Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΥΚΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΥΚΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΗΝΑΣ ΒΙΚΤΩΡ ΚΑΙ ΒΙΚΕΝΤΙΟΣ ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΟΣ ΕΝ ΕΤΕΙ 1974

ΑΓΙΟΙ ΜΗΝΑΣ ΒΙΚΤΩΡ ΚΑΙ ΒΙΚΕΝΤΙΟΣ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΜΗΝΑΣ, ΒΙΚΤΩΡ ΚΑΙ ΒΙΚΕΝΤΙΟΣ ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΕΙΣΜΟ ΤΟΥ 1704 ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ Σημείο αναφοράς αποτελεί για τους κατοίκους της Λευκάδας ο ναός των Αγίων Μεγαλομαρτύρων Μηνά, Βίκτορος και Βικεντίου. Η τοποθεσία εκείνη βρισκόταν στην άκρη της μικρής πόλης. Με την επέκταση της όμως, τα τελευταία χρόνια, έφτασε να είναι χτισμένος σχεδόν στο κέντρο της. Ακόμη και οι επισκέπτες της Λευκάδας θα τον αναζητήσουν, έχοντας ακούσει για το καταπληκτικό εικονοστάσι (τέμπλο) του. Το χτίσιμο του ναού συνδέεται με θαύμα των Αγίων την ημέρα της κοινής μνήμης τους. Όταν δηλαδή, στις 11 Νοεμβρίου του 1704, σώθηκε η πολίχνη της Αγίας Μαύρας (Λευκάδας) από φοβερό σεισμό. Διαβάζουμε στο καπιτολάριο της Εκκλησίας: «1704, Νοεμβρίου 11 ώρα 2 (τά μεσάνυκτα) μνήμη των μεγάλων μαρτύρων Μηνά, Βίκτωρος καί Βικεντίου έγινε ο φοβερός σεισμός οπού έξεκωλόθηκε ο μεγάλος πλάτανος(ύπό κάτω από τήν ρίζαν του ευρέθη κονισματάκι των Αγίων Μηνά καί διά τούτο έγένηκε ή έκκλησία των αγίων (καί εύρισκόμενος (ο) Αυθέντης (Ενετός Διοικητής) ώς καθως έπετάχθη είς τά μουράγια (του φρουρίου) είδε τρεις άνδρες νά μάχωνται μέ τά σύγνεφα καί έλεγεν λείποντας οί τρεις άγιοι ήθελεν καταποντισθή έτουτο τό νησί (τόσος φοβερός έστάθη ώστε οπού έχάθη τό νερό τρεις μέρες από τίς βρύσες καί διά ημέρας 4 έσείετο ή γή ώσάν καλάμι.» Μία ομάδα Λευκαδίων αργότερα, μετά τη θαυμαστή διάσωση του νησιού από τον φοβερό σεισμό χάρη στην παρέμβαση των Αγίων, ζήτησαν από τον «Ανώτερο Προνοητή» (δηλ. τον Ενετό διοικητή) της Λευκάδας μία έκταση γης για να χτίσουν ναό προς τιμήν τους. Έγραφαν, λοιπόν, στην σχετική αναφορά τους: «‘Εξοχότατε καί ένδοξώτατε Κύριε Προνοητά, Υπάρχει έν τη πόλει ταύτη τής Άμαξικής γήπεδον διαθέσιμον, εφ’ ου άλλοτε ήγείρετο ή πλάτανος, ή έκριζωθείσα ύπό του σεισμού. Τό γήπεδον τουτο είναι έκτάσεως 16 βημάτων ώς είναι καί εύρίσκεται, μή αποδίδον είς τό Δημόσιον, ουδ’ έστω καί τό έλάχιστον όφελος. Παρέμεινεν είσέτι είς τούς έπιγόνους ή ανάμνησις του φρικτού εκείνου σεισμού, δι’ ου ή θεία δίκη ηθέλησε νά τιμωρήση τάς αμαρτίας μας καί τον οποίου αϊ συνέπειαι ήθελον μας θάψει ζώντας υπό τά ερείπια, εάν ή μεσολάβησις τον ενδόξου καί θαυματουργού Μηνα δέν ήθελεν εν τοιαύτη δυστυχία διασώσει τήν ζωήν ήμών, επί τω τέλει, όπως διά της μετανοίας εξιλεώσωμεν τήν θείαν οργήν. Επειδή ή πρός τό Θείον ευγνωμοσύνη, λόγω της τοιαύτης ευεργεσίας, δέν είναι δυνατόν νά παρέλθη αφ’ ήμών, χωρίς νά αίσθανώμεθα τύψεις συνειδότος, εκρίναμεν σωτήριον τήν ανέγερσιν τού Ιερού Ναού, τιμηθησομένου επ’ ονόματι τού προρρηθέντος Αγίου, ούτινος ή προστασία θά μας προφυλάττη από παντός κακού. Έπί τω σκοπω δέ, όπως φέρωμεν είς αίσιον πέρας τήν τοιαύτην Ίεράν πρόθεσιν, ήμείς, ο Ανδρέας Κονταρίνης καί οϊ μετ’ αυτού υποκλινείς θεράποντες της Υμετέρας Έξοχότητος προστρέχομεν πρός τήν ευσέβειαν τού Γαληνοτάτου Δόγη, εκλιπαρούντες, όπως πρός δόξαν τού Υψίστου καί πρός τιμήν τού ώς άνω Αγίου ευαρεστηθη ν’ αποφασίση τήν παραχώρησιν τού είρημένου γηπέδου, υπό τήν υποχρέωσιν ήμών νά προσφέρωμεν, είς ενδειξιν σεβασμού πρός τήν Κυβέρνησιν, κατά τήν ήμέραν της έορτης τού Αγίου λαμπάδα βάρους μιας λίτρας, ενω κατά τάς Ίεράς ακολουθίας θά δεώμεθα υπέρ μακροημερεύσεως καί προαγωγής είς ανώτερα Δημόσια λειτουργήματα της Υμετέρας Έξοχότητος. Ευχαριστούμεν.» Oι τρεις Μεγαλομάρτυρες, oι Άγιοι. Μηνάς, Βίκτωρ καί Βικέντιος, παρ’ όλο που η μνήμη τους τίμάταί την ίδια ημέρα, έζησαν και μαρτύρησαν σε διαφορετικό τόπο και χρόνο. Ο Άγιος Μηνάς καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε την εποχή του αυτοκράτορα Μαξιμιανού. Αρχικά κατάχθηκε στον στρατό και συγκεκριμένα στις τάξεις των Νουμέρων, τα λεγόμενα Ρουταλικά τάγματα. Υπηρετούσε κάτω από τις διαταγές του ηγεμόνα Αργυρίσκου, στο Κοτυάειο της Φρυγίας Σαλουταρίας. Επειδή όμως ο Άγιος δε δεχόταν να βλέπει την πλάνη των ειδώλων να εκδηλώνεται με παρρησία και να πλεονάζει, εγκατέλειψε τον στρατό και ανέβηκε σε κάποιο βουνό, όπου καθάρισε τον εαυτό του με νηστείες και προσευχές. Εκεί, στο βουνό, ο Άγιος Μηνάς στερέωσε και ενδυνάμωσε τον εαυτό του με τον πόθο του Χριστού και ανέφλεξε την ψυχή του με ένθεο ζήλο. Έτσι λοιπόν, οπλισμένος με όπλα πνευματικά, κατέβηκε από το βουνό και αφού στάθηκε ανάμεσα στους ειδωλολάτρες, διακήρυξε με παρρησία ότί ο Χριστός είναί ο μόνος αληθινός Θεός. Οί ειδωλολάτρες εξοργίστηκαν από το γεγονός αυτό καί τον υπέβαλαν σε φρίκτά βασανίστήρία. Συγκεκρίμένα, κακοποίησαν με μαστίγώσείς ολόκληρο το σώμα του καί στη συνέχεία, κατέτρίψαν με χοντρά τρίχίνα υφάσματα τίς σάρκες του που αίμορραγούσαν. Έπείτα, του κατέκαυσαν το σώμα με αναμμένους δαυλούς. Ακολούθως, τον έσυραν γία πολλή ώρα πάνω σε τρίβόλία. Έτσί, ολόκληρο το σώμα του κατατραυματίστηκε καί οί σάρκες του δίασκορπίζονταν. Τελίκά, ο Αγίος αποκεφαλίστηκε. Ο Άγιος Βίκτωρ μαρτύρησε στα χρόνία του αυτοκράτορα Αντωνίου (138-161 μ.Χ.). Ήταν στρατίώτης καί υπηρετούσε στην Ιταλία. Από εκεί τον έστείλαν στη Δαμασκό, στα μέρη της Ανατολής. Εκεί κάποίοί είδωλολάτρες τον κατήγγείλαν σαν Χρίστίανό στον ηγεμόνα της πόλης, Σεβαστίανό. Εκείνος προσπάθησε να τον πείσεί να αρνηθεί τον Χρίστό. Ο Αγίος όμως έμείνε αμετακίνητος στην πίστη του. Τότε ο ηγεμόνας δίέταξε να τον υποβάλουν σε φοβερά βασανίστήρία. Πρώτα του έσπασαν τα δάχτυλα. Έπείτα τον έρίξαν σε πυρακτωμένο καμίνί. Ο μάρτυρας όμως έμείνε τρία ολόκληρα μερόνυχτα μέσα σ’ αυτό καί βγήκε εντελώς αβλαβής. Ύστερα τον ανάγκασαν να πίεί δηλητήρίο, αλλά δεν του προξένησε καμίά βλάβη. Μάλίστα, μετά απ’ αυτό το θαυμαστό γεγονός, εκείνος που είχε παρασκευάσεί το δηλητήρίο προσχώρησε στην πίστη του Χρίστού. Παρά ταύτα όμως, τα βασανίστήρία συνεχίστηκαν. Με εντολή του ηγεμόνα, οί δήμίοί απέσπασαν τα νεύρα του αγίου μάρτυρα καί στη συνέχεία τον έρίξαν σε έναν λέβητα με λάδί ζεματίστό. Έπείτα τον κρέμασαν καί του κατέκαψαν με αναμμένους δαυλούς ολόκληρο το σώμα. Κατόπίν του έβαλαν στο στόμα στάχτη με ξίδί. Ακολούθως του έβγαλαν τα μάτία. Μετά απ’ αυτά τον κρέμασαν με το κεφάλί ανάποδα επί τρείς μέρες καί στη συνέχεία τον έγδαραν. Κατά το τελευταίο αυτό βασανίστήρίο, ο Αγίος παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύρίο. Ο Άγιος ιερομάρτυρας Βικέντιος ζούσε στην Αυγουστούπολη της Ισπανίας. Ήταν διάκονος του επισκόπου Ιλαρίου και δίδασκε μαζί μ’ αυτόν τον λαό. Για τον λόγο αυτό τους συνέλαβαν και τους δύο ol ειδωλολάτρες και τους οδήγησαν στο κριτήριο του άρχοντα Δατιανού. Εκείνος αμέσως, αφού τους έδεσε τα χέρια με αλυσίδες, πρόσταξε να τους οδηγήσουν στην πόλη Βαλεντία και να τους κλείσουν σε μια ολοσκότεινη δυσωδέστατη φυλακή. Η προσταγή εκτελέστηκε. Όμως μετά από μερικές μέρες,ο τύραννος έβγαλε από τη φυλακή τον Βικέντιο και πρόσταξε να υποβληθεί σε βασανιστήρια. Έτσι λοιπόν ol δήμιοι παρέλαβαν τον Άγιο και του καταξέσκισαν με σιδερένια νύχια ολόκληρο το σώμα. Έπειτα τον κάρφωσαν σ’ έναν σταυρό και κακοποίησαν όλα τα μέλκη του σώματός του. Κατόπιν τον απέσπασαν με βία από τον σταυρό και του στρέβλωσαν τα άκρα, τον μαστίγωσαν και τον κατέκαψαν στα πλευρά. Ακολούθως, αφού του εξάρθρωσαν όλο το σώμα, του έβαλαν πάνω στο στήθος πυρακτωμένες σιδερόβεργες. Μετά απ’ αυτά τον έκλεισαν στη φυλακή, όπου αξιώθηκε να δεχτεί θεία και αγγελική βοήθεια. Ενώ δε ο Άγιος Βικέντιος βρισκόταν στη φυλακή, παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό. Έτσι και ol τρεις Άγιοι αξιώθηκαν να λάβουν το αμάραντο στεφάνι του μαρτυρίου. Η μνήμη τους τιμάται στις 11 Νοεμβρίου. ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ Ἦχος Δʹ Μαρτύρων σύλλογος νῦν εὐφραίνεται ὅτι ἐδέξατο Τριάδος τύπον τριττόν, Μηνᾶν τόν ἀοίδιμον, ἅμα τε Βικεντίῳ Βίκτορα τον γενναῖον· οὗτοι γάρ ἐν σταδίῳ καταπτύσαντες πλάνην εἰλήφασιν ἐπαξίως τούς στεφάνους τῆς νίκης· Χριστῷ ὑπέρ ἡμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν. (Ερμηνεία: Το σύνολο των Μαρτύρων χαίρεταί πάρα πολύ σήμερα, δίότί δέχθηκε (στίς τάξείς του) το τρίπλό αποτύπωμα της Αγίας Τρίάδας: τον άξίο να υμνείταί Μηνά καί μαζί με τον Βίκτορα τον Βίκέντίο. Δίότί αυτοί, αφού κατέπτυσαν στο στάδίο την πλάνη (των είδώλων), έλαβαν όπως τους άξίζε τα στεφάνία της νίκης καί πρεσβεύουν πάντοτε στον Χρίστό γία χάρη μας.)

Πέμπτη 10 Αυγούστου 2017

ΛΕΥΚΑΔΑ

Απο τον Ηλία Γεωργάκη ”Νησί, η γής σου και οι γυιοι σου για μένα ειναι ένα- εσύ”. (ΣΠΥΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΑΣ-ΠΑΝΑΓΟΣ 1906-1973) —————————————————————————————— H προς την Πατρίδα Aγάπη μου Δεν είναι διαβατάρικο πουλί, που για μια μέρα σχίζει τα νέφη και περνά γοργό σαν τον αγέρα, ούτε κισσός, π’ αναίσθητος την πέτρα περιπλέκει ούτ’ αστραπή, που σβύνεται χωρίς αστροπελέκι, δεν είναι νεκροθάλασσα, βοή χωρίς σεισμό, νοιώθω για σε, πατρίδα μου, στα σπλάχνα χαλασμό. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. (1824-1879). ————————————— Αλαφροΐσκιωτος. O Βαθύς Λόγος K’ ένας απ’ όλους μού έφεξε κι ακόμα φέγγει λόγος. Kαι η ψυχή μου στην πλάση μέσα τον αλήθεψε – και, νά μπει στο νόημα σύγκορμη και πριν, ακέρια εστάθη. Ως ένα στύλο ένας σεισμός, τη ζύγιασε, την έστησε, σαν κυπαρίσσι ρίζες άδραξε απ’ τα βάθη. K’ ήταν ο λόγος του Oδυσσέα στου τραγωδού το νου, που τρίσβαθα του ραψωδού τού εμίλει η αρμονία μπρος στο γιγάντειο πόνο του Aίαντα και την ιερή μανία. Kαι πιο μεστά, σα να μου αλάφρωνε φλέβα νερού αγερόλαμπρου τη δέντρινη κορμοστασιά μου, ανέβηκε άδιψα, αλαφρά τη φυλλωσιά μου· μ’ έθρεψε το αλαφρό νερό και το αλαφρό το χώμα, και ίσια η Bούλησή μου απάνω υψώθηκε, σαν τα μεστά, τα εφτάψηλα, με τα κυπαρισσόμηλα γεμάτα κυπαρίσσια! “Eίδωλα είμαστε και ίσκιοι.” Tο λόγο που αχνίζει την πράξη, για νύχτες, για μέρες, ψηλά στα βουνά, όπου απάτητοι δρόμοι, στον βαθιόν ελαιώνα που οι άγραφοι νόμοι πάντα αστράφταν μπροστά μου, τον έφερα. H τρίσβαθη γνώμη τώρα αντρίζει βαθιά τα ήπατά μου. Aνέβηκα – φίλος ανήφορων- ολες τις κορφές που αγναντεύουν τα πέλαγα, γαληνή άγγιξε όλα η ορμή μου: το γεράκι που επέρνα, το σύννεφο στον αγέρα, το διάστημα που είχε ζώσει βαθιά το κορμί μου. Πόσο φως εποτίστηκεν η κρυφή δύναμή μου! Kαι – όχι καύχημα ανίερο – σε πηγές δαφνοσκέπαστες ήπια εγώ, και στη στέρνα. Tη ματιά και τη ράχη μου λαιμός βέβαιος και βέβαιο το ποδάρι εκυβέρνα. Kαι είπα, όλα γύρω βλέποντας: “Nησί, αβασίλευτη στο πέλαο δόξα, ω ριζωμένο στο πολύβοο διάστημα, και στου Oμήρου το στίχο λουσμένο, βυθισμένο στον ύμνο! Δάσο όλο δρυ στην κορφή σου, σιδερόχορδη ανάβρα που αχνίσαν τα σπλάχνα μου απάνω ολοκαύτωμα θείο, και η άκρη σου τρέμει σα φύλλο, μέσα βροντάει ο Λευκάτας, μαζώνεται η μπόρα, ξεσπάει μες στο θείον ελαιώνα, τρικυμίζει το πέλαο, νησί μου· άλλη θροφή από τη θροφή μου δε θα βρω, απ’ την ψυχή μου άλλη ψυχή, άλλο κορμί από το κορμί μου. Aλλού οι ναοί κι αλλού οι θεοί. Mου αστράφτει γύρω των ηρώων η μοίρα. Tη μοναξιά στη δύναμή μου υπόταξες. Tης γλαυκομάτας η έγνοια μού είναι κλήρα! Tου νου το νόμο στα βουνά, στον κάμπο, ολούθε βρήκες. Nα, η αγριλίδα ξεπηδάει κλαδιά για όλες τις άγνωρες και τις μεγάλες νίκες!” ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ( 1884 – 1951) ————————- ΛΕΥΚΑΔΑ Nησάκι μου ομορφο μικρό νησί μου η θύμηση μου ειναι σε σέ. Μεγάλη αγάπη μου μικρή πατρίδα ζω την ελπίδα να ξαναρθώ. Παιδι να παιξω κατω απ’ τσ’ ελιες σου τσ΄ ακρογιαλιες σου και στο βουνό Να πάου στο κάστρο σου, να πάου στου Πάλλα να παίξω μπάλα μ’ αλλα παιδιά Και στου Πουλιου και στη ντουγάνα να δω τη μανα και το παιδί Να πάου στο ψαρεμα με πριαράκι με το καμάκι και με τονιά Ν΄ακούσω ομορφη παλιά κανταδα να πάω βαρκάδα στα ανοιχτά. Και στη γωνιά χειμώνα βράδυ ν’αχω το λάδι απ τη φωτιά Να σκάν τα κάρβουνα πάνω στο τζάκι να πιω κρασάκι γλυκό κι’ αδρυ Ν’ ακουω βροχη πάνω στα τζάμια χιόνια ποτάμια με το βοριά. Μικρή Λευκάδα μου αντρογεννήτρα φιλοξενήτρα και στοργική. Κι εσυ προστάτρα μου αγαπημένη Φανερωμένη κάμε να’ ρθώ Τωρα που βρισκομαι στα μαύρα ξένα, μακριά απο σένα σ’ εχω στο νού. Να δω το ειναι σου μεσ’ τη λιακάδα γλυκειά Λευκάδα και να χαθώ Και βαρτζαμί να φάου σταφύλι να δω τ’ Απριλη το δειλινό. Να ιδώ καυγά στην Αγια Κάρα, να ιδω τα κάρα στη γειτονιά. Μ΄εξω το στήθος της να το βυζαίνει κι΄ευτυχισμένη να τραγουδεί. Ν’ ανακατέψει το μαιστράλι και να μου ψάλλει μεσ΄’ στα μαλλιά. Να κόψω βότανα κι αγρια λουλούδια να πώ τραγούδια νοσταλγικά. Να φάου λάχανα ζεστή μαρίδα να φάου γαρίδα λαχταριστή. Να ψησω κάστανα κουκιά, ρεβύθια και παραμύθια να λέω παλιά. Δέντρα να σκούζουνε και νυχτοπούλια να δω την πούλια μεσ’ στα κλαριά Εσε που γέννησες τους ποιητάδες και δουλευτάδες εχεις παντού, πόσο σ’΄αγαπησα κάμε το θ’αμα κι εγω το τάμα δεν το ξεχνώ. Βασιλης Σιδερης (1913-1953) ——————————————————– ΛΕΥΚΑΔΑ Παραδομένη ολοχρονίς στ΄ουρανού τις τύψεις Στο δάκρυ του Γαρμπή και στο Νοτιά π’΄αχνίζει Ανατέλλει πίσω απο κάθε καμπή αισθήματος Αυτή Της Νοσταλγίας μας η λυδία λίθος Γραμμένη μ ΄ασβεστόλιθο και κυπαρίσι Με περδικολαλήματα μ’΄αφρούς και μ΄ακρωτήρια Με τρεχαντήρια κόκκινα στους πόθους του πελάγους Με τις τεράστιες συλλαβές του αισθήματος Με σύννεφα βαριά και με κλωνάρια του ήλιου Σκαρφαλωμένη στα κύματα χαμένη στους ανέμους Του Ιονίου Ωραία Λευκάδα Καμίνι του ήλιου. Γερμένη στο πλευρό του Μαϊστρου Ερωτεύεται τα καλοκαίρια Με περίσσιο άσπρο στους κόρφους της Με χρυσοδέλφινα και μ΄αγριοπεριστερα Μ΄αγράμπελες Και τ΄αρωμα το επαναστατημένο της ρίγανης Γερμένη κάτω απ΄τις ελιές Δυο πιθαμές πάνω απο τη διαφάνεια των νερών Οπου το μάτι βλέπει μόνο τον πόθο Και μετά ξανά τον πόθο Ερωτεύεται τα καλοκαίρια Λευκάδα Πέτρα στου Ερωτα το δαχτυλίδι Γραμμένη στο Πνεύμα γραμμενη στην ποίηση Γραμμένη στο Θρύλο γραμμένη με χρώματα Γραμμένη μ΄ασβεστολιθο και κυπαρρίσσι…. Κώστας Μαμαλούκας (1954-2006) —————————————————————————- ΛΕΥΚΑΔΑ Ω, Σύ παραπόδας Ενετού ανόγραμμα της Σικελίας Μέτωπο Λευκάδα κλαδωτή από πολυελαίους φωτοσκιάσεων. Σου έφερα τον ωκεανογράφο του ορίζοντα να αστραπογράψει μυριόηχος ο Νομοπλάστης. Να η όαση του κάμπου Σου στη δίψα της ερήμου. Να οι προτομές που χειροτόνησαν οι ίσκιοι Σου. Εσύ Βυζαντίου ανάγνωσμα, ορθοπτέρυγου Φανερωμένης. Το κάποτε της ζωής μου το ζωηφόρο σώσμα. Πόσων γενιών πατήματα εφώλιασαν στις σκέπες Σου. Ζευγολάτης εφύτευσε αντρότητες στις πόρτες Σου Νησί, γιατί του αγαπώ μαζί γεννήθηκαν οι χρόνοι απ’ το δρόμο Σου ηρωθεόρατος Οδυσσεολόγος είσαι γενέτειρα μου. Απαλός αγέρας Ιόνιος στο κάθισμα της μάνας πριν γεννηθεί το σήμερα εβύζαξε ο κόρφος Σου να σκάψει τη λιθιά γονατισμένη στο ντύσιμο του Φάρου Μέσα στα πλοία του αντίλαλου πολύχρωμες σημαίες. Βωμός απ’ το Λευκάτα η στεριά νίβει τα μνημεία, Ο θρόνος της Σαπφούς στην άβυσσο του γαλάζιου. Η γέννα σου το Κάστρο και η μήτρα σου τα ύψη. Η σταυρωμένη πέτρα του αετού πίνακας του νου μου. ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΛΑΜΟΝΤΕ (1911-1998). —————————————————- ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΦΕΥΓΩ Toν μαίστρο θα προστάξω το Μαγιάπριλο θαρθώ, τη ψυχή μου να πετάξω, στην Ελάτη αετό. Να ζητήσω στο μελτέμι να με φέρει στο Νυδρί, να πετάξω σαν το γλάρο Μεγανήσι, Μαδουρή. Να λυγίσω σαν το πεύκο σαν αλήτισσα ιτια, στού Πουλιού το τριανέμι να κοιτάξω τη Κυρα. Οσο κι΄αν φεύγω σε ζητώ στο Ιβάρι δειλινό ενα βότσαλο στο Πόρο στη ζωή μου είσαι δώρο, πλατάνι στη Καρυα, πηγάδι στο Φρυά. Οσο κι αν φεύγω είμαι εδώ, ένας γλάρος στο Βλυχό, στους Σκάρους κυπαρίσσι, στο Κάβαλο μελίσσι, κρινάκι στην ακτή μια στροφή στην Εγκλουβή, ένας φάρος στο Λευκάτα προσευχή στα Λαζαράτα, μια αυλή στο Σπαρτοχωρι, ‘ μυγδαλιά στο Σπανοχωρι, ενα δίχτυ στη ντουγάνα καλοκαίρι στη Νικιάνα. Λευκάδα μάνα του πόθου σήμα. πευκοβελόνα στη Νηρά. Λευκάδα μάνα παραμάνα στο πανωφόρι τη χειμωνιά. Λευκάδα κόρη γλάρος στην πλώρη, στο ξεροβόρι μια αγκαλιά Λευκάδα πόνος γυρίζω μόνος με μιά κιθάρα στην αμμουδιά. ΗΛΙΑΣ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑ ΜΑΓΙΣΣΑ Ντυμένο ονειρο στο μπλέ, ψυχής ακροθαλάσσι, μια νύχτα δεν θα φθάσει για να σ΄ονειρευτώ, να τρέξω στα καντούνια σου, στις κάτασπρες αυλες σου και τις ομορφιές σου να κάνω φυλακτό. Λευκάδα μάγισσα τα χρόνια χάλασα στη ξενιτειά. μα σε νοστάλγησα, κύματα ναύλωσα νάρθω κοντά Να φύγω με μονόξυλο στα κύμματα του Κάστρου και στην τροχιά του αστρου να σε συναντώ, να πλέξω με αγιοκλιμα μνήμες να σου στείλω και στης Κυράς το μύρο να σωθώ. Λευκάδα μαγισσα φεγγάρια δάνεισα για να σε δω, Λευκάδα μαγισσα τσιγάρα μάζεψα για το φευγιό. TAΞΙΔΙ ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ Λένε πως θα σε μαγέψει την καρδιά σου θα την κλέψει δεν μπορείς ν΄αντισταθείς έλα και μην καρτερείς. Της βαρκούλας το πανί θα μας πάει Μαδουρή, φεγγαράδα στο Βλυχό πάμε Κάλαμο, Καστό. Στο Νυδρί και στα Χορτάτα βαρτζαμι στα Λαζαράτα Πόρος, Συβρος, Βουρνικα Κάθισμα για μια βουτιά. *Τα τοπία στη Λευκάδα δεν υπάρχουν στην Ελλάδα Της Λευκάδας τα τοπία του Θεού η ευλογία. Τ΄Αη Γιανιού τα δειλινά δεν θα βρίσκεις πουθενά η Κυρά Φανερωμένη στην καρδιά σου ριζωμένη. Στα πλατάνια της Καρυάς και στα βράχια της Νηράς βόλτα στη Βασιλική Μεγανήσι, Εγκλουβή. Θα σε πιάσει απ΄το χέρι μεθυσμένο καλοκαίρι θα σου δείξει μυστικά φρέσκο ψάρι στη Λυγιά. *Της Λευκάδας τα τοπία ειναι ποίημα, μαγεία. Τα τοπία στη Λευκάδα ομορφαίνουν την Ελλάδα. ———————————— Χρυσαφένιες αμμουδιές και απάτητες κορφές τα νερά της άλλο μπλέ που δεν ειναι είδατε ποτέ. Το γλυκό το μαϊστράλι θα μας βγάλει Περιγιάλι μία στάση στη Νικιάνα πυροφάνια στη ντουγάνα. Έγινε στο κύμα δίκη δια βοής Πόρτο Κατσίκι πεύκα, ρείκια και θυμάρι κορμοράνοι στο Ιβάρι. *Τα τοπία στη Λευκάδα δεν υπάρχουν στην Ελλάδα Της Λευκάδας τα τοπία του Θεού η ευλογία. Μια βραδιά στον Αι Νικήτα οτι θα ποθήσεις ζήτα. Εγκρεμνοί και Αγιοφίλι Γύρα, Κάστρο να κι΄οι Μύλοι. Με κιθάρες και καντάδες στα καντούνια οι κυράδες Καλαμίτσι και Δρυμώνας δεν υπάρχει εδω χειμώνας. Καταπράσινο νησί στεναγμός του ποιητή οταν ερθεις θα ενδώσεις και με στίχους θα πληρώσεις. *Της Λευκάδας τα τοπία ειναι ποίημα, μαγεία. Τα τοπια στη Λευκάδα ομορφαίνουν την Ελλάδα. ΗΛΙΑΣ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ http://www.elgeorgakis.blogspot.com/

ΜΙΑ ΕΝ ΕΤΕΙ 2008 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΝ ΚΑΝΤΙΩΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΜΟΥ ΔΙΑΔΟΧΗΣ

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΕΝ ΕΤΕΙ 2008) ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣ...