπαδιά μου, επήγαμεν εις την εκκλησίαν και εστεφανωθήκαμεν. Έπειτα από το στεφάνωμα εκοινωνήσαμεν τα Αχραντα Μυστήρια, και ωσάν επέρασαν τρεις ημέρες εσμίξαμεν με την παπαδιά μου, και ωσάν έμεινεν έγκυος, εχωρίσαμεν, έως ότου εσαράντισε, και τότε εματασμίξαμεν, και πάλιν έμεινε έγκυος και ευθύς ανεχώρησα. Με τέτοιον τρόπον έκαμα τα είκοσι παιδιά οπού βλέπει η πανιερότης σου δια δεκαοκτώ χρόνια. Λέγει ο δεσπότης: Συγχωρημένος να είσαι να κάμεις πενήντα και εκατό παιδιά. Έτσι ο ευλογημένος παπάς έμαθε τα παιδιά του γράμματα, τα εκπαίδευε με νουθεσίες καλές, και επήγε και εις τον Παράδεισον να χαίρεται πάντοτε. Αυτός έκαμε τα τριάκοντα, είναι παρακάτω από εκείνον που έκαμε τα εξήκοντα. Θέλεις και συ, αδελφέ μου, να κάμεις τα τριάκοντα ωσάν τον παπα Ιωάννην; Αγωνίζου τώρα που έχεις καιρόν, και σώνεσαι. Αυτή είναι η εξήγησις της παραβολής, αυτήν την παραβολήν εφανέρωσεν ο Κύριος, μα ακόμη δεν εκαταλάβατε το νόημά της, και λέγει έτσι: Ο πρώτος σπόρος οπού έπεσεν εις την στράταν είναι οι Εβραίοι, οι οποίοι είναι δια την Κόλασιν. Ο δεύτερος σπόρος οπού έπεσεν εις την πέτραν είναι οι ασεβείς, ομοίως είναι κάλπικη η πίστις τους, του διαβόλου. Ο τρίτος σπόρος οπού έπεσεν εις τα ακάνθια είναι οι αιρετικοί, και αυτών η πίστις του διαβόλου είναι. Ο τέταρτος σπόρος οπού έπεσε εις την καλήν γην, είναι η πίστις των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών, οι οποίοι σώνονται, μα πώς σώνονται; Σώνεται ο καθένας καθώς έπραξεν. Αν ίσως και έκαμε καλά, πηγαίνει εις τον Παράδεισον, αν έκαμε κακά, πηγαίνει εις την Κόλασιν. Διατί ο κόσμος είναι μοιρασμένος εις τέσσαρα μέρη. Τα τρία μέρη είναι δια την Κόλασιν και το άλλο μέρος δια τον Παράδεισον. Αυτό είναι το νόημα του Χριστού, και όποιος θέλει ας στοχασθεί καλά με τον νουν του, αν θέλει να σωθεί. 18ος αιών – «Διδαχές» Ε’ διδαχή σελ. 248, «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον», σελίς 325 και εξής

ΜΙΑ ΕΝ ΕΤΕΙ 2008 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΝ ΚΑΝΤΙΩΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΜΟΥ ΔΙΑΔΟΧΗΣ

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΕΝ ΕΤΕΙ 2008) ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣ...