Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

ΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ ΜΙΛΟΥΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΑ


Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

Γιατί οι Ρωμαίοι μιλούσαν ελληνικά, είχαν παιδαγωγούς Έλληνες και θεωρούσαν ότι είναι κληρονόμοι του αρχαιοελληνικού πολιτισμού...


των Τζον Λόϋντ & Τζον Μίτσινσον 
Lingua franca ονομάζεται  η γλώσσα που μιλούν μεταξύ τους δύο άτομα, χωρίς να είναι η μητρική τους. Η Ρώμη ήταν πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας που επεκτεινόταν με ταχύτατο ρυθμό, ένα εμπορικό  κέντρο με περισσότερους από ένα εκατομμύριο κατοίκους. 

Αν και η τοπική γλώσσα της Ρώμης ήταν τα λατινικά, η Lingua franca – η γλώσσα που χρησιμοποιούσες για να αγοράσεις ή να πουλήσεις και γενικότερα για να γίνεις κατανοητός – ήταν τα «κοινά» αρχαία ελληνικά. 
Τα αρχαία ελληνικά ήταν επίσης η γλώσσα επιλογής της μορφωμένης αστικής ελίτ της Ρώμης. 
Οι εκλεπτυσμένοι Ρωμαίοι θεωρούσαν εαυτούς κληρονόμους του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. 
Η Αινειάδα του Βιργίλιου – το επικό ποίημα που αφηγείται την ίδρυση της Ρώμης – αναφέρει κατηγορηματικά ότι η Ρώμη αποτελεί συνέχεια της μυθικής Ελλάδας για την οποία είχε γράψει ο Όμηρος. Η χρήση των αρχαίων ελληνικών ήταν απαραίτητη. 
Τα περισσότερα κείμενα που διάβαζε η ανώτερη ρωμαϊκή τάξη ήταν στα αρχαία ελληνικά. 
Η τέχνη, η αρχιτεκτονική, η φυτοκομία, η μαγειρική και  η μόδα που  θαύμαζαν ήταν της αρχαίας Ελλάδας και οι περισσότεροι από  τους παιδαγωγούς τους ήταν Έλληνες. 

Ακόμη και τα λατινικά που μιλούσαν δεν ήταν η κλασική γλώσσα που γνωρίζουμε. Στην καθημερινότητά τους οι γηγενείς Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν τα επονομαζόμενα «λαϊκά λατινικά». 
Τα κλασικά λατινικά ήταν η γλώσσα του γραπτού λόγου- και τη χρησιμοποιούσαν επίσης στα δικαστήρια, στις αγορεύσεις και διοίκηση, αλλά όχι ως καθομιλουμένη. Η εκδοχή της καθομιλουμένης ήταν εκείνη που ο ρωμαϊκός στρατός μετέφερε σε όλη την Ευρώπη. Έτσι, τα λαϊκά λατινικά γέννησαν τις ρομαντικές γλώσσες: τα ιταλικά, τα γαλλικά και τα ισπανικά. 

Όμως τα λαϊκά λατινικά ήταν η καθομιλουμένη μόνο του Λατίου, όχι ολόκληρης της αυτοκρατορίας. Τα αρχαία ελληνικά ήταν η βασική γλώσσα της ανατολικής αυτοκρατορίας, γύρω από την Κωνσταντινούπολη και τις πόλεις της νότιας Ιταλίας. 
Το όνομα Νεάπολη είναι στην πραγματικότητα ελληνικό. 
Σήμερα, η  ντόπια διάλεκτος  της Νάπολης, τα ναπολιτάνικα, διατηρεί ίχνη των αρχαίων ελληνικών, ενώ τα «γκρίκο» χρησιμοποιούνται ακόμη  από 30.000 άτομα στη νότια Ιταλία. 
Τα νέα ελληνικά και τα γκρίκο συγγενεύουν αρκετά, ώστε όσοι τα μιλούν να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλο. 
Τα αρχαία ελληνικά και όχι τα λατινικά ήταν η δημοφιλής γλώσσα του μεσογειακού εμπορίου. 

Ο όρος lingua franca ήταν ιταλικός- και όχι λατινικός- και περιέγραφε τη συγκεκριμένη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι έμποροι στη Μεσόγειο από τον 11ο ως τον 19ο αιώνα. 
Βασιζόταν στα ιταλικά και  συνδύαζε στοιχεία οξιτανικών, ισπανικών, πορτογαλικών, αρχαίων ελληνικών, γαλλικών και αραβικών, δημιουργώντας μια ευέλικτη διάλεκτο που όλοι μπορούσαν να μιλήσουν και να κατανοήσουν. 
Lingua Franca δε σημαίνει «γαλλική γλώσσα» αλλά γλώσσα των Φράγκων. Η λέξη «franji»παραμένει μια κοινή αραβική λέξη που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα για να περιγράψει τους Δυτικούς. 

ΠΗΓΗ: mixanitouxronou.com.cy

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2019

ΑΝΑΘΕΜΑ ΚΑΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ

ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ
(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Ο αφορισμός και το ανάθεμα στην Ορθόδοξη Εκκλησία


Αποσπάσματα από το άρθρο "Ο Εχθρός στα Κεραμιανά", 
περιοδικό Τρίτο Μάτι, Σεπτέμβρης 2011 [οι καφέ αγκύλες, δικές μας].

Ο αφορισμός, που διαβάστηκε ενάντια στους κατοίκους των Κεραμιών [χωριών της Κρήτης που βασανίστηκαν από μαζικό δαιμονισμό μεγάλου μέρους του πληθυσμού τους κατά το 19ο & τον 20ό αιώνα, ώς το 1936, όπου λυτρώθηκαν με μεγάλους & επώδυνους εξορκισμούς], είναι μια μορφή κατάρας, που δίνεται από κληρικούς, πασίγνωστη στο λαό μας και, υποθέτω, σε όλους τους λαούς. Τι είναι όμως;
Δεν έχει καμία σχέση με τον «αφορισμό» που ζητούν οι εκκλησιαστικοί κανόνες για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων αμαρτωλών πράξεων, όπως το «ανάθεμα», με τη λαϊκή έννοια, δεν έχει σχέση με τον αναθεματισμό των αιρετικών από τις Οικουμενικές Συνόδους.
Ο αφορισμός κατά τους ιερούς κανόνες είναι απλώς απομάκρυνση από τη θεία Μετάληψη και έχει χαρακτήρα θεραπευτικό και καθόλου τιμωρητικό. Η φράση «αφοριζέσθω», όταν συναντάται σε εκκλ. κανόνες, σημαίνει να μην κοινωνήσει ο άνθρωπος που διέπραξε κάποιο συγκεκριμένο αμάρτημα. Η οδηγία αυτή αποσκοπεί, αφενός, στη συνειδητοποίηση της σοβαρότητας της κατάστασης, από πλευράς του χριστιανού (αφού, για ένα χριστιανό, η συμμετοχή  στη θεία Μετάληψη ισοδυναμεί με πνευματική τροφή), και, αφετέρου, στην προστασία της ψυχής του από ανάξια συμμετοχή στη θεία Μετάληψη, δηλ. συμμετοχή με κηλίδες εγωισμού και ηθικής πώρωσης, κατά το Α΄ προς Κορινθίους 11, 29. Η θεία κοινωνία θεωρείται «φάρμακον αθανασίας» και ένα φάρμακο βλάπτει όταν λαμβάνεται υπό ακατάλληλες συνθήκες.
Ο αναθεματισμός των αιρετικών από τις Οικ. Συνόδους δηλώνει ότι η Εκκλησία παραιτείται από τη φροντίδα για τη σωτηρία τους, αναθέτοντάς την (ανάθεμα = ανάθεση) εξ ολοκλήρου στο Θεό, αφού διαπιστώνει εγωιστική απόρριψη των προσευχών και της διδασκαλίας της. 


Σημειωτέον ότι «Εκκλησία», στον ορθόδοξο χώρο, εννοείται πάντα το σώμα των χριστιανών και όχι μόνον ο κλήρος, έννοια που έλαβε αργότερα στους Φράγκους και στον καθολικισμό, που προέκυψε από αυτούς. 
Η Εκκλησία δεν διαθέτει δόγματα, με την έννοια των άνωθεν επιβαλλόμενων αρχών πίστεως, αλλά βιωματική γνώση θείων καταστάσεων, που διατυπώνονται λεκτικά, υπό μορφή «όρων» (θεολογικών κειμένων), όταν προκύπτει αίρεση, δηλ. κατασκευασμένες θεολογικές διδασκαλίες κατά φαντασίαν, που αποπροσανατολίζουν τους αδαείς. Αυτός είναι ο λόγος που η αίρεση δεν είναι κάτι αγαπητό στους αγίους διδασκάλους του χριστιανισμού, σε αντίθεση με το σύγχρονο ορθολογισμό, που δεν διαθέτει παρά μόνο ανθρωπογενείς ιδέες (μη σωστικές), γι’ αυτό και αρέσκεται στη δημιουργία αποκλίσεων. Αυτό είναι το σκεπτικό της αντιμετώπισης των αιρέσεων κατά το χριστιανισμό, άσχετα αν το αποδέχεται ή όχι ο μη χριστιανός. Δεν επιθυμώ να επεκταθώ περαιτέρω.
Κατά τις πληροφορίες που λάβαμε από ορθόδοξους κληρικούς, γνώστες του θέματος (τους ευχαριστούμε), ο αφορισμός, που εξαπολύεται ως κατάρα «επί τινός κεφαλής», δεν είναι εκκλησιαστικό κείμενο, αλλά διαστρέβλωση εκκλησιαστικών κειμένων, για να λάβουν τη μορφή μαγικών επικλήσεων. Κατά τον αφορισμό, είτε διαβάζονται αποσπάσματα της Σολομωνικής, δηλ. κανονικές σκοτεινές επικλήσεις, είτε απαγγέλλονται «ανάποδα» οι εξορκισμοί που έχουν παραδοθεί από αγίους Πατέρες, π.χ. του Μεγάλου Βασιλείου, ώστε, αντί να εξορκίζεται ο «εχθρός», να προσκαλείται και, αντί να εκδιώκεται από ένα πρόσωπο, να αποστέλλεται!
Περιπτώσεις αφορισμού διασώζονται στην κρητική [και όχι μόνο] παράδοση πολλές. Φαίνεται πως ήταν μια πρακτική, όχι προσφιλής, αλλά καθόλου άγνωστη σε ανεξιχνίαστες κλοπές μοναστηριών… Λέγεται πως σε κάποιο μοναστήρι χάθηκε ο επικεφαλής του κοπαδιού τράγος και οι μοναχοί διάβασαν αφορισμό. Λίγες μέρες αργότερα βρέθηκε ο τράγος πνιγμένος, μπερδεμένος σ’ ένα πουρνάρι, που είχε ξεραθεί, γιατί «το έπιασε ο αφορισμός» ως υπεύθυνο της απώλειας του ζώου.
Αφορισμό περιγράφει (αυτοσχεδιάζοντας) ο Ν. Καζαντζάκης στο μυθιστόρημά του Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Εκεί αφορίζεται ο Μανολιός από το μοχθηρό παπά Γρηγόρη και ίσως αυτό το λογοτεχνικό επεισόδιο να προκάλεσε το μύθο περί αφορισμού του ίδιου του συγγραφέα από την Εκκλησία και, στη συνέχεια, περί μη εκκλησιαστικής του ταφής κ.τ.λ. (αντιθέτως, τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στον καθεδρικό ναό του αγίου Μηνά, στο Ηράκλειο, και κηδεύτηκε παρουσία του αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου).
Το ότι ένας παπάς μόνος του ή μια ομάδα ιερομόναχων μπορεί να «διαβάσει» αυτού του είδους τον αφορισμό είναι ένα επιπλέον τεκμήριο ότι δεν έχει σχέση με τον αφορισμό ως εκκλησιαστικό επιτίμιο, που δίνεται μόνο από Οικουμενική ή τοπική σύνοδο.
Σημειωτέον ότι υπάρχει και το λεγόμενο «πετρανάθεμα» ή νταβέτι, τρομερή μαγική επίθεση εναντίον μισητών προσώπων, που συνοδεύεται από ρίψη λίθων κατά φανταστικού στόχου. Στην Κρήτη, τα σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας και αμέσως μετά, φαίνεται πως νταβέτι χρησιμοποιούσαν αρκετοί μαύροι μάγοι: ως νταβεκλήδες μαρτυρούνται, στην ανατ. Κρήτη, ο Κυπριγιώτης από το Βραχάσι, ο Χατζή Σπυρίδος από το Μοχό, ο Κοτσιφάλης από τις Βρύσες, ο Κοζύρης από τις Μουρνιές και «ο παπά Μπίμπος, αν και παπάς» (βλ. Μανώλη Πιτυκάκη, «Ο Κυπιργιώτης», περιοδικό Δρήρος, Μηνιαίο Λαογραφικό-Ιστορικό-Λογοτεχνικό περιοδικό, Νεάπολις Κρήτης, έτος Α΄, 1937-8, σελ. 68-71, και Μανώλη Παπαδογιάννη, «Το Νταβέτι - μαγική τελετή στην Κρήτη», περιοδικό Κρητική Εστία, τευχ. 189, Δεκέμβριος 1968, σελ. 539-542). Η τελευταία επισήμανση φανερώνει ότι και παπάδες, σπάνια βέβαια, ήταν μπλεγμένοι σε τέτοιες σκοτεινές καταστάσεις. Αναρωτιέμαι αν το περίφημο ανάθεμα του Βενιζέλου (στο οποίο ΔΕΝ συμμετείχε ο άγ. Νεκτάριος – βλ. π. Χρυσόστομου Παπαδάκη, Το ανάθεμα του Βενιζέλου και ο άγ. Νεκτάριος) ήταν κάτι τέτοιο.

Ένα γνωστό κείμενο αναθέματος
 [...] «οποίοι αν ώσιν, άνδρες η γυναίκες, συγγενείς η ξένοι, ομού αφωρισμένοι υπάρχωσι, και κατηραμένοι, και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τυμπανιαίοι· αι πέτραι και ο σίδηρος λυθείησαν, αυτοί δε μηδαμώς· κληρονομήσειεν την λέπραν του Γιεζή και την αγχόνην του Ιούδα, στένοντες είεν και τρέμοντες επί της γης ως ο Κάιν, η οργή του Θεού είη επ’ αυτούς, και άγγελος Κυρίου καταδιώξαι αυτούς εν δίστομω μαχαίραν… μηδείς συμφάγη αυτοίς ή συμπίη ή συναναστραφή ή χαιρετίση ή μετά θάνατον ταφής αξιώση, έχοντες και τας αράς πάντων των απ’ αιώνος αγίων και των οσίων τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων Πατέρων».
Αφοριστικό κείμενο «τύπου Κεραμιών» [κατάρας]. Χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον τα σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας, ως μη όφειλε, ακόμη και από ιεράρχες. Ενίοτε –πρέπει να το επισημάνουμε– χρησιμοποιήθηκε εξ ανάγκης, για πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου (ανεξιχνίαστες κλοπές ή φόνους) προκειμένου να αποφευχθεί η προσφυγή στα οθωμανικά δικαστήρια (βλ. σχετικά Μιχαηλάρης Παναγιώτης, Ο Αφορισμός κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, διδακτ. διατριβή, Αθήνα 1994).
Όμως, όπως φαίνεται, χρησιμοποιήθηκε μόνο σε έγγραφα και όχι σε κάποια τελετουργία. Εξάλλου, δεν υπάρχει «τελετή αφορισμού» στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ούτε και το παραπάνω κείμενο περιλαμβάνεται σε κανένα λειτουργικό βιβλίο της. «Η Εκκλησία εύχεται, δεν καταράται» απάντησε κατηγορηματικά γηραιός Κρητικός ιερέας, καλά καταρτισμένος, βεβαιώνοντας και πως ο ίδιος δεν έχει δει ποτέ κείμενο αφορισμού.
Τα παραπάνω δεν έχουν καμία σχέση με το «αφορίζεσθαι» στους ιερούς κανόνες (στέρηση της θείας μετάληψης) ή με τον αναθεματισμό των αιρετικών από τις Οικουμενικές Συνόδους, που εκφράζεται απλώς με τη φράση «ανάθεμα έστω».
["Νεκρός για τον κόσμο": Ο αιρετικός αναθεματίζεται με επίσημη διακήρυξη στα έγγραφα των εκκλησιαστικών συνόδων, για να γνωρίζουν οι άνθρωποι την ύπαρξη των αιρετικών διδασκαλιών και να μην εξαπατηθούν, νομίζοντάς τις για ορθόδοξες. Τους ίδιους τους αιρετικούς δεν τους επηρεάζει ψυχολογικά (δεν τους "τρομοκρατεί" κ.τ.λ.), γιατί ήδη έχουν αποχωρήσει μόνοι τους από την Εκκλησία (από την κοινότητα των ορθόδοξων χριστιανών)].
Το «ανάθεμα» παραδίδει τον άνθρωπο στο Θεό, όχι στο σατανά, πράγμα που η Εκκλησία ούτε θέλει, ούτε και έχει «εξουσία» να πράξει, όπως εσφαλμένα θεώρησε το Βατικανό. Και αφορά σε ανθρώπους που έχουν ήδη αποχωρήσει από την Εκκλησία, λόγω των αιρετικών διδασκαλιών τους, αλλιώς δεν έχει ισχύ, γιατί κι ένας άγιος μπορεί να αναθεματιστεί από μια «ληστρική» [=παράτυπη και κατευθυνόμενη] εκκλησιαστική σύνοδο. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι είναι όντως αναθεματισμένος!

Ο πάπας Πίος Ι΄ (1903-1914) με τιάρα (από το παράρτημα του βιβλίου του δολοφονημένου επισκόπου Παύλου Ντε Μπαγεστέρ Η μεταστροφή μου στην Ορθοδοξία). Η τιάρα είναι τρία στέμματα, το ένα πάνω απ' το άλλο, που δηλώνουν ότι "η Καθολική Εκκλησία έχει τριπλή εξουσία: στον ουρανό, στη γη και στον Άδη". Στη γη, λόγω της δύναμης του παπικού θεσμού, στον ουρανό, γιατί μπορεί να στείλει κάποιον στον παράδεισο δίνοντάς του άφεση αμαρτιών, και στον Άδη, γιατί μπορεί να στείλει κάποιον στην κόλαση αφορίζοντάς τον! Η αλαζονική αυτή (έως γελοία) ιδέα είναι ΕΝΤΕΛΩΣ ΑΓΝΩΣΤΗ στην Ορθοδοξία. Η επισκοπική μίτρα (που φοράει στο κεφάλι του ο επίσκοπος όταν λειτουργεί) φορέθηκε επί Τουρκοκρατίας (αρχικά από τον πατριάρχη Αλεξανδρείας) απλώς και μόνο για να παρουσιάζεται ο επίσκοπος με κάποιο κύρος απέναντι στις οθωμανικές αρχές και δεν συνοδεύεται από καμία απολύτως διακήρυξη εξουσίας.

Το θέμα είναι αν ο ίδιος ο «υπό ανάθεμα» συνάνθρωπός μας επιτρέπει στο Θεό να τον σώσει ή παραδίδει τον εαυτό του στο διάβολο. Γι’ αυτό ο αναθεματισμός καταλήγει «παράδοση στο διάβολο» (αυτοπαράδοση του αναθεματισθέντος), μετά την εγκατάλειψη της υπόθεσης της σωτηρίας του από τους χριστιανούς. «Ο υπό ανάθεμα γεγονώς αποδιΐσταται μεν του Θεού, προσενούται δε και προσκληρούται τω Σατανά, και ανάθημα εκείνου αυτός εαυτόν ποιεί» (δηλ. αφιερώνει μόνος του τον εαυτό του στο διάβολο, Θ. Βαλσαμών, στο Γ. Α. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων…, τόμ. 2, Αθήνησιν 1852, σελ. 712). Έτσι επιφέρει στους αναθεματισθέντες «την αράν, ή αυτοί εαυτούς υπεβάλοντο» (την κατάρα, στην οποία οι υπέβαλαν τον εαυτό τους, Συνοδικόν της Ορθοδοξίας).
Έτσι το «ανάθεμα» συνδέθηκε με απώλεια της σωτηρίας και αυτή –και μόνον– είναι η έννοια του Α΄ Κορινθ. 5, 1-5 («παράδοση στο σατανά» του ανθρώπου που επέμενε να έχει ερωμένη τη μητριά του), όπου και τονίζεται πως αυτό ζητείται «ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού» (και του ανάλογου Α΄ προς Τιμόθεον 1, 20). Αν ο άνθρωπος «παραδινόταν στο διάβολο» από τις Οικ. Συνόδους, ο Εχθρός θα είχε εξουσία πάνω του και δε θα τον άφηνε να επιστρέψει (περίπτωση Κεραμιών). Όμως κάθε αιρετικός ή αμαρτωλός επιστρέφει αμέσως στο Θεό μόλις εγκαταλείψει «τα έργα του διαβόλου». Άρα έχει εξουσία του εαυτού του (εκτός αν παραδοθεί ο ίδιος στο διάβολο) και ο Θεός μπορεί να τον σώσει, αρκεί ο ίδιος να Του το επιτρέψει ανοίγοντάς του την καρδιά του.

Οι αφορισμένοι του Άθωνα


Αμφισβητούμενη (*) φωτογραφία δύο «άλυτων και τυμπανιαίων» σωμάτων αγιορειτών ιερομόναχων της Μεγ. Λαύρας, που συλλειτούργησαν με τους Ρωμαιοκαθολικούς μετά την υποταγή της Ορθοδοξίας στον Πάπα επί Μιχαήλ Παλαιολόγου (13ος αι.) [ενώ όσοι αρνήθηκαν θανατώθηκαν μαρτυρικά (βλ. φωτο στο τέλος)]. Οι 7 ή 11 «λατινόφρονες» μοναχοί της Μ. Λαύρας μαρτυρείται ότι, μετά το θάνατό τους, βρέθηκαν σε αυτή την κατάσταση, και χαρακτηρίστηκαν αφορισμένοι, χωρίς όμως να έχουν αφοριστεί σε κάποια τελετή τύπου Κεραμιών.
Η φωτο χρονολογείται στο 1932 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Κήρυξ Ορθοδόξων", αριθ. φύλ. 132. Τη λαμβάνουμε από εδώ. 
Στο σχετικό άρθρο αναφέρεται: «Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνος υπήρχαν στον Νάρθηκα του Κοιμητηρίου των Αγίων Αποστόλων σε κοινή θέα προς διδασκαλία και σωφρονισμό εκ των γεγονότων, αλλά και προς παρότρυνση για προσευχές των ανθρώπων πού τους έβλεπαν, ώστε να τους συγχωρήσει και να τους ελεήσει ο Πανάγαθος Θεός διαλύοντας τά σώματά τους…». Αφού καταγράφονται κάποιες μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων, αναφέρεται ότι ένας προσκυνητής, βλέποντας τα πτώματα, έπαθε ανακοπή της καρδιάς και πέθανε και αυτό «υπήρξε και η αιτία να απομακρύνουν τους αφωρισμένους από τον Νάρθηκα του Κοιμητηρίου και να τους πάνε σε μια σπηλιά κάτω, στην παραλία της Ρουμανικής Σκήτης, κτίζοντας με λιθάρια την πόρτα και κάνοντας αγνώριστο το μέρος όπου και παραμένουν ακόμη…».
Κατά τη γνώμη μου, περίπτωση αυτή, ίσως και άλλες παρόμοιες, έγινε αιτία να θεωρηθεί πως «οι αφορισμένοι δε λιώνουν» (εξ ου και τα… παπούτσια του Λασκαράτου) και αργότερα να γραφτεί το τρομακτικό κείμενο του «αφορισμού» [της Τουρκοκρατίας] με αναφορά στο ζήτημα.

Οι νεομάρτυρες του Αγ. Όρους, που θανατώθηκαν το 1274 από τον αυτοκράτορα Μιχ. Παλαιολόγο, γιατί αντέδρασαν στην ψευτο-ένωση των Εκκλησιών (κατ' ουσίαν υποταγή στον πάπα). Φωτο και άρθρο εδώ. Ο Βυζαντινός στρατός έκαψε τους μοναχούς της μονής Ζωγράφου, έσφαξε αυτούς της μονής Βατοπαιδίου και έπνιξε στη θάλασσα εκείνους της μονής Ιβήρων, ενώ θανάτωσε τον άγ. Κοσμά τον "Πρώτο" στις Καρυές κ.ά.

(*) Σημείωση του blog μας: Ίσως ο συντάκτης τη χαρακτηρίζει έτσι επειδή δεν είναι καθόλου καθαρή και επειδή φαίνεται να δίνει την εντύπωση τρομαγμένων ζωντανών σωμάτων.

Να προσθέσουμε εδώ κάτι σημαντικό:
Στην ακολουθία της κηδείας (μια από τις πιο σημαντικές συγκεντρώσεις του λαού του Θεού υπέρ των συνανθρώπων μας) περιλαμβάνονται δυο προσευχές που αποσκοπούν ακριβώς στο λύσιμο κάθε κατάρας, που πιθανόν έχει δώσει ιερέας ή επίσκοπος στον άνθρωπο που κηδεύεται. Τις αναδημοσιεύουμε στα νέα ελληνικά, από αυτή τη μετάφραση ολόκληρης της νεκρώσιμης ακολουθίας (κηδείας).
Είναι οι παρακάτω ευχές (προσευχές):

1

Κύριε και Θεέ μας, Εσύ που με την άρρητή Σου σοφία δημιούργησες τον άνθρωπο απο το χώμα και του έδωσες ωραία μορφή και ομορφιά, τον στόλισες με τα χαρίσματά Σου σαν τίμιο και ουράνιο κτήμα Σου για να σε δοξάζει, επειδή τον έπλασες κατά την εικόνα και το ομοίωμά Σου. Αυτός όμως παρέβη την εντολή και το πρόσταγμά Σου και την εικόνα Σου που δέχτηκε δεν τήρησε όπως την παρέλαβε. Έτσι, για να μη μείνει αθάνατο το κακό που μπήκε στον κόσμο, από φιλανθρωπία διέταξες να διαλύεται η κράση και η μίξη αυτή και να κόβεται ο άρρηκτος δεσμός σώματος και ψυχής, ώστε η ψυχή να πηγαίνει εκει απο όπου προήλθε μέχρι την ημέρα της κοινής ανάστασης (των σωμάτων), το δε σώμα να διαλύεται εκεί απο όπου δημιουργήθηκε (χώμα).
Γι αυτό και εμείς σε παρακαλούμε τον άναρχο Πατέρα και τον μονογενή σου Υιό και το πανάγιο και ομοούσιο και ζωοποιό Αγιο Πνεύμα Σου, να μη παραβλέψεις το πλάσμα Σου, ώστε να απωλεσθεί, αλλά το μεν σώμα του να διαλυθεί, η δε ψυχή να καταταχθεί στον χωρό των δικαίων. Ναι, Κύριε, ας νικήσει το αμέτρητο έλεός Σου και η φιλανθρωπία Σου. Και είτε ο δούλος Σου αυτός υπέπεσε σε κατάρα του πατέρα ή της μητέρας του ή σε δικό του ανάθεμα [δηλ. να αναθεμάτισε τον εαυτό του], ή με την συμπεριφορά του λύπησε καποιον Ιερέα, ο οποίος του έβαλε άλυτο δεσμό ή έπεσε σε βαρύ αφορισμό απο Αρχιερέα και απο αμέλεια ή ραθυμία του δεν συγχωρήθηκε όσο ζούσε, συγχώρησέ τον από εμένα [=για χατίρι μου], αν και είμαι ανάξιος και αμαρτωλός. Και το μεν σώμα του διάλυσε την δε ψυχή του κατάταξε στις σκηνές των Αγίων Σου.
Ναι, Κύριε ο Θεός, συ που έδωσες την εξουσία αυτή στους Αγίους Σου Μαθητές και Αποστόλους, ώστε να δίνουν άφεση, λέγοντάς τους: Όσα αν δέσετε και λύσετε, να είναι δεμένα και λυμένα, δι' αυτών και σε μας, αν και ανάξιους, την ίδια εξουσία έδωσες, λύσε τον κοιμηθέντα δούλο Σου απο το ψυχικό και σωματικό αμάρτημα και ας είναι συγχωρημένος και σε αυτόν τον αιώνα και στον μελλοντικό, με τις πρεσβείες της Παναγίας και όλων των Αγίων Σου.

2

Δέσποτα του ελέους Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός μας, Συ που έδωσες τα κλειδιά της ουράνιας βασιλείας στους Αγίους μαθητές και Αποστόλους και με την χάρη Σου τους έδωσες την εξουσία να δένουν και να λύνουν τις αμαρτίες των ανθρώπων, ώστε να είναι δεμένα στον ουρανό όσα έχουν δεθεί στην γη και λυμένα στον ουρανό όσα έχουν λυθεί στη γη. Εμάς τους ευτελείς και ανάξιους δούλους Σου αξίωσες να γίνουμε διάδοχοι της υπεραγίας δωρεάς και χάριτος με την φιλανθρωπία Σου, ωστε παρόμοια να δένουμε και να λύνουμε όσα συμβαίνουν στο λαό Σου.
Αυτός αγαθέ βασιλιά συγχώρησε δι' εμού του ταπεινού και ανάξιου δούλου Σου τον δούλο σου (κοιμηθέντα), αν κάτι ως άνθρωπος έκανε στην ζωή του. Και δώσε άφεση σε όσα ή με λόγια ή με έργα ή με το μυαλό του αμάρτησε, λύνοντας τον δεσμό με τον οποίο ή ο ίδιος σε στιγμή απροσεξίας ή από άλλη αιτία έδεσε τον εαυτό του ή δέθηκε από Αρχιερέα ή από κάποιον άλλο έπεσε σε αυτό το ολίσθημα απο φθόνο και συνεργασία του διαβόλου. Ευδόκησε η ψυχή του να καταταχθεί με τους Αγίους, που απο την αρχή ευαρέστησαν ενώπιόν Σου, το δε σώμα του να δοθεί στην φύση που Συ δημιούργησες. 

*****

Δηλ. η Εκκλησία, στην επίσημη τελετή αποχαιρετισμού μας, προσεύχεται μέσω του ιερέα να καταταχτεί στους αγίους ο νεκρός, όποιος κι αν είναι, ακόμη κι αν είναι αφορισμένος αμαρτωλός! Αυτό ας το λάβει σοβαρά υπόψιν, παρακαλώ, όποιος νομίζει πως "η Εκκλησία" (οι παπάδες & δεσποτάδες) ασκεί πνευματική τρομοκρατία στο λαό "για να τον εκμεταλλεύεται"...
Η Εκκλησία δεν ασκεί τρομοκρατία κανενός είδους - γι' αυτό και προσπαθεί να θεραπεύει τις περιπτώσεις διαστρέβλωσης της διδασκαλίας του Χριστού και μετατροπής του θεραπευτικού λειτουργήματος του ιερέα σε εξουσιαστικό θεσμό. Έτσι, λύνει τυχόν αφορισμό (με την έννοια της κατάρας) αν ο αφορισμένος από αμέλεια (όπως λέει η προσευχή) ή για άλλο λόγο δεν έχει φροντίσει να τον λύσει όσο ήταν στη ζωή. Φυσικά, κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να δεχτεί ή να απορρίψει το Θεό - ελεύθερος ακόμη και στην πτώση - είτε οι άλλοι προσεύχονται γι' αυτόν είτε όχι.

10 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...
Ο αφορισμός με την έννοια της κατάρας, υπάρχει στην Εκκλησία και ομολογείται με τον πλέον επίσημο τρόπο. Δεν πρόκειται δε, για την «παράδοση του ανθρώπου στο Θεό», όπως φρονεί ο συγγραφέας του παραπάνω άρθρου, αλλά μάλλον για το αντίθετο, καθώς συν τοις άλλοις, η ορθόδοξη θεολογία αναγνωρίζει στον κλήρο το δικαίωμα «να λύνει και να δένει» τις αμαρτίες των ανθρώπων, βασισμένη στην σχετική περικοπή του Κατά Ματθαίον ΙΗ: 18.


Οι παραπάνω ισχυρισμοί μας, εδράζονται στην καταγραφή αφορισμού που άσκησε ο πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος εναντίον μιας παπαδιάς που τον κατηγορούσε πως είχε πορνεύσει μαζί της. Αναφέρει σχετικά ο επίσκοπος Μονεμβασίας, Δωρόθεος, στο έργο του «Σύνοψις Ιστοριών»:


«Και ενθυμήθησαν οι κληρικοί, ότι εις καιρόν ήτο μία πρεσβυτέρα ομπρός στην πόρταν της Παμμακαρίστου, γυνή μιαρά και πόρνη κατά πολλά. Και ο πατριάρχης την ωνείδιζε και αυτή δεν εδύνετο τους λόγους του πατριάρχου να ακούη και εσυκοφάντει τον πατριάρχην κυρ Γεννάδιον τον σοφώτατον και αγιώτατον ότι την δείνα ημέραν και ώραν εκοιμήθη μετ’ εμένα. Και ηκούσθη ο λόγος εις όλην την πόλιν, και άλλοι το επίστευσαν, άλλοι ουχί. Και ο πατριάρχης μίαν δεσποτικήν εορτήν έκαμεν αφορισμόν δικαίως, και είπε, να είναι συγκεχωρημένη ει δε ψευδώς, αφωρισμένη από Θεού και απέθανεν αφωρισμένη. Και άνοιξαν και ηύραν την, ω του θαύματος, ακέραιον».


Από την περικοπή, φρονούμε πως μπορεί να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι ο αφορισμός δεν ήταν έγγραφος αλλά τελετουργικός – και μάλιστα πανηγυρικός, καθώς πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο δεσποτικής εορτής. Πυρήνας του δε, υπήρξε η ευχή, σε περίπτωση που η πρεσβυτέρα ψευδόταν για τις σχέσεις της με τον Πατριάρχη, «να είναι αφωρισμένη από Θεού».


Σύμφωνα με την αναφορά του Δωρόθεου, το πτώμα της πρεσβυτέρας παρέμεινε άλιωτο. Το αν αυτό υπήρξε θαύμα Θεού, αποτέλεσμα κακοποιού μαγείας υπό μορφή εκκλησιαστικής πράξεως ανωτάτου επιπέδου, σύμπτωση, ή διάδοση άνευ πραγματικής βάσεως, επαφίεται στην κρίση του αναγνώστη.
ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ είπε...
Σας ευχαριστώ για το σχόλιό σας.
Παρά το ότι αναφέρεστε σε "ομολογία με τον πλέον επίσημο τρόπο", δε βλέπω κάτι τέτοιο. Η πράξη ενός πατριάρχη δεν αποτελεί γνώμονα για το τι είναι επίσημο και τι όχι στην Ορθοδοξία, γιατί και αιρετικοί πατριάρχες υπήρξαν και διεφθαρμένοι κατά καιρούς κ.τ.λ. Ακόμη και σύνοδοι γνωμοδότησαν εσφαλμένα (κατοχύρωσαν αιρέσεις, δίωξαν αγίους κ.τ.λ.), και φυσικά δεν αναγνωρίζονται. Από την Ορθόδοξη Εκκλησία (και την αρχαία, αδιαίρετη Εκκλησία) με κανένα επίσημο (ή ανεπίσημο) τρόπο δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα ή η εξουσία του κλήρου να παραδίδει κάποιον στο διάβολο. Και δεν υπάρχει εκκλ. τελετή γι' αυτό.
Μπορεί και εκεί να μην έγινε καμιά τελετουργία, αλλά απλά ο Γεννάδιος να είπε αυτή τη φράση (στο κήρυγμά του π.χ., παραπονούμενος) και αυτή να λειτούργησε ως αφορισμός λόγω της κακίας της γυναίκας, που είχε παραδώσει ήδη τον εαυτό της στο διάβολο.
Αν ο Δωρόθεος Μονεμβασίας αναφέρεται σε τελετουργικό, προφανώς συνέβη αφορισμός τύπου Κεραμιών (δηλ. όπως αυτός που περιγράφεται στο βασικό άρθρο του συγγραφέα, θέμα για το οποίο μπορείτε να δείτε στο επόμενο post, δηλ. εδώ: http://o-nekros.blogspot.com/2011/09/blog-post_16.html). Ο αφορισμός αυτός σαφώς είναι παράδοση στο διάβολο & γίνεται τελετουργικά, αλλά ΔΕΝ αποτελεί λειτουργική πράξη της Εκκλησίας και ΔΕΝ έχει σχέση με τον όρο "αφορίζεσθαι" στους εκκλ. κανόνες ή στα έγγραφα των συνόδων.
Ποτέ δε βλέπουμε στους Πατέρες της Εκκλησίας να γίνεται λόγος για "δέσιμο" αμαρτιών. Η φράση του Χριστού κατανοείται στην Ορθοδοξία ως διατήρηση της ενοχής του αμετανόητου για τις αμαρτίες του. Αυτές είναι οι αμαρτίες που "αφήνουν" ασυγχώρητες οι απόστολοι και με αυτή την έννοια έχουν εξουσία "του δεσμείν & λύειν".
Εξάλλου θα ήταν αφελές να πιστεύουμε πως, κατά τους αγίους Πατέρες, ο Θεός "υπακούει" στον κάθε παπά (ή και σε μια ολόκληρη σύνοδο), που... Τον διατάζει να απομακρυνθεί από έναν άνθρωπο κι Εκείνος (αν και τόσο αγαπά κάθε άνθρωπο) έχει δεσμευτεί με κάποιον τρόπο και όντως απομακρύνεται.
Όχι. Ο Θεός απομακρύνεται όταν ο άνθρωπος Τον διώχνει από τον εαυτό του. Κανείς (ούτε η Εκκλησία - ΔΕΝ υπάρχει κάτι τέτοιο στην Ορθοδοξία) δε μπορεί να Τον διατάξει να φύγει από τον πλησίον.
Σας ευχαριστώ.
Ανώνυμος είπε...
Διευκρινιστικά ας σημειώσουμε τα εξής:


Η «επισημότητα» του αφορισμού εν είδει κατάρας, είναι κατά την σκέψη μας, διττή:


1) Από τη μία ομολογείται από έναν λογιότατο επίσκοπο (όπως ο Δωρόθεος), με μια φυσικότητα που ξαφνιάζει με την ωμότητά της. Όχι τόσο για το γεγονός ότι ο Σχολάριος ζήτησε με μαγικο-θρησκευτικό τρόπο να αποτινάξει από πάνω του τη ρετσινιά του πόρνου (η λογική μιας τέτοιας πράξης θα ήταν συζητήσιμη), αλλά για το ότι ευχήθηκε δημόσια ώστε η πρεσβυτέρα να είναι «αφωρισμένη από Θεού».


Σημειωτέον ότι ο Γεννάδιος Σχολάριος δεν υπήρξε τυχαίος Πατριάρχης, αλλά ο επικεφαλής των ανθενωτικών - της μερίδας που θεωρείται από τους επίσημους εκφραστές της Εκκλησίας μας, ότι «έσωσε την πίστη από την δυτική αλλοτρίωση». Η κάθε κίνησή του λοιπόν, έχει πρόσθετη σημασία, και η αποσιώπηση του γεγονότος αυτού που σήμανε και την λήξη της πατριαρχικής του θητείας, (όπως μας βεβαιώνει ο Μέγας Χαρτοφύλακας του Πατριαρχείου, Μανουήλ Γεδεών, στο έργο του «Πατριαρχικοί Πίνακες»), αξίζει ιδιαίτερης υπογράμμισης.



2) Από την άλλη, ενώ τέτοιες πράξεις είναι καταγεγραμμένες και ομολογούνται ανοικτά για λαϊκούς, μοναχούς και πατριάρχες, δεν γνωρίζουμε να υπάρχει ούτε ένα κείμενο επίσημης αποκήρυξης, ή διευκρίνισής τους - κάτι κατά την γνώμη μας επιβεβλημένο, δεδομένου ότι τουλάχιστον δύο άγιοι της Εκκλησίας μας, ο Γρηγόριος Ε' και ο Δωρόθεος Πρώιος, προέβησαν σε τέτοιου είδους κατάρες κατά του Υψηλάντη, του Μιχαήλ Βόδα και των πρωτεπαναστατών του ’21, («αφωρισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι»), υπογράφοντας μάλιστα το κείμενο του αφορισμού τους στην Αγία Τράπεζα.


Σημειωτέον, ότι η από πλευράς μας έμφαση, δεν δίνεται στο ίδιο το γεγονός του αφορισμού του Υψηλάντη (ενδεχομένως επιβεβλημένου υπό τις τότε περιστάσεις), αλλά στην διαδικασία που αποδεικνύει την πεποίθηση της Εκκλησίας, ότι ο Λόγος της αρκεί για να επιβαρύνει την ψυχή και το σώμα του καταραμένου και μετά θάνατον - δοξασία στην οποία προστρέχουν μάλιστα και δύο άγιοι, έστω και υπό την μορφή απειλής. Αντίστοιχες εκφράσεις χρησιμοποιούνται βεβαίως σε κάθε είδους αφορισμούς κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας, προσυπογραφόμενους από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου.


Όταν υπάρχουν τέτοια δεδομένα, ο μόνος που μπορεί επισήμως να εκφράσει την θέση της Εκκλησίας, είναι η Αρχή που έχει ήδη προβεί σε τελετουργικές κατάρες και έχει περιβάλλει με το κύρος της τις δοξασίες περί βρυκολάκων. Όχι ένας blogger, όσο ευγενής και καλόπιστος κι αν είναι.


Τέλος, το γεγονός ότι δεν σώζεται συγκεκριμένη τελετή και πως μπορούσε ενδεχομένως ο κάθε αφοριστής να αυτοσχεδιάζει, είναι κατά την άποψή μας, ήσσονος σημασίας. Η πεποίθηση στην ευεργετική ή κακοποιό δύναμη του λόγου, προηγείται στην Εκκλησία του τύπου των τελετουργιών: την συναντάμε άλλωστε σε συγκεκριμένες διηγήσεις στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, προτού η Εκκλησία εμπνευστεί συγκεκριμένες τελετουργίες που να μορφοποιούν για λόγους τάξεως την διαδικασία.-
ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ είπε...
Αυτά δεν αλλάζουν το γεγονός ότι ο αφορισμός αυτού του τύπου είναι μια πρακτική που παρεισέφρησε μεταγενέστερα και ποτέ δεν εντάχτηκε στη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας, γι' αυτό και δεν περιελήφθη στα λειτουργικά βιβλία, ούτε διαθέτει δική της ευχολογία - ενώ, αντίθετα, περιλαμβάνεται η ευχή για λύση οποιουδήποτε αφορισμού σε κάθε κεκοιμημένο κατά την τελετή της κηδείας. Αυτό το θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό.
Ίσως επίσης δεν θεωρήθηκε σημαντική η πράξη του Γεννάδιου, που εσείς θεωρείται πολύ σημαντική. Ίσως επειδή -υποθετικά- δεν ήταν παρά μια θυμωμένη φράση κι όχι κάτι επίσημο. Αν μάλιστα ο Γεννάδιος είναι ή θεωρείται τόσο βασικός εκφραστής της εκκλ. παράδοσης, κάθε πράξη του θα έπρεπε να αποτελεί γνώμονα.
Ή μήπως η αποσιώπηση φανερώνει ότι αυτό ήταν μια μεμπτή πράξη του και ακριβώς για να μην αποτελέσει γνώμονα "αποσιωπήθηκε"; Δε μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά...
Επίσης δεν αλλάζει το ότι αυτός ο αφορισμός είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το αφορίζεσθαι στους κανόνες, που δηλώνει αποκοπή από τη θεία μετάληψη (δηλ. επισημοποιεί την απομάκρυνση του αφορισμένου από την Εκκλησία, απομάκρυνση που ο ίδιος έχει ήδη διαπράξει, αλλά συχνά δεν το αποκαλύπτει) και αποσκοπεί στη σωτηρία και όχι στην απώλεια του αφορισμένου και των υπόλοιπων ανθρώπων. Έτσι δεν είναι;
Το άρθρο εξηγεί γιατί ο αφορισμός συνεπάγεται (αυτο)παράδοση στο διάβολο: γιατί σπάνια υπάρχει μετάνοια, αφού ο αφορισμένος ξέρει από πριν σε τι δρόμο βαδίζει -εκτός Εκκλησίας- και δε λογαριάζει τους ι. κανόνες (εκτός ίσως από εξαιρέσεις)...
Ανώνυμος είπε...
Exposingchristianity.com
ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ είπε...
Αγαπητέ άγνωστε αδελφέ μπλογκοναύτη,
Αν θυμάμαι καλά, αυτή τη σελίδα μάς την είχες στείλει ως σχόλιο και σε άλλο post, δε θυμάμαι σε ποιο.
Πρόκειται για μια σελίδα που υποτίθεται "εκθέτει" το χριστιανισμό, δηλ. συσσωρεύει όλες τις ύβρεις, τις συκοφαντίες, τις δήθεν αποκαλύψεις, το φανατισμό και τα συμπλέγματα ανθρώπων που, δεν ξέρω για ποιο λόγο, προτιμούν να βρίζουν παρά να καθίσουν ν' ασχοληθούν σοβαρά με την οδό των αγίων της Ορθοδοξίας (που ίσως δεν τους ξέρουν καν, καθότι ξένοι) για την ένωση με το Θεό.
Απαντώ κι εδώ, όπως κι εκεί, ότι αυτά έχουν απαντηθεί πολλές φορές και εξαντλητικά. Αρκεί να επισκεφτείτε σελίδες όπως: http://www.oodegr.com/ (ενότητες Αθεϊσμός, Νεοπαγανισμός, περί Θεού κ.ά.) ή http://www.apologitis.com/gr/arxaiatot.htm.
Είναι λυπηρό που κάποιοι αναζητούν τρόπους να συκοφαντήσουν το πιο φωτεινό μονοπάτι που υπάρχει στη Γη προς τον ουρανό. Εύχομαι ο Θεός να τους συγχωρέσει και να τους φωτίσει, Αυτός ο Θεός που συκοφαντούν ως "αιμοδιψή Ιεχωβά" και που, σε πείσμα τους, αγαπά και συγχωρεί ακόμη κι εκείνους, ακόμη και τους σταυρωτές Του.
Ευχαριστώ.
ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ είπε...
Θα πρέπει να λάβει υπόψιν πάντως κάθε μελετητής ότι η Παλαιά Διαθήκη δεν είναι η Καινή Διαθήκη.
Η Παλαιά Διαθήκη αποτελεί τη νηπιακή κατάσταση σχέσης του ανθρώπου με το Θεό, γι' αυτό ο Θεός συμπεριφέρεται ΚΑΙ σκληρά (όχι μόνο σκληρά ούτε μόνο "εθνικά", δηλ. δεν είναι Θεός μόνο των Ισραηλιτών), για να χειραγωγήσει το Ισραήλ μέσα στον κόσμο της βαρβαρότητας. Και εδώ δεν πρέπει να υπερτονίζεται αυτό και να θεωρείται "αιμοδιψής θεός" ο Θεός του Ισραήλ. Δεν είναι έτσι.
Η Καινή Διαθήκη είναι η ώριμη κατάσταση σχέσης ανθρώπου και Θεού και τώρα δεν ισχύουν καθόλου οι νόμοι, αλλά και πολλές αντιλήψεις, που ίσχυαν στην Π. Διαθήκη.
Η Π.Δ. είναι λόγος Θεού, αλλά ο λόγος που λάλησε ο Θεός στο παρελθόν. Ο λόγος που λαλεί σήμερα είναι η Καινή Διαθήκη.
Γι' αυτό και εμείς ούτε είμαστε "ιουδαιοχριστιανοί", αλλά απλώς χριστιανοί, ούτε και χρειάζεται να απολογούμαστε για όσα συμβαίνουν στην Π.Δ. σα να διαπράχθηκαν ή να διαπράττονται από χριστιανούς.
Επειδή δε κάποιοι το καταλαβαίνουν αυτό, επινοούν εγκλήματα και αιμοσταγείς πράξεις ως πράξεις ορθόδοξων αγίων και γράφουν άρθρα ή και βιβλία με συκοφαντίες.
Γι' αυτά, παραπέμπω στα links που έδωσα στο προηγούμενο σχόλιο.
Ας σημειωθεί δε ότι η Π.Δ. ερμηνεύεται από τους χριστιανούς όχι ως βίβλος των Εβραίων, αλλά ως η προαναγγελία του ερχομού του Χριστού.
Μεγάλο το θέμα και δεν εξαντλείται σε ένα σχόλιο, αλλά τέλος πάντων, για να μη μείνει εντελώς αναπάντητο...
Ευχαριστώ.
Ιερός Ναός Αγίου Ευγενίου Ηρακλείου είπε...
Συγχαρητήρια για τη μελέτη σας σχετικά με τον αφορισμό και το ανάθεμα. Ορθοτομείτε το λόγο της Αληθείας και σας ευχαριστώ.(π. Δημήτριος Παπαδάκης, pdpapadakis@gmail.com)
ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ είπε...
Ευχαριστούμε με τη σειρά μας. Το σχόλιό σας είναι παρήγορο και ενθαρρυντικό (η μελέτη είναι αναδημοσίευση φυσικά, όπως θα είδατε).
Ο Θεός να σας ευλογεί.
Ανώνυμος είπε...
Το ανάθεμα "είναι η δημόσια εκκλησιαστική έκφραση για το πένθος χαμένων ανθρώπων και αλαρμ κινδύνου για αυτούς που δεν πρέπει να πεσουν και να χαθούν..."

Από το ωραίο άρθρο του π. Παντελ. Κρούσκου "Γιατί σήμερα δεν διαβάζονται τα αναθέματα την Κυριακή της Ορθοδοξίας", που δημοσιεύεται εδώ: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.gr/2015/03/blog-post_3.html

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ



Αρχική»Συναξάριον»Άγιος Μηνάς ο μεγαλομάρτυρας 11/11
Άγιος Μηνάς ο μεγαλομάρτυρας 11/11

Άγιος Μηνάς ο μεγαλομάρτυρας

Ο Άγιος Μηνάς γεννήθηκε στην Αίγυπτο στα μέσα περίπου του 3ου αιώνα μ.Χ. από γονείς ειδωλολάτρες. Ωστόσο, το ειδωλολατρικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωνε, δεν κατάφερε να σκληρύνει την καρδιά του η οποία, όταν ήλθε η στιγμή, σκίρτησε ακούγοντας την φωνή του «ετάζοντος καρδίας και νεφρούς» (Ψλμ.7,10) Θεού και έτσι ο, έφηβος ακόμη, Μηνάς έγινε χριστιανός.

Μεγαλώνοντας, επέλεξε να σταδιοδρομήσει στον Ρωμαϊκό στρατό, στο ιππικό τάγμα των Ρουταλικών, υπό την διοίκηση του Αργυρίσκου. Η έδρα της μονάδας του ήταν στο Κοτυάειον (σημερινή Κιουτάχεια) της Μικράς Ασίας. Εκεί ο Μηνάς διακρίθηκε και για την φρόνησή του αλλά και για το ανδρείο του φρόνημα και γι’ αυτό έχαιρε εκτιμήσεως στο κύκλο των στρατιωτικών.

Δυστυχώς όμως, τρεις αιώνες μετά την έλευση του Χριστού και ο παλαιός κόσμος ακόμη δεν ήθελε να δεχθεί το λυτρωτικό μήνυμα της Αναστάσεως, παραμένοντας αυτάρεσκα, εγωιστικά και αυτοκαταστροφικά προσκολλημένος στη φθορά και το σκοτάδι. Οι αυτοκράτορες της Ρώμης άρχισαν και πάλι «προς κέντρα λακτίζειν» (Πράξεις 26,14). Ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός διέταξαν διωγμό εναντίον των λογικών προβάτων του Χριστού, διωγμό ο οποίος κράτησε από το 303 έως το 311 μ.Χ. Έτσι, οι Ρωμαίοι στρατιώτες διατάχθηκαν να συλλαμβάνουν και να τυραννούν τους χριστιανούς προσπαθώντας να τους κάνουν να αλλαξοπιστήσουν. Αυτή ήταν και η πρώτη κρίσιμη στιγμή κατά την οποία ό Μηνάς κλήθηκε να πει «το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι». Η πίστη του στον Χριστό νίκησε την κοσμική «σύνεση» και λογική.

Ο Άγιος δεν άντεξε, πέταξε στη γη την στρατιωτική του ζώνη απεκδυόμενος μ’ αυτόν τον τρόπο την ιδιότητα του στρατιώτη - διώκτη των χριστιανών, και διέφυγε στο παρακείμενο όρος. Εκεί ασκήτευε, προτιμώντας την συντροφιά των θηρίων της φύσης από την συντροφιά των αποθηριωμένων ειδωλολατρών. Εκεί, «εν ερημίαις πλανώμενος και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης» (Εβρ. 11,38), έζησε επί αρκετό διάστημα με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή. Η ασκητική ζωή και η ησυχία εθέρμαναν την καρδιά του ανάβοντας τον θείο έρωτα και τον πόθο του μαρτυρίου.

Έτσι, σε ηλικία πενήντα περίπου ετών, μετά από θεία αποκάλυψη ότι είχε φτάσει η ώρα του μαρτυρίου, κατέβηκε στην πόλη, σε μέρα ειδωλολατρικού πανηγυριού και με παρρησία, εν μέσω των μαινομένων ειδωλολατρών, ομολόγησε τον Χριστό ως τον ένα και αληθινό Θεό, μυκτηρίζοντας τα κωφά και αναίσθητα είδωλα. Συνελήφθη και σύρθηκε δερόμενος μπροστά στον Πύρρο, τον διοικητή της πόλεως. Εκεί, μιλώντας με θάρρος, αποκάλυψε το όνομά του, την καταγωγή του, το στρατιωτικό του παρελθόν και, φυσικά, διεκήρυξε με τόλμη και αταλάντευτη επιμονή την πίστη του στον Χριστό. Οδηγήθηκε στη φυλακή και το πρωί της επομένης ημέρας, μετά το πέρας του ειδωλολατρικού πανηγυριού, τον παρουσίασαν και πάλι ενώπιον του ηγεμόνος ο οποίος τον κατηγόρησε ότι εξύβρισε τους θεούς και μάλιστα μπροστά του και ότι λιποτάκτησε από τον στρατό. Ο Άγιος αποδέχθηκε τις κατηγορίες χωρίς δισταγμό.

Ο Πύρρος, ευλαβούμενος στην αρχή την ηλικία και την ευκοσμία του, προσπάθησε με λόγια και υποσχέσεις αλλά και με απειλές στη συνέχεια, να τον αποσπάσει από την πίστη του Χριστού. Όταν οι προσπάθειές του προσέκρουσαν στην σταθερή άρνηση του Αγίου, διέταξε να τον υποβάλουν σε ανυπόφορα βασανιστήρια. Οι δήμιοι τον μαστίγωσαν τόσο πολύ ώστε άλλαξαν δύο και τρεις φορές οι μαστιγωτές του. Τον κρέμασαν και τον έγδερναν μέχρι που άρχισαν να φαίνονται τα εσωτερικά όργανα του Αγίου. Έπειτα, σαν να μην έφθαναν αυτά, έτριβαν το καταπληγωμένο του σώμα με τρίχινο ύφασμα και στο τέλος τον έσερναν γυμνό και κατακρεουργημένο πάνω σε μεταλλικά αγκάθια. Όλα τα υπέμενε με γενναιότητα και καρτεροψυχία ο Μάρτυς του Χριστού, εφαρμόζοντας το Ευαγγελικό «και μη φοβηθήτε από των αποκτεννόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθαίος 10,28).

Μάλιστα, την ώρα του μαρτυρίου, κάποιοι παλιοί συστρατιώτες του τον προέτρεπαν να θυσιάσει στα είδωλα λέγοντας ότι ο Θεός του θα τον δικαιολογήσει βλέποντας τα βασανιστήρια στα οποία τον υπέβαλλαν. Ο Άγιος αρνήθηκε αποφασιστικά και τους απάντησε ότι προσφέρει θυσία ακόμη και τον εαυτό του στον Χριστό, ο οποίος τον ενδυναμώνει για να υπομένει τις πληγές.

Ο ηγεμόνας, θαυμάζοντας την ευστοχία και την σοφία των απαντήσεων του Μάρτυρα, τον ρώτησε απορημένος πώς είναι δυνατόν ένας τραχύς στρατιώτης σαν αυτόν να μπορεί να απαντά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Και ο Άγιος, με τη φώτιση του Θεού, του αποκρίθηκε ότι αυτή την ικανότητα την χαρίζει στους μάρτυρές του ο Χριστός, όπως έχει υποσχεθεί στο Ευαγγέλιο: «όταν δε προσφέρωσιν υμάς επί τας συναγωγάς και τας αρχάς και τας εξουσίας, μη μεριμνάτε πώς ή τι απολογήσησθε ή τι είπητε. Το γαρ Άγιον Πνεύμα διδάξει υμάς εν αυτή τη ώρα ά δει ειπειν» (Λουκά ιβ’, 11-12).

Τότε, απελπισμένος ο τύραννος, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν. Βαδίζοντας προς τον τόπο της εκτέλεσης ο Άγιος πρόλαβε να ζητήσει από κάποιους κρυπτοχριστιανούς να μεταφέρουν το λείψανό του στην Αίγυπτο.

Ο αποκεφαλισμός του έγινε την 11η Νοεμβρίου στις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. και έτσι η ψυχή του πέταξε χαρούμενη προς τον Σωτήρα Χριστό τον οποίο τόσο επόθησε ο Άγιος και για τον οποίο θυσιάσθηκε. Οι δήμιοι άναψαν φωτιά για να κάψουν το σώμα του.

Ότι κατάφεραν οι χριστιανοί να περισώσουν από την πυρά το μετέφεραν στην Αίγυπτο και το έθαψαν κοντά στην Μαρεώτιδα λίμνη, νοτιοδυτικά της Αλεξάνδρειας.

Στο σημείο εκείνο σταμάτησε, κατά την παράδοση, η καμήλα που μετέφερε τα λείψανα αρνούμενη πεισματικά να προχωρήσει. Έτσι οι χριστιανοί κατάλαβαν ότι ήταν θέλημα Θεού να ενταφιασθούν εκεί τα λείψανα του Αγίου.

Η περιοχή του τάφου πολύ σύντομα εξελίχθηκε σε προσκυνηματικό - λατρευτικό κέντρο.Ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας ο Μέγας Αθανάσιος, ανήγειρε ναό πάνω στον τάφο του Αγίου. Σε λίγα χρόνια δημιουργήθηκε εκεί εκτεταμένο κτιριακό συγκρότημα το οποίο περιελάμβανε δύο ναούς, μοναστήρι, ξενώνες και άλλες εγκαταστάσεις.

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΗΝΑ

Κάποιος χριστιανός από την Κωνσταντινούπολη, οδεύοντας για το πανηγύρι του Αγίου Μηνά και έχοντας μαζί του αρκετά χρήματα, κατέλυσε σε ένα ξενοδοχείο. Ο ξενοδόχος είδε τα ξένα χρήματα και, κυριευμένος από απληστία, σκότωσε τον προσκυνητή, τον διεμέλισε και έβαλε τα κομμάτια  του σε μία σπυρίδα (ζεμπίλι). Ενώ σκεφτόταν πού να θάψει τα μέλη του θύματός του για να μην αποκαλυφθεί το έγκλημα, καταφθάνει στο ξενοδοχείο ένας έφιππος στρατιώτης, ο Άγιος Μηνάς, και τον ρωτάει επίμονα πού βρίσκεται ο προσκυνητής. Ο ξενοδόχος τον διαβεβαιώνει ότι δεν γνωρίζει τίποτε αλλά ο Άγιος ξεπεζεύει, εισέρχεται στα ενδότερα του ξενώνα, βρίσκει την σπυρίδα, την φέρνει μπροστά του και τον ρωτάει με φοβερό και άγριο βλέμμα να του πει ποιος είναι ο νεκρός.

Τότε ο φονιάς έφριξε, πέφτοντας άφωνος και τρέμων στα πόδια του άγνωστου ιππέα. Ο Άγιος συνάρμοσε τα μέλη του
θύματος, προσευχήθηκε και ανέστησε το νεκρό προσκυνητή παραγγέλνοντάς του να δοξάζει τον Θεό. Ο αναστημένος, σαν να είχε εγερθεί από τον ύπνο, κατάλαβε όσα έπαθε, εδόξασε τον Θεό και προσκύνησε τον Άγιο.

Μόλις ο φονιάς συνήλθε από τον τρόμο του και σηκώθηκε, του πήρε ο Άγιος τα κλεμμένα χρήματα και τα επέστρεψε στον προσκυνητή λέγοντάς του να συνεχίσει τον δρόμο του.

Έπειτα, για να ολοκληρώσει την ευεργεσία του Θεού, στράφηκε προς τον ξενοδόχο, τον έδειρε όπως του άξιζε, τον ενουθέτησε, του έδωσε συγχώρηση για το έγκλημά του προσευχόμενος γι’ αυτόν, καβάλησε το άλογό του και έγινε άφαντος. Τότε μόνο κατάλαβε ο ξενοδόχος ότι ο στρατιώτης αυτός ήταν ο Άγιος Μηνάς, γεγονός που θυμίζει την εμπειρία των δύο Αποστόλων κατά την πορεία τους προς Εμμαούς, με την συντροφιά του αναστημένου Χριστού. (Λουκά κδ’,31).

Κάποιος πλούσιος χριστιανός έταξε στον Άγιο Μηνά να προσφέρει έναν ασημένιο δίσκο στο ναό του. Παρήγγειλε λοιπόν στον αργυροχόο δύο δίσκους και του ζήτησε στον μεν ένα να γράψει το όνομα του Αγίου στον δε άλλον το όνομα το δικό του. Επειδή όμως ο δίσκος ο προορισμένος για τον Άγιο έγινε λαμπρότερος και ωραιότερος, ο χριστιανός, από απληστία κινούμενος, δίχως να ντραπεί τον κράτησε για τον εαυτό του.

Ταξιδεύοντας λοιπόν στη θάλασσα, δείπνησε στο πλοίο χρησιμοποιώντας ασυλλόγιστα και χωρίς ευλάβεια τον δίσκο του Αγίου. Μετά το δείπνο ο υπηρέτης του ανευλαβούς χριστιανού προσπάθησε να πλύνει τον δίσκο στη θάλασσα με αποτέλεσμα να του πέσει στο νερό και να βυθισθεί. Τότε ο νεαρός υπηρέτης φοβήθηκε  πολύ, σάστισε και, προσπαθώντας να πιάσει τον δίσκο, έπεσε κι αυτός στη θάλασσα.

Όταν ο κύριός του αντελήφθη το συμβάν, συναισθάνθηκε ότι πλήρωνε τα επίχειρα της απληστίας του και τυπτόμενος από την συνείδησή του, παρακαλούσε τον Θεό να βρει έστω το λείψανο του μικρού υπηρέτη του, τάζοντας να δώσει στο ναό του Αγίου Μηνά και τον δεύτερο δίσκο, και τα χρήματα που άξιζε ο χαμένος στη θάλασσα δίσκος. Αφού βγήκε στη στεριά περίμενε με αγωνία στην ακρογιαλιά μήπως και εκβρασθεί το πτώμα του υπηρέτη. Και ενώ παρατηρούσε τη θάλασσα, βλέπει τον μικρό να βγαίνει ζωντανός από το νερό κρατώντας στα χέρια του και τον ασημένιο δίσκο του Αγίου!

Ο πλούσιος έφριξε από το θαύμα και έβγαλε φωνή μεγάλη την οποία ακούγοντας οι επιβάτες του πλοίου βγήκαν όλοι έξω και, βλέποντας το συμβάν, ρωτούσαν τον υπηρέτη, που τους διηγήθηκε τα εξής: «Μόλις έπεσα στη θάλασσα, παρουσιάσθηκαν μπροστά μου τρεις άνθρωποι. Ο μεγαλύτερος  από αυτούς φορούσε στρατιωτική στολή, ο άλλος ήταν νεαρός και ο τρίτος ήταν Διάκονος. Αυτοί οι τρεις με πήραν μαζί τους από τον βυθό και  περπατώντας χθες και σήμερα, με έφεραν μέχρι εδώ».

Ο κύριος του παιδιού και οι επιβάτες του πλοίου ακούγοντας το εξαίσιο θαύμα, εδόξαζαν τον Θεό και εθαύμαζαν για τους τρόπους που χρησιμοποιεί προκειμένου οι άνθρωποι  «εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (2 Τιμόθ. 3,7).

Οι τρεις που έσωσαν τον υπηρέτη ήταν ο Άγιος Μηνάς (ο στρατιωτικός), ο Άγιος Βίκτωρ (ο νεαρός) και ο Άγιος Βικέντιος (ο Διάκονος).

Οι δύο τελευταίοι Άγιοι εμαρτύρησαν την ίδια ημέρα με τον Άγιο Μηνά. Τον 2ο αι. μ.Χ.. ο Άγιος Βίκτωρ γδάρθηκε ζωντανός από τους ειδωλολάτρες και τον 3ο αι. μ. Χ. ο Άγιος Βικέντιος πέθανε έπειτα από σταύρωση και εξάρθρωση των μελών στην οποία τον υπέβαλαν οι βασανιστές του. Τιμώνται μαζί με τον Άγιο Μηνά την 11η  Νοεμβρίου.

Ακόμη ένα θαύμα του Αγίου Μηνά έλαβε χώρα το 1826 στο Ηράκλειο της Κρήτης, πόλη στην οποία ιδιαιτέρως τιμάται ο Άγιος. Το 1821, μετά την έκρηξη της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης εναντίον των Τούρκων, οι κατακτητές προχώρησαν σε σφαγές χιλιάδων αμάχων σε πολλές περιοχές. Από τους πρώτους που πλήρωσαν με το αίμα τους την επανάσταση ήταν και οι κάτοικοι της Κρήτης. Μεταξύ των χιλιάδων θυμάτων ήταν ο Μητροπολίτης Κρήτης, οι Επίσκοποι Χανίων, Κνωσού, Χεροννήσου, Λάμπης, Σητείας κ.α. οι οποίοι εσφάγησαν, την 24η Ιουνίου 1821, στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού του Ηρακλείου. Μάλιστα ο ιερουργών ιερέας εσφάγη πάνω στην Αγία Τράπεζα!

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1826, οι Τούρκοι του Ηρακλείου σχεδίαζαν να προβούν σε σφαγή των Χριστιανών, και πάλι στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά, στις 18 Απριλίου, ημέρα του Πάσχα, την ώρα της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας για να πιάσουν τους Χριστιανούς απροετοίμαστους. Για αντιπερισπασμό έβαλαν φωτιά σε διάφορα  απομακρυσμένα σημεία της πόλης, ενώ οπλισμένα στίφη είχαν συγκεντρωθεί έξω από το ναό, περιμένοντας την ώρα της αναγνώσεως του Ευαγγελίου για να εισβάλουν και να αρχίσουν την σφαγή.

Μόλις όμως άρχισε η ανάγνωση εμφανίσθηκε ένας ασπρομάλλης ηλικιωμένος ιππέας που έτρεχε γύρω από το ναό κραδαίνοντας το ξίφος του και κυνηγώντας τους επίδοξους σφαγείς οι οποίοι τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή. Έτσι σώθηκαν οι πολύπαθοι Χριστιανοί του Ηρακλείου από τον φοβερό κίνδυνο.

Οι Τούρκοι νόμισαν ότι ο καβαλάρης ήταν μουσουλμάνος πρόκριτος απεσταλμένος από τον Διοικητή της πόλης για να ματαιώσει την σφαγή. Όταν διαμαρτυρήθηκαν στον Διοικητή, αυτός τους διαβεβαίωσε ότι δεν γνώριζε τίποτε και μάλιστα διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος πρόκριτος δεν είχε βγει καθόλου από το σπίτι του.

Κατάλαβαν τότε οι Τούρκοι ότι επρόκειτο για θαύμα του Αγίου Μηνά, κοινοποίησαν το γεγονός στους Έλληνες και από τότε οι Mουσουλμάνοι ηυλαβούντο πολύ τον Άγιο, προσφέροντας μάλιστα και δώρα στο ναό του. Το θαύμα αυτό του  Αγίου Μηνά καθιερώθηκε να τιμάται στο Ηράκλειο την Τρίτη της Διακαινησίμου, οπότε και εκτίθεται σε προσκύνηση, κατά τον εσπερινό, λείψανο του Αγίου.

«Μεταξύ των αδικημένων Πατέρων της Εκκλησίας μας είναι και ο Οσιώτατος πατήρ Γεώργιος, ο Χατζη-Γεώργης, ο οποίος είναι ένας σύγχρονος Άγιος  της εποχής μας, αλλά, μπορούμε να πούμε, και μεγάλος Άγιος, ανάλογα με την εποχή μας.», γράφει ο Γέρων Παϊσιος ο Αγιορείτης.Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης (1809-1886), «ο μέγας και περιβόητος ασκητής», ασκήτευσε στο Άγιον Όρος επί μακρό χρονικό διάστημα. Επί αρκετά χρόνια έμενε στην Κερασιά, στο μεγάλο Κελί του Αγίου Δημητρίου και Αγίου Μηνά, ως υποτακτικός του Παπα-Νεόφυτου στην αρχή και ως Γέρων της Συνοδείας από το 1848 και έπειτα. «Κάποτε, ενώ ο Γέροντας ησχολείτο με το εργόχειρο, κατά λάθος κατάπιε μεγάλη βελόνα και προσευχήθηκε προς τον μεγαλομάρτυρα Μηνά.Στάθηκε τότε ο άγιος ενώπιόν του, έβαλε το χέρι στον λαιμό του και έβγαλε την βελόνα.».

Το 1942, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι υπό τον Ρόμμελ δυνάμεις του Άξονα στην Αφρική είχαν καταφέρει να προελάσουν τόσο ώστε να είναι ορατός ο κίνδυνος να φθάσουν στην Διώρυγα του Σουέζ. Στην περιοχή του Ελ Αλαμέιν  (αραβική παραφθορά του ονόματος του Αγίου Μηνά), όπου βρισκόταν τα ερείπια ναού του Αγίου Μηνά και ίσως και ο τάφος του, οι αντίπαλες δυνάμεις προετοιμάζονταν για την αποφασιστική σύγκρουση η οποία θα έκρινε το αν οι Σύμμαχοι θα κατάφερναν να παραμείνουν στην Αφρική.

Μεταξύ των συμμαχικών στρατευμάτων βρισκόταν και ελληνική στρατιωτική δύναμη, η οποία πήρε μέρος στη μάχη. Ένα από τα βράδια εκείνα, πολλοί στρατιώτες είδαν τον Άγιο Μηνά να βγαίνει από τα ερείπια του ναού του οδηγώντας  ένα καραβάνι με καμήλες, όπως απεικονίζεται σε μία από τις παλαιές αγιογραφίες του ναού του, και να μπαίνει μέσα στο στρατόπεδο των εχθρικών δυνάμεων. Η εμφάνιση αυτή κατατρόμαξε τους Γερμανούς και υπονόμευσε καίρια το ηθικό τους, πράγμα που συνέβαλε καθοριστικά στη νίκη των συμμαχικών δυνάμεων.

Σε ανταπόδοση της ευεργεσίας αυτής του Αγίου παραχωρήθηκε στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας ο τόπος εκείνος και ξανακτίσθηκε ο ναός καθώς και μοναστήρι του Αγίου Μηνά.

Απολυτίκιον. Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Στρατείαν κατέλιπες την κοσμικήν, αθλητά, ουράνιον είληφας την κληρουχίαν, σοφέ, και στέφος αμάραντον, δόξαν αποδιώξας βασιλέως γήινου, άθλους δε διανύσας μαρτυρίου γενναίου. Διό, μεγαλομάρτυς Μηνά, πρέσβευε σωθήναι ημάς

Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.
Της στρατείας ήρπασε, της επικήρου, και αφθάρτου έδειξε, σε Αθλοφόρε κοινωνόν, Μηνά Χριστός ο Θεός ημών, ο των Μαρτύρων ακήρατος στέφανος.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ

17 Δεκ 2013

Ο Άγιος της συγχώρεσης Διονύσιος ο Νέος, ο Ζακυνθινός Αρχιεπίσκοπος Αιγίνης

Αφιέρωμα, έρευνα Σοφία Ντρέκου

Ο Άφθορος Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου

Ο Άγιος της συγχώρεσης (17 Δεκεμβρίου) 
Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων του (24 Αυγούστου)

Ο Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου (1547 - 17 Δεκεμβρίου 1622) είναι άγιος της ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Έζησε και έδρασε στη Ζάκυνθο από τα μέσα του 16ου αιώνα ως και τις αρχές του 17ου, ενώ διετέλεσε και επίσκοπος Αιγίνης. Σήμερα αποτελεί ένα από τους λαοφιλέστερους σύγχρονους αγίους και είναι πολιούχος της πόλης της Ζακύνθου.
Περιεχόμενα1. Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου (Βίος)
  • Παιδική ηλικία και μόρφωση 
  • Ο μοναχικός βίος 
  • Ιεροσύνη και επισκοπή 
  • Η φυγάδευση του δολοφόνου του αδελφού του 
  • Το τέλος της ζωής του και το άφθαρτο σκήνωμα
2. Δύο αποσπάσματα από το βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου «Ο άφθορος Άγιος Διονύσιος» και Σύντομο βιογραφικό του συγγραφέα Σώτου Χονδρόπουλου.
3. Παραμονή εορτής Αγίου Διονυσίου: «Άγιο μου κορμάκι» Ημέρα τση Ζάκυθος
4. Σύντομος Βίος του Άγιου Διονύσιου εκ Ζακύνθου (17 Δεκεμβρίου)
5. Υμνολογία
6. Ανακομιδή Λειψάνων του Αγίου Διονυσίου του Ζακυνθινού 24 Αυγούστου.
7. Οι επίσημες πανηγύρεις του Αγίου Διονυσίου
8. Επιλεκτικό οπτικοακουστικό υλικό για τον Άγιο Διονύσιο (Βίντεο)
  • Βίντεο 1: Ο παρακλητικός κανόνας του Aγ. Διονυσίου εν Ζακύνθω
  • Βίντεο 2: Βίος του Αγίου Διονυσίου εκ Ζακύνθου
  • Βίντεο 3: «Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου, Στροφάδια» εκπομπή Ιερά Μονοπάτια.
10. Βιβλιογραφία, Πηγές

1. Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου (Βίος)
Γέννηση: 1547 Ζάκυνθος
Κοίμηση: 17 Δεκεμβρίου 1622 Ζάκυνθος

Παιδική ηλικία και μόρφωση

Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε το 1547 στον Αιγιαλό, δηλαδή στην παραλιακή ζώνη, της πόλης της Ζακύνθου. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Γραδενίγος (συχνά αναφέρεται -λανθασμένα- και ως Δραγανίγος) Σιγούρος. Η οικογένειά του ήταν εύπορη, με καταγωγή από την Δυτική Ευρώπη και με προγόνους του Καθολικού Δόγματος, και κατείχε μεγάλη έκταση γης, ενώ οι γονείς του συμμετέχοντας στους πολέμους των Βενετών κατά των Τούρκων απέκτησαν και αριστοκρατικό αξίωμα. Ο πατέρας του λεγόταν Μούκιος και η μητέρα του Παυλίνα, ενώ είχε άλλα δύο αδέλφια τον Κωνσταντίνο και τη Σιγούρα. Σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις της Ζακύνθου, που δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά, ο Άγιος είχε για ανάδοχο τον Άγιο Γεράσιμο.

Από μικρή ηλικία, η οικογένειά του τού παρείχε χριστιανική ανατροφή ενώ είχε προσλάβει και ένα δάσκαλο ονόματι Καιροφυλά ώστε να μεταδώσει στον μικρό Γραδενίγο τόσο γνώσεις για τη θύραθεν παιδεία, όσο και για τα «εκκλησιαστικά γράμματα». Δεν γνωρίζουμε εν συνεχεία ποιοι διετέλεσαν δάσκαλοί του, όμως οπωσδήποτε απέκτησε σημαντική μόρφωση, τουλάχιστον με τα δεδομένα της εποχής, αφού πέραν των ελληνικών και ιταλικών είχε εξαιρετικό χειρισμό της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γλώσσας, ενώ μια διασωθείσα επιστολή με υπομνηματισμούς πάνω στον Γρηγόριο το Θεολόγο, αναδεικνύει την ευρεία θεολογική μόρφωση που είχε ήδη αποκτήσει. 


Ο μοναχικός βίος

Μετά το τέλος της ζωής των γονιών του, σε ηλικία 20 ετών, αποφασίζει να πάρει το μοναχικό σχήμα. Αυτό προκύπτει από τη δωρεά όλης της περιουσίας στον αδελφό του με ιδιαίτερη μνεία για την αποκατάσταση της αδελφής του. Η κλίση ήδη είχε φανεί από μικρή ηλικία καθότι ακολουθούσε ασκητικό βίο βασισμένο πάνω στην Ορθόδοξη πατερική θεολογία. Παρότι πλούσιος αποφάσισε να γίνει μοναχός και εκάρη στη μονή Στροφάδων, νησί νότια της Ζακύνθου, παίρνοντας το όνομα Δανιήλ. Έτσι αφιερώθηκε στην προσευχή, την μελέτη των γραφών και διήγαγε ασκητικό βίο, που τόσο ποθούσε. Σύντομα μάλιστα φάνηκε και η πνευματική πρόοδός του, με αποτέλεσμα 2 έτη αργότερα να γίνει ηγούμενος της μονής. 


Ιεροσύνη και επισκοπή

Ένα έτος αργότερα ο σπουδαίος αυτος Αγιος,Διονύσιος, θα χριστεί ιερέας παρά τις αρχικές του επιφυλάξεις λόγω της βαριάς ευθύνης της ιεροσύνης, από τον επίσκοπο Κεφαληνίας και Ζακύνθου, Θεόφιλο. Το 1577 όμως θέλησε να πάει να στους Αγίους Τόπους. Περνώντας από την Αθήνα θέλησε να πάρει την ευλογία του επισκόπου Νικάνορα. Ο Νικάνωρ όμως εντυπωσιάστηκε από την παιδεία, την μόρφωση και τη στωικότητα του Αγίου και θέλησε να τον προάγει στο επισκοπικό αξίωμα της επισκοπής Αιγίνης, που βρισκόταν σε χηρεία. Έτσι έγραψε στον Πατριάρχη Ιερεμία υπέρ της υποψηφιότητος του Δανιήλ. Ο Ιερεμίας συναίνεσε τελικά και ο Άγιος εχρίσθη επίσκοπος Αιγίνης λαμβάνοντας το όνομα Διονύσιος. Το έργο που επιτέλεσε στο νησί της Αίγινας ήταν σημαντικό τόσο από πνευματικής απόψεως όσο και στην ανακούφιση των καταπονημένων και φτωχών.

Το 1579 όμως υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Ο ασκητικός βίος σε σύνθεση με το διαρκές ακατάπαυστο έργο, κατεπόνησαν την υγεία του, με αποτέλεσμα να στείλει επιστολή τόσο στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία όσο και τον Μητροπολίτη Αθηνών Νικάνορα με την παραίτησή του και την ταυτόχρονη βούλησή του να επιστρέψει στην Ζάκυνθο. Ο Ιερεμίας όμως δεν ήθελε να μείνουν αναξιοποίητες οι ικανότητες του Διονυσίου και έτσι τον έχρισε χωρεπίσκοπο Ζακύνθου. Η έντονη δραστηριότητα όμως στην Ζάκυνθο, προκάλεσε την επιβουλή του επισκοπικού περιβάλλοντος, ίσως δε και του ίδιου του επισκόπου, με αποτέλεσμα να καταγγελθεί για υπέρβαση εξουσίας, στον ηγεμόνα του νησιού Νικόλαο Δαπόντε. Ο Δαπόντες ζήτησε την παραίτηση του Διονυσίου, κάτι που ο ίδιος δέχτηκε ώστε να μην προκληθούν σχίσματα και εντάσεις. Σημειώνεται εδώ ότι η Ενετική Διοίκηση δεν επιθυμούσε την παρουσία ιερωμένων με δεσμούς με το Πατριαρχείο της Κωσταντινούπολης στις κτήσεις της, καθώς το τελευταίο τελούσε σε ομηρεία από τους ανταγωνιστές της Βενετίας Οθωμανούς.


Η φυγάδευση του δολοφόνου του αδελφού του

Οι οικογένειες Σιγούρου και Μονδίνου από διασωθέντα έγγραφα που ανάγονται στα αρχεία της Βενετίας, φαίνεται να είχαν θανάσιμο μίσος. Συμπλοκές μεταξύ των δυο οικογενειών συνέβαιναν διαρκώς. Σε μια από αυτές ο αδελφός του Αγίου, Κωνσταντίνος, δολοφονήθηκε. Στην προσπάθεια όμως να διαφύγει ο (αγνώστου ονόματος) δολοφόνός του Κωνσταντίνου αναζήτησε καταφύγιο στο μοναστήρι που βρισκόταν ο Άγιος, χωρίς όμως να γνωρίζει τη συγγένεια. Όταν ο δολοφόνος έφτασε στη Μονή, ερωτήθη από τον Διονύσιο, που ήταν ο ηγούμενος της Μονής, γιατί ζητεί καταφύγιο, αφού κανονικά δεν επιτρέπετο να εισέλθει. Ο ίδιος απάντησε πως τον κυνηγούσαν οι Σιγούροι, ενώ μετά από διαρκείς ερωτήσεις ομολόγησε πως δολοφόνησε τον Κωνσταντίνο Σιγούρο. Ο Διονύσιος παρά τη θλίψη του, όχι μόνο έκρυψε τον δολοφόνο αλλά και τον φυγάδευσε. Έτσι με αυτόν τρόπο κατάφερε να αποτρέψει ένα ακόμα έγκλημα και ταυτόχρονα να δώσει τη δυνατότητα μετανοίας στον δολοφόνο, παρά την πικρία για το χαμό του αδελφού του, δίνοντας ένα παράδειγμα συγχώρησης και υψηλής εφαρμογής της Χριστιανικής αγάπης. Σημειώνεται ότι τα παραπάνω στηρίζονται αποκλειστικά στην προφορική παράδοση του νησιού, καθώς απουσιάζουν τα τεκμήρια από το Αρχειοφυλάκιο Ζακύνθου (δεν εντοπίστηκαν, παρόλες τις σχετικές προσπάθειες, ακόμα και πριν την καταστροφή του στην σεισμόπυρκαγιά του 1953).

Το τέλος της ζωής του και το άφθαρτο σκήνωμα 

Ο σπουδαίος Άγιος Διονύσιος κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε αποσυρθεί στο μοναστήρι της Θεοτόκου της Αναφωνήτριας. Πολύς κόσμος τον επισκέπτετο για να λάβει συμβουλές αλλά και να εξομολογηθεί. Τελικά πέθανε σε ηλικία 75 ετών, στις 17 Δεκεμβρίου του 1622, με τελευταία του επιθυμία να ταφεί στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Στροφάδων, όπου και χειροτονήθηκε ιερέας. Τρία έτη μετά εξετάφη και το λείψανό του στην ανακομιδή ευρέθη άφθαρτο. Μετά την Τουρκική επίθεση στα Στροφάδια τον δέκατο όγδοο αιώνα και την αποκοπή των χεριών του λειψάνου από τους επιτιθέμενους, το σώμα του Αγίου παρεδόθη όπου και παραμένει μέχρι και σήμερα, εκτιθέμενο στο ναό του αγίου στην Ζάκυνθο. Είναι ένα από τα τρία άφθορα λείψανα στο Ιόνιο, του Άγιου Σπυρίδωνα, του Άγιου Γεράσιμου και του Αγίου Διονυσίου.

Η αγιότητά του αναγνωρίσθηκε από το οικουμενικό πατριαρχείο το 1703, αλλά στο νησί ένεκα του βίου του, αλλά και του λειψάνου του ετιμάτο ως άγιος αρκετά νωρίτερα.[1]


2. Δύο αποσπάσματα από την αφηγηματική βιογραφία στο βιβλίο
του Σώτου Χονδρόπουλου «Ο άφθορος Άγιος Διονύσιος»

εικ.: Η συγχώρησις του φονέως: Άγιος Διονύσιος ο Νέος, 
ο Ζακυνθινός Αρχιεπίσκοπος Αιγίνης. 
Τοιχογραφία από τον Άγιο Διονύσιο Αχαρνών, 
αγιογράφος Αναστάσιος Σαργέντης 
Απόσπασμα 1ο:

...Τα βήματα συνεχίστηκαν βίαια. Ενώ ταυτόχρονα, κάποιος ξεφώνιζε απεγνωσμένα:

-Άνοιξε καλόγερε, βοήθεια!


Παρατώντας το μάνταλο και ξανακατεβαίνοντας κατατρομαγμένος τα πέτρινα σκαλοπάτια, βρέθηκε… τρεμουλιάζοντας στην θολωτή πύλη. Στην μαντρόπορτα με τους χοντρούς πασσάλους.


Ποιός είσαι και τι ζητείς; σιγορώτησε.

Άνοιξε, λυπήσου με, με κυνηγούν, θα με σκοτώσουν. Σώσε με, κρύψε με, να συχωρεθούν οι γονέοι σου, αν δε ζουν.
Γιατί σε κυνηγούν;
- Άνοιξε και θα σου μολογήσω.

Τράβηξε τον πάσσαλο της ασφάλειας πέντε πόντους πρός τα πάνω, και το χοντρό από κυπαρισσόξυλο πορτόφυλλο, μισάνοιξε.


Τότε ώρμησε στον αυλόγυρο, ένας αξύριστος, αλλοσούσουμος, δίχως σκούφο με γουρλωμένα μάτια. Και μαλλιά σκαντζόχοιρα. Στα χέρια κρατούσε ένα ρόπαλο και σε πλάγια τσέπη του σουρτούκου του φάνταζε χοντρό μαχαίρι.


- Κρύψε με, όπου νάναι θα φανούν, ανάκραξε σπαρακτικά.


- Τι έκανες χριστιανέ; Γιατί σε κυνηγούν;


- Σκότωσα…


Κίτρινη πέτρα απόμεινε το πρόσωπο. Το φανάρι ξέφυγε από το δίχτυ, κύλησε χάμου. Και τα μάτια στον τσουχτερό χιοναγέρα έπηξαν.


- Δυστυχισμένε… Σε κέρδισε ο γκρεμός, ο Κάϊν;


- Κρύψε με, μη χασομεράς. Όπου νάναι θα φτάσουν. Κάποιος, αναμεσό τους, φώναξε ότι μονάχα από δω θε να διαβώ. Δεν έχει αλλού γιδόστρατο.


Κοντοστάθηκε στις τσουχτερές δροσοστάλες, αναποφάσιστος. Τα χέρια έτρεμαν. Το σάλι σερνόταν στο πλατύσκαλο και με τον χιοναγέρα κουκούλωνε το φανάρι.

Πάμε, πρόφεραν τα χείλη.
Πού;
Στο διπλανό κελλί. Δεξιά στο ανώγι.

Έσπρωξε την μαντρόπορτα μηχανικά.


Ώσαμε να μπουν, ώσαμε να καλοκλείσει, ώσπου ν’ ανάψει το λαδολύχναρο, ο φονιάς βρέθηκε χάμου. Στα πόδια του. Γονατιστός. Στο γιλέκι του φάνταζαν δύο πιτσιλιές αίμα.

Λυπήσου με, μούγκρισε. Κι άρχισε να κλαίει.


- Ο Θεός να σε λυπηθεί, δυστυχισμένε. Από λόγου μου σε λυπάμαι. Και πολύ μάλιστα. Αλλά φέρνει πίσω την ζωή;… Κλάψε και μοιρολόγισε. Ζήτα του σπλαχνιά.


Ο άνθρωπος έκλαιγε με λυγμούς.


- Μετανοιώνεις; Αντήχησαν μία – μία οι συλλαβές.


- Χίλιες βολές. Άς όψονται οι Μονδίνοι. Το κρίμα στο λαιμό τους. Μούταξαν να με καταστήσουν από ρέμπελο και μπράβο μπιστεμένο τους.


Ο ιεράρχης στη λέξη ανατρίχιασε. Αλλά παρευθύς θυμήθηκε την επικείμενη καταδίωξη… Άνοιξε κάποιο συρτάρι και ανατράβηξε το πετραχείλι. Το φίλησε, το φόρεσε, έκανε πάλι το σημείο του σταυρού και είπε:


- Για τα όβολα λοιπόν δέχτηκες δυστυχισμένε, να διαπράξεις φόνο;


- Ναίσκε άγιε ηγούμενε, που να μην έσωνα ο ξελογιασμένος. Μ’ έβαλε ο εξαποδώς. Τι γύρευα να παραφουσκώνω στσι παλληκαροσύνες; Για να βγεί παναπεί στην Κοινότητα Κήνσορας, κακόροικος ο άλλος ο αφέντης, ο Σιγούρος…


- Ποιόν από τους σέμπρους του Σιγούρου σκότωσες;


- Σέμπρο, άγιε ηγούμενε; Τον ίδιο τον αφέντη. Τον κόντε- Κωνσταντή παραφύλαξα και μαχαίρωσα αριστερά στο καντούνι του Κάστρου. Τον άφηκα σέκο. Παρακάλα τον Θεό για την ψυχή. Για μια ψυχή που θα παραδώσω.


- Αχχ!


- Σαν τι αγροικάς ηγούμενε; Λυπήσουμε, τον μετανοιωμένο. Σου ήτανε φίλος ή γνωστός ο αφέντης; Για ξένα νιτερέσα, ο δόλιος.


- Ήταν…ήταν ο αδελφός μου. Ο αδελφός μου. Κωνσταντίνε…Κωνσταντίνε…Κωνσταντίνε…


Ένα σμάρι δάκρυα πέσανε κατακόρυφα στο κεφάλι του φονιά.


Έχουνε άραγε τα δάκρυα βάρος; Βράχια πέσανε στην αναμαλιασμένη κεφαλή. Μοναστραπίς έπεσε μπρούμιτα. Σπάραζε σαν ψάρι. Και με τα θολόνερα των ματιών του, σερνόταν, φιλούσε ένα ζευγάρι παντόφλες.


Είσαι…είσαι ο δέσποτας…ο πανιερώτατος, το καύχημα τση χώρας; Συμφορά που με βρήκε…Αλλοί…Χτύπα με. Να, πάρε το μαχαίρι, σκότωσέ με.


Ακολούθησε σιγή. Μια σιγή όλο μυστήριο. Καταγεμάτη δέος. Άραγε ποιό τάγμα των Ασωμάτων να παρακολουθούσε το δράμα;


Ο ηγούμενος με το βλέμμα ψηλά και με τα δάκρυα αρμυρές σταγόνες- βράχια- να κυλάνε και να κυλάνε, προσευχόταν.


- Θεέ και Κύριε… Θεέ και Κύριε…τραύλιζαν κάθε τόσο τα χείλη του.


- Χτύπα με, χτύπα με, ούρλιαζε χάμου στα πόδια του ο αναπάντεχος τούτος επισκέπτης.


Πόσο κράτησε η τραγική στιγμή, κανείς πια δεν θυμάται. Μονάχα ο Εσταυρωμένος. Ο παντογνώστης.


- Σήκω… αντήχησε η λαλιά του εξομολόγου. Θαρρώ ακούγεται σαματάς. Σκαρφαλώνουν θαρρώ, άλογα.


Ο άνθρωπος πετάχτηκε σαν μοσχάρι που του βυθίζουν το στιλέτο στο λαιμό.


- Θα με παραδώσεις;


- Όχι.


- Ω… Και τι αποφασίζεις να πράξω;


- Φύγε. Πάρε τις ρεματιές.


- Μπορώ;


- Δεν ξέρω. Σύρε απέναντι, όπου σε φωτίσει ο Αναστημένος.


- Θα… θα με δούν.


- Σύρε απέναντι, στο πατητήρι. Κρύψου στο σύδεντρο, στο τσαρδάκι του πορτάρη. Αυτού μέσα υπάρχει άχερο. Και σανός. Και λίγα μέτρα πιο πέρα, βυθίζεται στ’ αγκάθια ο πρασινόβραχος.


Η στιγμή ήταν κρίσμη, δεν έπαιρνε χασομέρι. Τα πάντα έγιναν μέσα σε πέντε ή έξι λεπτά. Ίσως και σε δυο.


Και να, σε λίγο έξω στην ερημιά, καταμεσίς στον χιοναγέρα που εξακολουθούσε να σφυρίζει, αντήχησε ποδοβολητό αλόγων. Και από κοντά φωνές, βλαστήμιες.


Τα χέρια καθώς τοποθετούσαν στην θέση του το πετραχείλι, έτρεμαν. Και τα δόντια γοργοκτυπούσαν. Αν δεν προλάβαινε να σφογκίσει τα δάκρυα, αλλοίμονο θα συντελούσε σε δυσάρεστες εξελίξεις.


Καταμπροστά του βρέθηκαν πέντε ζευγάρια μάτια. Γυάλιζαν σαν της ύαινας.


- Πέρασε από δω γέροντα, κάποιος ξεσκούφωτος με γένεια; Ανάκραξε φιλεύρενα κάποιος πανύψηλος με φαβορίτες που έδειχνε νάναι επικεφαλής.


- Ναί, πέρασε.

Και πούναιτος τώρα;
Έφυγε.
Κατά πού τράβηξε;
Δεν πρόσεξα.
Πώς;
- Έπιασα να ετοιμάζομαι για παρακλητική. Δεν καλοπρόσεξα. Μα… να. Θαρρώ κάπου από δώ.
Δηλαδή;
Από τη λαγκαδιά, ίσως. Κι έκανε αόριστη χειρονομία.

- Γρήγορα να τον προλάβουμε, φώναξε ο ψηλός με τις φαβορίτες. Κατάλαβα. Τραβάει δυτικά για να πέσει στην κατηφόρα, στα πουρνάρια. Προσοχή μη σβήσουνε τα φανάρια.



Απόσπασμα 2ο:

Οι Ζακύνθιοι ποιητές αργότερα γράψανε ότι είχε τάχα πεί ένα ιερό ψέμα ο άγιος. Για χάρη τάχα της συγγνώμης. Δεν βγαίνει όμως τέτοιο συμπέρασμα από μια προσεκτική έρευνα. Ο Θεός δεν συμβιβάζεται με το «μαύρο» ποτέ. Μήτε δέχεται, μήτε «παραθεωρεί» το ψέμα. Σαν Πνεύμα και σάν αλήθεια είναι και παραμένει Φως. 

Απλούστατα η απόκρυψη του κακούργου επιβάλλονταν και από το «απόρρητον της εξομολογήσεως», αλλά και από το ψυχικό μεγαλείο του πράου και ανεξίκακου ιεράρχη. Ο στόχος του ήταν να μήν πέσει στα νύχια του δαίμονα, να μη κατρακυλήσει στο χάος, στην απώλεια, το κυνηγημένο εκείνο γεράκι. Αλλά με την μετάνοια, να αλλάζει χρώμα. Να μεταβληθεί σε περιστέρι. Καμιά ώσαμε τότε ψυχή δεν χάθηκε από τόσες και τόσες που σέρνονταν στα πόδια του και του ζητούσαν βοήθεια.


Ορθόδοξος μέχρι το μεδούλι ο Όσιος της Αναφωνήτρας, αδύνατο να έπεφτε σε αντικανονική παράβαση.[2]



3. «Άγιο μου κορμάκι» Ημέρα τση Ζάκυθος
Παραμονή της εορτής του Αγίου Διονυσίου

Παραμονή της γιορτής του Αγίου μας σήμερα, της χειμωνιάτικης και πραγματικής. Αυτήν την φορά είναι η επέτειος της μνήμης του και ’μεις – και λόγω του σύμμαχου κακού καιρού – τον τιμάμε οικογενειακά και ζεστά, παραδοσιακά και σεμνά, όπως και ο ίδιος σίγουρα θα επιθυμούσε. Μαζί του γιορτάζουν όλα τα σπίτια, όχι μόνο την χρονιάρα μέρα, την μεγαλύτερη του χρόνου για το νησί, αλλά και για τα ονομαστήρια πολλών, μια και δεν υπάρχει οικογένεια στην πόλη και τα χωριά χωρίς Διονύσιο ή Διονυσία και συχνά, προς τιμή του, δίνουμε και άλλα ονόματα στους δικούς μας, σαν πούροι Ζακυνθινοί, όπως Σιγούρος, που ήταν το επώνυμό του, Δραγανίγος, για το κοσμικό του όνομα ή Δανιήλ, όπως και ο ίδιος ονομάζονταν για λίγο, μετά την μοναχική του κουρά στο πυργομονάστηρο των Στροφάδων και πριν την ανάρρησή του στο υπέρτατο αξίωμα της ιεροσύνης, τον βαθμό του επισκόπου, στο εκκλησάκι του Αγίου Ελευθερίου της Αθήνας, για να ποιμάνει το νησί της Αίγινας.

Λατρεία αληθινή έχουν όλοι οι συμπατριώτες του, τους οποίους πολύμορφα και ποικιλότροπα προστατεύει, στο ιερό και πολυαγάπητο πρόσωπό του. Είναι απλά και μόνο ο Άγιός τους, χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό και συχνά φτάνουν στο ακραίο σημείο αγάπης και λατρείας να τον θεωρούν και πάνω και από τον ίδιο το Θεό. Υπερβολή, που όσο και να μην την κατανοούν οι θεολόγοι και να την καυτηριάζουν, ιδιαίτερα όταν είναι ξένοι με τον επτανησιακό χώρο, την βιώνουν οι συμπολίτες του Αγίου και εξακολουθούν να την διατηρούν, γιατί είναι το ζακυνθινόπουλο που άγιασε και το αρχοντόπουλο που απαρνήθηκε τα πλούτη και τις τιμές της οικογένειάς του, για να κερδίσει οριστικά μια θέση στα επουράνια.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι πιστοί του νησιού, αλλά και οι άπιστοι, που τον δέχονται και τον τιμούν, θέλουν τις μεγάλες γιορτές του χρόνου και τις χρονιάρες μέρες να τις συνδέουν με τ’ όνομά του και τη χάρη του και γι’ αυτό ο Άγιος αυτές τις στιγμές «είναι στη Θύρα του», για να μπορούν να τον προσκυνούν και τα τον συνδοξάζουν με τον Χριστό, είτε αυτός γεννιέται στην Βηθλεέμ, είτε βαπτίζεται στον Ιορδάνη, είτε ανασταίνεται εκ νεκρών, νικώντας τον θάνατο και δίνοντας την αιώνια ζωή στο ανθρώπινο γένος.

Στη Ζάκυνθο το να πας να προσκυνήσεις τον Άγιο, ιδιαίτερα όταν το λείψανό του είναι όρθιο «στη θύρα του», αλλά και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, όταν λύπη ή χαρά το απαιτεί, είναι εφάμιλλο με το να κοινωνήσεις και συχνά – πυκνά ακούγεται η φράση: «έχω καιρό να προσκυνήσω τον Άγιο», όπως ο κάθε πιστός λέει: «έχω καιρό να μεταλάβω».
  • Εξάλλου σε όλες τις λαϊκές εκφράσεις ο Άγιος έχει αντικαταστήσει τον Θεό. «Μα τον Άγιο», λέμε πάντοτε, θέλοντας να ορκιστούμε. «Δεν έμεινε Άγιος», τονίζουμε, θέλοντας να δηλώσουμε μεγάλη καταστροφή και – για να τελειώσουμε τα ενδεικτικά παραδείγματα – εκείνο το «αν θέλει ο Άγιος», το οποίο λέμε συχνά και περισσότερη σημασία έχει πως και το πιστεύουμε πραγματικά.
Αυτό, όμως, που χαρακτηρίζει τον Πολιούχο της Ζακύνθου και δίνει την διαφορετικότητα στην λατρεία των δικών του πιστών, είναι η εντελώς ανθρώπινη προσφώνηση στο ιερό του πρόσωπο, όταν οι συντοπίτες του τον καλούν με την ποιητική και ζεστά ανθρώπινη προσφώνηση «άγιο μου Κορμάκι».

Η προέλευση και η δημιουργία αυτής της επίκλησης έχει πολλές σημασίες και πάμπολλες διαστάσεις. Πρώτα απ’ όλα την επιβάλει η ίδια η άφθαρτη παρουσία του σκηνώματος του Ιεράρχη, η οποία είναι και το μεγαλύτερο δείγμα αγιότητας για τους κατοίκους του νησιού του. Ζώντας όχι μόνο στη Ζάκυνθο οι τελευταίοι, αλλά και στον ιόνιο χώρο, όπου και άλλα ολόσωμα λείψανα υπάρχουν, όπως αυτό του Οσίου Ιωσήφ στο χωριό Γαϊτάνι του νησιού τους, του Αγίου Γερασίμου στην γειτονική Κεφαλονιά και των Αγίων Σπυρίδωνος και Θεοδώρας στην συγγενική Κέρκυρα, έχουν εξοικειωθεί με την παρουσία τους και θεωρούν την αφθαρσία του σώματος υπέρτατο δείγμα αγιοσύνης. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά έχουν πρόσκαιρα αποδοθεί τίτλοι αιωνιότητας σε νεκρούς, οι οποίοι, για διάφορους λόγους «δεν έχουν λιώσει», όπως χαρακτηριστικά λέει ο λαός μας.

Επίσης να μην ξεχνάμε και την πολύμορφη επίδραση που έχει ο χώρος μας από την Δύση και προ πάντων από την κοντινή, γεωγραφικά και πολιτιστικά, Ιταλία. Σ’ αυτήν την χώρα, με την οποία η Ζάκυνθος και η Επτάνησος είχε και έχει πολλά κοινά, υπάρχουν πάμπολλα σκηνώματα Αγίων και αν δεν υπάρχουν, τα δημιουργούν.

Για την επιβεβαίωση των παραπάνω θέλω να θυμηθώ και να σας γνωρίσω μια παραδειγματική ιστορία, την οποία έζησα μικρός και δείχνει το πώς οι Ζακύνθιοι έχουν συνδέσει την αιωνιότητα με την μη φθαρτότητα.

Μια σεβάσμια κυρία, λοιπόν, που ηθελημένα είχε ζήσει όλη τη ζωή της στο νησί μας, πήγε στην συμπρωτεύουσα, την Θεσσαλονίκη, για να παρευρεθεί στον γάμο στενού συγγενικού της προσώπου. Το πρώτο που ζήτησε σαν έφτασε στην όμορφη πόλη του βορά, ήταν να προσκυνήσει τον προστάτη της, τον Άγιο Δημήτριο. Πήγε με σεβασμό στην εκκλησία του και ζήτησε να μάθει πού βρισκόταν το, λείψανό του. Σαν είδε, όμως, μόνο οστά, απογοητεύτηκε και προς στιγμήν αμφέβαλε για την εγκυρότητα του Μυροβλύτη. Αυτήν της την εμπειρία την διηγιόταν για χρόνια σε φίλους και γνωστούς και πάντα στρεφόμενη προς τον Άμμο, έκανε το σταυρό της και έλεγε: «Άγιο μου κορμάκι. Μεγάλη η χάρη σου»!

Μα δεν είναι μόνο ο λόγος αυτός η αιτία της ιδιαίτερης αυτής επίκλησης στον Άγιο Διονύσιο. Οι Ζακυνθινοί, οι οποίοι όχι μόνο συμπατριώτη τους τον έχουν, αλλά και «ακοίμητο», όπως λέει το μεγαλυνάριό του, «πρέσβη» τον αισθάνονται, στο διάβα της ιστορίας τους έχουν θρεφτεί με μια Αναγέννηση και έναν Διαφωτισμό. Ως εκ τούτου είναι δύσπιστοι στο αφηρημένο και επιδιώκουν το απτό και αυτό που φαίνεται. Έχουν πιστέψει και ασπαστεί εικόνες των δημιουργών της Επτανησιακής Σχολής στην ζωγραφική, των Δοξαράδων, του Κουτούζη και του Καντούνη και έχουν λατρέψει το Θεό τους με την παραδοσιακή εκκλησιαστική μουσική του τόπου τους, η οποία δεν θα μπορούσε να είναι ξένη με τα άλλα μουσικά τους ακούσματα. Έχουν ζήσει, επίσης, θεατρικές Αποκαθηλώσεις, έχουν δακρύσει με το «Ανάστα ο Θεός» και την Γκλόρια, έχουν αγιασθεί, «Φωτώνε» μέρα, από πάρκα καλλιτεχνικά στημένα και αναπαραστάσεις της σωτήριας Βάπτισης. 

Ο επιτάφιός τους είναι ο «Αμνός», εικόνα αμφιπρόσωπα ζωγραφισμένη και κομμένη, έτσι ώστε και όταν βρίσκεται στο ναό, αλλά και όταν περιφέρεται να τονίζει την παρουσία του νεκρού και να αναγκάζει τον θεατή στον θρήνο και την λύπη, σαν αυτή που εικονίζεται στην περιφερόμενη Mater Dolorοsa, κάτω από την πενθηφορούσα «ουρανία», η οποία προσκυνείται και δοξάζεται στο νησί και η πίκρα της ρομφαίας της μεταδίδεται σε παράθυρα και μπαλκόνια, όπου με το κορετάδο κρεμασμένο πεύκι παρακολουθούν την τελετή οι πιστοί και συμμετέχουν σε μια πραγματική εξώδιο λιτανεία.

Μα και ο Εσταυρωμένος μας, είτε βρίσκεται πίσω από την Αγία Τράπεζα, είτε το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής περιφέρεται στην πόλη, έχει την ανθρώπινη μορφή του πόνου και της θυσίας και πλησιάζει περισσότερο στην πραγματικότητα, από την μεταφυσική.

Χαρακτηριστική η διασωθείσα από την ιστορία απάντηση του Νικολού Κουτούζη, του ζωγράφου, ποιητή και ιερέα, όταν του ζητήθηκε να ιστορίσει έναν βυζαντινό Χριστό, κρεμάμενο πάνω στο Σταυρό. «Εγώ, σαν πιτόρος», απάντησε, «γνωρίζω πως πεθαίνει ένα σώμα στο Σταυρό και δεν μπορώ να κάνω κάτι διαφορετικό». Αρνήθηκε, μάλιστα, την παραγγελία.

Όπως και να έχει, όμως, είτε όλα αυτά είναι αλήθεια, είτε εικασίες, σημασία έχει πως όλοι ανεξαίρετα οι Ζακυνθινοί τιμούν τον Άγιό τους και κυριολεκτικά τον λατρεύουν. Είναι ο δικός τους που άγιασε και ο μόνιμος συγκάτοικός τους. Ο συνοδοιπόρος τους και αυτός που, σαν οικείος, γνωρίζει και συμπονάει. Ένα «κορμάκι» που ξεπέρασε την φθορά και άγιασε. Μια άφθαρτη παρουσία, η οποία ανελλιπώς σκέπει και φρουρεί το νησί.
Απλά και μόνο είναι ο Άγιός![3]
4. Σύντομος Βίος του Άγιου Διονύσιου 
εκ Ζακύνθου (17 Δεκεμβρίου)


Ένας νέος από αρχοντική οικογένεια αφήνει τα εγκόσμια και πηγαίνει στο μοναστήρι. Αυτό βέβαια δεν είναι συνηθισμένο και φυσικό, όχι μόνο σήμερα, αλλά και σε κάθε καιρό. Το φυσικό και συνηθισμένο είναι μια καλή κοινωνική αποκατάσταση, να ακολουθήσει το παιδί το έργο του πατέρα και να συνεχίσει την οικογε­νειακή παράδοση.

Αλλ’ όμως βρίσκονται νέοι, κι ας διαμαρτύρονται κι ας αντιδρούν οι γονείς των, που βγαί­νουν από τη συνήθεια και ξεπερνάνε τα ανθρώπινα μέ­τρα. Είναι, καθώς λέγει ό Ιησούς Χριστός, «οι δυνάμενοι χωρείν». Ποτέ βέβαια με τη δική τους μόνο θέληση και δύναμη, αλλά πάντα οπλισμένοι και δυνατοί με τη θεία χάρη.

Ο Μέγας Βασίλειος, για το νέο που αποφασίζει να ακολουθήσει το δρόμο της μοναχικής πολιτείας λέγει τα εξής· «Ο τοίνυν υπακούσαι Χριστώ προηρημένος και προς τον πτωχόν και απερίσπαστον βίον επειγόμενος, θαυμαστός ως αληθώς και μακαριστός».

Θαυμαστός λοιπόν και μακαριστός είναι κι ο άγιος Διονύσιος, που αναφάνηκε στα νεώτερα χρόνια αστέρας φαεινότατος, μαζί με πολλούς άλλους μάρτυρες και όσιους, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν οικονομία της θείας Πρόνοιας να στηριχθεί στη δοκιμα­σία του το αιχμάλωτο γένος των ορθόδοξων χριστιανών.

Ο άγιος Διονύσιος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στα 1547 από γονείς που ξεχώριζαν στο νησί για τη λαμπρή τους κοινωνική θέση και την οικονομική τους κατάσταση. Ο άγιος του Θεού σε νεαρή ηλικία τα άφησε όλα, και κοι­νωνική θέση και πλούτο, κι έφυγε στο μοναστήρι της Παναγίας της Παντοχαράς, που είναι στα Στροφάδια, δυό μικρά αμπελοφυτεμένα νησιά, που βρίσκονται στο Ιόνιο πέλαγος στα νότια της Ζακύνθου.

Όταν τελειώθηκε στη μοναχική άσκηση, χειροτονη­μένος εν τω μεταξύ ιερέας, ο άγιος Διονύσιος ξεκίνησε να πάει προσκυνητής στους Αγίους Τόπους. Ο δρόμος του τον έφερε να περάσει από την Αθήνα, και ο τότε Μητρο­πολίτης Αθηνών Νικάνορας, που είδε και εκτίμησε την πνευματικότητα και τις αρετές του ιερομόναχου Διονύσιου, τον κράτησε κοντά του και σε λίγο καιρό τον εξέλεξε και τον χειροτόνησε επίσκοπο Αιγίνης.

  • Στην παλιά πόλη της Αίγινας σώζεται και σήμερα έξω από την Εκκλησία ο πέτρινος θρόνος, όπου ο άγιος Διονύ­σιος ανέβαινε και κήρυττε στους χριστιανούς.
Ο άγιος του Θεού εποίμανε το πνευματικό του στην Αίγινα ποί­μνιο, καθώς λέγει η θεία Γραφή, «μετ’ επιστήμης», σαν αληθινός δηλαδή και καλός ποιμένας της Εκκλησίας. Το νησί της Αίγινας είναι ευλογημένος τόπος, όπου τον πάτησαν και τον αγίασαν δύο όσιοι Πατέρες της Εκ­κλησίας· τότε μεν ο άγιος Διονύσιος και στις ημέρες μας ο άγιος Νεκτάριος ο επίσκοπος Πενταπόλεως. Κι οι δύο αξιωμένοι με τη χάρη των θαυμάτων, γι’ αυτό κι οι δύο στην Εκκλησία με τον τίτλο του θαυματουργού.

Ο άγιος Διονύσιος, αφού εποίμανε για καιρό την επαρχία του, ύστερα παραιτήθηκε, γύρισε στην πατρίδα του τη Ζάκυνθο και πέρασε το υπόλοιπο του βίου τον ως ηγούμενος στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας. Αυτό θα πει πως ο αληθινός μοναχός, κι όταν λάβει ιερατι­κούς βαθμούς κι όταν φτάσει να γίνει επίσκοπος, δεν ξεχνάει και θυμάται πάντα πως πρώτ’ απ’ όλα είναι μο­ναχός. Στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας έλαμψε ακό­μα για μια φορά η αγιοσύνη του ανθρώπου του Θεού.


Κάποια μέρα μπήκε στο κελλί του ένας κυνηγημένος άνθρωπος, τρέμοντας και ζητώντας προστασία. Είχε βά­ψει τα χέρια του σε ανθρώπινο αίμα, είχε σκοτώσει τον αδελφό του αγίου Διονυσίου. Όταν το άκουσε, ο Άγιος ήταν φυσικό να κλάψει μέσα του και φανερά να δακρύσει, ύστερα όμως σηκώθηκε, άνοιξε την πίσω πόρτα του κελλιού του και οδήγησε το φονιά να φύγει, να κρυφτεί και να σωθεί. Αυτή είναι μια ξεχωριστή και μοναδική πράξη στους βίους των Αγίων της Εκκλησίας, για την οποία δεν υπάρχει ανθρώπινο μέτρο για να την κρίνουμε. Πολύ περισσότερο, που όταν οι συγγενείς του σκοτωμέ­νου, αλλά και του Αγίου, και τα όργανα της εξουσίας ήλθαν στο κελλί και ρωτούσαν για το φονιά, ο άγιος Διονύσιος προσποιήθηκε κι απάντησε πως δεν τον είχε δει και πως δεν ήξερε τίποτε.

Γι’ αυτά ένας Ζακυνθινός ποιητής, θέλοντας να εγκωμιάσει την αρετή του αγίου Διονυσίου και θαυμάζοντας το παράδειγμά του, σ’ ένα του ποίημα έγραψε αυτό τον παράδοξο στίχο· «αγιάζει ο δούλος του Θεού την ώρα που αμαρτάνει»! Η αμαρτία του Αγίου ήταν ότι έκρυψε το φονιά του αδελφού και είπε πως δεν τον είδε. Γι’ αυτό λέμε ότι εδώ δεν υπάρχει ανθρώπινο μέτρο για να κρίνουμε την πράξη του αγίου Διονυσίου. Ένα μόνο μέτρο υπάρχει, ο λόγος του Χριστού, που λέγει· «αγαπάτε τους εχθρούς ημών». Τα παραπέρα δεν είναι δικά μας, αλλ’ ανήκουν στη κρί­ση του Θεού.

Ο άγιος Διονύσιος επλήρωσε το κοινό χρέος του βίου και «ετελειώθη εν ειρήνη» στα 1624, σε ηλικία δηλα­δή 77 ετών. Κατά την επιθυμία του, τον έθαψαν στο μοναστήρι της μετανοίας του στα Στροφάδια. Όταν ύστερα από χρόνια θελήσανε να κάμουν ανακομιδή των αγίων λειψάνων του, το ιερό σκήνος βρέθηκε ολόκληρο και ακέραιο, ντυμένο τα αρχιερατικά άμφια, όπως το είχαν θάψει, ξεχύνοντας μια πνευματική και αγιασμένη ευωδία. Το μετέφεραν αργότερα στη Ζάκυνθο και είναι τώρα και το προσκυνούν οι πιστοί στο ναό, που τιμάται στο όνομα του αγίου Διονυσίου.

Στα 1703 η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ύστερα από αναφορές και αιτήσεις του κλήρου και του λαού της Ζακύνθου, που εβεβαίωναν για τα πολλά θαύματα και για την πίστη και συνείδηση της τοπικής Εκκλησίας στην αγιωσύνη του, ανακήρυξε επίσημα και συγκαταρίθμησε τον άγιο Διο­νύσιο επίσκοπο Αιγίνης στο εκκλησιαστικό αγιολόγιο· για να τιμάται και εορτάζεται από τους πιστούς και να δοξάζεται στο όνομά του ο Θεός, που είναι «θαυμαστός εν τοις αγίοις αυτού», τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.[4]

Φορητή εικόνα στο Ναό Αγίου Νικολάου στην Εξωχώρα  Ζακύνθου, έργο ιερέως Πέτρου Βόσσου, 1786 μ.Χ.
Φορητή εικόνα στο Ναό Αγίου Νικολάου στην Εξωχώρα 
Ζακύνθου, έργο ιερέως Πέτρου Βόσσου, 1786 μ.Χ.

5. Υμνολογία

Ἀπολυτίκιον: Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τῆς Ζακύνθου τὸv γόνον καὶ Αἰγίvης τὸν πρόεδρον, τὸv φρουρὸν μονῆς τὼv Στροφάδωv, Διοvύσιοv ἅπαντες, τιμήσωμεv συμφώνως οἱ πιστοί, βοῶντες πρὸς αὐτὸν εἰλικριvῶς· Tαῖς λιταῖς τοὺς τὴv σὴν μνήμην ἐπιτελοῦντας σῶσον καὶ βοῶντάς σοι· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ· δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι· δόξα τῷ δωρησαμένῳ σε ἡμῖv, πρέσβυν ἀκοίμητον.

Κοντάκιον: Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, τῶν Ζακυνθίων ἡ πόλις, ἑορτὴν χαρμόσυνον, σὺν τῇ μονῇ τῶν Στροφάδων, Αἴγιναν, τὴν ἐν Κυκλάσι προσκαλουμένη, ᾄσμασιν, ἀξιοχρέως συνευφημῆσαι, καὶ φαιδρῶς πανηγυρίσαι, τὸ κοινὸν κλέος, νῦν Διονύσιον.

Κάθισμα: Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἀγάπης τῷ δεσμῷ, συντεθεὶς θεοφόρε, διέλυσας τρανῶς, τὴν κακίαν τῆς ἔχθρας· φονέα γὰρ συγγόνου σου, πεφευγότα τῇ σκέπῃ σου, μὴ εἰδότα σε, τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ εἶναι, δίκης ἔσωσας, ἐπικειμένου θανάτου, καὶ σῶον ἀπέστειλας.

Ὁ Οἶκος: Σιγησάτωσαν, ἤδη σιγησάτωσαν οἱ μέχρι δεῦρο σφαλερῶς λέγοντες, μὴ εἶναι τῇ θεοσώστῳ Ζακύνθῳ τὸν οἰκεῖον προστάτην, καὶ πρὸς Θεὸν πρέσβυν θερμότατον, καθὰ καὶ ἐν πολλαῖς τῶν ἐπισήμων πόλεων καὶ χωρῶν ὀρθοδόξων. Ἔνεστι γὰρ καὶ μάλα καλῶς ὁ σεπτὸς ἐν Ἱεράρχαις Διονύσιος, ὁ θαυμαστὸς Αἰγίνης πρόεδρος, ταύτης δὲ γόνος εὐκλεὴς καὶ θρέμμα ἀξιέπαινον. Οὐκέτι λοιπὸν ζηλοῖ Ζάκυνθος ἡ εὐδαίμων Κεφαλληνίαν καὶ Κέρκυραν, τὰς φίλας γείτονας, διὰ τὸ αὐτὰς μέγα σεμνύνεσθαι ἐπὶ τοῖς θείοις καὶ ἱεροῖς λειψάνοις Γερασίμου τε καὶ Σπυρίδωνος, ἀλλοδαποῖς τυγχάνουσιν, ἀλλ' ἐκείνας μὲν προσφιλῶς συγκαλεῖται πρὸς φαιδρὰν πανήγυριν τοῦ ἰδίου αὐτόχθονος, ὥσπερ δὴ καὶ προσφόρως τὴν ἐν Κυκλάσι προσφωνεῖ Αἴγιναν, σὺν τῇ πανσέπτῳ τῶν Στροφάδων Μονῇ, τῇ τὸ θεῖον καὶ ἱερὸν αὐτοῦ σκῆνος εὐτυχῶς θησαυρισάσῃ, τοῦ ἀξίως εὐφημῆσαι καὶ φαιδρῶς πανηγυρίσαι, τὸ κοινὸν κλέος, νῦν Διονύσιον.

Μεγαλυνάριον: Ήκεν εκ Στροφάδων ως θησαυρός, τη πόλει Ζακύνθου, το Σον Λείψανον το σεπτόν, και καταπλουτίζει, θαυμάτων ενεργείας, των ευσεβών τα στίφη, ω Διονύσιε.[5]
6. Ανακομιδή Λειψάνων του Αγίου Διονυσίου 
του Ζακυνθινού στις 24 Αυγούστου.

Ορίσθηκε να γιορτάζεται επίσημα και η 24η Αυγούστου, επέτειος της μετακομιδής του ιερού Λειψάνου από τα Στροφάδια στη Ζάκυνθο, με πανηγύρι και λιτανεία του Πολιούχου στην πόλη.
To εντυπωσιακά άφθαρτο λείψανο του Αγίου 
Φωτό από την προετοιμασία της πανηγύρεως 2013

Το Λείψανο του Αγίου βρίσκεται αδιάφθορο στην ομώνυμη Μονή Ζακύνθου.
Η δεξιά του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους.
Μέρος χειρός του Αγίου βρίσκεται στη Μονή Παναχράντου Άνδρου.


Γόνοιο βίου νῦν τυχοῦσα ἀφθάρτου,
Ζάκυνθε τέρπου, γηθοσύνως οὖν κάρτα.
Εἰκάδι ἧκε δέμας ἀκεσίμβροτον ἔν γε τετάρτῃ. 

7. Οι επίσημες πανηγύρεις του Αγίου Διονυσίου

Δύο φορές το χρόνο οι Ζακυνθινοί τιμούν τον Προστάτη τους Άγιο Διονύσιο και μαζί τους όλοι οι ευλαβείς ορθόδοξοι προσηλώνοντας το νου στο Σεπτό Λείψανό του, το ανέγγιχτο από τη φθορά. Η πρώτη μέσα στο έτος πανήγυρις πραγματοποιείται στις 24 Αυγούστου, μνήμη της Μετακομιδής του Ιερού Σκηνώματος από τα νησιά Στροφάδες στη Ζάκυνθο, που συνέβη το 1717, και η δεύτερη στις 17 Δεκεμβρίου, οπότε τιμάται η μνήμη της Κοιμήσεως τού Αγίου Πατρός, που συνέβη το 1622.

Και οι δύο αυτές λειτουργικές συνάξεις λαμβάνουν ιδιαίτερη αίγλη κάθε χρόνο και διαρκούν τρεις μέρες η κάθε μία (23 – 26 Αυγούστου και 16 – 19 Δεκεμβρίου).

Εκτός από τη μεγαλοπρέπεια των Τελετών και Ακολουθιών, οι οποίες πραγματοποιούνται πάντοτε κατά το χαρακτηριστικό μουσικό εκκλησιαστικό ιδίωμα της Ζακύνθου, με την συμμετοχή πολλών Αρχιερέων, όλου του ιερού Κλήρου και χιλιάδων ευσεβούς λαού, κορυφαίες και εξαιρετικά συγκλονιστικές ώρες αποτελούν οι λιτανεύσεις του Ιερού Λειψάνου ανά την πόλη (απόγευμα της 24ης Αυγούστου και πρωί της 17ης Δεκεμβρίου), οπότε η καρδιά κάθε πιστού ριγά, τα μάτια δακρύζουν, τα γόνατα λυγίζουν ικετευτικά μπροστά στον Γέροντα του Αμμου, τον Πατέρα και παρηγορητή κάθε πονεμένου.


Ἀπολυτίκιον: Ἦχος πλ. α'. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τοῦ παντίμου Λειψάνου σου τὴν μετάθεσιν, ἀπὸ Στροφάδων εἰς Ζάκυνθον ἐορτάζοντας, Διονύσιε σοφὲ ἀνευφημοῦμεν σέ, σὺ γὰρ παρέχεις δι' αὐτοῦ, χάριν ἄφθονον ἀεί, τοὶς πίστει προσερχομένοις, τὴ θεϊκὴ χορηγία, ὡς τοῦ Χριστοῦ θεράπων γνήσιος.

Κοντάκιον Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον: Τοῦ σεπτοῦ Λειψάνου σου τῇ μεταθέσει, ἑορτὴν κροτοῦμέν σοι, πᾶς ὁ λαὸς ὁ τοῦ Θεοῦ, πανευσεβῶς εὐφημοῦντές σε, θαυματοφόρε σοφὲ Διονύσιε.

Μεγαλυνάριον:
Ἦκεν ἐκ Στροφάδων ὡς θησαυρός, τῇ πόλει Ζακύνθου, τὸν σὸν Λείψανον τὸ σεπτόν, καὶ καταπλουτίζει, θαυμάτων ἐνεργείαις, τῶν εὐσεβῶν τὰ στίφη, ὦ Διονύσιε.

ΜΙΑ ΕΝ ΕΤΕΙ 2008 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΝ ΚΑΝΤΙΩΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΜΟΥ ΔΙΑΔΟΧΗΣ

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΕΝ ΕΤΕΙ 2008) ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣ...