Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020
Ο ΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΔΥΤΙΚΩΝ (1755)
ΚΑΤΑΚΟΜΒΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Ματθαιικοί Κηρύκου: οἱ προσερχόμενοι εἰς τό Σῶμα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γίνονται δεκτοί διά Βαπτίσματος.
Τῆς αἱρέσεως πλέον παγιωθείσης καί ἐκτρεπομένης ὁσημέραι ἔτι περισσότερον, επί πλέον τοῦ τύπου τοῦ Ὀρθοδόξου Βαπτίσματος ἤδη καταργηθέντος ἐν τῆ πράξει από πολλών δεκαετιών, ἡ Ἱερά Σύνοδος, κατακολουθοῦσα τῆ ἀποφάσει τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου τοῦ 1755, ἀποφασίζει ὅπως ἐφεξῆς οἱ προσερχόμενοι εἰς τό Σῶμα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γίνονται δεκτοί διά Βαπτίσματος.
ΚΑΤΑΚΟΜΒΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ Η μοναδική σύνοδος που δηλώνει Μια εκκλησία και άγεται και φέρεται ως Μια εκκλησία. Ολες οι άλλες παρατάξεις ΓΟΧ κοροϊδεύουν Θεόν και αλλήλους με αποφάσεις που σημαίνουν ότι θέλεις, η καθόλου αποφάσεις.
* Ομοίως ο άγιος Γλυκέριος ( της Ρουμανικής συνόδου που ενώθηκαν οι ΓΟΧ) ειναι χειροτονημένος υφ'ενός απο Ν/γίτη σχολάζων ο οποίος επέστρεψε στο Νεο. Επίσης ο Γλυκέριος Βάπτιζε τους Ν/γίτες, αλλά ενώ οι ΓΟΧ τον δικό τους ''ματθαιικό'' ( Γλυκέριο) τον έχουν άγιο, με κανονική αποστολική διαδοχή, τον original ( Ματθαίο) τον εχουν για αντικανονικό και πλανημένο...αεί υποκριτές
ΟΜΟΛΟΓΩ ΕΝ ΒΑΠΤΙΣΜΑ (π. Γεωργιου Μεταλληνου) Ο π. Γεωργιος Μεταλληνός εις τό βιβλίον του "Ομολογω εν Βαπτισμα", παραθετει ως εν παραρτηματι τον ορο της Αγιας του Χριστου Εκκλησίας περί του βαπτισματος των Δυτικων (1755)". Αυτον τον Ορο εδημοσιευσε εις εν των βιβλίων του αλλά καί εφηρμοζε ο αοίδιμος Βρεσθενης Ματθαιος δια τούς νεοημερολογιτας Οικουμενιστας μεχρι που ηλθεν ο πρωην Φλωρινης καί τόν κατηγορησε ως "αναβαπτιστην", οτε ο αγιος πατηρ ηρχισε να εφαρμοζη την οικονομίαν, ως καί ημεις μεχρι προ τινος επραττομεν, αλλά καί πραττομεν, οπου δεν ειναι δυνατον να εφαρμοσθει η ακριβεια. Ομως η καινοτομος καί οικουμενιστικη πορεία των οικουμενιστων, καί εν οψει της τελείας αποστασιας, μας ωδηγησεν εις τήν απόφασιν της 24 Νοεμβριου του 2016, η οποία ειναι συνεχεια καί συνεπεια του ορου της Αγιας του Χριστου Εκκλησίας περί του βαπτισματος των Δυτικων (1755), την οποίαν καί παραθετομεν: επισυνάπτεται *
Παραθετομεν καί την απόφασιν της Πανορθοδοξου Ιερας Συνοδου της 24 Νοεμβριου 2016, η οποία ειναι συνεχεια καί συνεπεια του ως ανω ορου του 1755:
ΑΠΟΦΑΣΙΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΛΗΦΘΕΙΣΑ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΕΔΡΙΑΝ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ 24ης ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2016
Θέμα: Τρόπος ἀποδοχῆς τῶν ἐκ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (Νεοημερολογιτῶν καί Παλαιοημερολογιτῶν) προσερχομένων εἰς τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς απανταχού Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τήν συνεδρίαν Αὐτῆς τῆς 24ης Νοεμβρίου 2016 (ἐ. ἡμ.), εἰς τό ἐν Στρογγύλῃ Κορωπίου Ἐπισκοπεῖον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας, συγκληθεῖσα ὑπό τήν προεδρίαν τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Μεσογαίας, Λαυρεωτικῆς και Αχαρνών κ. Κηρύκου, παρόντων τῶν μελῶν Αὐτῆς Σεβ. Μητροπολιτῶν Βράντσεα Ρουμανίας κ. Γεροντίου, Κένυας και Πάσης Αφρικής κ. Ματθαίου, Κιτίου και πάσης Κύπρου κ. Παρθενίου, Κιέβου και πάσης Ρωσίας κ. Σεραφείμ, Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Αμφιλοχίου, και Ορους Λιβάνου κ. Σεραφείμ ἐπελήφθη τοῦ θέματος τοῦ τρόπου ἀποδοχῆς τῶν ἐκ τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ (Νέοημερολογιτῶν καί Παλαιοημερολογιτῶν) προσερχομένων εἰς τήν Γνησίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Ἡ Ἱερά Σύνοδος λαβοῦσα ὑπ’ ὅψιν ὅτι:
Α. Ὁ Οἰκουμενισμός (Νεοημερολογιτικός καί Παλαιο-ημερολογιτικός) εἶναι αἵρεσις ἡ ὁποία συγκεφαλαιώνει ὅλας τάς προηγουμένας καί καταδεδικασμένας ὑπό τῆς Ἐκκλησίας αἱρέσεις, ὁδηγοῦσα εἰς τήν πανθρησκείαν τοῦ Ἀντιχρίστου.
Β. Ἡ Ἐκκλησία κατ’ ἀκρίβειαν οὐδέν Μυστήριον ἀναγνωρίζει τελούμενον ἐκτός τοῦ Σώματος Αὐτῆς, θεωροῦσα ταῦτα ὡς ἄκυρα καί στερούμενα τῆς Θείας Χάριτος.
Γ. Ἰδίᾳ περί τοῦ εἰσαγωγικοῦ εἰς τό Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας Μυστηρίου τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ἡ Ἐκκλησίᾳ ἄλλοτε χρωμένη οἰκονομίας (Ἐκκλησίαι Ἑλλάδος καί Κύπρου), ἐδέχετο τούς ἐπιστρέφοντας εἰς Αὐτήν διά χρίσεως Ἁγίου Μύρου καί ἄλλοτε χρωμένη τήν ἀκρίβειαν (Ἐκκλησίαι Ρωσίας καί Ρουμανίας) ἐδέχετο αὐτούς διά Βαπτίσματος.
Τῆς αἱρέσεως πλέον παγιωθείσης καί ἐκτρεπομένης ὁσημέραι ἔτι περισσότερον, επί πλέον τοῦ τύπου τοῦ Ὀρθοδόξου Βαπτίσματος ἤδη καταργηθέντος ἐν τῆ πράξει από πολλών δεκαετιών, ἡ Ἱερά Σύνοδος, κατακολουθοῦσα τῆ ἀποφάσει τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου τοῦ 1755, ἀποφασίζει ὅπως ἐφεξῆς οἱ προσερχόμενοι εἰς τό Σῶμα τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γίνονται δεκτοί διά Βαπτίσματος.
Εἰδικαί περιπτώσεις κρίνονται ἀναλόγως υπό των κατά τόπους Επισκόπων, πάντοτε συμφωνως προς την Ορθόδοξον Πατερικήν Παράδοσιν και Διδασκαλίαν.
Ἡ Ἱερά Σύνοδος
+ Ὁ Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ, Πρόεδρος
+ Ὁ Βράντσεα Μολδαβίας ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ
+ Ὁ Κένυας και Τανζανίας ΜΑΤΘΑΙΟΣ
+ Ὁ Κιτίου ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ
+ Ο Κιέβου ΣΕΡΑΦΕΙΜ
+ Ο Λαρίσης και Τυρνάβου ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ
+ Ο Ορους Λιβάνου και Φοινίκης ΣΕΡΑΦΕΙΜ
Ο ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ
+ Ιερομόναχος ΣΩΖΟΜΕΝΟΣ ΠΟΛΥΒΙΟΥ
ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΕΚ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ
‘Εκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς
Ὁ Μητροπολίτης ΓΟΧ
+ Ο Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς
Κήρυκος
* επισυναπτόμενο
Όρος της Αγίας του Χριστού Εκκλησίας περί του βαπτίσματος των Δυτικών (1755)
† Πολλών όντων των μέσων, δι’ ων της σωτηρίας ημών αξιούμεθα και τούτων, ως ειπείν, κλιμακηδόν αλληλενδέτων και αλληλουχουμένων όντων, άτε δη πάντων προς το αυτό τέλος αφορώντων, πρώτον εστι το τοις ιεροίς Αποστόλοις θεοπαράδοτον βάπτισμα, οία δη των λοιπών τούτου χωρίς απρακτούντων· «εάν γαρ τις μη γεννηθή, φησίν, εξ ύδατος και πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν των ουρανών»[336]· έδει και γαρ αναγκαίως, της πρώτης γεννήσεως επί τον θνητόν τουτονί βίον παραγαγούσης τον άνθρωπον, γέννησιν ετέραν εξευρεθήναι και τρόπον μυστικώτερον, μήτε από φθοράς ανερχόμενον, μήτε εις φθοράν καταλήγοντα, δι’ ου γένοιτ’ αν ημίν δυνατόν μιμήσασθαι τον αρχηγόν της σωτηρίας ημών Ιησούν Χριστόν. Το γαρ εν τη κολυμβήθρα ύδωρ του βαπτίσματος εν τάξει μήτρας λαμβάνεται, και τόκος τω τικτομένω γίνεται, η φησιν ο Χρυσόστομος[337]· το δε εν τω ύδατι επιφοιτών Πνεύμα εν τάξει Θεού το έμβρυον διαπλάττοντος· και ώσπερ εκείνος μετά την εν τάφω κατάθεσιν τριταίος επί την ζωήν ανεφοίτησεν, ούτως οι πιστεύοντες, αντί της γης, το ύδωρ υποδυόμενοι, εν τρισί καταδύσεσι την τριήμερον εαυτούς χάριν της Αναστάσεως εξεικονίζουσιν[338], αγιαζομένου του ύδατος τη επιφοιτήσει του παναγίου Πνεύματος, ως αν τω μεν φαινομένω ύδατι το σώμα φωτίζοιτο, τω δε αοράτω Πνεύματι τον αγιασμόν η ψυχή λήψαιτο· ως γαρ το εν τω λέβητι ύδωρ της του πυρός μεταλαμβάνει θερμότητος[339], ούτω το εν τη κολυμβήθρα ύδωρ τη ενεργεία του Πνεύματος εις θείαν μεταστοιχειούται δύναμιν, καθαίρον μεν και υιοθεσίας αξιούν τους ούτω βαπτιζομένους, τους δε άλλως πως τελουμένους, αντί καθάρσεως και υιοθεσίας ακαθάρτους και σκότους υιούς αποφαίνον.
Επειδή τοιγαρούν προ χρόνων ήδη τριών ζήτημα ανεφύη, ει τα παρά την παράδοσιν των αγίων Αποστόλων και θείων Πατέρων και παρά την συνήθειαν και διαταγήν της Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας επιτελούμενα βαπτίσματα των αιρετικών δεκτά εστι, προσερχομένων ημίν, ημείς, άτε θείω ελέει τη ορθοδόξω Εκκλησία εντραφέντες, και τοις κανόσι των ιερών Αποστόλων και θείων Πατέρων επόμενοι, και μίαν μόνην γινώσκοντες την ημετέραν αγίαν καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν, και ταύτης τα μυστήρια, επομένως και το θείον βάπτισμα, αποδεχόμενοι, τα δε υπό των αιρετικών, όσα μη ως το Πνεύμα το άγιον τοις ιεροίς Αποστόλοις διετάξατο και η Εκκλησία του Χριστού μέχρι της σήμερον ποιεί, επιτελούμενα, εφευρέματα ανθρώπων διεφθαρμένων όντα, ως αλλόκοτα και της αποστολικής όλης παραδόσεως αλλότρια γινώσκοντες, αποστρεφόμεθα κοινή διαγνώσει. Και τους εξ αυτών ημίν προσερχομένους ως ανιέρους και αβαπτίστους δεχόμεθα, επόμενοι τω Κυρίω ημών Ιησού Χριστώ, τω τοις μαθηταίς αυτού εντειλαμένω βαπτίζειν «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»[340] τοις τε ιεροίς και θείοις Αποστόλοις, διαταττομένοις[341] εν τρισί καταδύσεσι και αναδύσεσι τους προσερχομένους βαπτίζειν και εν εκάστη των καταδύσεων εν όνομα επιλέγειν της αγίας Τριάδος· τω τε ιερώ και ισαποστόλω Διονυσίω, λέγοντι «τρις εν κολυμβήθρα ύδωρ και έλαιον ηγιασμένα εχούση τον προσερχόμενον παντός αμφίου γεγυμνωμένον βαπτίζειν, την τρισσήν της θείας μακαριότητος επιβοήσαντα υπόστασιν, και ευθύς τω θεουργικωτάτω μύρω τον βαπτισθέντα επισφραγίζειν, και μέτοχον αποφαίνειν λοιπόν της ιεροτελεστικωτάτης ευχαριστίας»[342], τη τε δευτέρα[343] και πενθέκτη[344] αγίαις Οικουμενικαίς Συνόδοις, διαταττομέναις τους μη βαπτιζομένους εις τρεις αναδύσεις και καταδύσεις και εν εκάστη των καταδύσεων μίαν επίκλησιν των θείων υποστάσεων μη επιβοώντας, αλλ’ άλλως πως βαπτιζομένους, ως αβαπτίστους προσδέχεσθαι τη Ορθοδοξία προσιόντας.
Τούτοις τοίνυν τοις θείοις και ιεροίς διατάγμασιν επόμενοι και ημείς, τα μεν των αιρετικών βαπτίσματα, ως απάδοντα και αλλότρια της αποστολικής θείας διατάξεως και ύδατα ανόνητα, ως ο ιερός Αμβρόσιος και ο μέγας φησίν Αθανάσιος, και αγιασμόν μηδένα παρέχοντα τοις ταύτα δεχομένοις, και προς κάθαρσιν αμαρτημάτων ουδέν ωφελούντα, απόβλητα και αποτρόπαια ηγούμεθα. Τους δ’ εξ αυτών αβαπτίστως βαπτιζομένους ως αβαπτίστους αποδεχόμεθα, προσερχομένους τη ορθοδόξω πίστει, κι ακινδύνως αυτούς βαπτίζομεν, κατά τους αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας, οις αραρότως επιστηρίζεται η αγία του Χριστού και αποστολική και καθολική Εκκλησία, η κοινή μήτηρ πάντων ημών. Και επί ταύτη τη κοινή ημών διαγνώσει και αποφάνσει σφραγίζομεν τον Όρον ημών τούτο, ταις αποστολικαίς και συνοδικαίς διαταγαίς συνάδοντα, διαβεβαιούντες αυτόν δι’ ημετέρων υπογραφών.
Εν έτει σωτηρίω αψνε’.
† Κύριλλος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης και οικουμενικός πατριάρχης.
† Ματθαίος ελέω Θεού πάπας και πατριάρχης της μεγάλης πόλεως Αλεξανδρείας και κριτής της Οικουμένης.
† Παρθένιος ελέω Θεού πατριάρχης της αγίας πόλεως Ιερουσαλήμ και πάσης Παλαιστίνης.
Ο Όρος αυτός δημοσιεύθηκε πρώτη φορά το 1756 στο έργο «Ραντισμού Στηλίτευσις», σ. ρογ’ – ρος’. Έκτοτε ανατυπώθηκε πολλές φορές. Βλ. Ιωάννου Ν. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμος ΙΙ, Εν Αθήναις 1953, σ. 989-991, απ’ όπου και αναδημοσιεύεται εδώ.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΗΡΥΚΟΣ — LiveJournal
ΝΕΟΦΑΝΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ
Η ΝΕΟΦΑΝΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΥ
Ι.ΝΑΟΥ ΑΠΟ ΤΩΝ ΤΕΛΟΥΜΕΝΩΝ ΕΙΣ ΑΥΤΟΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ
«…τότε ἐγερθήσονται ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται ... ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς…» Μτθ, κδ´, 23-24.
Καθώς πολυάριθμοι ἀδελφοί μέ εἰδοποιοῦν, παρακολουθῶ ἄκων, ἀλλά πλήρης ἀπογνώσεως καί ἀγανακτήσεως, τά ὄσα λέγουν κάποιοι ἀχαρακτήριστοι ρασοφόροι, ἐπιχειρώντας μία ἐντελῶς αὐθαίρετη καί βλάσφημη διαβάθμιση τῆς Ἱερότητας «τῶν ἐν τῷ Ναῷ πραγμάτων καί Μυστηρίων».
(Διαβάθμιση τῆς Ἱερότητας, πού ἀκούσθηκε Κύριε, Κύριε... ἐάν ἀνομίας παρατηρήσης τίς ἐξ ἡμῶν ὑποστήσεται;;;)
Λέγουν δηλαδή, πώς ὁ μέν Χριστός ὁ εὑρισκόμενος ἐν τῷ Ναῷ εἶναι ΜΗ μολυσματικός (αὐτό ἔλειπε, νά ποῦν καί τό ἀντίθετο, ἄπαγε τῆς βλασφημίας!), ἐνῶ ὁ Ναός, ἐν ᾧ ἐνοικεῖ ὁ Αὐτός Χριστός, εἶναι μολυσματικός!!!
Μά, τόση ἀνοησία;;; τόση ἐπιθυμία αὐτοπροβολῆς πιά;;;
Καί βάζουν καί φαρδεῖς-πλατεῖς δίπλα, τούς τίτλους τῆς (παρα)μορφώσεώς τους, λές καί οἱ ἀχυρένιοι αὐτοί τίτλοι τούς νομιμοποιοῦν εἰς τό νά βλασφημοῦν!
Δέν θά ἀπαντήσω ὡς ἔπρεπε, διότι ἐπείγομαι νά ἐπιστρέψω εἰς τό ἐπάναγκες (ὁλοέν καί πιό πολύ) ἔργον, τῆς ἐν μετανοίᾳ καί αὑτομεμψίᾳ προσευχῆς.
Ὅμως, χάριν ἐνημερώσεως τῶν εὐσεβῶν, θά ὑπερασπισθῶ ὅση μοι ἡ δύναμις, τόν θαλπνόν τροφέα τῆς Ἀμωμήτου Πίστεως καί δοχέα τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων της, τόν Ἱερόν Ὀρθόδοξον Ναόν, τοῦ ὁποίου ἰσόβιος διακονητής ὑπάρχω καί καυχῶμαι!
1. Ἐξ ὀρισμοῦ τοῦ σκοποῦ πού ἐκπληροῖ, ὁ Ἱερός Ναός, εἶναι καί λέγεται ΙΑΤΡΕΙΟΝ καί ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟΝ. Καί μάλιστα, διά νά ὁρισθῆ ὡς τέτοιος, γίνεται Ἐπίκλησις καί ἐπακολουθοῦσα Κάθοδος τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἐκτός κ ἄν κάποιοι, δέν πιστεύουν εἰς τήν μυστηριακήν ἁγιαστικήν δύναμιν τοῦ Παναγίου Πνεύματος...
Λέγει λοιπόν, ὁ ἐγκαινιαστής Ἀρχιερεύς εἰς τήν Ἁγιαστικήν Εὐχήν τῶν Ἐγκαινίων:
«...Κατάπεμψον τό Πανάγιόν Σου Πνεῦμα τό προσκυνητόν καί Παντοδύναμον καί ΑΓΙΑΣΟΝ τόν Οἶκον τοῦτον, πλήρωσον φωτός ἀιδίου, αἱρέτισον αὐτόν εἰς κατοικίαν Σήν, ποίησον αὐτόν σκήνωμα δόξης Σου, κατακόσμησον αὐτόν τοῖς θεῖοις Σου καί ὑπερκοσμίοις χαρίσμασιν, κατάστησον αὐτόν, ΛΙΜΕΝΑ ΧΕΙΜΑΖΟΜΕΝΩΝ, ΙΑΤΡΕΙΟΝ ΠΑΘΩΝ, ΚΑΤΑΦΥΓΗΝ ΑΣΘΕΝΩΝ, ΔΑΙΜΟΝΩΝ ΦΥΓΑΔΕΥΤΗΡΙΩΝ».
Γιά ὅσους ἀρνοῦνται τήν θεραπευτικήν δύναμιν τοῦ Ναοῦ, μία ἐξήγησις ὑπάρχει: γιά αὐτούς, δέν κατάφερε νά γίνη οὔτε δαιμόνων φυγαδευτήριον...
2. Εἶναι χαρακτηριστικότατον, ὅτι στά χρόνια τοῦ Βυζαντίου τούς ἀσθενεῖς τούς ἀνέθεταν εἰς τούς Ἱερούς Ναούς, ἀκριβῶς γιατί ἐπιτελοῦντο πάμπολλα θαύματα ἰάσεως!
Ἀπό τά πάμπολλα περιστατικά καί θαύματα σέ χιλιάδες Ναούς τῆς Ὁρθοδοξίας, θά ἀναφέρω ἕνα πολύ χαρακτηριστικό, πού ἀποδεικνύει καί τήν διαρκή χρήση τοῦ Ναοῦ, ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟΥ.
Διαβάζουμε στόν Βίο τοῦ ὁσ. Ἀνδρέου τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο ὑπόδουλος κατ᾽ ἀρχάς, πώς ὅταν ὁ κύριός του νόμισε πώς εἶχε ἀνίατη ψυχική ἀσθένεια, δέν ἔψαξε νά τόν πάη σέ κάποιον Γιατρό, ἀλλά τόν ἀνέθεσε εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, τόν ὁποῖον εἶχε θεμελιώσει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ Ναζιανζηνός.
᾽Εκεῖ, ὅπως προκύπτει ἀπό τήν καταγραφή τῆς ἀφηγήσεως τοῦ Ὁσ. Ἀνδρέου, προσκαρτεροῦσε ΠΛΗΘΟΣ ΑΣΘΕΝΩΝ, μονίμως ἐκεῖ εὑρισκομένων!
«…Περιήρχοντο δέ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΚΕΙΣΕ (ΣτΓ: ἐννοεῖ μέσα εἰς τόν Ναόν!) ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΕΠΕΣΚΕΠΤΟΝΤΟ, ἕνα καθ᾽ ἕνα. Καί διαβάντας τούς λοιπούς, ἔρχονται καί ἐπ᾽ αὐτόν…»
Νικηφόρου Πρεσβυτέρου, Βίος Ὁσ. Ἀνδρέου τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ, Ἑλληνική Πατρολογία Μιγνίου 111, στήλη 640, παρ. θ´.
Λοιπόν;
Ἄν οἱ Ἱεροί Ναοί, ὀποτεδήποτε στήν μακραίωνα Ἱερά Παράδοση, εἶχαν θεωρηθεῖ ὡς αἴτιοι «μολυσμοῦ», θά ἐμνημονεύοντο ἄραγε στά συναξάρια καί τού βίους τῶν Ἁγίων, ὡς τόποι θεραπείας;;;
3. Καί τελευταῖον, διότι τό κομβοσχοίνιον ἀδημονεῖ!
Θά παραθέσω, (ὡς λίαν ἐπαινετῶς καί ὁμολογιακῶς ἔπραξε προ ἡμερῶν ὁ σεβαστός καί ἀγαπητός λίαν Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, ἐπιφανής Καθηγητής Θεολόγος, οὐχί ὁ τυχών) τό ἀθάνατο ἀπόσπασμα ἀπό τόν Λόγον τοῦ Ἁγίου Συμεῶνος τοῦ Θεσσαλονίκης «Περί τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καί τῆς τούτου καθιερώσεως», ὅπου ὁ πεφωτισμένος ἅγιος Ἀρχιεπίσκοπος Συμεών καί μέγας ὑπέρμαχος τῆς Ἀμωμήτου Πίστεώς μας, λέγει ὅτι ΚΑΙ ΤΑ ΑΨΥΧΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ, ΟΙ ΚΟΛΩΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΙΔΕΡΑ ΜΕΤΑΔΙΔΟΥΝ ΑΓΙΑΣΜΟΝ!!!
«Ὁ ναός ἀφιέρωται τῷ Θεῷ, καί αὐτοῦ ἐστιν οἶκος· καί αὐτός ἐστιν ἐν αὐτῷ. Καί ὁ ἐπικληθείς δέ δοῦλος αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει, ὡς ἐν οἰκείῳ σκηνώματι. Καί τῇ ψυχῇ μέν ἐνδημεῖ ἀΰλως, πολλάκις δέ καί τοῖς λειψάνοις ἐστί τεθειμένος ἐκεῖσε· καί θείᾳ δυνάμει καί χάριτι, ἐνεργεῖ· ὅτι καί διπλοῖ ὄντες ἡμεῖς καί τά δῶρα διπλῶς λαμβάνομεν. Ὅθεν καί ἐν τοῖς ὑλώδεσι τούτοις ἡ χάρις ἐφίσταται, καί ἐπιφοιτῶσα μένει, καί δι᾽ ἡμᾶς ἐνεργεῖ εὐδοκίᾳ Πατρός, καί ἐλέει τοῦ δι᾽ ἡμᾶς σαρκωθέντος καί διπλῶς ἡμᾶς ἀναπλάσαντος, καί ἐπιδημίᾳ καί οἰκτιρμοῖς τοῦ συνεργοῦ αὐτῷ καί ἀχωρίστου Πνεύματος. Καί τοῦτο βλέπομεν ἀριδήλως. Θεῖαι γάρ δυνάμεις ἐνεργοῦνται ἐν τοῖς ναοῖς, καί ἀγγέλων ἐμφάνειαι καί ἁγίων· καί σημεῖα τελεῖται· καί τά αἰτήματα δίδοται· καί ἰάματα χορηγεῖται· καί τά ἐν αὐτοῖς δέ τοῖς ναοῖς ἄψυχα, ὕδατά τε καί λίθοι καί κίονες καί πέπλα καί σιδήρια ἐνεργεῖ· οὐκ ἀφ᾽ ἑαυτῶν, πῶς γάρ; ἄψυχα καί κτίσματα Θεοῦ ὄντα, καί μηδέν ἀφ᾽ ἑαυτῶν ἔχοντα; ὅμως ταῦτα ἐνεργεῖ τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι ἐν τούτοις ἐπικληθείσῃ, καί τοῦ θείου ἐν τούτοις ἐπονομασθέντος ὀνόματος, ἵν᾽ ἁγιασθῶμεν ἡμεῖς. Ὅπου τοίνυν Θεοῦ ὀνομασία τε καί ἐπίκλησις τοῦ πάντα πεποιηκότος τῆς μακαρίας Τριάδος τοῦ μόνου ὄντος Θεοῦ, ἅγια πάντα ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΙΑΤΑΙ καί σώζει τῇ χάριτι».
(Συμεῶνος τοῦ Θεσσαλονίκης, Περί τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καί τῆς τούτου καθιερώσεως, Ἑλληνική Πατρολογία Μιγνίου Τόμος 155, Στήλη 336, ὑπογράμμισις ἡμετέρα).
Ὅπου ἡ ἁγιαστική Χάρις τοῦ Θεοῦ ἐνεργήση, ἀκόμα καί τά ἄψυχα γίνονται Ἅγια ΚΑΙ ΑΓΙΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΟΥΝ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΟΥΝ!
Προκαλῶ, τόν ὁποιονδήποτε νά καταρρίψη τόν ἀθάνατον αὐτόν Λόγον, ἑνός Ἁγίου Πατρός τῆς Ἐκκλησίας μας, πού κατά παράδοσιν θεωρεῖται ὁ μέγας ἱεροφάντης καί ἀπολογητικός ἐξηγητής καί ἀναλυτής τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ὅποιος καί νά ἀναλάβη τόν κόπον (ἀπό ματαιοδοξία καί τίποτε ἄλλο) δέν θά καταφέρη παρά νά γελοιοποιηθῆ, γιατί ὁ Λόγος τοῦ Ἁγίου Συμεῶνος ἐμφορεῖται ἀπό Πνεῦμα Ἅγιον καί φέρει τήν σφραγίδα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως.
῎Ας πάψουν πιά, οἱ νεόκοποι βλάσφημοι τολμητίες καί ἄς μήν συγχίζουν τόν ἤδη κουρασμένο, συγχισμένο, φοβισμένο καί ἀγωνιώντα λαόν τοῦ Θεοῦ.
Ἄν τούς περισσεύη ἐνέργεια, ἄς τήν ἀφιερώσουν εἰς τήν μετάνοιαν, τήν ἔσω στροφήν καί τήν προσευχήν.
Πολύ περισσοτέρους θά ὠφελήσουν ἔτσι.
Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΟΥ ΜΗΝΑ
ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΗΝΑΣ ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ
Άγιος Μηνάς ο μεγαλομάρτυρας Ο Άγιος Μηνάς γεννήθηκε στην Αίγυπτο στα μέσα περίπου του 3ου αιώνα μ.Χ. από γονείς ειδωλολάτρες. Ωστόσο, το ειδωλολατρικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωνε, δεν κατάφερε να σκληρύνει την καρδιά του η οποία, όταν ήλθε η στιγμή, σκίρτησε ακούγοντας την φωνή του «ετάζοντος καρδίας και νεφρούς» (Ψλμ.7,10) Θεού και έτσι ο, έφηβος ακόμη, Μηνάς έγινε χριστιανός. Μεγαλώνοντας, επέλεξε να σταδιοδρομήσει στον Ρωμαϊκό στρατό, στο ιππικό τάγμα των Ρουταλικών, υπό την διοίκηση του Αργυρίσκου. Η έδρα της μονάδας του ήταν στο Κοτυάειον (σημερινή Κιουτάχεια) της Μικράς Ασίας. Εκεί ο Μηνάς διακρίθηκε και για την φρόνησή του αλλά και για το ανδρείο του φρόνημα και γι’ αυτό έχαιρε εκτιμήσεως στο κύκλο των στρατιωτικών. Δυστυχώς όμως, τρεις αιώνες μετά την έλευση του Χριστού και ο παλαιός κόσμος ακόμη δεν ήθελε να δεχθεί το λυτρωτικό μήνυμα της Αναστάσεως, παραμένοντας αυτάρεσκα, εγωιστικά και αυτοκαταστροφικά προσκολλημένος στη φθορά και το σκοτάδι. Οι αυτοκράτορες της Ρώμης άρχισαν και πάλι «προς κέντρα λακτίζειν» (Πράξεις 26,14). Ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός διέταξαν διωγμό εναντίον των λογικών προβάτων του Χριστού, διωγμό ο οποίος κράτησε από το 303 έως το 311 μ.Χ. Έτσι, οι Ρωμαίοι στρατιώτες διατάχθηκαν να συλλαμβάνουν και να τυραννούν τους χριστιανούς προσπαθώντας να τους κάνουν να αλλαξοπιστήσουν. Αυτή ήταν και η πρώτη κρίσιμη στιγμή κατά την οποία ό Μηνάς κλήθηκε να πει «το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι». Η πίστη του στον Χριστό νίκησε την κοσμική «σύνεση» και λογική. Ο Άγιος δεν άντεξε, πέταξε στη γη την στρατιωτική του ζώνη απεκδυόμενος μ’ αυτόν ον τρόπο την ιδιότητα του στρατιώτη - διώκτη των χριστιανών, και διέφυγε στο παρακείμενο όρος. Εκεί ασκήτευε, προτιμώντας την συντροφιά των θηρίων της φύσης από την συντροφιά των αποθηριωμένων ειδωλολατρών. Εκεί, «εν ερημίαις πλανώμενος και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης» (Εβρ. 11,38), έζησε επί αρκετό διάστημα με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Η ασκητική ζωή και η ησυχία εθέρμαναν την καρδιά του ανάβοντας τον θείο έρωτα και τον πόθο του μαρτυρίου. Έτσι, σε ηλικία πενήντα περίπου ετών, μετά από θεία αποκάλυψη ότι είχε φτάσει η ώρα του μαρτυρίου, κατέβηκε στην πόλη, σε μέρα ειδωλολατρικού πανηγυριού και με παρρησία, εν μέσω των μαινομένων ειδωλολατρών, ομολόγησε τον Χριστό ως τον ένα και αληθινό Θεό, μυκτηρίζοντας τα κωφά και αναίσθητα είδωλα. Συνελήφθη και σύρθηκε δερόμενος μπροστά στον Πύρρο, τον διοικητή της πόλεως. Εκεί, μιλώντας με θάρρος, αποκάλυψε το όνομά του, την καταγωγή του, το στρατιωτικό του παρελθόν και, φυσικά, διεκήρυξε με τόλμη και αταλάντευτη επιμονή την πίστη του στον Χριστό. Οδηγήθηκε στη φυλακή και το πρωί της επομένης ημέρας, μετά το πέρας του ειδωλολατρικού πανηγυριού, τον παρουσίασαν και πάλι ενώπιον του ηγεμόνος ο οποίος τον κατηγόρησε ότι εξύβρισε τους θεούς και μάλιστα μπροστά του και ότι λιποτάκτησε από τον στρατό. Ο Άγιος αποδέχθηκε τις κατηγορίες χωρίς δισταγμό. Ο Πύρρος, ευλαβούμενος στην αρχή την ηλικία και την ευκοσμία του, προσπάθησε με λόγια και υποσχέσεις αλλά και με απειλές στη συνέχεια, να τον αποσπάσει από την πίστη του Χριστού. Όταν οι προσπάθειές του προσέκρουσαν στην σταθερή άρνηση του Αγίου, διέταξε να τον υποβάλουν σε ανυπόφορα βασανιστήρια. Οι δήμιοι τον μαστίγωσαν τόσο πολύ ώστε άλλαξαν δύο και τρεις φορές οι μαστιγωτές του. Τον κρέμασαν και τον έγδερναν μέχρι που άρχισαν να φαίνονται τα εσωτερικά όργανα του Αγίου. Έπειτα, σαν να μην έφθαναν αυτά, έτριβαν το καταπληγωμένο του σώμα με τρίχινο ύφασμα και στο τέλος τον έσερναν γυμνό και κατακρεουργημένο πάνω σε μεταλλικά αγκάθια. Όλα τα υπέμενε με γενναιότητα και καρτεροψυχία ο Μάρτυς του Χριστού, εφαρμόζοντας το Ευαγγελικό «και μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθαίος 10,28). Μάλιστα, την ώρα του μαρτυρίου, κάποιοι παλιοί συστρατιώτες του τον προέτρεπαν να θυσιάσει στα είδωλα λέγοντας ότι ο Θεός του θα τον δικαιολογήσει βλέποντας τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλλαν. Ο Άγιος αρνήθηκε αποφασιστικά και τους απάντησε ότι προσφέρει θυσία ακόμη και τον εαυτό του στον Χριστό, ο οποίος τον ενδυναμώνει για να υπομένει τις πληγές. Ο ηγεμόνας, θαυμάζοντας την ευστοχία και την σοφία των απαντήσεων του Μάρτυρα, τον ρώτησε απορημένος πώς είναι δυνατόν ένας τραχύς στρατιώτης σαν αυτόν να μπορεί να απαντά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και ο Άγιος, με τη φώτιση του Θεού, του αποκρίθηκε ότι αυτή την ικανότητα την χαρίζει στους μάρτυρές του ο Χριστός, όπως έχει υποσχεθεί στο Ευαγγέλιο: «όταν δε προσφέρωσιν υμάς επί τας συναγωγάς και τας αρχάς και τας εξουσίας, μη μεριμνάτε πώς ή τι απολογήσησθε ή τι είπητε. Το γαρ Άγιον Πνεύμα διδάξει υμάς εν αυτή τη ώρα ά δει ειπειν» (Λουκά ιβ’, 11-12). Τότε, απελπισμένος ο τύραννος, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Βαδίζοντας προς τον τόπο της εκτέλεσης ο Άγιος πρόλαβε να ζητήσει από κάποιους κρυπτοχριστιανούς να μεταφέρουν το λείψανό του στην Αίγυπτο. Ο αποκεφαλισμός του έγινε την 11η Νοεμβρίου στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. και έτσι η ψυχή του πέταξε χαρούμενη προς τον Σωτήρα Χριστό τον οποίο τόσο επόθησε ο Άγιος και για τον οποίο θυσιάσθηκε. Οι δήμιοι άναψαν φωτιά για να κάψουν το σώμα του. Ότι κατάφεραν οι χριστιανοί να περισώσουν από την πυρά το μετέφεραν στην Αίγυπτο και το έθαψαν κοντά στην Μαρεώτιδα λίμνη, νοτιοδυτικά της Αλεξάνδρειας. Στο σημείο εκείνο σταμάτησε, κατά την παράδοση, η καμήλα που μετέφερε τα λείψανα αρνούμενη πεισματικά να προχωρήσει. Έτσι οι χριστιανοί κατάλαβαν ότι ήταν θέλημα Θεού να ενταφιασθούν εκεί τα λείψανα του Αγίου. Η περιοχή του τάφου πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε προσκυνηματικό - λατρευτικό κέντρο.Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας ο Μέγας Αθανάσιος, ανήγειρε ναό πάνω στον τάφο του Αγίου. Σε λίγα χρόνια δημιουργήθηκε εκεί εκτεταμένο κτιριακό συγκρότημα το οποίο περιελάμβανε δύο ναούς, μοναστήρι, ξενώνες και άλλες εγκαταστάσεις. ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ Κάποιος χριστιανός από την Κωνσταντινούπολη, οδεύοντας για το πανηγύρι του Αγίου Μηνά και έχοντας μαζί του αρκετά χρήματα, κατέλυσε σε ένα ξενοδοχείο. Ο ξενοδόχος είδε τα ξένα χρήματα και, κυριευμένος από απληστία, σκότωσε τον προσκυνητή, τον διεμέλισε και έβαλε τα κομμάτια του σε μία σπυρίδα (ζεμπίλι). Ενώ σκεφτόταν πού να θάψει τα μέλη του θύματός του για να μην αποκαλυφθεί το έγκλημα, καταφθάνει στο ξενοδοχείο ένας έφιππος στρατιώτης, ο Άγιος Μηνάς, και τον ρωτάει επίμονα πού βρίσκεται ο προσκυνητής. Ο ξενοδόχος τον διαβεβαιώνει ότι δεν γνωρίζει τίποτε αλλά ο Άγιος ξεπεζεύει, εισέρχεται στα ενδότερα του ξενώνα, βρίσκει την σπυρίδα, την φέρνει μπροστά του και τον ρωτάει με φοβερό και άγριο βλέμμα να του πει ποιος είναι ο νεκρός. Τότε ο φονιάς έφριξε, πέφτοντας άφωνος και τρέμων στα πόδια του άγνωστου ιππέα. Ο Άγιος συνάρμοσε τα μέλη του θύματος, προσευχήθηκε και ανέστησε το νεκρό προσκυνητή παραγγέλνοντάς του να δοξάζει τον Θεό. Ο αναστημένος, σαν να είχε εγερθεί από τον ύπνο, κατάλαβε όσα έπαθε, εδόξασε τον Θεό και προσκύνησε τον Άγιο. Μόλις ο φονιάς συνήλθε από τον τρόμο του και σηκώθηκε, του πήρε ο Άγιος τα κλεμμένα χρήματα και τα επέστρεψε στον προσκυνητή λέγοντάς του να συνεχίσει τον δρόμο του. Έπειτα, για να ολοκληρώσει την ευεργεσία του Θεού, στράφηκε προς τον ξενοδόχο, τον έδειρε όπως του άξιζε, τον ενουθέτησε, του έδωσε συγχώρηση για το έγκλημά του προσευχόμενος γι’ αυτόν, καβάλησε το άλογό του και έγινε άφαντος. Τότε μόνο κατάλαβε ο ξενοδόχος ότι ο στρατιώτης αυτός ήταν ο Άγιος Μηνάς, γεγονός που θυμίζει την εμπειρία των δύο Αποστόλων κατά την πορεία τους προς Εμμαούς, με την συντροφιά του αναστημένου Χριστού. (Λουκά κδ’,31). Κάποιος πλούσιος χριστιανός έταξε στον Άγιο Μηνά να προσφέρει έναν ασημένιο δίσκο στο ναό του. Παρήγγειλε λοιπόν στον αργυροχόο δύο δίσκους και του ζήτησε στον μεν ένα να γράψει το όνομα του Αγίου στον δε άλλον το όνομα το δικό του. Επειδή όμως ο δίσκος ο προορισμένος για τον Άγιο έγινε λαμπρότερος και ωραιότερος, ο χριστιανός, από απληστία κινούμενος, δίχως να ντραπεί τον κράτησε για τον εαυτό του. Ταξιδεύοντας λοιπόν στη θάλασσα, δείπνησε στο πλοίο χρησιμοποιώντας ασυλλόγιστα και χωρίς ευλάβεια τον δίσκο του Αγίου. Μετά το δείπνο ο υπηρέτης του ανευλαβούς χριστιανού προσπάθησε να πλύνει τον δίσκο στη θάλασσα με αποτέλεσμα να του πέσει στο νερό και να βυθισθεί. Τότε ο νεαρός υπηρέτης φοβήθηκε πολύ, σάστισε και, προσπαθώντας να πιάσει τον δίσκο, έπεσε κι αυτός στη θάλασσα. Όταν ο κύριός του αντελήφθη το συμβάν, συναισθάνθηκε ότι πλήρωνε τα επίχειρα της απληστίας του και τυπτόμενος από την συνείδησή του, παρακαλούσε τον Θεό να βρει έστω το λείψανο του μικρού υπηρέτη του, τάζοντας να δώσει στο ναό του Αγίου Μηνά και τον δεύτερο δίσκο, και τα χρήματα που άξιζε ο χαμένος στη θάλασσα δίσκος. Αφού βγήκε στη στεριά περίμενε με αγωνία στην ακρογιαλιά μήπως και εκβρασθεί το πτώμα του υπηρέτη. Και ενώ παρατηρούσε τη θάλασσα, βλέπει τον μικρό να βγαίνει ζωντανός από το νερό κρατώντας στα χέρια του και τον ασημένιο δίσκο του Αγίου! Ο πλούσιος έφριξε από το θαύμα και έβγαλε φωνή μεγάλη την οποία ακούγοντας οι επιβάτες του πλοίου βγήκαν όλοι έξω και, βλέποντας το συμβάν, ρωτούσαν τον υπηρέτη, που τους διηγήθηκε τα εξής: «Μόλις έπεσα στη θάλασσα, παρουσιάσθηκαν μπροστά μου τρεις άνθρωποι. Ο μεγαλύτερος από αυτούς φορούσε στρατιωτική στολή, ο άλλος ήταν νεαρός και ο τρίτος ήταν Διάκονος. Αυτοί οι τρεις με πήραν μαζί τους από τον βυθό και περπατώντας χθες και σήμερα, με έφεραν μέχρι εδώ». Ο κύριος του παιδιού και οι επιβάτες του πλοίου ακούγοντας το εξαίσιο θαύμα, εδόξαζαν τον Θεό και εθαύμαζαν για τους τρόπους που χρησιμοποιεί προκειμένου οι άνθρωποι «εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (2 Τιμόθ. 3,7). Οι τρεις που έσωσαν τον υπηρέτη ήταν ο Άγιος Μηνάς (ο στρατιωτικός), ο Άγιος Βίκτωρ (ο νεαρός) και ο Άγιος Βικέντιος (ο Διάκονος). Οι δύο τελευταίοι Άγιοι εμαρτύρησαν την ίδια ημέρα με τον Άγιο Μηνά. Τον 2ο αι. μ.Χ.. ο Άγιος Βίκτωρ γδάρθηκε ζωντανός από τους ειδωλολάτρες και τον 3ο αι. μ. Χ. ο Άγιος Βικέντιος πέθανε έπειτα από σταύρωση και εξάρθρωση των μελών στην οποία τον υπέβαλαν οι βασανιστές του. Τιμώνται μαζί με τον Άγιο Μηνά την 11η Νοεμβρίου. Ακόμη ένα θαύμα του Αγίου Μηνά έλαβε χώρα το 1826 στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος. Το 1821, μετά την έκρηξη της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων ήταν ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.α. οι οποίοι εσφάγησαν, την 24η Ιουνίου 1821, στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας εσφάγη πάνω στην Αγία Τράπεζα! Πέντε χρόνια αργότερα, το 1826, οι Τούρκοι του Ηρακλείου σχεδίαζαν να προβούν σε σφαγή των Χριστιανών, και πάλι στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, στις 18 Απριλίου, ημέρα του Πάσχα, την ώρα της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας για να πιάσουν τους Χριστιανούς απροετοίμαστους. Για αντιπερισπασμό έβαλαν φωτιά σε διάφορα απομακρυσμένα σημεία της πόλης, ενώ οπλισμένα στίφη είχαν συγκεντρωθεί έξω από το ναό, περιμένοντας την ώρα της αναγνώσεως του Ευαγγελίου για να εισβάλουν και να αρχίσουν την σφαγή. Μόλις όμως άρχισε η ανάγνωση εμφανίσθηκε ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος ιππέας που έτρεχε γύρω από το ναό κραδαίνοντας το ξίφος του και κυνηγώντας τους επίδοξους σφαγείς οι οποίοι τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή. Έτσι σώθηκαν οι πολύπαθοι Χριστιανοί του Ηρακλείου από τον φοβερό κίνδυνο. Οι Τούρκοι νόμισαν ότι ο καβαλάρης ήταν μουσουλμάνος πρόκριτος απεσταλμένος από τον Διοικητή της πόλης για να ματαιώσει την σφαγή. Όταν διαμαρτυρήθηκαν στον Διοικητή, αυτός τους διαβεβαίωσε ότι δεν γνώριζε τίποτε και μάλιστα διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος πρόκριτος δεν είχε βγει καθόλου από το σπίτι του. Κατάλαβαν τότε οι Τούρκοι ότι επρόκειτο για θαύμα του Αγίου Μηνά, κοινοποίησαν το γεγονός στους Έλληνες και από τότε οι Mουσουλμάνοι ηυλαβούντο πολύ τον Άγιο, προσφέροντας μάλιστα και δώρα στο ναό του. Το θαύμα αυτό του Αγίου Μηνά καθιερώθηκε να τιμάται στο Ηράκλειο την Τρίτη της Διακαινησίμου, οπότε και εκτίθεται σε προσκύνηση, κατά τον εσπερινό, λείψανο του Αγίου. «Μεταξύ των αδικημένων Πατέρων της Εκκλησίας μας είναι και ο Οσιώτατος πατήρ Γεώργιος, ο Χατζη-Γεώργης, ο οποίος είναι ένας σύγχρονος Άγιος της εποχής μας, αλλά, μπορούμε να πούμε, και μεγάλος Άγιος, ανάλογα με την εποχή μας.», γράφει ο Γέρων Παϊσιος ο Αγιορείτης.Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης (1809-1886), «ο μέγας και περιβόητος ασκητής», ασκήτευσε στο Άγιον Όρος επί μακρό χρονικό διάστημα. Επί αρκετά χρόνια έμενε στην Κερασιά, στο μεγάλο Κελί του Αγίου Δημητρίου και Αγίου Μηνά, ως υποτακτικός του Παπα-Νεόφυτου στην αρχή και ως Γέρων της Συνοδείας από το 1848 και έπειτα. «Κάποτε, ενώ ο Γέροντας ησχολείτο με το εργόχειρο, κατά λάθος κατάπιε μεγάλη βελόνα και προσευχήθηκε προς τον μεγαλομάρτυρα Μηνά.Στάθηκε τότε ο άγιος ενώπιόν του, έβαλε το χέρι στον λαιμό του και έβγαλε την βελόνα.». Το 1942, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι υπό τον Ρόμμελ δυνάμεις του Άξονα στην Αφρική είχαν καταφέρει να προελάσουν τόσο ώστε να είναι ορατός ο κίνδυνος να φθάσουν στην Διώρυγα του Σουέζ. Στην περιοχή του Ελ Αλαμέιν (αραβική παραφθορά του ονόματος του Αγίου Μηνά), όπου βρισκόταν τα ερείπια ναού του Αγίου Μηνά και ίσως και ο τάφος του, οι αντίπαλες δυνάμεις προετοιμάζονταν για την αποφασιστική σύγκρουση η οποία θα έκρινε το αν οι Σύμμαχοι θα κατάφερναν να παραμείνουν στην Αφρική. Μεταξύ των συμμαχικών στρατευμάτων βρισκόταν και ελληνική στρατιωτική δύναμη, η οποία πήρε μέρος στη μάχη. Ένα από τα βράδια εκείνα, πολλοί στρατιώτες είδαν τον Άγιο Μηνά να βγαίνει από τα ερείπια του ναού του οδηγώντας ένα καραβάνι με καμήλες, όπως απεικονίζεται σε μία από τις παλαιές αγιογραφίες του ναού του, και να μπαίνει μέσα στο στρατόπεδο των εχθρικών δυνάμεων. Η εμφάνιση αυτή κατατρόμαξε τους Γερμανούς και υπονόμευσε καίρια το ηθικό τους, πράγμα που συνέβαλε καθοριστικά στη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων. Σε ανταπόδοση της ευεργεσίας αυτής του Αγίου παραχωρήθηκε στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας ο τόπος εκείνος και ξανακτίσθηκε ο ναός καθώς και μοναστήρι του Αγίου Μηνά. Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε. Στρατείαν κατέλιπες την κοσμικήν, αθλητά, ουράνιον είληφας την κληρουχίαν, σοφέ, και στέφος αμάραντον, δόξαν αποδιώξας βασιλέως γήινου, άθλους δε διανύσας μαρτυρίου γενναίου. Διό, μεγαλομάρτυς Μηνά, πρέσβευε σωθήναι ημάς Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον. Της στρατείας ήρπασε, της επικήρου, και αφθάρτου έδειξε, σε Αθλοφόρε κοινωνόν, Μηνά Χριστός ο Θεός ημών, ο των Μαρτύρων ακήρατος στέφανος.
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΗΝΑΣ ΒΙΚΤΩΡ ΚΑΙ ΒΙΚΕΝΤΙΟΣ ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1974
ΑΓΙΟΙ ΜΗΝΑΣ ΒΙΚΤΩΡ ΚΑΙ ΒΙΚΕΝΤΙΟΣ
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΜΗΝΑΣ, ΒΙΚΤΩΡ ΚΑΙ ΒΙΚΕΝΤΙΟΣ ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ
ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΕΙΣΜΟ ΤΟΥ 1704
ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ
Σημείο αναφοράς αποτελεί για τους κατοίκους της Λευκάδας ο ναός των Αγίων Μεγαλομαρτύρων Μηνά, Βίκτορος και Βικεντίου. Η τοποθεσία εκείνη βρισκόταν στην άκρη της μικρής πόλης. Με την επέκταση της όμως, τα τελευταία χρόνια, έφτασε να είναι χτισμένος σχεδόν στο κέντρο της.
Ακόμη και οι επισκέπτες της Λευκάδας θα τον αναζητήσουν, έχοντας ακούσει για το καταπληκτικό εικονοστάσι (τέμπλο) του.
Το χτίσιμο του ναού συνδέεται με θαύμα των Αγίων την ημέρα της κοινής μνήμης τους. Όταν δηλαδή, στις 11 Νοεμβρίου του 1704, σώθηκε η πολίχνη της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας) από φοβερό σεισμό.
Διαβάζουμε στο καπιτολάριο της Εκκλησίας:
«1704, Νοεμβρίου 11 ώρα 2 (τά μεσάνυκτα) μνήμη των μεγάλων μαρτύρων Μηνά, Βίκτωρος καί Βικεντίου έγινε ο φοβερός σεισμός οπού έξεκωλόθηκε ο μεγάλος πλάτανος(ύπό κάτω από τήν ρίζαν του ευρέθη κονισματάκι των Αγίων Μηνά καί διά τούτο έγένηκε ή έκκλησία των αγίων (καί εύρισκόμενος (ο) Αυθέντης (Ενετός Διοικητής) ώς καθως έπετάχθη είς τά μουράγια (του φρουρίου) είδε τρεις άνδρες νά μάχωνται μέ τά σύγνεφα καί έλεγεν λείποντας οί τρεις άγιοι ήθελεν καταποντισθή έτουτο τό νησί (τόσος φοβερός έστάθη ώστε οπού έχάθη τό νερό τρεις μέρες από τίς βρύσες καί διά ημέρας 4 έσείετο ή γή ώσάν καλάμι.»
Μία ομάδα Λευκαδίων αργότερα, μετά τη θαυμαστή διάσωση του νησιού από τον φοβερό σεισμό χάρη στην παρέμβαση των Αγίων, ζήτησαν από τον «Ανώτερο Προνοητή» (δηλ. τον Ενετό διοικητή) της Λευκάδας μία έκταση γης για να χτίσουν ναό προς τιμήν τους. Έγραφαν, λοιπόν, στην σχετική αναφορά τους:
«‘Εξοχότατε καί ένδοξώτατε Κύριε Προνοητά,
Υπάρχει έν τη πόλει ταύτη τής Άμαξικής γήπεδον διαθέσιμον, εφ’ ου άλλοτε ήγείρετο ή πλάτανος, ή έκριζωθείσα ύπό του σεισμού. Τό γήπεδον τουτο είναι έκτάσεως 16 βημάτων ώς είναι καί εύρίσκεται, μή αποδίδον είς τό Δημόσιον, ουδ’ έστω καί τό έλάχιστον όφελος. Παρέμεινεν είσέτι είς τούς έπιγόνους ή ανάμνησις του φρικτού εκείνου σεισμού, δι’ ου ή θεία δίκη ηθέλησε νά τιμωρήση τάς αμαρτίας μας καί τον οποίου αϊ συνέπειαι ήθελον μας θάψει ζώντας υπό τά ερείπια, εάν ή μεσολάβησις τον ενδόξου καί θαυματουργού Μηνα δέν ήθελεν εν τοιαύτη δυστυχία διασώσει τήν ζωήν ήμών, επί τω τέλει, όπως διά της μετανοίας εξιλεώσωμεν τήν θείαν οργήν. Επειδή ή πρός τό Θείον ευγνωμοσύνη, λόγω της τοιαύτης ευεργεσίας, δέν είναι δυνατόν νά παρέλθη αφ’ ήμών, χωρίς νά αίσθανώμεθα τύψεις συνειδότος, εκρίναμεν σωτήριον τήν ανέγερσιν τού Ιερού Ναού, τιμηθησομένου επ’ ονόματι τού προρρηθέντος Αγίου, ούτινος ή προστασία θά μας προφυλάττη από παντός κακού. Έπί τω σκοπω δέ, όπως φέρωμεν είς αίσιον πέρας τήν τοιαύτην Ίεράν πρόθεσιν, ήμείς, ο Ανδρέας Κονταρίνης καί οϊ μετ’ αυτού υποκλινείς θεράποντες της Υμετέρας Έξοχότητος προστρέχομεν πρός τήν ευσέβειαν τού Γαληνοτάτου Δόγη, εκλιπαρούντες, όπως πρός δόξαν τού Υψίστου καί πρός τιμήν τού ώς άνω Αγίου ευαρεστηθη ν’ αποφασίση τήν παραχώρησιν τού είρημένου γηπέδου, υπό τήν υποχρέωσιν ήμών νά προσφέρωμεν, είς ενδειξιν σεβασμού πρός τήν Κυβέρνησιν, κατά τήν ήμέραν της έορτης τού Αγίου λαμπάδα βάρους μιας λίτρας, ενω κατά τάς Ίεράς ακολουθίας θά δεώμεθα υπέρ μακροημερεύσεως καί προαγωγής είς ανώτερα Δημόσια λειτουργήματα της Υμετέρας Έξοχότητος. Ευχαριστούμεν.»
Oι τρεις Μεγαλομάρτυρες, oι Άγιοι. Μηνάς, Βίκτωρ καί Βικέντιος, παρ’ όλο που η μνήμη τους τίμάταί την ίδια ημέρα, έζησαν και μαρτύρησαν σε διαφορετικό τόπο και χρόνο.
Ο Άγιος Μηνάς καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε την εποχή του αυτοκράτορα Μαξιμιανού. Αρχικά κατάχθηκε στον στρατό και συγκεκριμένα στις τάξεις των Νουμέρων, τα λεγόμενα Ρουταλικά τάγματα. Υπηρετούσε κάτω από τις διαταγές του ηγεμόνα Αργυρίσκου, στο Κοτυάειο της Φρυγίας Σαλουταρίας.
Επειδή όμως ο Άγιος δε δεχόταν να βλέπει την πλάνη των ειδώλων να εκδηλώνεται με παρρησία και να πλεονάζει, εγκατέλειψε τον στρατό και ανέβηκε σε κάποιο βουνό, όπου καθάρισε τον εαυτό του με νηστείες και προσευχές. Εκεί, στο βουνό, ο Άγιος Μηνάς στερέωσε και ενδυνάμωσε τον εαυτό του με τον πόθο του Χριστού και ανέφλεξε την ψυχή του με ένθεο ζήλο.
Έτσι λοιπόν, οπλισμένος με όπλα πνευματικά, κατέβηκε από το βουνό και αφού στάθηκε ανάμεσα στους ειδωλολάτρες, διακήρυξε με παρρησία ότί ο Χριστός είναί ο μόνος αληθινός Θεός. Οί ειδωλολάτρες εξοργίστηκαν από το γεγονός αυτό καί τον υπέβαλαν σε φρίκτά βασανίστήρία. Συγκεκρίμένα, κακοποίησαν με μαστίγώσείς ολόκληρο το σώμα του καί στη συνέχεία, κατέτρίψαν με χοντρά τρίχίνα υφάσματα τίς σάρκες του που αίμορραγούσαν. Έπείτα, του κατέκαυσαν το σώμα με αναμμένους δαυλούς. Ακολούθως, τον έσυραν γία πολλή ώρα πάνω σε τρίβόλία. Έτσί, ολόκληρο το σώμα του κατατραυματίστηκε καί οί σάρκες του δίασκορπίζονταν.
Τελίκά, ο Αγίος αποκεφαλίστηκε.
Ο Άγιος Βίκτωρ μαρτύρησε στα χρόνία του αυτοκράτορα Αντωνίου (138-161 μ.Χ.). Ήταν στρατίώτης καί υπηρετούσε στην Ιταλία. Από εκεί τον έστείλαν στη Δαμασκό, στα μέρη της Ανατολής.
Εκεί κάποίοί είδωλολάτρες τον κατήγγείλαν σαν Χρίστίανό στον ηγεμόνα της πόλης, Σεβαστίανό. Εκείνος προσπάθησε να τον πείσεί να αρνηθεί τον Χρίστό. Ο Αγίος όμως έμείνε αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε ο ηγεμόνας δίέταξε να τον υποβάλουν σε φοβερά βασανίστήρία.
Πρώτα του έσπασαν τα δάχτυλα. Έπείτα τον έρίξαν σε πυρακτωμένο καμίνί. Ο μάρτυρας όμως έμείνε τρία ολόκληρα μερόνυχτα μέσα σ’ αυτό καί βγήκε εντελώς αβλαβής. Ύστερα τον ανάγκασαν να πίεί δηλητήρίο, αλλά δεν του προξένησε καμίά βλάβη. Μάλίστα, μετά απ’ αυτό το θαυμαστό γεγονός, εκείνος που είχε παρασκευάσεί το δηλητήρίο προσχώρησε στην πίστη του Χρίστού.
Παρά ταύτα όμως, τα βασανίστήρία συνεχίστηκαν. Με εντολή του ηγεμόνα, οί δήμίοί απέσπασαν τα νεύρα του αγίου μάρτυρα καί στη συνέχεία τον έρίξαν σε έναν λέβητα με λάδί ζεματίστό. Έπείτα τον κρέμασαν καί του κατέκαψαν με αναμμένους δαυλούς ολόκληρο το σώμα. Κατόπίν του έβαλαν στο στόμα στάχτη με ξίδί. Ακολούθως του έβγαλαν τα μάτία. Μετά απ’ αυτά τον κρέμασαν με το κεφάλί ανάποδα επί τρείς μέρες καί στη συνέχεία τον έγδαραν.
Κατά το τελευταίο αυτό βασανίστήρίο, ο Αγίος παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύρίο.
Ο Άγιος ιερομάρτυρας Βικέντιος ζούσε στην Αυγουστούπολη της Ισπανίας. Ήταν διάκονος του επισκόπου Ιλαρίου και δίδασκε μαζί μ’ αυτόν τον λαό.
Για τον λόγο αυτό τους συνέλαβαν και τους δύο ol ειδωλολάτρες και τους οδήγησαν στο κριτήριο του άρχοντα Δατιανού. Εκείνος αμέσως, αφού τους έδεσε τα χέρια με αλυσίδες, πρόσταξε να τους οδηγήσουν στην πόλη Βαλεντία και να τους κλείσουν σε μια ολοσκότεινη δυσωδέστατη φυλακή. Η προσταγή εκτελέστηκε.
Όμως μετά από μερικές μέρες,ο τύραννος έβγαλε από τη φυλακή τον Βικέντιο και πρόσταξε να υποβληθεί σε βασανιστήρια. Έτσι λοιπόν ol δήμιοι παρέλαβαν τον Άγιο και του καταξέσκισαν με σιδερένια νύχια ολόκληρο το σώμα. Έπειτα τον κάρφωσαν σ’ έναν σταυρό και κακοποίησαν όλα τα μέλκη του σώματός του. Κατόπιν τον απέσπασαν με βία από τον σταυρό και του στρέβλωσαν τα άκρα, τον μαστίγωσαν και τον κατέκαψαν στα πλευρά. Ακολούθως, αφού του εξάρθρωσαν όλο το σώμα, του έβαλαν πάνω στο στήθος πυρακτωμένες σιδερόβεργες. Μετά απ’ αυτά τον έκλεισαν στη φυλακή, όπου αξιώθηκε να δεχτεί θεία και αγγελική βοήθεια.
Ενώ δε ο Άγιος Βικέντιος βρισκόταν στη φυλακή, παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό.
Έτσι και ol τρεις Άγιοι αξιώθηκαν να λάβουν το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου.
Η μνήμη τους τιμάται στις 11 Νοεμβρίου.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος Δʹ
Μαρτύρων σύλλογος νῦν εὐφραίνεται
ὅτι ἐδέξατο Τριάδος τύπον τριττόν,
Μηνᾶν τόν ἀοίδιμον,
ἅμα τε Βικεντίῳ Βίκτορα τον γενναῖον·
οὗτοι γάρ ἐν σταδίῳ καταπτύσαντες πλάνην
εἰλήφασιν ἐπαξίως τούς στεφάνους τῆς νίκης·
Χριστῷ ὑπέρ ἡμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν.
(Ερμηνεία:
Το σύνολο των Μαρτύρων χαίρεταί πάρα πολύ σήμερα, δίότί δέχθηκε (στίς τάξείς του) το τρίπλό αποτύπωμα της Αγίας Τρίάδας: τον άξίο να υμνείταί Μηνά καί μαζί με τον Βίκτορα τον Βίκέντίο. Δίότί αυτοί, αφού κατέπτυσαν στο στάδίο την πλάνη (των είδώλων), έλαβαν όπως τους άξίζε τα στεφάνία της νίκης καί πρεσβεύουν πάντοτε στον Χρίστό γία χάρη μας.)
Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020
ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Πώς απαντά ο Άγιος Νεκτάριος στην απαγόρευση της εκκλησιαστικής ζωής από την Πολιτεία
agios nektarios
Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής (Ομ.) της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ
Ο τρόπος συνεργασίας Εκκλησίας και Πολιτείας, ήδη από την εποχή του Βυζαντίου, βασίζεται στην αρχή της συναλληλίας, δηλαδή στην αρμονική συμβίωση των δύο οργανισμών, που προϋποθέτει τον αμοιβαίο σεβασμό των δικαιωμάτων και των ορίων αμφοτέρων.
Η Πολιτεία παρέχει τη συμπαράστασή της όπου η Εκκλησία την έχει ανάγκη και η Εκκλησία, παρομοίως, σέβεται και στηρίζει την πολιτική εξουσία.
Οι σχέσεις αυτές βασίζονται νομικά τόσο σε συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος όσο και στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Όταν μιλούμε για σχέσεις των δύο Οργανισμών είναι αναγκαίο να έχουμε υπόψη ότι η πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών είναι ταυτόχρονα Χριστιανοί Ορθόδοξοι και μέλη της Εκκλησίας.
Τον τελευταίο καιρό, με πρόσχημα τον κίνδυνο μολύνσεως από τον Κορωνοϊό, λαμβάνονται μέτρα εκ μέρους της Πολιτείας, όπως το κλείσιμο των ναών και η απαγόρευση συμμετοχής των πιστών στη λατρευτική και μυστηριακή ζωή.
Όλα αυτά τα πρωτόγνωρα για τους πιστούς τα επιβάλλει η Πολιτεία, χάριν της σωματικής υγείας των πιστών πολιτών, ενώ περιφρονεί και απαξιώνει την ψυχική και πνευματική τους υγεία, αφού είναι εμφανές ότι τους εκλαμβάνει, μόνον ως σωματικές και υλικές υπάρξεις, αν και είναι καταγεγραμμένοι ως βαπτισμένοι Χριστιανοί.
Είναι βέβαιο ότι η μεγάλη πλειονότητα του Ελληνικού λαού είτε διαμαρτύρεται είτε σιωπά, είναι αντίθετη με το βίαιο κλείσιμο των ναών και την απαγόρευση της συμμετοχής των πιστών στη λειτουργική και μυστηριακή ζωή.
Ανεξάρτητα από τη σιωπηλή, ανεκτική και ανερμήνευτη στάση της επίσημης Εκκλησίας, βλέπουμε πολλούς Αρχιερείς -και όχι μόνον- να διαμαρτύρονται έντονα προς την Πολιτεία για την αυθαίρετη παραβίαση της πνευματικής ζωής των πιστών και για την ανίερη, αντισυνταγματική και απάνθρωπη παρέμβαση των παραγόντων της Πολιτείας στην πνευματική τους ζωή.
Είναι γνωστό ότι, σε εποχές πανδημίας όπως αυτή, τα πιο σημαντικά στηρίγματα του λαού μας, διαχρονικά, ήταν και συνεχίζεουν να είναι η κοινή λειτουργική και μυστηριακή ζωή, οι προσευχές, οι λιτανείες, οι παρακλήσεις για παροχή της Θείας βοηθείας του Χριστού και των Αγίων Του, στηρίγματα, όμως, τα οποία η Πολιτεία όχι μόνον περιφρονεί αλλά και τα απαγορεύει διά νόμων.
Διαβάζουμε τη διαμαρτυρία ενός Μητροπολίτη προς την Πολιτεία, που αναφέρει: «Θέλουμε την καλή συνύπαρξη και συνεργασία με την Πολιτεία, γιατί και εμείς και εσείς διακονούμε τον ίδιο Λαό από άλλη σκοπιά».
Επίσης, μία από τις πολλές διαμαρτυρίες πιστών προς την πολιτική εξουσία, αναφέρει: «Δεν είμαστε μόνο σώμα. Οι ανθρώπινες ανάγκες περιλαμβάνουν και την ανάλογη φροντίδα της ψυχής, για την οποία, όχι απλά δεν είδαμε να λαμβάνετε μέτρα, ώστε να εφαρμοστεί, αλλά με λύπη διαπιστώνουμε ότι εν μέρει την απαγορεύετε.
Αν είναι απαραίτητο για το σώμα μας να έχουμε πρόσβαση σε γιατρούς και φαρμακεία, πόσο μάλλον είναι για την ψυχή μας να επισκέπτεται τον Ιατρό των ψυχών (και των σωμάτων) και να λαμβάνει την κατάλληλη αγωγή για τη θεραπεία της;
Αν είναι απαραίτητο για το σώμα μας να έχει πρόσβαση σε καταστήματα τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης, πόσο περισσότερο είναι αναγκαίο για την ψυχή, να μπορεί να τρέφεται με τον ίδιο τον Κύριό μας Ιησού Χριστό;
Υπάρχει μέριμνα για να μπορούν οι άνθρωποι να βγάζουν το κατοικίδιό τους για βόλτα, αλλά δεν υπάρχει μέριμνα για την ψυχή μας, με αποτέλεσμα να την παραμελούμε, να αδιαφορούμε για την υγεία της, για την τροφή της, για την ενδυνάμωσή της».
Είδαμε επίσης τη διαμαρτυρία προς την Πολιτεία του Συνδέσμου Κληρικών Ελλάδος: «Ευχής έργον θα ήταν οι εξοχότατοι άρχοντες, που ρυθμίζουν τα της πολιτείας και εκδίδουν τις αποφάσεις, να είχαν την ευαισθησία, ώστε να κατανοήσουν τον σημαίνοντα ρόλο που κατέχει η εκκλησιαστική ζωή στην ψυχοσύνθεση του απλού Έλληνα πολίτη, που εδώ και πολλούς μήνες ζει εντός του φόβου της πανδημίας».
Απευθυνόμενοι επίσης οι Κληρικοί στη διοικούσα Εκκλησία αναφέρουν: «Αυτό το οποίο πρέπει να διεκδικήσετε από την Πολιτεία, δεν είναι μια ευνοϊκή μεταχείριση, αλλά ισονομία και προστασία των δικαιωμάτων των πιστών, διότι τα έκτακτα μέτρα, με τα οποία αναστέλλεται η ισχύς θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως η ελευθερία της κίνησης, της συνάθροισης, της θρησκευτικής λατρείας, δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις και υπήρξε υπέρβαση του αναγκαίου μέτρου.
Με την παντελή απαγόρευση της παρουσίας πιστών στις λατρευτικές συνάξεις καταστρατηγείται η αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία η κρατική διοίκηση, για την πραγματοποίηση των σκοπών της, οφείλει να επιλέγει τα λιγότερο επαχθή για τον πολίτη μέτρα και ταυτόχρονα πρέπει να υπάρχει εύλογη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου διοικητικού μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού και να μην είναι υπερβολικά.
Εκτός από τη σωματική άσκηση ο άνθρωπος έχει ανάγκη και την πνευματική άσκηση. Εκτός από τα σωματικά προβλήματα υγείας, όπως του Covid-19, υπάρχουν και τα πάσης φύσεως ψυχικά προβλήματα, τα οποία είναι διηνεκή και τα οποία υπήρχαν πριν την εμφάνιση του Covid-19 και, δυστυχώς, θα συνεχίσουν να υφίστανται και μετά την πανδημία».
Ας δούμε όμως στο σημείο αυτό, πώς τοποθετείται ο Άγιος Νεκτάριος* στην περίπτωση που η Πολιτεία αυθαιρετεί και επιβάλλει στους πιστούς, την παραβίαση των θείων εντολών, δηλαδή, την παραβίαση του ευαγγελικού ηθικού νόμου της πίστεώς τους:
Ο Άγιος Νεκτάριος -του οποίου φέτος εορτάζουμε τα 100 χρόνια από την κοίμησή του και τον οποίο τίμησε πρόσφατα η Πανελλήνιος Ένωσις Θεολόγων με διεθνές Θεολογικό διδικτυακό Συνέδριο (13-14 Νοεμβρίου)- θεωρεί «χρέος της πολιτείας να προνοεί υπέρ της θρησκευτικής αναπτύξεως των πολιτών της. Οι λειτουργοί της πολιτείας, κατά την Καινή Διαθήκη, θεωρούνται ταγμένοι από τον Θεό».
Σημειώνει επίσης ο Άγιος ότι ο Απ. Παύλος «ονομάζει τους άρχοντας της Πολιτείας λειτουργούς του Θεού στο αγαθόν. Από αυτούς τους λόγους συνάγεται ότι το θέλημα του Θεού, για την κλήση των αρχόντων της πολιτείας, είναι σχετικό και υπάρχει μόνον, εφ όσον οι άρχοντες δεν προσκρούουν στον σκοπό, προς τον οποίο ορίστηκε η εξουσία τους από τον Θεό.
Οι άρχοντες της Πολιτείας, ως διάκονοι του Θεού, οφείλουν να προάγουν την ηθική τάξη του Θεού στον κόσμο με αυστηρή δικαιοσύνη.
Επειδή δε η ηθική τάξη του Θεού στον κόσμο στοχεύει στην πνευματική τελειοποίηση του ανθρώπου και στην προς τον Θεό εξομοίωσή του, οφείλουν και οι λειτουργοί της Πολιτείας, με όλες τις ενέργειές τους, να αποβλέπουν στην ανάπτυξη και πνευματική τελειοποίηση των πολιτών και δι’ αυτής στην όσο το δυνατό τελειότερη πραγματοποίηση της Βασιλείας των Ουρανών επί της γης.
Βέβαια, είναι απρεπές να ολιγωρεί η Πολιτεία για την υλική ευημερία των πολιτών, διότι η πνευματική ανάπτυξη προϋποθέτει και κάποια υλική ευημερία.
Δεν πρέπει, όμως, να θεωρείται η υλική ευημερία των πολιτών ως ύψιστος σκοπός, στον οποίο οι λειτουργοί της πολιτείας αποβλέπουν, διότι, εάν ως ύψιστο σκοπό θεωρούν την υλική ευημερία των πολιτών, δεν είναι πλέον διάκονοι του Θεού στο αγαθό.
Όπως ο Θεός με όλη την ενέργειά Του τηρεί τους υπ αυτού ορισμένους και αμετάτρεπτους νόμους, έτσι και οι λειτουργοί της Πολιτείας οφείλουν να τηρούν τους ισχύοντας νόμους, χωρίς να αφίστανται από αυτούς.
Ομοίως, η Καινή Διαθήκη ορίζει και τα καθήκοντα, τα οποία οι πολίτες οφείλουν να εκπληρώνουν προς τους λειτουργούς της Πολιτείας.
Οι πολίτες οφείλουν να τιμούν και να πείθονται στους λειτουργούς της Πολιτείας.
Η απείθεια, τότε μόνον επιτρέπεται, όταν οι λειτουργοί της πολιτείας επιβάλλουν παραβίαση των θείων εντολών. Γι’ αυτό οι νόμοι, τους οποίους οι λειτουργοί της Πολιτείας επιβάλλουν στους πολίτες, πρέπει να στηρίζονται στις αρχές του ηθικού νόμου, για να μην απειθούν οι πολίτες».
Πρέπει να συμπληρώσουμε ότι ο Άγιος Νεκτάριος θεωρεί ηθικό νόμο, τον «έμφυτο ηθικό νόμο, που ταυτίζεται με τον νόμο του Θεού, τον νόμο του Ευαγγελίου, το θείο θέλημα, το γραπτό στην καρδία του ανθρώπου»
*(Οι θέσεις του Αγίου βρίσκονται στον 4ο τόμο των έργων του Αγ. Νεκταρίου, Χριστιανική αγωγή της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήναι 2010, σ. 310-312).
Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020
Ο ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΟΡΙΩΝ ΦΙΛΟΤΟΥΡΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΑΘΗΝΑΓΟΡΟΥ
Ο ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΟΡΙΩΝ ΦΙΛΟΤΟΥΡΚΙΣΜΟΣ
ΤΟΥ «ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝ/ΛΕΩΣ» ΑΘΗΝΑΓΟΡΟΥ (1)
Ἀντί Προλόγου
Τά ὅσα εἶδον τό φῶς τῆς δημοσιότητος ἐσχάτως (σ.σ. ταῦτα γράφονται τό ἔτος 1993) ἐν σχέσει μέ τήν ἀπαράδεκτον ἀπό πάσης πλευρᾶς καί ἐπιζημίαν διά τά συμφέροντα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Γένους φιλοτουρκικήν πολιτικήν τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίου, εἶχον τεραστίαν ἀπήχησιν. Πολλοί ἀναγνῶσται διατυπώνουν τό ἐρώτημα, ἐάν αἱ ἐνέργειαι αὐταί τοῦ κ. Βαρθολομαίου, ὅπως καί αἱ ἀνάλογαι ἐνέργειαι φιλοτουρκισμοῦ, τοῦ προηγηθέντος αὐτοῦ Δημητρίου, ἀποτελοῦν μεμονωμένα περιστατικά, ἤ ἐντάσσωνται εἰς τά πλαίσια κάποιου πολύ σκοτεινοῦ ἀνθελληνικοῦ καί ἀντορθοδόξου σχεδίου.
Ἡ ἀπάντησις εἰς τό ὡς ἄνω εὔλογον ἐρώτημα εἶναι ὅτι ὁ πρῶτος διδάξας κατά τρόπον προκλητικόν καί ἀδίστακτον τόν ἄνευ ὁρίων φιλοτουρκισμόν, ἤ μᾶλλον τήν ἄνευ ὁρίων τουρκοδουλείαν ἦτο ὁ θλιβερός Ἀθηναγόρας, Μασῶνος 33ου βαθμοῦ, τόν ὁποῖον αἱ σκοτειναί δυνάμεις ἐτοποθέτησαν κατά τρόπον πραξικοπηματικόν εἰς τόν θρόνον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀφοῦ ἐξεδίωξαν ἀπό τόν θρόνον τοῦτον, τόν ἀκραιφνῆ Ἕλληνα καί ἐχθρόν τοῦ Βατικανοῦ Πατριάρχην Μάξιμον.
Ὁ φιλοτουρκισμός τοῦ Ἀθηναγόρου ὑπῆρξεν ὀλέθριος διά τήν Ὀρθοδοξίαν καί διά τό Γένος, ἰδία δέ διά τόν Ἑλληνισμόν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος, ἀνερχόμενος εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων ἐξοντώθη ἀπό τούς Τούρκους καί τούς σκοτεινούς ὑποστηρικτάς των καί ἐντολοδότας των, ἐπί τῆς ἀξιοθρηνήτου Πατριαρχείας τοῦ Ἀθηναγόρου καί ὑπό τά ἀπαθῆ βλέμματα τούτου, ἄν μή καί κάτι χειρότερον.
Εἰς τό παρόν τεῦχος δίδομεν ἐνδεικτικῶς καί μόνον εἰς τήν δημοσιότητα ὡρισμένα στοιχεῖα διά τόν ὀλέθριον φιλοτουρκισμόν τοῦ Ἀθηναγόρου. Θά ἐπακολουθήσουν καί ἄλλα, εἴτε αὐτοτελῶς, εἴτε ἐντασσόμενα εἰς βιβλίον σχετικόν μέ τόν ὅλον βίον καί τήν πολιτείαν τοῦ Ἀθηναγόρα διά νά πληροφορηθῆ ὅλος ὁ κόσμος περί τίνος ἀκριβῶς πρόκειται.
Ἐν Ἀθήναις τῆ 1.9.1993 (Ε.Η.)
+ Ἀρχιμ. Κήρυκος Κοντογιάννης
Ὁ Ἀθηναγόρας ὑπῆρξεν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐξύμνει συνεχῶς καί κατά τρόπον ἐμετικόν τήν Τουρκίαν, ἐξυπηρέτει τά συμφέροντά της εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἠνέχθη καί συνεκάλυψε τήν καταστροφήν τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί ἐπεδόθη εἰς σωρείαν ἑτέρων ἀντεθνικῶν δραστηριοτήτων ὦν οὐκ ἔστιν ἀριθμός.
Οἱ Πατριάρχαι τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπῆρξαν κατά τούς μακρούς αἰῶνας τῆς δουλείας τοῦ Γένους οἱ Ἐθνάρχαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί ὅλων τῶν λοιπῶν, ὑπό τό πέλμα τῶν Τούρκων, Ὀρθοδόξων λαῶν. Ὁσάκις ὁ Ὀθωμανός δυνάστης ἀπεπειράθη νά θίξη ἔστω καί τρίχα τῆς κεφαλῆς τοῦ ποιμνίου των, ἀντέστησαν σθεναρῶς καί πάντοτε νικηφόρως. Χαρακτηριστικόν παράδειγμα τεκμηριώσεως τῆς ἱστορικῆς ταύτης ἀληθείας ἀποτελεῖ τό λεγόμενον «προνομιακόν ζήτημα», ἀνακῦψαν ἐν ἔτει 1890. Τότε ἡ Τουρκική Κυβέρνησις ἀπεπειράθη νά μειώση κατά τι τά ἐθναρχικά προνόμια τοῦ Οἰκουμενικοῦ. Ὁ τότε Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀντί νά κύψη δουλικῶς τήν κεφαλήν καί νά ὑποκύψη, τήν 24ην Δεκεμβρίου, τοῦ ἔτους τούτου ἐκήρυξε τήν Μεγάλην Ἐκκλησίαν ἐν διωγμῶ, ἔδωκε ἐντολήν νά κλείσουν ἅπαντες οἱ ὑπό τήν δικαιοδοσίαν του Ἱεροί Ναοί ἐπ' ἀόριστον, καί ἐκινητοποίησεν εἰς διαδηλώσεις τούς Ὀρθοδόξους πληθυσμούς ἐν Κωνσταντινουπόλει, Ἰωαννίνοις, Σμύρνη καί εἰς πλείστας ἄλλας ὑποδούλους περιοχάς. Ἀποτέλεσμα τῆς θαρραλέας ταύτης ἐνεργείας τοῦ τότε Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ὑπῆρξε τό νά δημιουργηθῆ παγκόσμιος σάλος, νά ἐξεγερθῆ ἡ διεθνής κοινή γνώμη εἰς βάρος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας καί νά ἀναγκασθῆ, πανικόβλητος, ὁ Σουλτάνος νά ὀπισθοχωρήση καί νά μή τολμήση νά θίξη τά προνόμια τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως καί τοῦ ὑπ' αὐτό Ὀρθοδόξου πληρώματος. Εἰς τήν ἱστορίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὑπῆρξαν καί πλεῖστα ἄλλα ἀνάλογα περιστατικά.
Ὁ Ἀθηναγόρας ἦτο ὁ πρῶτος Οἰκουμενικός Πατριάρχης, μέ ἀκόλουθον ἐν τούτω τόν διάδοχόν του Δημήτριον, (2) ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε τουρκόδουλον πολιτικήν, μέ ἅπαντα τά ἐντεῦθεν φοβερά διά τόν Ἑλληνισμόν καί τήν Ὀρθοδοξίαν ἀποτελέσματα, μεταξύ τῶν ὁποίων καί οἱ φοβεροί διωγμοί τοῦ Σεπτεμβρίου 1955, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν εἰς τήν ἐξόντωσιν τοῦ ἀνερχομένου τότε εἰς ἑκατόν πεντήκοντα χιλιάδας (150.000) Ἑλληνισμοῦ τῆς Βασιλίδος τῶν Πόλεων, διωγμοί τούς ὁποίους ὁ Ἀθηναγόρας δολίως καί ἐγκληματικῶς ἠνέχθη καί συνεκάλυψεν. Εἰδικώτερον ἐκ τῆς τουρκοδούλου πολιτικῆς τοῦ Ἀθηναγόρου ἐπισημαίνονται, ἐνδεικτικῶς καί μόνον, τά ἀκόλουθα:
1. Τήν 10ην Ἰουλίου 1940, ὑπό τήν ἰδιότητά του τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Βορείου καί Νοτίου Ἀμερικῆς ἀπηύθυνε ποιμαντορικήν ἐγκύκλιον πρός ἅπαντας τούς ἱερεῖς τῆς δικαιοδοσίας του, πρός τήν «ΑΧΕΠΑ», πρός τήν «ΓΚΑΠΑ» καί γενικώτερον πρός τήν ἐν Ἀμερικῆ Ὁμογένειαν, διά τῆς ὁποίας ἐκάλει τούς πάντας νά ἐπισκεφθοῦν τό Τουρκικόν περίπτερον τῆς Διεθνοῦς Ἐκθέσεως τῆς Νέας Ὑόρκης (Βλ. ΔΕΛΗΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, Ἀθηναγόρας ὁ Α΄, σελ. 64). Ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ Ἀθηναγόρου ἀπεσκόπτει καί ἐπέτυχε νά ἄρη τήν διεθνῆ ἀπομόνωσιν εἰς τήν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ Τουρκία καί τήν ὀργήν τοῦ Ἀμερικανικοῦ Λαοῦ ἐν τῶ συνόλω του διά τά συντελεσθέντα ἀποτρόπαια ἐγκλήματα, τῆ ἐπιτελικῆ διαστρώσει καί κατευθύνσει τοῦ Βατικανοῦ καί τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κυβερνήσεων, κατά τήν Μικρασιατικήν Καταστροφήν, ἀλλά καί προηγουμένως ἀπό τῆς ἐμφανίσεως τῆς δυτικοκινήτου ὑπό τόν Κεμάλ Ἀττατούρκ συμμορίας καί ἐντεῦθεν, δηλ. ἀπό τοῦ ἔτους 1908 ἕως καί 1922, εἰς βάρος τῶν Χριστιανικῶν πληθυσμῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας (ἤτοι θανάτωσις ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων καί Ἀρμενίων, ἐκπατρισμός τῶν Χριστιανικῶν πληθυσμῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τοῦ Πόντου καί τῆς Ἀνατολῆς ἀπό τάς προαιωνίους ἑστίας του, πυρπολήσεις καί διώξεις ὁλοκλήρων πόλεων καί περιοχῶν, βιασμοί, ληστεῖαι καί ἄλλα πρωτοφανῆ αἴσχη). Ὁ Ἀθηναγόρας διά τῆς ἐνεργείας του αὐτῆς, ἐντόνως προβληθείσης ἀπό τάς ἀμερικανικάς ἐφημερίδας καί τά ἄλλα μέσα διεκπεραιώσεως τῆς Τουρκικῆς προπαγάνδας, πέραν τῶν ἀνωτέρω ἐγκλημάτων συνεκάλυψε καί τά μεταγενέστερα εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς λ.χ. τήν διακοπήν λειτουργίας τῶν ἑλληνικῶν σχολείων εἰς τάς παραμεινάσας ὑπό τουρκικήν κυριαρχίαν, ἀλλά ὑπό προνομιακόν καθεστώς, δυνάμει τῶν συνθηκῶν τῆς Λωζάνης καί τῶν Σεβρῶν, ἀμιγῶς ἑλληνικάς νήσους Ἴμβρον καί Τένεδον ἐν ἔτει 1927, τήν ἐξόντωσιν τῶν ἐκεῖ ὀρθοδόξων πληθυσμῶν κλπ.
2. Ὅταν ἡ Ἑλλάς κατεκτήθη παρά τῶν Γερμανοϊταλικῶν δυνάμεων τοῦ Ἄξονος, συμπορευομένου τότε καί συνεργαζομένου μετά τοῦ Βατικανοῦ εἰς τά κατά τῆς Ἀνθρωπότητος ἐγκλήματά του, οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει ὁμογενεῖς παρέμειναν ἀβοήθητοι καί ἀπροστάτευτοι εἰς τό ἔλεος τῶν Τούρκων, καί ὑπέστησαν τά πάνδεινα. Οὔτω, ἐκτός τῶν ἄλλων κατά τό ἔτος 1941 οἱ Ἕλληνες τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀνερχόμενοι τότε εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδας, περιωρίσθησαν εἰς στρατόπεδα συγκεντρώσεως, εἰς τά βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ὀπόθεν ἐλάχιστοι ἐπέστρεψαν ζῶντες. Τό 1942 ἐπεβλήθη εἰς τούς Ἕλληνας κεφαλικός φόρος, ὅσοι δέ δέν ἠδύναντο νά πληρώσουν ἐστέλλοντο εἰς στρατόπεδα ἐργασίας. Ὁ Ἀθηναγόρας, ὁ ὁποῖος, ἐάν ἐκινεῖτο θά ἠνάγκαζε μέσω τῆς Ἀμερικῆς τήν μή ἐμπόλεμον Τουρκίαν νά σταματήση τήν νέαν αὐτήν γενοκτονίαν, ἐσιώπησεν ἐνόχως, συνεργήσας οὕτω, διά τῆς παραλείψεώς του ταύτης, εἰς τήν νέαν κατά τοῦ Ἑλληνισμοῦ γενοκτονίαν. (3) Καθ' ἅπασαν τήν διάρκειαν τῆς κατοχῆς τῆς Ἑλλάδος παρά τῶν δυτικῶν χιτλεροφασιστικῶν ὀρδῶν καί τῶν παραλλήλων χρονικῶς πρωτοφανῶν διωγμῶν εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἀθηναγόρας ἐσύχναζεν εἰς τάς δεξιώσεις καί τάς ἄλλας ἐκδηλώσεις τῶν ἐν Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς διπλωματικῶν ἀρχῶν τῆς Τουρκίας, τῆς ὁποίας γενικώτερον, χαρακτηριζομένης παρ' αὐτοῦ, νυχθημερόν, ὡς «φιλτάτης Πατρίδος», προώθει τάς ὑπερατλαντικάς δημοσίας σχέσεις.
3. Μετά τήν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος ὁ Ἀθηναγόρας προώθησε τήν δημιουργίαν οἰκονομικῆς καί στρατηγικῆς ἰσχύος τῆς, ὡς τήν ἐχαρακτήριζεν, φιλτάτης Πατρίδος του Τουρκίας, ἰσχύος, βεβαίως, ἀποβαινούσης εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἄν δέν εἶχε φροντίση καί διά τοῦτο ὁ Ἀθηναγόρας ἡ Τουρκία οὔτε εἰς τήν Κύπρον θά ἠδύνατο μετ' ὀλίγα ἔτη νά εἰσβάλη, οὔτε νά ἀπειλῆ σήμερον τό Αἰγαῖον, τήν Θράκην καί τήν ἐθνικήν ὑπόστασιν τῆς Ἑλλάδος γενικώτερον. Οὕτω, ὡς ἀναφέρει ὁ ΔΕΛΗΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ἔνθ. ἀνωτ. ἐν σελ. 84: «Ὁ Ἀθηναγόρας ἐκέρδισε τήν φιλία τῶν Τούρκων ὡς πρωτεργάτης τοῦ Δόγματος Τροῦμαν καί ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Ἀθηναγόρας ἦτο ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος, σέ ἀνύποπτο χρόνο, ἐτηλεφώνησε στόν Τοῦρκο πρεσβευτήν στήν Οὐάσιγκτων περί τῆς χορηγήσεως στήν Τουρκία μεγάλης οἰκονομικῆς βοηθείας».
4. Μετά ταῦτα, καί ἀφοῦ ὁ Ἀθηναγόρας, ὡς ἀναγράφεται εἰς ἄλλο σημεῖον τοῦ παρόντος, κατώρθωσε, κατόπιν τῆς κατά γκαγκστερικόν τρόπον γενομένης ἀπομακρύνσεως ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου τοῦ πατριώτου Πατριάρχου Μαξίμου τοῦ Ε΄, (4) ἐν συνωμοσία τῶν Ἀμερικανικῶν Μυστικῶν Ὑπηρεσιῶν, τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καί ὡρισμένων θλιβερῶν παραγόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, νά ἀναρριχηθῆ ἀντικανονικῶς καί ἀναξίως, εἰς τόν Οἰκουμενικόν Πατριαρχικόν Θρόνον, ἔφθασεν εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν, ἐν χορδαῖς καί ὀργάνοις, καί μέ πρωτοφανῆ εἰς παγκόσμιον κλίμακα δημοσιότητα, τήν 25ην Ἰανουαρίου 1949. Ἐκεῖ τόν ἀνέμενε καί τόν προσεφώνησεν ὁ Μητροπολίτης Αἴνου Γερμανός. Ὁ Ἀθηναγόρας ἀπήντησε, διατυπῶν οὕτω καί τάς οἱονεί προγραμματικάς δηλώσεις τῆς ὀλεθρίας διά τήν Ὀρθοδοξίαν καί διά τόν Ἑλληνισμόν Πατριαρχείας του. Παραθέτομεν τά δύο ταῦτα κείμενα, ὡς δημοσιεύονται εἰς τό περιοδικόν «Ὀρθοδοξία» τόμ. 24 σελ. 29 ἕως καί 35, ἄνευ οἱουδήποτε σχολίου, διότι ὁμιλοῦν ἀφ' ἑαυτῶν. Εἶπε, προσφωνῶν τόν Ἀθηναγόραν, Ἕλλην Ἱεράρχης τοῦ Πατριαρχείου ὅτι ἡ Ἐκκλησία καί τό Γένος ἀναμένει ἀπό τοῦτον νά περιφρουρήση «τά δίκαια τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους ἡμῶν ὡς τά ἐσεβάσθησαν οἱ αἰῶνες» καί «νά μεριμνᾶ ἐπί πασῶν τῶν Ἁγίων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν». Ἰδού τί ἀπήντησεν, ἐπί λέξει ὁ Ἀθηναγόρας διά νά «ξεκαθαρίση» ἐξ ἀρχῆς ποῖος εἶναι καί τί σκέπτεται:
«Ἀλλ' ἀληθῶς δέν εὑρίσκω λόγους ἐπαρκεῖς πρός ἔκφρασιν εὐχαριστιῶν μετά βαθυτάτης ἐκτιμήσεως καί εὐγνωμοσύνης πρός τόν Ἐξοχώτατον καί εὐκλεᾶ Πρόεδρον ἡμῶν Ἰσμέτ Ἰνονοῦ, τήν σεβαστήν Κυβέρνησιν καί ὁλόκληρον τόν γενναῖον Τουρκικόν Λαόν, ἐν μέσω τοῦ ὁποίου καί ἐγώ ἐγεννήθην καί ἔζησα ἡμέρας εὐτυχεῖς…». Περαιτέρω δέ: «Εἰς τήν Ἀμερικήν ἐφιλοξενήσαμεν ἐκλεκτούς ἀντιπροσώπους τῆς Τουρκικῆς διανοήσεως τοῦ Τύπου καί τόν Ἀρχιστράτηγον τοῦ Τουρκικοῦ Στρατοῦ. Ἔχομεν ἐκεῖ (ἡμεῖς οἱ Τοῦρκοι) ἀρίστους διπλωμάτας. Ἡ εὔνοια τοῦ Προέδρου Τροῦμαν ὅπως ἀποστείλη με ἐνταῦθα διά τοῦ ἰδιαιτέρου του ἀεροπλάνου εἶναι μία ἀπόδειξις ἀκόμη τῆς ἀγάπης του πρός τήν ἀγαπητήν ἡμῶν χώραν, τήν Τουρκίαν». Περαιτέρω δέ: «Ἀλλά καί εὑρύτερον ἀκόμη χαίρω διά τάς προόδους τῆς χώρας ἡμῶν τῆς Τουρκίας εἰς τά τόσα στάδια τῆς Κρατικῆς καί ἀτομικῆς ζωῆς, ὑπό τήν ὑπέροχον πνοήν τοῦ μεγάλου ἀναμορφωτοῦ Μουσταφᾶ Κεμάλ Ἀττατούρκ, τοῦ νῦν ἐντιμοτάτου Προέδρου Ἰσμέτ Ἰνονοῦ καί τῆς Κυβερνήσεως». Περαιτέρω δέ: «Μηδέν διακρινόμενος, ἀπευθύνω ὡσαύτως μετ' ἀπεράντου σεβασμοῦ ἀδελφικόν ἐν Χριστῶ ἀσπασμόν καί πρός τούς σεπτούς ἀρχηγούς τῶν ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν, τῆς σεβασμίας Ρώμης, τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀγγλίας, τῆς Ἐπισκοπελιανῆς καί τῶν λοιπῶν προτεσταντικῶν, χεῖρα ὀρέγων καί αὐτοῖς εἰς συνεργασίαν…». Περαιτέρω δέ: «Εὐτυχίαν δοκιμάζω μή διακρινόμενος καί ὡς πρός τά λοιπά θρησκεύματα. Διό καί θερμότατα χαιρετῶ τούς Μουσουλμάνους ἀδελφούς τῆς κοινῆς ἀγαπητῆς Πατρίδος Τουρκίας. Χαίρω ἐπί τῆ ἱδρύσει Μουσουλμανικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ἐν τῆ Πόλει ἡμῶν ταύτη καί εὔχομαι πλήρη ἐπιτυχίαν εἰς τό ἔργον αὐτῆς».
5. Ὁ Ἀθηναγόρας ἦταν ὁ πρῶτος Οἰκουμενικός Πατριάρχης ὁ ὁποῖος, διά πρώτην φοράν ἐπεσκέφθη τῶ 1949 καί τό 1952 εἰς τήν Ἄγκυραν τόν Πρόεδρον τῆς Τουρκικῆς Δημοκρατίας ὡς καί τούς λοιπούς πολιτικούς ἡγέτας τῆς χώρας. Τό 1952 ἐπεσκέφθησαν τήν Τουρκίαν οἱ τότε Ἕλληνες βασιλεῖς (ΔΕΛΗΣΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ἔνθ. ἀνωτ. σελ. 98). Αὐτά ἐντάσσονται, βεβαίως, εἰς τήν ἐπιβληθεῖσαν παρά τῶν σκοτεινῶν ἐν Ἀμερικῆ δυνάμεων ἑλληνοτουρκικήν προσέγγισιν κατ' ἔτος 1950, ἀποβλέπουσαν εἰς τήν ἐνίσχυσιν τοῦ φανατικοῦ μισέλληνος καθολικοῦ κροάτου καί ὄχι ὀρθοδόξου Σέρβου δυνάστου τῆς Γιουγκοσλαβίας Ἰωσήφ Τῖτο, ὁ ὁποῖος εἶχε συντελέσει εἰς τό νά αἱματοκυλισθῆ ὁ ἑλληνικός λαός κατά τόν ἐμφύλιον πόλεμον, παρά τήν λυσσώδη περί τούτου ἀντίδρασιν τῆς Ρωσίας καί τοῦ Ἰωσήφ Στάλιν προσωπικῶς (βλέπετε καί ἀπομνημονεύματα τοῦ Μίλοβαν Τζίλας).
6. Ὁ Ἀθηναγόρας εἶχε δηλώσει κατ' ἐπανάληψιν ὅτι «Μετά τόν Θεόν ἔχω τήν Πατρίδα μου Τουρκίαν». Καί ἐκαυχᾶτο ὅτι ἐν Ἀμερικῆ διετέλεσε πρεσβευτής τῆς Τουρκίας καί ὑπηρέτης τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Εἶχεν ἐπίσης δηλώσει ἐπί λέξει, ἐπί τῆ πεντακοσιετηρίδι τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἤτοι ἐν ἔτει 1953, ἀπό τοῦ θρόνου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ὅτι. «Ἡ ἅλωσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως πρό πεντακοσίων ἐτῶν ὑπό τῶν Τούρκων ἦτο θέλημα θεοῦ διά νά φέρη τό Τουρκικόν Ἔθνος τήν εἰρήνην εἰς τόν κόσμον» (βλέπετε ἐφημερίδα «Ἡ Φωνή τῶν Ἀποδήμων» καί ἀναδημοσίευσιν τούτων εἰς τήν ἐφημερίδα «Νέοι Ἄνθρωποι» τῆς 2ας Δεκεμβρίου 1988).
7. Ὁ Ἀθηναγόρας ἐτέλεσε μνημόσυνον εἰς τόν Πατριαρχικόν Ναόν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κατά τήν ἐπέτειον τῆς ἁλώσεως τῆς Βασιλίδος τῶν Πόλεων ὑπό τῶν Τούρκων, ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ πρώτου Τούρκου στρατιώτου ὁ ὁποῖος ἐφονεύθη κατά τήν τελικήν ἐπίθεσιν τοῦ Μωάμεθ τοῦ Πορθητοῦ, τήν ἔχουσαν ὡς ἀποτέλεσμα νά πέση μαχόμενος ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος (βλέπετε ἐφημερίδα «Ἡ Φωνή τῶν Ἀποδήμων» καί ἀναδημοσίευσιν ἐκ ταύτης εἰς τήν ἐφημερίδα «Νέοι Ἄνθρωποι» τῆς 9ης Δεκεμβρίου 1988).
8. Ὅταν κατά τόν Σεπτέμβριον τοῦ 1955 ἔγιναν, εἰς ἐκτέλεσιν ἐπιτελικοῦ σχεδίου, ὑπό τήν ἔνοχον κάλυψιν, ἄν ὄχι καί ὑπό τήν ὀργάνωσιν, τοῦ Βατικανοῦ καί τοῦ φανατικοῦ παπικοῦ τότε Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς Τζών Φόστερ Ντάλλες, ὁ Ἀθηναγόρας ἐκάλυψε διά τῆς ἐνόχου σιωπῆς του τά φοβερά ταῦτα γεγονότα. Ὑπενθυμίζεται ὅτι, ὡς προκύπτει ἐκ τῶν σχετικῶν δημοσιευμάτων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀλλά καί τῶν ἐπιγενομένων τοιούτων (βλέπετε ἐνδεικτικῶς ἐφημερίδα «Βραδυνή» τῆς 6ης Σεπτεμβρίου 1984, ὅπου καταχωρίζεται καί σχετική ἀνακοίνωσις τοῦ «Συλλόγου τῶν ἐν Ἀθήναις Κωνσταντινουπολιτῶν» ἐκτός τῶν ἄλλων: ἐπυρπολήθησαν πεντήκοντα ἕξ ἐν λειτουργία Ἱεροί Ναοί, ἐβεβηλώθησαν ἅπαντα τά ὀρθόδοξα νεκροταφεῖα καί ἐρρίφθησαν ἐκτός τῶν τάφων των τά ὀστᾶ ὅλων τῶν κεκοιμημένων Πατριαρχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κατεστράφησαν σχεδόν ἐν τῶ συνόλω των ἅπαντα τά σχολεῖα καί τά ἱδρύματα τῆς ὁμογενείας, δέκα Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ἐδολοφονήθησαν, ἑξακόσιοι ἐτραυματίσθησαν σοβαρῶς, διακόσιαι ἑλληνίδες γυναῖκες ὡμολογημένως ἐβιάσθησαν, τρεῖς χιλιάδες κατοικίαι ἐλεηλατήθησαν, τά εἰς πολλάς χιλιάδας ἀνερχόμενα καταστήματα τῶν ὁμογενῶν κατεστράφησαν ἐντελῶς, δεκάδες χιλιάδες πανικοβλήτων ἀνθρώπων ἠναγκάσθησαν νά πάρουν τόν δρόμον τῆς προσφυγιᾶς, καί οὕτω συνετελέσθη, πλέον καί τρίτη ἅλωσις. Ἡ Κωνσταντινούπολις ἠρημώθη ἀπό τόν Ὀρθόδοξον Ἑλληνισμόν καί τό Πατριαρχεῖον παρέμεινε πλέον σχεδόν ἄνευ ποιμνίου. Δέον νά τονισθῆ ἰδιαιτέρως, ὅτι δέν ἐθίγη οὔτε μία τρίχα τῆς κεφαλῆς καί οὐδέν περιουσιακόν στοιχεῖον ἐθίγη τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει φραγκολεβαντίνων ἤ καί ἑλληνικῆς προελεύσεως παπικῶν, τόσον τοῦ λατινικοῦ τύπου ὅσον καί τῶν οὐνιτῶν. Δηλαδή ἐγένετο ὅ,τι ἀκριβῶς συνέβη κατά τήν καταστροφήν τῆς Σμύρνης ἐν ἔτει 1922. Τό ἔνοχον Βατικανόν ἐσιώπησεν. Ἐσιώπησε δέ ἐνόχως καί ὁ συνεργάτης τοῦ Βατικανοῦ καί γλοιώδης ὑμνητής τοῦ παπισμοῦ Ἀθηναγόρας παρά τάς ἀπεγνωσμένας ἐκκλήσεις τοῦ ποιμνίου του.
9. Δέον νά σημειωθῆ ὅτι ὄχι μόνον ἐσιώπησεν ὁ Ἀθηναγόρας κατά τήν τρίτην αὐτήν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλά καί, ἐπιπροσθέτως, ἐκάλυψεν ἐκ τῶν ὑστέρων τούς ἐνόχους τῶν βανδαλισμῶν καί κατέβαλε πᾶσαν δυνατήν προσπάθειαν, ὥστε νά μή τιμωρηθοῦν οὗτοι, παρά τῆς Τουρκικῆς Δικαιοσύνης. Συγκεκριμένως ὅτε μετά τήν πάροδον μηνῶν τινων ἀπό τῶν πρωτοφανῶν τούτων βανδαλισμῶν, ἤτοι ἀπό τῆς συντελέσεως τῆς ἀναφερθείσης ἀνεπανορθώτου ἐθνικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς καταστροφῆς, μετά ἀπό ἐξέγερσιν τῶν ἰδίων τῶν Τούρκων, ἀνετράπη ὁ πρωταγωνιστής τῆς καταστροφῆς ταύτης καί τότε πρωθυπουργός τῆς χώρας Ἀντνάν Μεντερές, ὑψηλόβαθμος καί οὗτος τέκτων, οἱ ὁποῖοι ὡδηγήθησαν διά νά λογοδοτήσουν ἐνώπιον ἐκτάκτου Στρατοδικείου, συνεδριάζοντος εἰς τήν ἐγγύς τῆς Κωνσταντινουπόλεως νῆσον Πλάτην, γνωστήν εἰς τήν Τουρκικήν γλῶσσαν ὡς «νησί τῶν σκύλων»… εἰς τό ἐδώλιον τοῦ κατηγορουμένου ἐδικάζετο μεταξύ τῶν ἄλλων ἐγκληματιῶν, καί ὁ Ἀντνάν Μεντερές, ἐκλήθη δέ ὡς μάρτυς κατηγορίας καί ὁ Ἀθηναγόρας. Οὗτος, ἐρωτηθείς παρά τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου, ἐνώπιον ἑκατοντάδων καταπλήκτων δημοσιογράφων ἐξ ὅλης τῆς γῆς, ἐψευδόρκησεν ἐνσυνειδήτως καί εἶπεν ὅτι: «οὐδέν γνωρίζω διά τόν ρόλον τοῦ Μεντερές καί τῶν συνεργατῶν του εἰς τά γεγονότα τῆς 6ης Σεπτεμβρίου 1955». Παρά τήν ψευδορκίαν τοῦ Ἀθηναγόρου, πρός τιμήν τῆς Τουρκικῆς Δικαιοσύνης, ὁ Ἀντνάν Μεντερές κατεδικάσθη εἰς θάνατον καί ὡδηγήθη εἰς τήν ἀγχόνην.
10. Ὁ Ἀθηναγόρας, ὀλίγα ἔτη μετά τόν ἀπαγχονισμόν τοῦ τιμωρηθέντος παρά τῆς Τουρκικῆς Δικαιοσύνης Ἀντνάν Μεντερές, τόν ὁποῖον, διά τῆς ψευδορκίας του ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου δέν κατώρθωσε νά διασώση, τοῦ ἔκαμε καί μνημόσυνον!!! Ἰδού ἡ σχετική εἴδησις ἐκ τοῦ περιοδικοῦ «Τρεῖς Ἱεράρχαι», τεῦχος Ἀπριλίου 1959 «ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἐτέλεσεν εἰς τόν Πατριαρχικόν Ναόν τοῦ Πατριαρχείου Δοξολογίαν ὑπέρ τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Τουρκίας μετά δέ τοῦτο ἔψαλε τρισάγιον ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τῶν φονευθέντων Τούρκων καί τοῦ Μεντερές εἰπών: «ὅπως ὁ Κύριος ἀναπαύση τάς ψυχάς αὐτῶν (ὀνομαστί) ἐν κόλποις Ἀβραάμ, ἔνθα οἱ δίκαιοι ἀναπαύονται»(!!!).
11. Ἀλλά καί εἰς ἄλλας περιπτώσεις, προγενεστέρως καί μεθυστέρως, ὁ Ἀθηναγόρας ἐτέλεσε μνημόσυνα ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τῶν ἀγωνισαμένων καί πεσόντων εἰς τούς κατά τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας Τούρκων στρατιωτῶν. Ἀναφερόμεθα, ἐνδεικτικῶς καί μόνον, εἰς σχετικήν εἴδησιν δημοσιευθεῖσαν εἰς τήν ἐφημερίδα «Χριστιανική Σπίθα», τεῦχος Μαϊου — Ἰουνίου 1962, ὅπου, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἀναγράφονται καί τά ἀκόλουθα: «Ἐν δέ τῶ Πατριαρχικῶ Ναῶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀνεπέμφθη ἐπιμνημόσυνος δέησις ὑπέρ τεθνεώτων Τούρκων».
12. Ὁ Ἀθηναγόρας εἶχεν ἀναρτήσει εἰς τό γραφεῖον του, παραπλεύρως τῶν φωτογραφιῶν τῶν ζώντων Τούρκων ἡγετῶν καί τῶν φωτογραφίαν τοῦ ἐξοντώσαντος ἑκατομμύρια Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων πρό, κατά καί μετά τήν Μικρασιατικήν Καταστροφήν ὑπό τοῦ Κεμάλ Ἀττατούρκ. Ὁ Κεμάλ Ἀττατούρκ, ὑπενθυμίζομεν, ὅτι ἦτο κορυφαῖος τέκτων καί δέν ἦτο κἄν Τοῦρκος, ἀλλά «ντονμές», ἤτοι ἐξισλαμισμένος ἑβραῖος ἐκ Θεσσαλονίκης. Ὁ Κεμάλ Ἀττατούρκ συνυπῆρξε χρονικῶς μέ τόν Ἀθηναγόραν εἰς τήν πόλιν Μοναστήριον τῆς σημερινῆς πρώην Γιουγκοσλαβίας, ὁπόθεν καί ἐκ τῆς ἐκεῖ στρατιωτικῆς φρουρᾶς ἐξώρμησαν ἐν ἔτει 1908 οἱ λεγόμενοι «νεότουρκοι», ἔχοντες τότε ψευδοπροοδευτικόν προσωπεῖον, στέλεχος τῶν ὁποίων ἦτο ἀρχῆθεν ὁ Κεμάλ Ἀττατούρκ, οἱ ὁποῖοι, βραδύτερον ἐξόντωσαν τούς Ἕλληνες, τούς Ἀρμενίους, τούς Σύρους καί τούς λοιπούς Χριστιανούς τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ὑπό τό ἄγρυπνον βλέμμα καί ὑπό τήν κατεύθυνσιν καί ἐνίσχυσιν τοῦ Βατικανοῦ καί τῶν Δυτικῶν Κυβερνήσεων.
13. Τήν κλεῖδα εἰς τήν πρωτοφανῆ ταύτην καί ἀπαράδεκτον ἀντορθόδοξον καί ἀνθελληνικήν συμπεριφοράν τοῦ Ἀθηναγόρου, τήν δίδει ὁ ἐν προκειμένω ἀποκαλυπτικός Ἀρχιεπίσκοπος Βορείου καί Νοτίου Ἀμερικῆς Ἰάκωβος Κουκούζης, ὁ ὁποῖος εἰς συνέντευξίν του δημοσιευομένην εἰς τήν ἐφημερίδα «Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια» τῆς 16ης Σεπτεμβρίου 1983, λέγει μεταξύ ἄλλων, ἀναφερόμενος εἰς τάς καταστροφάς τῆς 6ης Σεπτεμβρίου 1955: «Ἀπετέλεσαν αἱ καταστροφαί τό πρόσχημα τῆς προσεγγίσεως τοῦ Ἀθηναγόρα πρός τήν Δύσιν». Καί συμπληροῦμεν ἡμεῖς: Οὐχί ἁπλῶς πρόσχημα, ἀλλά καί προϋπόθεσιν. Διότι ἐάν δέν εἶχεν ἐξοντωθῆ προηγουμένως ὁ τότε εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδας ψυχῶν ἀνερχόμενος Ὀρθόδοξος Ἑλληνισμός τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦτο ἀδύνατον νά προδοθῆ, ἀνοικτά πλέον, ἡ Ὀρθοδοξία καί τό Γένος, καί νά παραδοθοῦν παρά τοῦ Ἀθηναγόρα ὑπό τό πέλμα τοῦ πάπα τῆς Ρώμης, ὡς μετ' ὀλίγα ἔτη, εἰς ἐφαρμογήν καί εἰς ἐκτέλεσιν προϋφισταμένου σχεδίου συνέβη. Καί τοῦτο διότι ὑπάρχοντος ποιμνίου, ὁ προδότης καί λυκοποιμήν Ἀθηναγόρας θά ἐξεβάλλετο κλωτσηδόν ἐκ τοῦ Πατριαρχείου, ὡς συνέβη, ἐν ἔτει 1923, μέ τόν ἐξ ἴσου θλιβερόν προκάτοχόν του Μελέτιον Μεταξάκην, ὅταν συνεκάλεσεν εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν τήν ληστρικήν ψευδοσύνοδον διά τήν ἀλλαγήν τοῦ Πατρίου Ὀρθοδόξου Ἑορτολογίου καί τήν εὐθυγράμμισίν του μέ τό παπικόν.
14. Ἡ ἐνδεχομένη «δικαιολογία», ὅτι, τάχα, ὁ Ἀθηναγόρας ὑπῆρξε τουρκόδουλος καί τουρκόψυχος διά νά διασώση τό Πατριαρχεῖον εἶναι ψευδεστάτη καί αὐτόχρημα γελοία. Ἡ Κωνσταντινούπολις, ὡς ἐμπράκτως ἀπεδείχθη, δέν κατεστράφη παρά τήν τουρκοδουλείαν τοῦ Ἀθηναγόρα, ἀλλά ἕνεκα ταύτης. Ὅσον οἱ Πατριάρχαι ἦσαν συνεπεῖς πρός τήν Ὀρθοδοξίαν καί πρός τό Γένος, οὐδείς ἐτόλμα νά ἐγγίση τό ποίμνιόν των, καί μάλιστα εἰς αὐτήν τήν ἔκτασιν. Ἄλλωστε ἡ «μεγαλοψυχία» αὕτη τοῦ Ἀθηναγόρα «ἐπεβραβεύθη» παρά τῶν Τούρκων καί ἐκ τῶν ὑστέρων. Τό 1963 ἀπηγορεύθη εἰς τούς Ἕλληνας τῆς Κωνσταντινουπόλεως νά ἀποκτήσουν πλείονα περιουσιακά στοιχεῖα ἀπό ὅσα εἶχον τό 1926. Τό 1964 κατηργήθη ἐντελῶς ἡ Ἑλληνική Ἐκπαίδευσις εἰς τάς νήσους Ἴμβρον καί Τένεδον. Τό 1971 ἡ Τουρκική Κυβέρνησις ἔκλεισε τήν θεολογικήν Σχολήν τῆς Χάλκης. Εὐθύς μετά ταῦτα ἔκλεισε καί τό Πατριαρχικόν Τυπογραφεῖον. Μέ πρωτοφανεῖς πιέσεις ἐξηναγκάσθησαν εἰς ἐκπατρισμόν ἐκ τῶν ἑστιῶν των οἱ ἐναπομείναντες ἐλάχιστοι Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Οἱ Τοῦρκοι ἤρπασαν ἀκινήτους ἑλληνικάς περιουσίας ἀξίας δισεκατομμυρίων δολλαρίων. Ὁ Ἀθηναγόρας, βεβαίως, καί πάλιν ἐσιώπησεν. Ἤδη εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν ἔχουν ἀπομείνει μόνον μερικαί ἑκατοντάδες γερόντων Ἑλλήνων. Μετ' ὀλίγα ἔτη, βάσει καί τῶν Διεθνῶν Συνθηκῶν, θά εἶναι ἀδύνατος ἡ λειτουργία ἐν Κωνσταντινουπόλει τοῦ ἐξουνιτισμένου πλέον Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί ἡ ἐκεῖ παραμονή τῶν ἐπιγόνων τοῦ Ἀθηναγόρου. Ὁ Ἀθηναγόρας ὅμως ἔχει ἐγκαίρως φροντίσει, κατ' ἐφαρμογήν καί εἰς ὁλοκλήρωσιν τοῦ σχεδίου περί ἐξοντώσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, περί τοῦ τί θά γίνη. Ἐφρόντισε νά ἱδρύση τό λεγόμενον Πατριαρχικόν Κέντρον εἰς τό Σαμπεζύ τῆς Ἑλβετίας, ὅπου θά μεταφερθοῦν, ὡς ἀπόλυτα πλέον ὑποχείρια τοῦ Βατικανοῦ, οἱ ἐξουνιτισμένοι ρασοφόροι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου.
15. Ὁ Ἀθηναγόρας ἦτο φανατικός τουρκόφιλος καί ἀρνητής τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό τῆς νηπιακῆς του ἀκόμη ἡλικίας. Καί ὡς ἐκ τούτου δέν ἐπελέγη τυχαίως διά τόν ρόλον καί διά τό ἔργον τοῦ θρησκευτικοῦ καί τοῦ ἐθνικοῦ μειοδότου… Ἰδού τί ὡμολόγησε δημοσία: «Ἡμεῖς εἰς τό χωριό μας, εἰς τό πατρικό μας σπίτι, εἴχομεν δύο, τόν παπᾶν καί τόν δερβίσην, τόν Δερβίς Κιαμήλ. Ἐξωμολογούμεθα δέ καί ἐλέγομεν τά μυστικά μας εἰς τόν Δερβίς Κιαμήλ, διότι εἰς τόν παπᾶν δέν εἴχομεν ἐμπιστοσύνην». (Αὐτά ἐδήλωσεν κατά τήν χοροστασίαν του εἰς τόν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ὀρθόδοξον Ναόν τοῦ ἐν Γιαλῆ Πτωχοκομείου. Ἡ δήλωσίς του αὕτη ἐδημοσιεύθη εἰς τόν τύπον. Βλέπετε καί ἀναδημοσίευσίν της εἰς ἐφημερίδας «Νέοι Ἄνθρωποι» τῆς 9ης Δεκεμβρίου 1988).
16. Ἡ τουρκόδουλος ἀνθελληνική καί ἀντορθόδοξος συμπεριφορά τοῦ Ἀθηναγόρα εἶχε προκαλέσει τήν ἀγανάκτησιν τοῦ συνόλου τῆς κοινῆς γνώμης. Ἐνδεικτικῶς καί μόνον ἀναφέρομεν ἕν δημοσίευμα τῆς «Χριστιανικῆς Σπίθας», τεῦχος Αὐγούστου 1961, ἔχον ὡς ἀκολούθως:
«Ὁ σημερινός Πατριάρχης ἄν καί ἕλκη τήν καταγωγήν του ἐξ Ἑλλάδος, ἄν καί ἐγεννήθη ἐπί ἑλληνικωτάτης χώρας τῆς Ἠπείρου… οὐ μόνοι ἐνώπιον Τούρκων ἐπισήμων καί ἀνεπισήμων, ἀλλά καί Ἑλλήνων ἀκόμη, εὐκαίρως, ἀκαίρως, ἀκούεται νά λέγη «εἶμαι Τοῦρκος» ἐκθειάζει τό μεγαλεῖον τῆς «μεγάλης πατρίδος του Τουρκίας» καί ἔχει ἀναρτήσει εἰς αἴθουσαν τῶν Πατριαρχείων μεγάλην εἰκόνα τοῦ Κεμάλ, ὅστις, ὁσονδήποτε «μέγας» καί ἄν θεωρῆται ὑπό τῶν ὁμοεθνῶν του, δέν παύει νά εἶναι ὁ δήμιος καί ὁ ἐξολοθρευτής ἑκατομμυρίων Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων».
Καί ἕν δημοσίευμα ἀπό τόν «Ὀρθόδοξον Τύπον», τεῦχος Μαϊου 1965, ἔχον ὡς ἀκολούθως:
«Ἀπό τοῦ 1949 μέχρι σήμερον τί δέν ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ στόματός του! Πρός τί νά ἐπαναλάβωμεν; Τί νά εἴπωμεν διά τήν «φιλτάτην του πατρίδα Τουρκίαν», διά τάς ἄνευ ἀνάγκης γλοιώδεις κολακείας πρός τό Ἰσλάμ, τό τί «ἕνα θεό πιστεύομεν πάντες» ἤ «ὅταν περιέρχωμαι εἰς ἀμηχανίαν στρέφω τό βλέμμα μου πρός τήν εἰκόνα τοῦ Ἀττατούρκ καί φωτίζομαι;» (Βλέπετε «Ὀρθόδοξον Τύπον» Μάϊος 1965).
Ταῦτα, λοιπόν, ἐνδεικτικῶς, ὀλίγα ἀπό τά κατορθώματα τοῦ τελοῦντος μνημόσυνα τῶν κατά τήν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως πεσόντων Τούρκων στρατιωτῶν καί φωτιζομένου ἀπό τήν εἰκόνα τοῦ Κεμάλ Ἀττατούρκ, ἀντάξιοι τοῦ ὁποίου ἦσαν καί ὁ διάδοχός του Δημήτριος, ἀλλά καί ὁ σημερινός Βαρθολομαῖος. Ἀλλά περί τοῦ τελευταίου τούτου ἔχομεν γράψει σχετικῶς καί θά γράψωμεν περισσότερα, ὡς εἴπομεν καί εἰς τόν πρόλογον, προσεχῶς.
Υ.Γ. τοῦ «Γνώσεσθε τήν Ἀλήθειαν». Ἴσως, εἶπουν τινές, ὅτι ὁ Βαρθολομαῖος δέν εἶναι τόσον προκλητικός εἰς τήν «τουρκοφιλίαν» ὅσον ὁ Ἀθηναγόρας καί ὁ Δημήτριος. Ἡ ἀπάντησις ἐπ' αὐτοῦ εἶναι ὅτι καθ' ἥν στιγμήν εἰς τούς ἐνθρονιστηρίους λόγους των ὅ τε Δημήτριος καί ἐν συνεχεία ὁ σημερινός Βαρθολομαῖος ἐδήλωσαν, ὅτι θά βαδίσουν ἐπί τῆς γραμμῆς τῶν προκατόχων των καί δή τοῦ Ἀθηναγόρου τοῦτο, καί μόνον σημαίνει ὅτι οὖτοι εἶναι πολύ χειρότεροι τοῦ Ἀθηναγόρου.
(1) Καί ἐπίσης ἀκόλουθον τόν νῦν αἱρετικόν (φιλοπαπικόν καί οἰκουμενιστήν) Πατριάρχην Κων/λεως Βαρθολομαῖον.
(2) Διά τήν γενοκτονίαν τοῦ Ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ (1919) ἐγράψαμεν καί ἐδημοσιεύσαμεν ἐν ἔτει 1997 μικράν μελέτην — ὁμιλίαν ὑπό τόν τίτλον: «Τό ὁλοκαύτωμα τοῦ Πόντου πηγή ἐθνικῶν καί θρησκευτικῶν ἀνατάσεων».
(3) Δυστυχῶς καί οὗτος ἠναγκάσθη νά ἀκολουθήση τό νέον παπικόν Ἡμερολόγιον.
(‘Ενημέρωσις τ. 126)
Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2020
Ο ΠΑΡΑΛΟΓΟΣ ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΣΤΑΤΟΣ Η ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΣ
Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014
Υποστατός ή ανυπόστατος ο παράνομος αφορισμός;
Στὴν προηγούμενη ανάρτηση μὲ τίτλο «Σχετικά με τον αφορισμό του μακαριστού Νικολάου Σωτηροπούλου» (τοῦ Συλλόγου ὀρθοδόξων Χριστιανῶν «Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ»), τίθεται ἕνα θέμα-προβληματισμὸς καὶ ἐξετάζεται ἂν ὁ ἀφορισμὸς εἶναι ὑποστατὸς ἢ ἀνυπόστατος. Ἐπειδὴ ἔχω ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέμα, νομίζω ὅτι οὕτως ἢ ἄλλως, εἴτε δίκαιος, εἴτε ἄδικος εἶναι ὁ ἀφορισμὸς ὑφίσταται, ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστικὴ πράξη ποὺ ἔχει συνέπειες, στὸν ἀδίκως ἀφορισθέντα, στὸν ἀφορίσαντα, ἀλλὰ καὶ στοὺς πιστοὺς ποὺ ἐπικοινωνοῦν μαζί του, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Ἱ. Κανόνες προβλέπουν τὴν λύση του.
Παραθέτω ἕνα μέρος σχετικῆς μελέτης («Καταστρατήγηση Ἱ. Κανόνων ἀπὸ Ἐπισκόπους, Ἡ περίπτωση παράνομου ἀφορισμοῦ ἀπὸ τὸν Καλαβρύτων Ἀμβρόσιο») ἐλπίζοντας ὅτι βοηθῶ στὴν συζήτηση τοῦ θέματος ποὺ ὁ κ. Θεόδωρος Ζιώγας ἀνοίγει, ἀπαντώντας στὸν π. Χρυσόστομο Πῆχο· καὶ τοῦτο γιατὶ ἔχω δὲ τὴν αἴσθηση ὅτι ὁ καθένας ἐκλαμβάνει μὲ ἄλλη ἔννοια τοὺς ὅρους.
Σημάτης Παναγιώτης
ΝΟΜΙΜΟΣ
ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἐπιβάλλεται νὰ ἐξετάσουμε:
α) πότε ὁ ἀφορισμὸς εἶναι εὔλογος, δηλ. νόμιμος καὶ δίκαιος
β) καὶ πότε ἄδικος, ἄκυρος ἢ παράνομος, δηλ. ἄλογος.
Α) Ὁ εὔλογος (νόμιμος) ἀφορισμὸς εἶναι πράξη ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀποκοπὴ καὶ ἠθελημένη ἀπομάκρυνση τοῦ πιστοῦ ἀπὸ τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀπομάκρυνση αὐτὴ ἔχει ἤδη συντελεστεῖ, ὅπως ἀποδεικνύουν οἱ λόγοι καὶ οἱ πράξεις τοῦ συγκεκριμένου πιστοῦ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀφορισθέντος. Ὁ ρόλος τοῦ Ἐπισκόπου ἢ Συνόδου Ἐπισκόπων ποὺ ἐπιβάλλουν τὸν ἀφορισμό, εἶναι ὄχι μόνο νὰ διαπιστώσει τὶς λανθασμένες ἀπόψεις τοῦ χριστιανοῦ αὐτοῦ (ποὺ εἶναι ἐπικίνδυνες γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἴδιου καὶ ὅσων ἐπηρεάζει), ἀλλὰ νὰ προσπαθήσει μὲ ὅποιο τρόπο μπορέσει νὰ τὸν ἐπαναφέρει στὴν ὀρθὴ καὶ σώζουσα πίστη.
Τὴν ἐξουσία νὰ ἀφορίζουν καὶ νὰ ἀναθεματίζουν «ἔλαβον μόνον οἱ Ἀπόστολοι, καὶ οἱ κατὰ πᾶσαν ἀκρίβειαν γενόμενοι τῶν Ἀποστόλων διάδοχοι, οἱ πλήρεις ὄντες χάριτος καὶ δυνάμεως». Οἱ Πατέρες τῆς ἐν Γάγγρᾳ Συνόδου «ἀνεθεμάτισαν εἰς τὰς πράξεις αὐτῶν τοὺς αἱρετικούς, ὡς τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν ἔχοντες»[1]. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅμως, ἦσαν φειδωλοὶ στοὺς ἀναθεματισμούς. Διαβάζουμε στὸ ΠΗΔΑΛΙΟ τοῦ ἁγ. Νικοδήμου: Ὁ ἅγ. Ἰω. ὁ Χρυσόστομος σ’ ἕνα του λόγο λέγει, «ὅτι πρέπει νὰ ἀναθεματίζωμεν τὰ αἱρετικὰ δόγματα, καὶ νὰ τὰ ἐλέγχωμεν, ἀγκαλὰ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς αἱρετικοὺς δηλ. πρέπει, λέγει, νὰ τοὺς λυπούμεθα• ὁ δὲ ἅγιος Βαρσανούφιος προσθέτει, ὅτι ὄχι μόνον τοὺς αἱρετικούς, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν διάβολον πρέπει νὰ ἀναθεματίζῃ τινάς, διὰ τὶ ἀναθεματίζει τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτόν του, ὁποῦ ἀγαπᾶ καὶ κάμνει τοῦ διαβόλου τὰ θελήματα»[2].
Β) Ἀντίθετα ὁ ἄλογος (ἄδικος, ἐμπαθής καὶ παράνομος-μὴ Κανονικός) ἀφορισμός, εἶναι βίαια καὶ παρὰ τὴν θέληση τοῦ χριστιανοῦ ἀποβολὴ του ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, χωρὶς στοιχειοθετημένο ἀδίκημα, χωρὶς σοβαρὸ λόγο• πράξη εἰδεχθὴς ἐνώπιον Κυρίου Παντοκράτορος, ἀνελεήμων καὶ καταλύουσα τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλευθερία, δυὸ κατ’ ἐξοχὴν χαρισματικὲς καταστάσεις τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ καὶ χαρακτηριστικὰ τῆς χριστιανικῆς βιοτῆς μεγέθη. Διότι ἡ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπιβολὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, ἐξευτελίζει τὴν ἐλευθερία καὶ ποδοπατεῖ τὴν ἀγάπη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὁποιαδήποτε ἁμαρτία ἢ ὑποψία ἁμαρτίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισύρει τὴν ποινὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, τιμωρία δηλ. δικανικοῦ χαρακτῆρα, τὴν ὁποία συναντᾶμε κατ’ ἐξοχὴν στὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει διαστρέψει τὴν φιλάνθρωπη θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ὁ κάτω ἀπ’ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ἐπιβαλλόμενος ἀφορισμός -ἡ ἔσχατη ποινὴ τῆς Ἐκκλησίας γιὰ ἐξαιρετικὰ ὁριακὲς περιπτώσεις- καταντᾶ ἀντιχριστιανικὴ πράξη, διότι τὴν ἐπιβολή της τὴν ὑπαγορεύει ἡ σκοπιμότητα ἢ ἡ ἐμπάθεια, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀνάλογο ἀδίκημα, ἀντίθετα αὐτὸ ἐφευρίσκεται προκειμένου νὰ καλύψει ποικίλες σκοπιμότητες ἢ ἀταξίες καὶ τὸν ἐγωϊσμὸ τοῦ ἐπιβάλλοντος.
Ἐπικαλοῦμαι καὶ πάλι τὸν ἱ. Χρυσόστομο: «Τὰ γὰρ αἱρετικὰ δόγματα… ἀναθεματίζειν χρὴ καὶ τὰ ἀσεβῆ δόγματα ἐλέγχειν», ὅμως «πᾶσαν φειδῶ ἀνθρώπων ποιεῖσθαι (=νὰ δεικνύομεν ὅμως κάθε εὐσπλαχνίαν διὰ τοὺς ἀνθρώπους) καὶ εὔχεσθαι ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας».
Ὁ ἅγ. Διονύσιος διαβεβαιώνει, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐπικυρώνει παράλογους ἀφορισμούς: «Τὰς ἀφοριστικὰς ἔχουσιν οἱ ἱεράρχαι δυνάμεις, ὡς ἐκφαντορικοὶ τῶν θείων δικαιωμάτων, οὐχ ὡς ταῖς αὑτῶν ἀλόγοις ὁρμαῖς τῆς πανσόφου θεαρχίας …ὑπηρετικῶς ἑπομένης»[3].
Καὶ ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Ὁμολολογητὴς σχολιάζει: «Ἐὰν παρὰ τὸν σκοπὸν τοῦ Θεοῦ ἀφορίσῃ ὁ Ἱεράρχης, οὐχ ἕπεται αὐτῷ τὸ θεῖον κρῖμα• κατὰ γὰρ θείαν κρίσιν καὶ οὐ διὰ θέλημα ἴδιον ταῦτα ὀφείλει ἐπιφέρειν (=ἐπιβάλλειν)»[4].
Ἕνας λοιπὸν «ἀδίκως ἐπιβαλλόμενος ἀφορισμὸς κατὰ γραφικὴν βάσιν[5] καὶ λογικὴν ἀπαίτησιν δὲν ἰσχύει παρὰ τῷ Θεῷ, οὔτε δύναται νὰ δεσμεύσῃ Αὐτόν, διότι προφανῶς τὸ θεῖον κρῖμα δὲν ἀκολουθεῖ “ὑπηρετικῶς” τὰς ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας»[6].
Οὕτως ἢ ἄλλως, ὅμως, καὶ ὁ ἄδικος ἀφορισμὸς ὑφίσταται, ἀποτελεῖ ἐκκλησιαστικὴ πράξη ποὺ ἔχει συνέπειες, στὸν ἀδίκως ἀφορισθέντα, στὸν ἀφορίσαντα, ἀλλὰ καὶ στοὺς πιστοὺς ποὺ ἐπικοινωνοῦν μαζί του, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Ἱ. Κανόνες προβλέπουν τὴν λύση του.
Ἂς δοῦμε καὶ τί γράφει ὁ ἁγ. Νικόδημος: «ἀνίσως Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος, ἤθελεν ἀφορίσῃ τινὰ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν…χωρὶς καμμίαν κανονικὴν καὶ εὔλογον αἰτίαν, ὁ μὲν ἀφορισμὸς αὐτὸς νὰ λύηται ἀπὸ μεγαλύτερον ἱερέα• ὁ δὲ ἀφορίσας Ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, νὰ ἀφορίζηται ἀπὸ τὸν ἀνώτερόν του, ὅσον καιρὸν ἐκεῖνος καταλαμβάνει ὅτι εἶναι ἀρκετός. Τοῦτο δὲ νὰ γίνεται διὰ νὰ παθαίνῃ δικαίως ἐκεῖνο τὸ ἴδιον ὁποῦ εἰς τὸν ἄλλον ἀδίκως ἐνήργησεν. Ὅθεν τόσον ἐν τῷ α΄ τόμῳ τῶν πρακτικῶν τῶν Συνόδων… γράφεται ὅτι καὶ ζῶντος ἀκόμη τοῦ ἀφορίσαντος, ὁ ἀφορισμὸς λύεται ἀπὸ τὴν σύνοδον, ἐὰν δικαίως δὲν γένῃ»[7].
Ὁ καν. ιδ΄ τῆς Σαρδικῆς προβλέπει γιὰ τὸ ἴδιο πρόβλημα: «Εἴ τις ἐπίσκοπος ὀξύχολος (=θυμώδης) εὑρίσκοιτο (ὅπερ οὐκ ὀφείλει ἐν τοιούτῳ ἀνδρὶ πολιτεύεσθαι) καὶ ταχέως ἀντικρὺ Πρεσβυτέρου ἢ Διακόνου (ὑπὸ τῆς ὀργῆς) κινηθείς, ἐκβαλεῖν Ἐκκλησίας τινὰ ἐθελήσει, προνοητέον ἐστὶ μὴ ἀθρόον τὸν τοιοῦτον κατακρίνεσθαι καὶ τῆς κοινωνίας ἀποστερῆσθαι, ἀλλ’ ὁ ἐκβαλλόμενος ἐχέτω ἐξουσίαν ἐπὶ τὸν Ἐπίσκοπον τῆς Μητροπόλεως τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας καταφυγεῖν…(ἢ) ἐπὶ τὸν πλησιόχωρον κατατρέχειν καὶ ἀξιοῦν, ἵνα μετὰ ἀκριβείας αὐτοῦ ἐξετάζηται τὸ πρᾶγμα• οὐ χρὴ γὰρ μὴ ὑπέχειν τὰς ἀκοὰς τοῖς ἀξιοῦσιν (=δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μὴ δίδεται ἀκρόασις εἰς τοὺς παρακαλοῦντας νὰ ἐξετασθῆ ἡ κρίσις των). Κἀκεῖνος δὲ ὁ Ἐπίσκοπος, ὁ δικαίως ἢ ἀδίκως ἐκβαλὼν τὸν τοιοῦτον, γενναίως φέρειν ὀφείλει (πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπομονή), ἵνα ἡ ἐξέτασις τοῦ πράγματος γένηται, καὶ εἰ κυρωθῇ αὐτοῦ ἡ ἀπόφασις, ἢ διορθώσεως τύχῃ. Πρὶν δὲ ἐπιμελῶς καὶ μετὰ πίστεως ἕκαστα ἐξετασθῇ, ὁ μὴ ἔχων τὴν κοινωνίαν πρὸ τῆς διαγνώσεως τοῦ πράγματος, ἑαυτῷ οὐκ ὀφείλει ἐκδικεῖν τὴν κοινωνίαν (=καὶ ὁ ἀφορισθεὶς πρέπει νὰ μὴ παραβῇ τὸν ἀφορισμόν, ἀλλὰ νὰ μένῃ εἰς αὐτόν)»[8].
Καὶ ἐπισημαίνει ὁ Μιχαηλάρης: «Ἡ σημαντικὴ αὐτὴ διάταξις τοῦ 4ου αἰ. προβλέπει …καὶ τὴν προσβολὴ τῆς ἀποφάσεως ἐπιβολῆς ἀφορισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἀφορισμένου προκειμένου νὰ ἀνατραποῦν ἐνδεχόμενες ἀδικίες»[9].
Ἐπειδὴ ὅμως, οἱ ἄδικοι ἀφορισμοὶ καὶ ἡ προσφυγὴ σὲ ἀνώτερο δικαστήριο τραυματίζουν τὸ κύρος τοῦ ἐπιτιμίου ὁ Ζωναρᾶς θέλοντας νὰ τὸ διαφυλάξει, γράφει: «ὁ δὲ ἀφωρισμένος οὐκ ὀφείλει πρὸ τῆς διαγνώσεως ἀναιδῶς προσιέναι τῇ κοινωνίᾳ• ἐὰν δὲ ἴδωσιν αὐτόν τινες τῶν κληρικῶν τοῦ ἀφορίσαντος αὐτὸν ἐπισκόπου, ἐπαιρόμενόν τε καὶ ἀλαζονευόμενον κατὰ τοῦ ἀφορίσαντος αὐτὸν ἐπισκόπου, ὀφείλουσιν ἐπιστρέφειν αὐτόν, τουτέστιν εἰς ταπείνωσιν ἄγειν… τοῦτο δὲ ποιεῖν ὀφείλουσιν, ὡς ὑπηρετοῦντες καὶ ὑπακούοντες τοῦ ἐπισκόπου αὐτῶν»[10].
Ὁ Ματθαῖος Βλαστάρης «λαμβάνει εἰδικὴ μέριμνα γιὰ τὸ ζήτημα τῶν “ἄλογων” ἀφορισμῶν…καὶ ἐπαναλαμβάνει τὴν ἑρμηνεία τοῦ Βαλσαμῶνος “ὅτι οὐ δεῖ δίχα εὐλόγου αἰτίας ἀφορίζειν τινά”»[11]. Ἐπίσης ὁ Ἀρμενόπουλος στὴν Ἑξάβιβλο γράφει: «Ἀπαγορεύεται τοῖς ἐπισκόποις ἀφορίζειν καὶ χωρίζειν τῆς ἁγίας κοινωνίας τινὰ ἄνευ εὐλόγου αἰτίας• ὁ δὲ ἀφορίζων παραλόγως ἐπὶ χρόνον ἕνα τῆς ἁγίας κοινωνίας χωρίζεται»[12].
«Πολλοὶ κανόνες καὶ ἀπὸ πολὺ ἐνωρὶς λοιπὸν μεριμνοῦν γιὰ τὴν πρόληψη τῶν ἀδίκων ἀφορισμῶν καὶ παρέχουν στὸν ἀφορισμένο τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγει στὴν κρίση ἄλλου ἀρχιερέα…»[13].
Τὰ ἴδια λόγια συναντᾶμε ἀργότερα καὶ στὴν κριτικὴ ποὺ ἀσκεῖ ἐναντίον τῶν παράνομων ἀφορισμῶν καὶ ὁ Μεθόδιος Ἀνθρακίτης, ὁ ὁποῖος «συγχρόνως κινούμενος μέσα στὸ πνεῦμα τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων διατείνεται: “πρέπει ὅμως καὶ ὁ χριστιανὸς νὰ φοβᾶται πολλὰ τὸν ἀφορισμὸν τοῦ ποιμένος, διατὶ εἶναι μία Πνευματικὴ μάχαιρα… Ἂς μὴ λογιάζουσι πὼς ἐκεῖνος ποὺ τοὺς ἀφορίζει εἶναι ἀνάξιος, ὅτι ἡ πληγὴ εἶναι τοῦ Θεοῦ, καὶ ἂν τὸν καταφρονήσωσι, καταφρονοῦσι τὴν ἐξουσίαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἁμαρτάνουσι χειρότερα, καὶ αὐξάνουσι περισσότερον τὴν πληγήν τους”»[14].
Καὶ ὁ ἅγ. Νικόδημος: ἐπειδὴ «δὲν πρέπει νὰ ἀναθεματίζωνται οἱ χριστιανοὶ ἕως ὁποῦ ὀρθόδοξα φρονοῦσι περὶ Θεοῦ, διὰ τοῦτο, κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα καὶ Φιλόθεον Κων/λεως ἀκυρώθησαν, τόσον ὁ τόμος ὁ γεγονὼς ἐπὶ Κων/νου Πορφυρογεννήτου, ὅσον καὶ ὁ ἐπὶ Μανουὴλ τοῦ Κομνηνοῦ, καὶ τοῦ Παλαιολόγου, διὰ τὶ ἀναθεματίζουσιν ἐκείνους ὁποῦ κάμνουν ἀποστασίαν κατὰ τῶν Βασιλέων»[15].
Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, λοιπόν, στὴ ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας, παρατηρήθηκε τέτοιου μεγέθους κατάχρηση τοῦ μέτρου τοῦ ἀφορισμοῦ, ὥστε αὐτὸ νὰ καταστῆ ἀνυπόληπτο ἢ νὰ λειτουργεῖ μόνο δικανικά, μαγικά-«θρησκευτικά», ὅπως διαπιστώνει ὁ Μιχαηλάρης, ποὺ μελέτησε τὸ φαινόμενο τοῦ ἀφορισμοῦ κυρίως στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας:
«Ἔτσι ὁ ἐπικαλούμενος τὶς “ὑπηρεσίες” τοῦ ἀφορισμοῦ …βασίζεται ἀποκλειστικὰ στὴν ἐκφοβιστικὴ δράση τῆς ποινῆς… γίνεται προληπτικὴ χρήση τῆς ἀφοριστικῆς ἀπειλῆς μὲ σαφῆ ἐπιδίωξη τὴν παραγωγὴ φόβου»[16]. Ὁ «χριστιανὸς ἀπειλεῖται, τὸ ὄνομά του διασύρεται, ἡ ὑπόθεσή του κοινοποιεῖται…»[17].
Ἀκόμα καὶ μόνο στὸ ἄκουσμα τῆς λέξεως «ἀφορισμός, …ἀμέσως ὡς προσλαμβάνουσα παράσταση ἐμφανίζεται στὶς συνειδήσεις τῶν πιστῶν (σ.σ. κυρίως τῶν παλαιοτέρων) ἡ εἰκόνα τοῦ ἱερωμένου ποὺ θὰ διαβάσει στὴν ἐκκλησία τὶς ἀποτρόπαιες κατάρες καὶ τὶς ἀπειλὲς κατὰ τῆς ζωῆς, τῶν ὑπαρχόντων ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ψυχῆς τοῦ ἀφοριζομένου»[18].
Διὰ τοῦ ἄδικου ἀφορισμοῦ καταφέρεται μεγάλο πλῆγμα κατὰ τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι μὲν ὡς σῶμα Χριστοῦ ἀναμάρτητη, διὰ τέτοιων ἐνεργειῶν ὅμως τῶν λειτουργῶν της, ἡ Ἐκκλησία τῆς ἀγάπης ὑποβιβάζεται στὶς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐμφανίζεται, ὅτι «διὰ τῆς παραγωγῆς φόβου, ἐπιδιώκει τὴν ἄρση τῆς ἀδικίας ἢ τὴν ὑπακοὴ στὶς ἀποφάσεις της»[19], γεγονὸς ποὺ παραπέμπει σὲ θρησκεία μὲ καταναγκαστικοὺς μηχανισμοὺς καταστολῆς καὶ ἐπιβολῆς ὑποταγῆς καὶ ὄχι στὴν κατ’ ἐξοχὴν θρησκεία τῆς ἐλευθερίας.
Τί ἀλήθεια ἔπρεπε νὰ κάνει ὁ πνευματικὸς χριστιανός, ἀντὶ νὰ ἀφορίζει: «Ἔκτεινον τὴν τῆς ἀγάπης σαγήνην, ἵνα μὴ τὸ χωλὸν ἐκτραπῇ, ἰαθῇ δὲ μᾶλλον• …ἐπίβαλε τὸ γλυκὺ ἄγκιστρον τῆς συμπαθείας,… εἰ δὲ μὴ βούλοιτο, ἀλλ’ ἐμμένει φιλονεικῶν, ὅπως μὴ ὑπεύθυνος γένῃ, διαμαρτύρου μόνον μετὰ μακροθυμίας καὶ χρηστότητος, ἵνα μὴ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐκζητήσει ἐκ χειρός σου ὁ κριτής• μὴ μισῶν, μὴ ἀποστρεφόμενος, μὴ διώκων, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἐπιδεικνὺς εἰλικρινῆ καὶ ἀληθῆ πρὸς αὐτόν»[20].
Ποιά ἡ ΣΤΑΣΗ
τοῦ ἐπιτιμηθέντος μὲ ΑΦΟΡΙΣΜΟ;
Δὲν εἶναι εὔκολο στὸν καθένα νὰ διακρίνει ἂν ἕνας ἀφορισμὸς εἶναι δίκαιος ἢ ἄδικος. Ἀκόμα καὶ ἐξ ὁλοκλήρου ἄδικοι –κατὰ τὰ φαινόμενα– ἀφορισμοί, ἴσως νὰ κρύβουν πτυχὲς ποὺ δύσκολα οἱ πολλοὶ θὰ πληροφορηθοῦν ἤ θὰ κατανοήσουν. Ὁ ἴδιος δὲ ὁ παθὼν συνήθως, βλέπει τὸ δίκιο μὲ τὸ μέρος του, δὲν παραδέχεται ὅτι σφάλλει. Στὴν περίπτωση τοῦ δίκαιου ἀφορισμοῦ, σπάνια ὁ ἀφορισθεὶς παραδέχεται τὸ λάθος του. Ἀφοῦ δὲν τὸ κατανόησε πρὶν τοῦ ἐπιβληθεῖ, τότε ποὺ τοῦ ὑποδείχτηκαν (ὑποτίθεται) κατὰ τὶς προηγηθεῖσες συζητήσεις ἡ ἐσφαλμένη συμπεριφορά του ἢ τὸ ἐσφαλμένο τῶν θέσεών του.
Εἴδαμε παραπάνω τί γράφει ὁ ἁγ. Νικόδημος: «ἀνίσως Ἐπίσκοπος ἢ Πρεσβύτερος, ἤθελεν ἀφορίσῃ τινὰ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν…χωρὶς καμμίαν κανονικὴν καὶ εὔλογον αἰτίαν, ὁ μὲν ἀφορισμὸς αὐτὸς νὰ λύηται ...»[21].
Γι’ αὐτὸ λοιπόν, ὅταν ἐπιβάλλεται ἕνας ἀφορισμὸς πρέπει νὰ ἐξαντλοῦνται ὅλες οἱ τυπικὲς διαδικασίες τῶν ἱ. Κανόνων, ὥστε νὰ ἀποκλείεται ἡ ἄδικη ἐπιβολή του. Ἂν ὅμως παρὰ ταῦτα (καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία ἔχουμε τέτοιες περιπτώσεις) ἐπιβληθεῖ ἕνας ἀφορισμὸς ἄδικα, τότε θὰ πρέπει νὰ ἀκολουθηθοῦν πάλι ὅλες οἱ διαδικασίες ἐκεῖνες ποὺ προβλέπουν οἱ ἱ. Κανόνες, ὥστε νὰ ἀποδειχθεῖ τὸ ἄδικο τοῦ ἀφορισμοῦ. Γιατί, οἱ Πατέρες ποὺ τοὺς ἐθέσπισαν, γνώριζαν ὅτι καὶ οἱ ἐπιβάλλοντες τοὺς ἀφορισμοὺς ἦσαν ἄνθρωποι ἀδύναμοι -καὶ πολλὲς φορὲς ἐμπαθεῖς- καὶ ἦταν δυνατὸ νὰ ἀδικήσουν.
Εἶναι λοιπὸν ἐκκλησιαστικὰ παρακινδυνευμένο νὰ ἀποφασίζει ἰδιωτικὰ ὁ κάθε ἀφορισθεὶς τὸ δίκαιο ἢ ἄδικο τοῦ ἀφορισμοῦ του –ὅσο ἐξώφθαλμη κι ἂν εἶναι ἡ ἀδικία–, ἀντίθετα πρέπει νὰ ἐπικαλεῖται καὶ νὰ καταφεύγει πρὸς δικαίωσή του στὴ μητέρα Ἐκκλησία. Διότι σὲ ἀντίθετη περίπτωση περιφρονεῖ τοὺς ἱ. Κανόνες της, ξεχνᾶ ὅτι Ἐντολὴ Χριστοῦ εἶναι τὸ «ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ἰω. 20, 23)[22]. Σχετικὰ ὁ ἅγ. Νικόδημος «ἑρμηνεύων τὸν λβ΄ καν. τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων -στηριζόμενος καὶ εἰς ἄλλους σχετικοὺς κανόνας, ὡς καὶ εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν πρᾶξιν-, καταλήγει εἰς τὰς ἑξῆς ἀπόψεις: «Ἕνα μέν, ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι ὁποῦ ἀφορισθῶσιν ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπον (ὁμιλεῖ γιὰ πρεσβύτερο ἢ διάκονο), εἴτε δικαίως, εἴτε ἀδίκως, πρέπει νὰ στέκουν ἔτσι ἀφωρισμένοι, καὶ νὰ μὴ τολμήσουν νὰ καταφρονοῦν τὸν ἀφορισμόν, ἕως νὰ γένῃ περὶ τούτου ἐκκλησιαστικὴ ἐξέτασις»[23].
Κατὰ τὸν Μαλαξό, (ποὺ στηρίζεται στὸν 33ο κανόνα τῶν Διατάξεων τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων) «οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ ὑπακούουν, νὰ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τους σοβαρὰ τὴν ποινή, ἔστω καὶ ἂν ἔχει ἐπιβληθεῖ ἄδικα, ἕως ὅτου ἐκδικασθεῖ ἀπὸ ἀνώτερο ἱερωμένο»[24].
Τὴν ἴδια λέγει καὶ ὁ Πάπας Γρηγόριος ὁ Μέγας. «”Τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ἑνὸς ἐπισκόπου ὀφείλει τις ἀναμφιβόλως νὰ φοβῆται καὶ ἐὰν ἀκόμη ὁ ἐπίσκοπος ‘δένῃ’ τινὰ ἀδίκως”. Ὁ Ζωναρᾶς ἐπίσης σημειοῖ: “Τοὺς ἀφοριζομένους, χρή, κἂν μὴ δικαίως λέγωσιν ἐπιτιμηθῆναι, ἐμμένειν τῷ ἐπιτιμίῳ, ἕως ἂν ἀκουσθῶσι παρὰ τοῦ ἔχοντος δίκαιον (=ἁρμοδιότητα) ἀνακρίνειν τὰ τοιαῦτα”…»[25].
(Ασφαλῶς στὶς παραπάνω περιπτώσεις, δὲν διευκρινίζεται ἂν πρόκειται γιὰ γενικὸ ἀφορισμὸς ἢ ἔχει σχέση μὲ μόνο μὲ θέματα Πίστεως).
Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζουμε ἄδικους ἀφορισμοὺς ἁγίων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι πέθαναν μὲ τὸ ἐπιτίμιο καὶ ἀργότερα ἡ Ἐκκλησία τοὺς ἀπεκατέστησε.
Πράγματι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐκοιμήθη τὴν 14ην Σεπτεμβρίου 407 μ.Χ. τελῶν ὑπὸ καθαίρεσιν… Μετὰ τὸν θάνατόν του» ὁ ἅγ. Πρόκλος ἀκύρωσε τὴν καταδίκη. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ πατριάρχης Φλαβιανὸς «καθηρέθῃ ὑπὸ τῆς ληστρικῆς ὡς αἱρετικός… καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀπέθανε ἀπὸ τὰς κακώσεις» ἐκ τῶν λακτισμῶν τῶν διακόνων τοῦ Πατρ. Διοσκόρου. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὅμως «ἐνεγράφη εἰς τὰ ἱερὰ δίπτυχα» ὑπὸ τοῦ «Πατριάρχου ἁγίου Ἀνατολίου»[26].
Η ΣΤΑΣΗ τῶν ΠΑΤΕΡΩΝ ἀπέναντι
στὸν ΠΑΡΑΤΥΠΟ ΑΦΟΡΙΣΜΟ
Παρὰ ὅμως τὶς παραπάνω θέσεις τῶν Πατέρων, ποὺ συμβουλεύουν πὼς πρέπει νὰ μὴ ἀγνοεῖται καὶ ὁ ἄδικος ἀκόμη ἀφορισμός, ἀλλὰ νὰ καταφεύγει στὴν Ἐκκλησία ὁ ἀφορισθεὶς γιὰ νὰ ἀποφασίσει ἐκείνη τὸ δίκαιο ἢ τὸ ἄδικο τοῦ ἐπιτιμίου, παρατηροῦμε πώς:
α) ὑπάρχει καὶ ἔντονος προβληματισμός, ὅταν ἀντιμετωπίζεται τὸ ἐνδεχόμενο νὰ καταστοῦν «τύραννοι» οἱ ἐπίσκοποι μὲ τὴν κακὴ χρήση τοῦ ὅπλου τοῦ ἀφορισμοῦ.
β) παρατηρεῖται διαφοροποίηση, ὅταν ἀντιμετωπίζεται ὁ παράνομος-παράτυπος ἀφορισμός.
Ἔτσι ὁ Βαλσαμὼν «ἑρμηνεύων τὸν κθ΄/λζ΄ καν. τῆς καρθαγένης παρατηρεῖ: “Εἰ γὰρ δοθῇ, εὐκαίρως ἢ ἀκαίρως ἔχειν ἐπ’ ἀδείας τὸν ἐπίσκοπον ἀφορίζειν λαϊκούς τε καὶ κληρικούς, καὶ ἔχειν πρὸς ἀνάγκης τοὺς ἀφοριζομένους φυλάττειν τὸν ἀφορισμόν, κατατολμήσουσι τυραννίδος οἱ ἐπίσκοποι, καὶ παντὸς πράγματος κατακυριεύσουσι, καὶ οὐδεὶς ἔσται ὁ ἀντιπίπτων αὐτοῖς διὰ τὸν φόβον τοῦ ἀφορισμοῦ• ἴσως δὲ καὶ τῆς εὐσεβείας αὐτῆς κατορχήσονται, καὶ πολλῶν κακῶν παραίτιοι οἱ θεῖοι κανόνες γενήσονται, ὅπερ ἄτοπον”. Διὰ τοῦτο χαρακτηριστικῶς προσθέτει: “Ἐγὼ δὲ οὐκ ἔχω τίνι ἐκ τούτων ἀκολουθήσω”»[27].
Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὅμως, ἂν καὶ συμβουλεύει (ὅπως εἴδαμε) πὼς ἀκόμη καὶ τὸν ἄδικο αφορισμὸ δὲν πρέπει νὰ τολμήσει νὰ καταφρονήσει ὁ ἀφορισθείς, ὥσπου νὰ γίνει «περὶ τούτου ἐκκλησιαστικὴ ἐξέτασις»[28], ὅμως διακρίνει τὸν ἄδικο ἀπὸ τὸν παράτυπο ἀφορισμό.
Ὁ παράτυπος ἀφορισμὸς
«ἐπιστρέφει στὴν κεφαλὴ»
τοῦ ἐπιβάλλοντος.
Ὁ θεωρούμενος ὡς ἄδικος ἀφορισμός, ἀλλὰ ποὺ ἔχει ἐπιβληθεῖ τηρουμένων τῶν διατάξεων τῶν ἱ. Κανόνων, κινεῖται στὰ πλαίσια τῆς νομιμότητος καὶ τοῦ ἀνθρώπινου λάθους καὶ οἱ Πατέρες ἔχουν πάρει θέση γιὰ τὴν περίπτωση αὐτή, ἡ Ἐκκλησία ἔχει λάβει τὰ μέτρα της, ὥστε νὰ θεραπεύσει διὰ τῶν Συνόδων τυχὸν ἄδικες ἀποφάσεις, ὅπως στὸ προηγούμενο κεφάλαιο ἀναφέρθηκε.
Ἀντιθέτως ὁ δεύτερος (ὁ παράτυπος ἀφορισμός), ἐκ μόνου τοῦ λόγου τῆς παρατυπίας καθίσταται ἄκυρος, ἀφοῦ τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ ἐπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου ἀπὸ σκοπιμότητα ἢ ἐν βρασμῷ ψυχῆς, ἐξ αἰτίας τέτοιας ἐμπαθείας ποὺ ἐμπόδιζε τὸν ἐπιβάλλοντα νὰ περιμένει τὴν διαδικασία τῆς ἀσφαλοῦς ἐξετάσεως καὶ νηφάλιας κρίσεως τῶν πραγμάτων καί, πάντως, ἐπεβλήθη ἐπὶ καταφρονήσει τῆς διαδικασίας ποὺ ἐπιβάλλουν οἱ Κανόνες. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὁ ἅγ. Νικόδημος, λέγει, πὼς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀφορισθεὶς νὰ τηρήσει τὸν ἀφορισμό.
Ἂς παρακολουθήσουμε τὴ σκέψη του:
Γράφει πὼς «οἱ πνευματικοὶ δὲν πρέπει νὰ λύουν τὰ ἐπιτίμια τῶν ἄλλων ὁμοταγῶν των πνευματικῶν, ἂν αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ Κανόνας καὶ πάντῃ ἄλογα»[29]. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο: δὲν πρέπει νὰ καταφρονοῦν τὸν ἔστω καὶ ἄδικο ἀφορισμό, «ἔξω μόνον ἀνίσως ἤθελαν καταδικασθοῦν πρὸ τοῦ νὰ κριθοῦν, καὶ νὰ προσκαλεσθοῦν εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον»[30].
Ἄρα, ὅταν τὰ ἐπιτίμια εἶναι «πάντῃ ἄλογα» καὶ «παρὰ τοὺς Κανόνας», ἂν ἔχουν ἐπιβληθεῖ προτοῦ «νὰ κριθοῦν» οἱ ἐπιτιμηθέντες, προτοῦ «νὰ προσκαλεσθοῦν» καὶ νὰ παρουσιασθοῦν «εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριον», ἂν καταδικαστοῦν προτοῦ νὰ γίνει ἡ δίκη, τότε, αὐτὰ τὰ ἐπιτίμια πρέπει νὰ λύονται[31], νὰ μὴ τηροῦνται.
\
Καὶ φέρνει ὡς παράδειγμα τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ εἰς τὸν ἱ. Χρυσόστομο ἐπιβληθέντος ἀφορισμοῦ: Ὁ ἱ. Χρυσόστομος «ἐπειδὴ καὶ ἐγκαλεῖτο, διὰ τὶ δὲν ἐφύλαξε τὸν ἀφορισμὸν ὁποῦ ἐξεφώνησε κατ’ αὐτοῦ ἡ περὶ τὸν Θεόφιλον σύνοδος, ἀλλὰ ἠθέτησε αὐτόν, πρὸ ἄλλης συνοδικῆς ἐξετάσεως, ἀπελογήθη λέγων, ὅτι, δὲν ἐπαραστάθη εἰς τὴν κρίσιν ὁλότελα, οὔτε τὰς κατηγορίας ἤκουσε τῶν κατηγόρων του, οὔτε παντελῶς καιρὸς τοῦ ἐδόθη διὰ νὰ ἀπολογηθῇ… καθὼς καὶ ὁ οδ΄ Ἀποστολικὸς διορίζει»[32].
Ἐπίσης, σχολιάζοντας τὸν λβ΄ Ἀπ. Κανόνα, θεωρεῖ παράτυπο-ἄκυρο τὸν ἀφορισμὸ στὴν περίπτωση ποὺ Ἐπίσκοπος ἀφορίσει χωρὶς ἀποδείξεις: «Ἀνίσως ὁ Ἐπίσκοπος ἤθελεν ἀφορίσῃ τινά, διὰ τὶ ἐξομολογηθεὶς πρότερον τὸ ἁμαρτημά του εἰς αὐτόν, ὕστερον τὸ ἀρνηθῆ, πρέπει οἱ ἄλλοι Ἐπίσκοποι νὰ μὴ συγκοινωνοῦν μὲ τὸν ἀφορίσαντα, ἐν ὅσῳ καιρῷ καὶ αὐτὸς δὲν συγκοινωνεῖ μὲ τὸν ἐπὶ τοιαύτῃ αἰτίᾳ ἀφορισμένον ὑπ’ αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο νὰ γίνηται, διὰ νὰ φυλάττηται ὁ Ἐπίσκοπος νὰ μὴ κατηγορεῖ κανένα, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ νὰ ὑποδείξῃ τὴν κατηγορίαν»[33].
Τὴν ἴδια θέση συναντᾶμε καὶ στὸν ΡΜΑ΄ τῆς ἐν Καρθαγένῃ:
«Ἤρεσεν ἵνα, ἐάν ποτε Ἐπίσκοπος λέγῃ τινά, αὐτῷ μόνῳ τὸ ἴδιον ἔγκλημα ὁμολογῆσαι, καὶ ἐκεῖνος ἀρνῆται, μὴ λογίσηται ὁ Ἐπίσκοπος εἰς ἰδίαν ὕβριν συντείνειν, ὅτι αὐτὸς μόνος οὐ πιστεύεται. Εἰ δὲ καὶ τῷ σκινδαλμῷ τῆς ἰδίας συνειδήσεως λέγοι μὴ θέλειν ἑαυτὸν κοινωνεῖν τῷ ἀρνουμένῳ, ἐφ’ ὅσον τῷ ἀφορισμένῳ μὴ κοινωνῇ ὁ ἴδιος Ἐπίσκοπος, τῷ αὐτῷ Ἐπισκόπῳ ἄλλοι μὴ συγκοινωνήσωσιν Ἐπίσκοποι. Ὥστε μᾶλλον παραφυλάττεσθαι τὸν Ἐπίσκοπον μὴ λέγειν κατά τινος, ὅπερ ἀποδείξεσιν ἐλέγξαι παρ’ ἑτέροις οὐ δύναται»[34].
«Ὁ ἀφορισμὸς θεωρεῖται ἀντικανονικός, ὄχι μόνον ὅταν ἐπιβάλλεται ἐξαιτίας κάποιων προσωπικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων», ἀλλὰ καὶ ὅταν οἱ ἐπιβάλλοντες εἶναι παραβάτες τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων πού, μάλιστα, ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ ἀφορισμοῦ.
«Ἤδη στὰ 1229 ὁ πατρ. Κων/λεως Γερμανὸς Β΄ γράφει πρὸς τοὺς Κυπρίους “νὰ μὴ φοβῶνται τοὺς ἀφορισμοὺς τῶν κοινωνησάντων τοῖς Λατίνοις ἱερέων• διότι οὗτοι ἐπιστρέφουσιν εἰς τοὺς ἀφορίσαντας καθὸ παραβάτας τῶν ἱ. κανόνων, οἵτινες ἀφορίζουσι τοὺς κατεπεμβαίνοντας τῶν ἀλλοτρίων ἐνοριῶν”»[35].
Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγ. Θ. ὁ Στουδίτης σχετικῶς παρατηρεῖ: «Τὸ δεσμεῖν καὶ λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ' ὡς δοκεῖ τῇ ἀληθείᾳ καὶ τῷ κανόνι»[36]. «Τί δέ φησιν ὁ κύριος τῷ Πέτρῳ;… “Ὅσα ἂν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τοῖς οὐρανοῖς”• ἵνα καὶ ποιῶν ἀκοινώνητον, ἢ κωλύων, ἢ καθαιρῶν, φοβερὸν ἔχοις τὸ πρᾶγμα, ὡς σύμψηφον καλῶν τὸν Θεόν• ὡς ὑπὸ μάρτυρι τοῦ ἐν οὐρανοῖς τοῦτο ποιῶν• καὶ ὁ κωλυόμενος ἢ καθαιρούμενος φρίττοι, ὡς ἔξω βαλλόμενος οὐρανῶν βασιλείας. Ὅρα, φησίν, τί πράττεις, ὦ ἱερεῦ, ἃ κάτω δεσμεῖς, ἄνω λογοθετεῖσθαι προσδόκησον• οὐκ ἔστιν ἀνεύθυνος ὁ δεσμός, ἐὰν ἀδίκως δεσμεύεις. Ἐμφανίζεσθαι γὰρ μέλλεις τῷ τῶν ἀγγέλων σκρινίῳ. Διὸ μὴ θυμῷ καὶ πάθει τὸν δεσμὸν ἐπάγοις• μὴ ὡς ἑαυτὸν ἐκδικῶν. Ἐκδικεῖ γὰρ τὸν ἀδίκως δεθέντα ὁ Θεός, ἐὰν μὴ τοῦ δεσμοῦ καταφρονήσῃ»[37].
Καὶ στὴν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, ὅπου γίνεται ὑπερβολικὴ χρήση τοῦ ἀφορισμοῦ, στὸ Νομοκάνονα τοῦ Μαλαξοῦ (ποὺ «ἀποτελοῦσε “ἐγχειρίδιον” ἀπονομῆς δικαίου στὰ χέρια τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν») διαβάζουμε: «Ὅποιος ἀφορίσῃ τινὰ τῶν χριστιανῶν, ἀπὸ γνώμην παράλογον, ἢ ἀπὸ θυμὸν πολύν, οὐχὶ μόνον ὁ ἀφορισμὸς δὲν τὸν πιάνει, ἀλλὰ πέφτει εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀφορίσαντος. Ὥστε μόνον ἐκεῖνοι οἱ ἀφορισμοὶ εἶναι στερκτοί, ὅσοι ἐξεφωνήθησαν κατὰ τοὺς θείους νόμους καὶ κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας, οὐχὶ ἐκεῖνοι οἱ ἀφορισμοί, ὁποῦ γίνονται ἀπὸ ὀξυχολίαν ἱερέως, ἢ ἀρχιερέως… Εἰ δὲ ἀφώρισεν αὐτὸν ἀδίκως, ἔχει νὰ δόσῃ λόγον ὁ ἀρχιερεὺς τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ… διὰ τὸ χωρίσαι ἀδίκως τὸν χριστιανὸν ἐκ τοῦ ἁγιασμοῦ τοῦ Θεοῦ… Λέγει καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος, ὅταν ἀφορισθῆ ὁ ἄνθρωπος ὑπὸ τοῦ ἀρχιερέως, ἀγκαλίζεται αὐτὸν ὁ σατανᾶς• καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάζεται καλῶς ἡ ὑπόθεσις τοῦ κοσμικοῦ καὶ τότε νὰ ἀφορίζεται… Ὅποιος ἀρχιερεὺς διὰ ἔχθραν, ἢ πάθος...ἀφορίσῃ κοσμικόν νὰ παθαίνῃ τὴν αὐτοπάθεια… ἀφώρισε, νὰ ἀφορισθῇ»[38].
Ἐπίσης «ὁ δ΄ κανόνας τῆς Ζ΄ Οἰκουμ. Συνόδου…ἀναφέρει: “εἴ τις οὖν δι’ ἀπαίτησιν χρυσοῦ, ἢ ἑτέρου τινὸς εἴδους, εἴτε διά τινα ἐμπάθειαν εὑρεθείη ἀπείργων τῆς λειτουργίας, καὶ ἀφορίζων τινὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν κληρικῶν… καὶ εἰς ἀναίσθητον τὴν ἑαυτοῦ μανίαν ἐπιπέμπων, ἀναίσθητος ὄντως ἐστί, καὶ τῇ ταυτοπαθείᾳ ὑποκείσεται, καὶ ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ, ὡς παραβάτης ἐντολῆς Θεοῦ…”».
Σύμφωνα μὲ τὸν κανόνα αὐτὸν «θεωρεῖται αὐτοαφορισμένος ἐκεῖνος ὁ ἱεράρχης ποὺ ἀφορίζει παράνομα»[39].
Σὲ Νεαρὰ τοῦ Ἰουστινιανοῦ «δηλώνεται ρητά: “πᾶσι δὲ τοῖς ἐπισκόποις καὶ πρεσβυτέροις ἀπαγορεύομεν ἀφορίζειν τινὰ τῆς ἁγίας κοινωνίας πρὶν ἡ αἰτία δειχθῇ δι’ ἣν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες τοῦτο γίνεσθαι κελεύουσιν, εἰ δέ τις παρὰ ταῦτα τῆς ἁγίας κοινωνίας τινὰ χωρίσει, ἐκεῖνος μὲν ὃς ἀδίκως ἀπὸ τῆς κοινωνίας ἐχωρίσθη, λυομένου τοῦ χωρισμοῦ ὑπὸ τοῦ μείζονος ἱερέως τῆς ἁγίας ἀξιούσθω κοινωνίας• ὁ δὲ ἀδίκως τινὰ τῆς ἁγίας κοινωνίας χωρίσαι τολμήσας πᾶσι τρόποις ὑπὸ τοῦ ἱερέως, ὑφ’ ὃν τέτακται, χωρισθήσεται τῆς κοινωνίας ἐφ’ ὅσον χρόνον ἐκεῖνος συνίδοι ἵνα ὅπερ ἐποίησε, δικαίως ὑπομείνῃ”»[40].
Εἶναι ἀκόμα ἀξιοσημείωτα ὅσα περιλαμβάνονται στὸν «Τόμο τῶν τεσσάρων πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς» τοῦ 1663, ὡς ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα: «εἰ δύναται ἐπίσκοπος ἢ πατριάρχης… ἀφορίζειν ὅντινα βούλοιντο, δι’ ἰδίας αὐτῶν ὑποθέσεις, καὶ εἶναι τοὺς ἀφορισθέντας τῷ Θεῷ ὑπαιτίους, καὶ ὁ ἀφορίζων ἀλόγως ὑπαίτιός ἐστι τοῖς κανόσιν». Διαβάζουμε στὴν ἀπάντησή τους: «οὐ μόνον τὴν ἀρὰν καὶ τὸν ἀφορισμὸν πρὸς ἐκείνους ἐπιστρέφειν, ἀλλὰ καὶ ἀξίους εἶναι τιμωρίας, ὡς ὀργίλους καὶ ἀπερισκέπτως χωρίζοντας κατὰ τὴν αὐτῶν θέλησιν τινὰς τοῦ κοινοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας»[41].
«Ἐπίσης καὶ ἡ ἐπὶ Πατριάρχου Νικολάου Γ΄ Κυρδινιάτου (1084-1111) Σύνοδος τῆς Κων/πόλεως εὶς σχετικὴν ἐρώτησιν μοναχῶν ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς (ζ΄ ἀπόκρ.): “Ἄλογος ὁ δεσμὸς καὶ διὰ τοῦτο ἀνίσχυρος καὶ ὁ δεσμευθὺς ἀπολυθήσεται ἀρχιερεῖ προσελθών, καὶ τὰ καθ’ ἑαυτὸν ἀπαγγείλας”»[42].
Ὅταν λοιπόν, ὁ ἐπιβάλλων τὸ ἀνάθεμα τὸ κάνει ἀπὸ κάποια σκοπιμότητα παράτυπα, ἢ εἶναι αἱρετικός, ἢ ἐμφορεῖται ἀπὸ ἀντορθόδοξα φρονήματα καὶ διδάσκει διαφορετικὰ ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία, τότε δικαιοῦται ὁ ὀρθόδοξος πιστός (πιὸ σωστὰ θὰ λέγαμε, πώς -ἂν εἶναι συνεπὴς μὲ τὴ πρακτικὴ τῶν Πατέρων- ὑποχρεώνεται) νὰ μὴ λογαριάσει τὸν ἀφορισμό, ἀφοῦ αὐτὸς συγκρούεται μὲ τὴν πίστη, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸ συνεπάγεται.
Στὴν μακραίωνη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας συναντᾶμε ἀρκετὲς περιπτώσεις ἄδικων ἀφορισμῶν. Στὸ σημεῖο αὐτὸ παραθέτω μερικὲς ἐνδεικτικὲς περιπτώσεις, ἴσως ὄχι καὶ τὶς ἰσχυρότερες, στὶς ὁποῖες Ἐπίσκοποι καὶ Πατριάρχες μᾶς συμβουλεύουν νὰ θεωροῦμε ὡς ἄκυρους τοὺς ἄδικους ἀφορισμούς, ἄξιους καταφρονήσεως, καὶ ἐπισημαίνουν ὅτι αὐτοὶ ἐπιστρέφουν στοὺς ἐπιβάλλοντας «ἀλλοτριοεπισκόπους».
♦ Παραπάνω ἀναφέρθηκε, πὼς ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀφορίστηκε, ἀλλὰ δὲν ἀπεδέχθη ὡς νόμιμο τὸν ἀφορισμό, ἐπειδὴ τοῦ ἐπεβλήθη ἀπὸ Σύνοδο Ἐπισκόπων παρατύπως καὶ παρανόμως.
Συγκεκριμένα: Ὁ ἱ. Χρυσόστομος καθηρέθη ἀντικανονικῶς ἀπὸ τὴν παρὰ τὴν Δρῦν Σύνοδον (τὸ 403 μ. Χ.), ἀφοῦ αὐτὴ συνεκλήθη ἀπὸ τὸν ἐχθρικῶς πρὸς τὸν ἅγιο διακείμενο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο καὶ τοὺς 30 περίπου Ἐπισκόπους ποὺ τὸν ἀκολούθησαν. Γι’ αὐτὸ δὲν παρέστη στὴ Σύνοδο ποὺ παρανόμως συνεκλήθη καὶ τὸν ἐκάλεσε ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῆς ἐπισκοπῆς του γιὰ νὰ τὸν δικάσει, καὶ ποὺ ἀπόντα καθαίρεσε, οὔτε καὶ ἀπεδέχθη τὶς ἀποφάσεις της. Στὴ συνέχεια ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο.
Κατόπιν, οἱ καθαιρέσαντες τὸν Χρυσόστομο ὑψηλόβαθμοι κληρικοί, προσπάθησαν νὰ καταλάβουν τοὺς ναοὺς τῆς Πόλης, ἀλλὰ οἱ πιστοὶ ἀντιστάθηκαν. Τότε οἱ ὑποστηρίζοντες τοὺς διῶκτες τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου «ἔσυραν τὰ ὅπλα των καὶ ἐπῆλθε σύγκρουσις…Τὸ Βαπτιστήριον ἐγέμισεν ἀπὸ πτώματα… καὶ ἀνθρώπινον αἷμα»[43].
Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀναταραχὴ καὶ σημαδιακὰ γεγονότα, ὁ αὐτοκράτορας ἀναγκάστηκε νὰ ἀνακαλέσει ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸν Ἅγιο. Ὁ ἐπανελθὼν Ἀρχιεπίσκοπος παρὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ δὲν ἤθελε «νὰ εἰσέλθει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν του παρὰ μόνον ἀφοῦ ἀποκατασταθεῖ κανονικῶς ὑπὸ συνόδου… Καθῃρημένος ἐπίσκοπος, ἔλεγε, καθὼς εἶμαι, δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μου παρὰ μόνον ἀφοῦ ἀποκατασταθῶ ὑπὸ Συνόδου». Ὁ λαὸς ὅμως ὁδήγησε τὸν Χρυσόσοτομο «παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις του εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Ἐκεῖ τοῦ ἐφώναξεν νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον… καὶ ἐπειδὴ ἠρνεῖτο, ἄνθρωποι ρωμαλέοι τὸν ἥρπασαν καὶ τὸν ἐτοποθέτησαν ἐκεῖ θέλοντας καὶ μή, καθ’ ὃν χρόνον τὸ πλῆθος γονατισμένον εἰς τὴν γῆν ἐζήτει τὴν εὐλογίαν του» (ὅπ. π., σ. 78-79).
Μετὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ ἡ Σύνοδος τῆς Δρυὸς διαλύθηκε. Ὁ ἱ. Χρυσόστομος «ἀνακτήσας τὴν εὔνοιαν τοῦ αὐτοκράτορος δὲν ἔπαυσε νὰ ζητῇ τὴν σύγκλησιν γενικῆς συνόδου ἐν Κων/πόλει, ἡ ὁποία νὰ ἀκυρώσῃ τὰς πράξεις τῆς ψευδοσυνόδου τῆς παρὰ τὴν Δρῦν συνελθούσης καὶ νὰ δώσῃ τὴν κανονικὴν ἐπανόρθωσιν» (ὅπ. π., σ. 81).
Ἡ παράκληση αὐτὴ τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου δὲν σήμαινε «ὅτι ἀνεγνώριζε τὴν ἀπόφασιν τῆς παρὰ τὴν Δρῦν Συνόδου. Καταδικασθεὶς παρανόμως ὑπὸ ἐπισκόπων ἐχθρῶν του, ἔκαμεν ἔκκλησιν κανονικὴν εἰς ἐπισκόπους ἀδελφούς του διὰ νὰ διαμαρτυρηθοῦν περὶ τῆς ἀθωότητός του ἐνώπιον αὐτῶν καὶ ἐνώπιον ὅλου τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν μοχθηρίαν τῶν ἀντιπάλων του καὶ διὰ νὰ ἐξαλείψῃ καὶ τὴν τελευταίαν σκιὰν τοῦ στίγματος, τὸ ὁποῖον ἐκεῖνοι ἀπεπειράθησαν νὰ τοῦ προσάψουν» (ὅπ. π., σελ. 93).
Μετὰ ἀπὸ λίγο ὅμως οἱ ἐχθροὶ τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου συνωμοτοῦντες κατάφεραν νὰ πάρουν πάλι μὲ τὸ μέρος τους τὸν αὐτοκράτορα καὶ νὰ τὸν πείσουν, πὼς ἂν ὁ Χρυσόστομος κατεδικάζετο καὶ δεύτερη φορὰ ἀπὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο, «δὲν θὰ ἔχῃ πλέον παρὰ νὰ ὑπάγῃ διὰ νὰ ἀποθάνῃ εἰς τὴν ἐξορίαν» (ὅπ. π., σ. 89).
Ἔτσι ἑτοιμάστηκε ἡ δεύτερη ἐναντίον του Σύνοδος, ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ ἐξετάσει τὴν ἔνσταση τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου κατὰ τῆς Συνόδου τῆς Δρυός, χωρὶς πάλι τὴν παρουσία του, ἐπεκύρωσε τὴν καθαίρεση καὶ ἐπέβαλε ἐπιπλέον στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο καὶ ἀφορισμό!!!
Σὲ λίγες ἡμέρες κατὰ περιπετειώδη τρόπο, καὶ ἀφοῦ ἐπαναλήφτηκαν βιαιότητες κατὰ τῶν πιστῶν ὑποστηρικτῶν του, ἕως καὶ αἱματοχυσίες, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης ἐπῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐξορίας, ὅπου καὶ ἀπέθανε καθηρημένος καὶ ἀφορισμένος!
♦ Σὲ Σύνοδο Ἐπισκόπων ποὺ συνεκάλεσε τὸ 869 στὴν Κων/πολη ὁ Αὐτοκράτορας Βασίλειος ὁ Μακεδών, καὶ τὴν ὁποία οἱ Λατῖνοι ὀνομάζουν 8ην Οἰκουμενικήν, ὁ ἅγιος καὶ Μ. Φώτιος ἀναθεματίσθη καὶ «οἱ ὑπ’ αὐτοῦ χειροτονηθέντες ἐπίσκοποι» καὶ λαϊκοὶ «ἀφωρίσθησαν»[44]. «Κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν Πρακτικῶν ἐχρησιμοποίησαν ἀντὶ μελάνης τὸ αἷμα τοῦ Σωτῆρος, ἤτοι τὴν θ. Εὐχαριστίαν»[45].
Γιὰ τὰ ἀναθέματα αὐτὰ ὁ ἅγ. Φώτιος ἔγραψε πρὸς τὸν Κλαυδιουπόλεως Ἰγνάτιον: «Ἦν ποτε φρικτὸν καὶ φοβερὸν τὸ ἀνάθεμα ὅτε κατὰ τῶν ἐνόχων τῆς ἀσεβείας ὑπὸ τῶν τῆς εὐσεβείας κηρύκων ἐφέρετο. Ἀφ’ οὗ δὲ ἡ τολμηρὰ καὶ ἀναίσχυντος τῶν ἀλαστόρων ἀπόνοια, παρὰ πάντα θεσμόν θεῖόν τε καὶ ἀνθρώπινον, καὶ παρὰ πάντα λόγον ἑλληνικόν τε καὶ βάρβαρον, τὸ οἰκεῖον ἀνάθεμα κατὰ τῶν προμάχων τῆς ὀρθοδοξίας ἀναστρέφειν ἐφρυάξατο καὶ τὴν βαρβαρικὴν μανίαν ἐκλησιαστικὴν προνομίαν ἐφιλονείκησαν ἀπεργάσασθαι, αὐτίκα καὶ τὸ φρικτὸν ἐκεῖνο καὶ ποινῆς ἁπάσης πέρας ἔσχατον εἰς μύθους καὶ παίγνια μεταποίηκε• μᾶλλον δὲ τοῖς εὐσεβέσι καὶ αἱρετὸν παρεσκεύασται» (Ἐπιστ. ρξγ΄)[46].
«Ἄλλωστε ὁ Φώτιος καὶ οἱ ὀπαδοί του δὲν ἐθεώρουν κανονικὴν τὴν εἰς αὐτοὺς ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν τῆς καθαιρέσεως ὑπὸ ἀντικανονικῶς συγκροτηθέντος ἀναρμοδίου συνοδικοῦ ὀργάνου» (RG 102, 900)[47].
Μετ’ ὀλίγον “ὁ Φώτιος ἀνεκλήθη ἐκ τῆς ἐξορίας… Ἐπηκολούθησεν ἡ συμφιλίωσις Ἰγνατίου καὶ Φωτίου, ὁ ὁποῖος μὴ θεωρῶν ἑαυτὸν καθῃρημένον συμπεριεφέρετο ὡς ἐπίσκοπος»[48].
«Ὁ Φώτιος ἀνῆλθεν εἰς τὸν πατριαρχικὸν θρόνον τρεῖς μόλις ἡμέρες μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Ἰγνατίου ἄνευ κανονικῆς τινος διαδικασίας. Ὁ Ἰγνάτιος εἶχε προφανῶς συμφωνήσει εἰς τὴν διαδοχὴν αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Φωτίου»[49].
«Ἡ ἀποκατάστασις τοῦ Φωτίου ἐγένετο τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ βασιλέως Βασιλείου, ὅστις διὰ πατρικίων καὶ εἶτα αὐτοπροσώπως ἐκάλεσεν αὐτὸν νὰ ἀναλάβῃ τὸν πατριαρχικὸν θρόνον. Ὁ Φώτιος ἔθεσεν ὡς ὅρους ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀνάκλησιν τῶν ἐξορίστων ὀπαδῶν αὐτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἐκ τῶν κατ’ αὐτοῦ διατυπωθεισῶν συκοφαντιῶν… “ἐρρέτωσαν δὲ καὶ αἱ καθ’ ἡμῶν συκοφαντίαι, οὐχ ἡμῶν χάριν ἀλλ’ ἵνα μὴ τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ δι’ ἐμὲ μῶμος ἐπιτρίβοιτο“ (Μansi XVII, 425). Ἀναμφιβόλως ὁ Φώτιος ἠννόει τὴν καταδικάσασαν αὐτὸν σύνοδον τῆς ἁγ. Σοφίας (869-870)»[50].
Ὁ Πάπας Ἰωάννης (διὰ κειμένου ποὺ μετέφερε στὴν ἐν Κων/πόλει Σύνοδο τοῦ 879 ὁ παπικὸς ἀντιπρόσωπος πρεσβύτερος Πέτρος) ἔλεγε: «θέλομεν ἐνώπιον τῆς ἐνδημούσης συνόδου ἀνακηρυχθῆναι, ἵνα ἡ σύνοδος ἡ γεγονυῖα κατὰ τοῦ προρρηθέντος πατριάρχου Φωτίου ἐν τοῖς καιροῖς τοῦ Ἀνδριανοῦ τοῦ Ἀγιωτάτου πάπα ἐν τῇ Ρώμῃ καὶ ἐν Κων/πόλει ἀπὸ τοῦ παρόντος ᾖ ἐξοστρακισμένη καὶ ἄκυρος»[51].
Ὁ παπικὸς ἀντιπρόσωπος ὅμως, βλέποντας ὅτι ὁ Φώτιος παρίστατο καὶ ἐλάμβανε μέρος στὴ Σύνοδο, παρατήρησε ὅτι «οὐν ἦν καλὸν πρὸ τῆς ἐλεύσεως ἡμῶν ἀνελθεῖν αὐτόν», νὰ ἔχει δηλαδὴ ἀναλάβει ὁ Φώτιος τὴν Πατριαρχίαν. «Ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων πρεσβύτερος Ἠλίας ἀπήντησεν ὅτι παρὰ τὰς ἀντιθέτους ἀποφάσεις τῶν ἐν Ρώμῃ καὶ Κων/πόλει Συνόδων (863, 869-870) “τὰ τρία τῆς ἀνατολῆς Πατριαρχεῖα ἀεὶ Πατριάρχην αὐτὸν εἶχον• οἱ ἐν Κων/πόλει ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς μικροῦ πάντες Πατριάρχην αὐτὸν ἔχουσι. Καὶ τί ἐκώλυε τοῦ ἀνελθεῖν αὐτόν;“ (Μansi XVII, 420).
Ἐν συνεχείᾳ ἀνεγνώσθησαν αἱ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν Πατριάρχην ἐπιστολαὶ» τῶν τριῶν ἄλλων Πατριαρχείων «δι’ ὧν ἀποδοκιμάζονται οἱ καθ’ ὑπέρβασιν ἁρμοδιοτήτων συμμετασχόντες… εἰς τὴν καταδικάσασαν τὸν Πατριάρχην Φώτιον σύνοδος (869-870)»[52].
________________________________________
[1] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 397.
[2] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 397: «Τούτων οὖν προεγνωσμένων, ἀκαίρως κατηγοροῦσί τινες…τὴν παροῦσαν Σύνοδον διὰ τὸ ἀνάθεμα ὁποῦ κάμνει, φέροντες εἰς μαρτυρίαν τὸν θεῖον Χρυσόστομον• α΄. διὰ τὶ ὁ Χρυσόστομος εἰς τὸν ἀνωτέρο λόγον ἐμποδίζει ναὶ τὸν καθ’ ἕνα ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ νὰ μὴ τοὺς ἀναθεματίζῃ τινά…, ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζει καὶ τὴν Σύνοδον ἀπὸ τοῦτο. Λέγει γὰρ ὁ αὐτὸς πάλιν ἐν τῷ αὐτῷ λόγῳ “Τί λοιπόν, ἐπῆρες τόσην ἐξουσίαν ἐσὺ νὰ ἀναθεματίζῃς τινα;”».
[3] Δ. Ἀρεοπαγίτου, Περὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, Κεφ. Ζ΄, π. 7, PG 3, 564 Β.
[4] Ἁγ. Μαξίμου, ΡG 4, 181 Β.
[5] «Μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι καὶ…ἀφορίσωσιν» (Λουκ. 6,22).
[6] Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως…, σελ. 66.
[7] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σημ. στὸν ΛΒ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, σελ. 35. ‒«Ὁ Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἀφορισμὸς δὲν ἔχει νομικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν ὑπόστασιν, ὅταν πρόκειται περὶ ἀδίκου ἀφορισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας» (Παπουλίδη Κ., Τὸ Κίνημα τῶν Κολλυβάδων, σελ. 72).
[8] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 457.
[9] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 130.
[10] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 133.
[11] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 134-135.
[12] Εἰς Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 135, ὑποσ.
[13] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 133-134.
[14] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., 1997, σελ. 139.
[15] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 398.
[16] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 169, 171.
[17] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 200.
[18] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 206.
[19] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 211.
[20] Χρυσοστόμου Ἰω., ὅπ. παρ., σελ. 454.
[21] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σημ. στὸν ΛΒ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, σελ. 35. ‒«Ὁ Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἀφορισμὸς δὲν ἔχει νομικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν ὑπόστασιν, ὅταν πρόκειται περὶ ἀδίκου ἀφορισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας» (Παπουλίδη Κ., Τὸ Κίνημα τῶν Κολλυβάδων, σελ. 72).
[22] Ἐγένετο δὲ καὶ ἐν τῇ μεγάλῃ Ῥώμῃ τι τοιοῦτον· μοναχός τις ἀφορισθεὶς ὑπὸ Γρηγορίου τοῦ πάπα ὡς παρὰ γνώμην τοῦ ἡγουμένου αὐτοῦ καὶ παρὰ τὸν θεσμὸν τοῦ μοναστηρίου τοῦ αὐτοῦ Γρηγορίου ποιήσαντά τι μετ' ὀλίγας ἡμέρας ἐτελεύτησεν. ὅπερ ἀκούσας ὁ πάπας μεγάλως ἐλυπήθη, ὅτι ἀπῆλθεν ὁ ἀδελφὸς ἐξαίφνης δεδεμένος, καὶ γράψας ἐν χάρτῃ εὐχὴν λύουσαν τὸν τεθνεῶτα ἐκ τοῦ ἀφορισμοῦ ἔδωκέ τινι διακόνῳ εἰπών· ἄπελθε ἐπὶ τὸν τάφον τοῦ ἀδελφοῦ καὶ ἀνάγνωσον αὐτήν. καὶ τούτου γενομένου, θεωρεῖ ὁ ἡγούμενος κατ' ὄναρ τὸν ἀδελφὸν καὶ λέγει αὐτῷ· λύπην ἔχομεν, ἀδελφέ, περί σου, ὅτι δεδεμένος ἐτελεύτησας. εἰπὲ οὖν ἡμῖν πῶς ὑπάρχεις. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ὄντως, πάτερ, εἰς φυλακὴν ἤμην ἕως τῆς χθὲς ἡμέρας. σήμερον δὲ διὰ τοῦ θεοῦ ἀπελύθην. ὅπερ ἐξηγησάμενος ὁ ἡγούμενος τῷ πάπᾳ, ἐγνώσθη πᾶσιν ὅτι, καθ' ἣν ὥραν ὁ διάκονος ἀνέγνω τὴν εὐχὴν ἐπὶ τοῦ τάφου, τότε καὶ τοῦ δεσμοῦ ὁ ἀδελφὸς ἐλύθη. καὶ πάντες οἱ ἀκούσαντες ἔδωκαν δόξαν τῷ θεῷ τῷ δόντι τοιαύτην ἐξουσίαν τοῖς ἑαυτοῦ δούλοις. Διὰ δὴ τοῦτό φησι καὶ ὁ μέγας Χρυσόστομος· ἡμεῖς μὲν οὖν κατὰ τὸν ἐκκλησιαστικὸν θεσμὸν τὰ δεσμὰ περιβάλλομεν. εἰ δέ τις καταφρονοίη τούτων, ἐπιστήσεται ὁ τοῦ θανάτου καὶ τῆς κρίσεως καιρὸς διδάσκων αὐτὸν ὡς ἀψευδὴς ὁ λόγος τοῦ κυρίου καὶ ὁ νόμος τῆς αὐτοῦ ἐκκλησίας. ὅθεν λοιπὸν ἐγὼ μὲν ἀνεύθυνός εἰμι, τὸ γὰρ ἐμαυτοῦ πεποίηκα, ἐκεῖνος δὲ τὸν θεῖον ζυγὸν ἀπορρίψας καὶ τὰ ἱερὰ δεσμὰ διαρρήξας, ὁ λόγος αὐτῷ ἔσται πρὸς τὸν ἐμοὶ κελεύσαντα δῆσαι. οὐδὲ γάρ, εἰ βασιλέως προκαθημένου τῶν παρεστώτων δορυφόρων τις ἐπετράπη δῆσαί τινα τῶν ὑπηκόων καὶ τὰ δεσμὰ περιβαλεῖν, ἐκεῖνος δὲ οὐ μόνον ἀπώσατο
τοῦτον, ἀλλὰ καὶ τὰ δεσμὰ διαρρήξειεν, ὁ δορυφόρος ἐστὶν ὁ τὴν ὕβριν πεπονθώς, ἀλλ' ὁ κελεύσας βασιλεύς. καὶ μάλα εἰκότως. τὰ γὰρ εἰς τοὺς διδασκάλους γινόμενα προσοικειούμενος ὁ πάντων βασιλεύς τε καὶ κύριος αὐτὸς ὡς τετιμημένος ἢ ὑβρισμένος διακείσεται (Georgius Monachus Chronogr. Chronicon (lib. 1-4).
[23] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 34-35. ‒Δὲς κατ’ ἀναλογίαν: «Ὁ καταδικασθεὶς κληρικὸς καὶ μὴ συμμορφούμενος πρὸς τὴν κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν τῆς Ἐκκλησίας, ἂν ἤθελε τολμήσει “ἅψεσθαι τῆς ποτὲ ἐγχειρισθείσης αὐτῷ λειτουργίας”, ἐπιτελεῖ ἀπόπειραν στρεφομένην κατὰ τοῦ ἐκκλησ. δεδικασμένου, διὸ καὶ αὐστηρότατα τιμωρεῖται δι’ ὁριστικῆς ἀποκοπῆς αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλη-σίας…“μηδὲ ἐν ἑτέρᾳ συνόδῳ ἐλπίδα ἀποκαταστάσεως ἔχειν”» (Χριστινάκη Π., ὅπ. παρ., σ. 519). –«”Διότι εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι ὁ ἀποδειχθεὶς ἀσεβὴς ἔχει ὁπωσδήποτε χωρισθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν, ὅπως ἔχει (ὁπωσδήποτε) χωρισθῇ καὶ ὅποιος ἀναθεματίζεται ὡς ἀσεβής. Διότι τὸ ἀνάθεμα δὲν δηλοῖ ἄλλο τι, εἰ μὴ τὸν ἀπὸ Θεοῦ χωρισμόν”... Ἄρα ἐνταῦθα ἡ Σύνοδος ἀποφαίνεται ὅτι ὁ ἔστω καὶ ἀδίκως ἀναθεματιζόμενος ὡς ἀσεβής (δηλ. ὡς αἱρετικός) χωρίζεται ἀπὸ τὸν θεόν. Βλ. Καὶ πράξ. ΣΤ’ σημ. 86 καὶ 105 καὶ Πράξ. Η’ σημ. 29» (Μελετίου Νικοπόλεως, Ἡ Πέμπτη Οἰκουν. Σύνοδος, σελ. 364 καὶ ὑποσ. 95).
[24] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ.,σελ. 137.
[25] Προβληματισμὸ ἐκφράζει ὡς πρὸς τὴν τήρηση τοῦ ἄδικου ἀφορισμοῦ ὁ Βαλσαμών (Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως…, σελ. 64-65).
[26] Μελετίου, Μητροπ. Νικοπόλεως, ἡ Πέμπτη Οἰκουμ. Σύνοδος, σελ. 174.
[27] Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως…, σελ. 64-65.
[28] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σημ. στὸν ΛΒ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὑπ. σελ. 35.
[29] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, ὅπ. παρ., σελ. 35
[30] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, ὅπ. παρ., σελ. 35
[31] Ἂν ἐπιληφθεῖ ἡ Σύνοδος καλῶς. Ἂν ἡ Σύνοδος φέρεται ἀλληλέγγυα στὸν Ἐπίσκοπο, τότε ἀπὸ ποιόν ἐγκόσμιο κριτὴ θὰ δοθεῖ λύση;
[32] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σημ. στὸν ΛΒ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, σελ. 35.
[33] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 35.
[34] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 537. Ἡ μετάφραση τοῦ Κανόνα εὑρίσκεται στὴ σελ. 41.
[35] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 138.
[36] Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως…, σελ. 71. Πρβλ. καὶ ὅσα γράφονται εἰς τῶν ἐν ἔτει 1663 ἐκδοθέντα Τόμον τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἰδίᾳ τὸ «οὐχ ἕπεται τὸ θεῖον ταῖς παραλόγοις ὁρμαῖς…».
[37] Ἀντιόχου μοναχοῦ, PG 89,1813AB.
[38] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 136-137, 353.
[39] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 131.
[40] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 131.
[41] Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 139.
[42] Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα…, ὅπ. παρ., σελ. 65.
[43] Τὰ ὑπὲρ Χριστοῦ παθήματα…ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἐκδ. “Ὀρθ. Κυψέλη”, 2005, σελ. 75-76.
[44] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 98.
[45] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 98.
[46] Κάλλιστου Βλαστοῦ, σελ. 51.
[47] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 101.
[48] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 101.
[49] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 102.
[50] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 102-103.
[51] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 106.
[52] Φειδᾶ Βλ., Ἐκκλησιαστ. Ἱστορία, ΙΙ, 1973, σελ. 110.
Αναρτήθηκε από Πατερική Παράδοση
Αναρτήθηκε από ΟΜΟΛΟΓΙΑ στις 12:24 π.μ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΜΙΑ ΕΝ ΕΤΕΙ 2008 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΝ ΚΑΝΤΙΩΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΜΟΥ ΔΙΑΔΟΧΗΣ
Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΕΝ ΕΤΕΙ 2008) ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣ...
-
Άγιες Τεσσαράκοντα Παρθένες (1η Σεπτεμβρίου) Αδαμαντίνη, Αθηνά, Ακριβή, Αντιγόνη, Αριβοία, Ασπασία, Αφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ελπινίκ...
-
ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ Ἄγγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε· καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θ...
-
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210.6020176...