Κυριακή 21 Αυγούστου 2022
ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΒΑΠΤΙΣΜΑ (ΤΥΧΩΝΟΣ ΤΟΥ ΖΑΝΤΟΝΣΚ)
ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΒΑΠΤΙΣΜΑ
ΑΓΙΟΣ ΤΥΧΩΝ ΤΟΥ ΖΑΝΤΟΝΣΚ
«Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται» (Μάρκ. 16, 16). Αὐτόν τό λόγο τόν εἶπε ὁ Σωτῆρας μας, γιά νά μᾶς ἐνισχύσει καί νά μᾶς παρηγορήσει. Τί πιό παρήγορο γιά τήν πιστή καί βαπτισμένη ψυχή ἀπ’ αὐτά τά λόγια, πού ὑπόσχονται αἰώνια σωτηρία;
Δόξα τῷ Θεῷ ἀγαπητοί χριστιανοί, πού κι ἐμεῖς πιστεύουμε στό Εὐαγγέλιο καί φωτιστήκαμε μέ τό ἅγιο Βάπτισμα. Ἀξίζει γι’ αὐτό νά δοῦμε τή δύναμή Του, νά ἐξετάσουμε τί ἤμασταν πρίν βαπτιστοῦμε καί τί γίναμε μετά τό Βάπτισμα, κι ἔτσι νά λάβουμε μεγάλη παρηγοριά.
Μέ τό ἅγιο Βάπτισμα λυτρωθήκαμε ἀπ’ ὅλα τά δεινά καί λάβαμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τήν πραγματική μακαριότητα.
Πρίν βαπτιστοῦμε ἤμασταν πολύ μακριά ἀπό τόν Θεό· μέ τό Βάπτισμα Τόν πλησιάσαμε.
Πρίν βαπτιστοῦμε ἤμασταν ἐχθροί του Θεοῦ· μέ τό Βάπτισμα συμφιλιωθήκαμε μαζί Του κι Ἐκεῖνος μ’ ἐμᾶς.
Πρίν ἀπό τό Βάπτισμα ἤμασταν «τέκνα ὀργῆς»· ἀλλά μέ τό Βάπτισμα γίναμε σκεύη Θείου ἐλέους.
Πρίν ἀπό τό Βάπτισμα ἤμασταν τά σκοτεινά παιδιά τοῦ διαβόλου· μετά γίναμε φωτεινά παιδιά τοῦ Θεοῦ.
Πρίν βαπτιστοῦμε ἤμασταν ἀχρεῖοι ἀπό τίς ἁμαρτίες· μέ τό Βάπτισμα πλυθήκαμε, φωτιστήκαμε καί δικαιωθήκαμε.
Πρίν ἀπό τό Βάπτισμα ἤμασταν «ἀπολωλότες»· μετά γίναμε «σεσωσμένοι».
Πρίν τό Βάπτισμα ἦταν κλειστές γιά μᾶς οἱ πόρτες πρός τήν αἰώνια ζωή καί τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν· μετά ἄνοιξαν καί εἰσέρχονται ἐλεύθερα ὅσοι φύλαξαν τή χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος.
Αὐτές καί πολλές ἄλλες Θεῖες εὐλογίες παίρνουμε μέ τό Βάπτισμα. Καί τίς παίρνουμε χωρίς νά τό ἀξίζουμε, ἀπό μόνη τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ –γιατί τί μπορεῖ ν’ ἀξίζει ὁ «ἀπολωλώς»; Δόξα στήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, δόξα στή φιλανθρωπία Του, δόξα στήν εὐσπλαχνία Του, δόξα στίς χάριτές Του! «Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπό τοῦ νῦν καί ἕως τοῦ αἰῶνος» (ψαλμ. 112, 2).
Ὅλο αὐτό τό πλούσιο ἔλεος τοῦ Θεοῦ τό ἔχει πληρώσει γιά μᾶς ὁ μονογενής Του Υἱός, ὁ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός· τό πλήρωσε μέ τό πολύτιμο αἷμα Του καί τό θάνατό Του.
Ἀγαπητοί χριστιανοί, ἄς ἐξετάζουμε τόν ἑαυτό μας: Ἄραγε πολιτευόμαστε ἀντάξια τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος; Γιά νά μή μᾶς γίνει τό ἴδιο τό Βάπτισμα «εἰς κατάκριμα» τή φοβερή μέρα τῆς Κρίσεως τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε θά κριθοῦν κάθε λόγος καί σκέψη καί πράξη μας.
«Ἀπαρνήσεις καί ὑποσχέσεις»
Τό ἅγιο Βάπτισμα εἶναι ἡ πόρτα, ἀπ’ ὅπου οἱ βαπτισμένοι εἰσέρχονται στήν Ἐκκλησία καί γίνονται «συμπολῖται τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. 2, 19). Αὐτό ὅμως δέν γίνεται ἔτσι ἁπλά, ἀλλά μετά ἀπό ὁρισμένες ἀπαρνήσεις καί ὑποσχέσεις, πού δίνουμε πρίν ἀπό τό Βάπτισμα.
Α) Ἀπαρνηθήκαμε τότε τόν σατανᾶ καί ὅλα τά πονηρά ἔργα του.
Ὁ σατανᾶς εἶναι τό κακό καί πονηρό πνεῦμα. Ἀπό τόν Θεό πλάστηκε ἀγαθός, ἀλλά μαζί μέ τούς ὁμόφρονές του ἀπομακρύνθηκε ἀπ’ Αὐτόν, κι ἔτσι ἀπό φωτεινός ἔγινε σκοτεινός καί ἀπό ἀγαθός κακός καί πονηρός.
Τά ἔργα του εἶναι εἰδωλολατρία, ὑπερηφάνεια, ἀπάτη, ψέμα, κολακεία, πονηρία, ζήλεια, φθόνος, κλοπή, μοιχεία, ἀσωτία, κάθε αἰσχρότητα, συκοφαντία, βλασφημία καί γενικά κάθε ἁμαρτία, ἀφοῦ αὐτός εἶναι ὁ ἐφευρέτης τῆς ἁμαρτίας.
Αὐτό λοιπόν τό ἀκάθαρτο πνεῦμα καί ὅλα τά πονηρά του ἔργα ἀπαρνιόμαστε πρίν ἀπό τό βάπτισμα.
Β) Ἀπαρνηθήκαμε κάθε ματαιότητα, τήν ὑπερηφάνεια καί τίς ἀνέσεις τοῦ σύγχρονου κόσμου, σάν ἀναγεννημένοι καί καλεσμένοι στήν αἰώνια ζωή.
Γ) Ὑποσχεθήκαμε νά ὑπηρετοῦμε μέ πίστη καί εἰλικρίνεια τόν Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί ν΄ ἀκολουθήσουμε τά ἴχνη Του.
Δ) Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἔγινε διαθήκη (συμφωνία) ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς καί στόν Θεό:
Ἐμεῖς ἀπαρνηθήκαμε τόν σατανᾶ καί ὑποσχεθήκαμε νά ὑπηρετοῦμε τόν Θεό καί νά Τοῦ εἴμαστε πιστοί· καί ὁ Θεός μᾶς δέχεται στό ὕψιστο ἔλεός Του, μᾶς ὑπόσχεται τήν κληρονομία τῆς αἰώνιας ζωῆς καί βασιλείας, καί καταρρυπωμένους ἀπό τήν ἁμαρτία, μέ τό λουτρό τοῦ Βαπτίσματος μᾶς ἀπολούζει, μᾶς ἁγιάζει καί μᾶς δικαιώνει, ὅπως τονίζει στόν κάθε βαπτιζόμενο ὁ ἱερέας: «Ἐδικαιώθης, ἐφωτίσθης, ἡγιάσθης, ἀπελούσθης».
Ἀγαπητοί χριστιανοί, ἄς θυμηθοῦμε τίς ἀπαρνήσεις καί τίς ὑποσχέσεις αὐτές καί ἄς ἀναρωτηθοῦμε ἄν τίς τηροῦμε. Γιατί εἶναι βαρύ καί ἐπικίνδυνο νά ψεύδεται κανείς στόν Θεό.
Ἄς ἐξετάσουμε λοιπόν μήπως κανένας μας ἐπέστρεψε στό σατανᾶ καί ἀρνήθηκε τόν Χριστό. Σέ ποιά μερίδα βρισκόμαστε ἄραγε; Στοῦ σατανᾶ ἤ στοῦ Χριστοῦ; Ὅποιου τό θέλημα ἐκτελεῖ κανείς, σ’ αὐτόν εἶναι δοῦλος, σ’ αὐτόν καί ἀνήκει.
Ἀρνεῖται τόν Χριστό ὄχι μόνο ὅποιος ἀρνεῖται τό ἅγιο ὄνομά Του καί δέν Τόν ὁμολογεῖ ὡς Υἱό τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρα του, ἀλλά καί ὅποιος ἀσυνείδητα καί χωρίς φόβο παραβαίνει τίς ἅγιες ἐντολές Του. Αὐτή εἶναι ἀποστολική διδασκαλία, γιατί ὁ Ἀπόστολος παρατηρεῖ: «Θεόν ὁμολογοῦσιν εἰδέναι, τοῖς δέ ἔργοις ἀρνοῦνται» (Τίτ. 1, 16).
Βλέπεις ὅτι ὄχι μόνο μέ τά χείλη, ἀλλά καί μέ τά ἔργα ἀρνοῦνται οἱ ἄνθρωποι τόν Θεό;
Ἀσωτεύει κάποιος καί μοιχεύει; Ἀρνεῖται τόν Χριστό.
Ὀργίζεται ἄλλος κατά τοῦ πλησίον του καί ζητάει εὐκαιρία νά τόν βλάψει; Ἔχει ἀποκοπεῖ ἀπό τόν Χριστό.
Ἐξαπατάει ὁ τρίτος καί ξεγελάει τόν ἀδελφό του; Ἤδη δέν εἶναι μέ τόν Χριστό.
Μέ ὅλα αὐτά ὁ ἄνθρωπος ὑποτάσσεται στόν ἐχθρό. Ἔτσι δέν τηρεῖ τίς ὑποσχέσεις πού ἔδωσε, ἀλλά ψεύδεται στόν Θεό.
Ἄς ρωτήσουμε, ἀγαπητοί, τή συνείδησή μας σέ ποιά μερίδα ἀνήκουμε: Τοῦ Χριστοῦ ἤ τοῦ ἐχθροῦ Του, τοῦ ἀγαθοῦ ἤ τοῦ κακοῦ, τῶν σωζομένων ἤ τῶν ἀπολλυμένων; Ὅποιος δέν εἶναι μαζί μέ τόν Χριστό, εἶναι ἐχθρός τοῦ Χριστοῦ, καθώς τό βεβαιώνει ὁ ἴδιος: «Ὁ μή ὤν μέτ’ ἐμοῦ κάτ’ ἐμοῦ ἐστι» (Ματθ. 12, 30).
Ἀδελφοί μου, ἄς προσέξουμε νά εἴμαστε μέ τόν Χριστό σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ὅπως ὑποσχεθήκαμε λίγο πρίν ἀπό τό Βάπτισμά μας. Ἄν θά εἴμαστε ἐδῶ μαζί μέ τόν Χριστό, θά εἴμαστε καί στόν μέλλοντα αἰῶνα μαζί Του, κατά τήν ἀψευδῆ Του ὑπόσχεση: «Ὅπου εἰμί ἐγώ, ἐκεῖ καί ὁ διάκονος ὁ ἐμός ἐσται» (Ἰω. 12, 26).
Ἄς Τόν ὑπηρετήσουμε ἐδῶ σάν βασιλιᾶ μας καί Θεό, γιά νά μᾶς ἀναγνωρίσει τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως σάν ὑπηρέτες Του, νά μᾶς συγκαταριθμήσει μέ τούς πιστούς δούλους Του καί νά μᾶς ἀνοίξει τήν πόρτα τῆς αἰώνιας χαρᾶς.
(Απόσπασμα από τό βιβλίο «Πορεία πρός τόν οὐρανό», Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός)
Κυριακή 7 Αυγούστου 2022
ΟΤΑΝ ΚΑΤΑΣΤΡΑΤΗΓΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΘΕΙΟΙ ΚΑΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
Επίσκοπος Κηρυκος Εκκλησίας ΚατακομβωνΚήρυξ Γνησίων Ορθοδόξων
4 λ. ·
ΟΤΑΝ ΚΑΤΑΣΤΡΑΤΗΓΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΘΕΙΟΙ ΚΑΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΑΝΤΙ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΥΠΗΡΕΤΗΤΑΙ ΤΟ ΨΕΥΔΟΣ
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ
ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΧΑΡΝΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ
4ο ΧΙΛΙΟΜ. ΛΕΩΦ. ΚΟΡΩΠΙΟΥ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΥ
194 00 ΚΟΡΩΠΙ ΤΗΛ. 210.6020176, 6977290326
Α.Π. 957. Ἐν Κορωπιω Ιουλιος 2022
ΠΡΟΣ
Τόν Σεβ/τον Μητροπολιτην Λαρισης καί Τυρναβου κ. Αμφιλοχιον
Σεβασμιωτατε, δημοσιευω το παρακατω κείμενον που αφορα το αδικο, επιπόλαιο, ανοητο καί παρανομο «αφορισμό» που μου εκανατε επιστολιμαιως, επί τω λόγω οτι δεν συνεμαχησα μαζι σας εις το να θεωρησω, οπως εσεις, τον εφευρετην της συγχωρητικης ευχης, θεολόγον Ελευθεριον Γκουτζιδην, ως «σωτηρα της Εκκλησιας» καί τον μόνον εκφραστην της αληθειας εις την ψευδενωσιν μετα των Ρωσων της Διασπορας.
Το ξαναδημοσιευσα το κείμενον αυτό καί το εθεσα υπ οψιν σας αλλά ουκ ην φωνη ουδε ακροασις...
Το θετω καί παλιν υπ οψιν σας καί σας παρακαλω να το μελετησετε καί να το συζητησουμε εν θεολογικω διαλόγω.
ΠΕΡΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥ
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΧΑΡΝΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΧΑΡΝΩΝ - ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΚΩΝ/ΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ 11 –ΑΧΑΡΝΑΙ
Α.Π. 151 Σεπτεμβριος 2017 (ε.η.)
ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ
(ΠΡΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ): ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟΝ ΤΟΥΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΔΙΑ ΝΑ ΤΕΘΗ ΥΠ’ ΟΨΙΝ ΤΟΥ ΟΥΤΩΣ Η ΑΛΛΩΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ «ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ» ΚΑΙ «ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ» ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ ΤΟΥ ΜΕΤΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑΝ ΕΠΑΝΑΦΕΡΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΚΑΘΑΙΡΕΣΙΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΨΕΥΔΟΑΦΟΡΙΣΜΟΝ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΟΛΩΣ ΑΝΟΗΤΩΣ, ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΕΙΠΩ ΑΛΛΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΝ, ΔΗΘΕΝ ΕΠΕΒΑΛΕΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΟΥ Ο ΒΛΑΣΦΗΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ «ΠΡΟΚΑΤΟΧΟΣ» ΤΟΥ «ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ» ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΕΣΣΙΑΚΑΡΗΣ … ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΒΕΒΑΙΩΣ ΠΕΡΙ ΑΝΥΠΑΡΚΤΩΝ ΗΤΟΙ ΑΝΥΠΟΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΑΚΥΡΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ, ΑΙ ΟΠΟΙΑΙ ΕΝΩ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΜΜΙΑΝ ΙΣΧΥΝ ΔΙ ΗΜΑΣ, ΟΜΩΣ ΣΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΑΝ ΤΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΕΦ’ ΟΣΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΑΥΤΑΣ ΤΑΣ ΨΕΥΔΟΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ, ΣΥΝΙΣΤΟΥΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ, Η ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΑΛΛΕΩΣ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΥΝ ΟΙ ΝΟΜΙΚΟΙ )…
Α) Ἀφορισμός (ἢ Ἀνάθεμα) σημαίνει «τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀποβολὴ τῆς ἰδιότητας τοῦ μέλους της» (Τρωϊάνου Σπ., Παραδόσεις Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, σελ. 417-418). Στὴν Η΄ Πράξη τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, § 12, διαβάζουμε: «ἡ ποινὴ τοῦ ἀναθέματος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, εἰμὴ χωρισμὸς ἀπὸ τὸν Θεόν». Τοῦτο, ὅμως, τὸ προκαλεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν συμπεριφορά του. «Ὅμως ὁ ἀσεβὴς δὲν λαμβάνει τὸ ἀνάθεμα μὲ τὰ λόγια κάποιου ἄλλου, ἀλλὰ τὸ ἐπιφέρει εἰς τὸν ἑαυτόν του μὲ τὰ ἴδια του τὰ ἔργα, ἀφοῦ μὲ τὴν ἀσέβειά του ἀποχωρίζει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν ἀληθινήν ζωήν». Καὶ συμπεραίνει ὁ Μητροπ. Νικοπόλεως Μελέτιος: «Ἐνταῦθα ἡ Σύνοδος, δογματίζουσα, ὁρίζει, ὅτι τὸ ἀνάθεμα εἶναι τέλειος χωρισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ Θεόν, καὶ ἄρα, τελεία καταδίκη καὶ ἀπώλεια» (Μελετίου, Μητροπ. Νικοπόλεως, Ἡ Πέμπτη Οἰκουμ. Σύνοδος, σελ. 577). «Ὁ τιμωρηθεὶς δι’ ἀφορισμοῦ -ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνεκλήθη», στερεῖται ἀκόμη καὶ «τῆς ἐκκλησιαστικῆς κηδεύσεως» (Ροδοπούλου Παντελεήμονος, Ἐπιτομὴ κανονικοῦ Δικαίου, σελ. 169). Ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ τὴν ἐπιβολὴ ἀφορισμοῦ ἀπὸ τὴν Σύνοδο, ἐννοοῦμε ὅτι αὐτὴ ἐνεργεῖ βάσει προβλεπόμενης ἀπὸ τὸ νόμο συγκεκριμένης «δικαστικῆς ἁρμοδιότητας» (Τρωϊάνου Σπ., ὅπ. παρ., σελ. 419), καὶ ἄρα ὁ ἀφορισμὸς «δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβάλλεται «αὐτομάτως στὸν παραβάτη, γενικὰ καὶ ἀόριστα, ἀλλὰ κατόπιν σχετικῆς διαδικασίας ἀπὸ τὸ ἁρμόδιο ἐκκλησιαστικὸ ὄργανο» γιὰ συγκεκριμένες, «κανονισμένες» καὶ ἀποδεικνυόμενες παραβάσεις (Μπούμη Π., Κανον. Δίκαιον, σελ. 115 καὶ Ροδοπούλου Παντελ., ὅπ. παρ., σ. 168-169). Οἱ ἱ. Κανόνες προβλέπουν, πὼς πρέπει «πρὸ πάσης κρίσεως καὶ κατακρίσεως νὰ προηγοῦνται» συγκεκριμένες διαδικαστικὲς ἐνέργειες. Σύμφωνα μὲ τοὺς 31, 74 Ἀπ. Κανόνες, τὸν 5 Ἀντιοχείας καὶ 27 Καρθαγένης, πρὶν τὴν ἐπιβολὴ τοῦ ἀφορισμοῦ πρέπει νὰ προηγοῦνται: «1) ἡ ἐν ἀγάπῃ παραίνεση πρὸς διόρθωση τοῦ ἐγκαλουμένου. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ κατηγορούμενος ἐπιμένει στὶς ἀπόψεις του…, τότε 2) θὰ πρέπει μὲ “κλητήριο” γράμμα νὰ προσκαλεῖται μπροστὰ σὲ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο γιὰ νὰ δώσει ἐξηγήσεις… Ἐὰν περιφρονήσει τὴν πρόσκληση αὐτή, νὰ τοῦ γίνει (μετὰ ἕνα μῆνα “ἀφ’ ἧς ἡμέρας φανείη τὰ γράμματα δεξάμενος” δεύτερο γράμμα…καὶ τρίτο. Συνολικὰ πρέπει ἡ κρίνουσα ἀρχὴ νὰ ἀναμείνει τὸ ὀλιγώτερο τρεῖς μῆνες τὴν ἐνώπιον τοῦ συνοδικοῦ δικαστηρίου ἐξήγηση τοῦ ἐγκαλουμένου, πρὶν προέλθη στὴν ἐπιβολὴ τοῦ ἐπιτιμίου... Ἐὰν δὲ ἀγνοήσει ἢ περιφρονήσει ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ τὸ τρίτο αὐτὸ γράμμα, …τότε νὰ κατακρίνεται ἐρήμην καὶ μονομερῶς “ὅπως μὴ δόξη κερδαίνειν φυγοδικῶν”» (Γεωργαντζῆ Π., Ὁ “Ἀφορισμὸς” τοῦ Ἀλέξανδρου Ὑψηλάντη., σ. 192-193). Ὅπως διαπιστώνει ὁ ἀναγνώστης, οἱ ἅγιοι Πατέρες μας ἔχουν προβλέψει σοφὰ τὶς διαδικασίες ἐπιβολῆς ἀφορισμοῦ καὶ μὲ τρόπο τέτοιο, ποὺ μόνο ἕνας ἠθελημένα ἀποστασιοποιημένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἢ σκληρὸς αἱρετικός, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρούσει αὐτὴν τὴν γεμάτη ὑπομονὴ καὶ φροντίδα “ἐπίθεση ἀγάπης” τῆς Ἐκκλησίας. Μόνο σ’ αὐτὴν τὴν ἀκραία περίπτωση ἐπιβάλλεται ὁ ἀφορισμός. Ὅταν ὅμως, ὅλες αὐτὲς οἱ ἐνέργειες, ποὺ διασφαλίζουν τὴ δίκαιη ἐπιβολή του, καταστρατηγοῦνται, μιλᾶμε πιὰ γιὰ παρωδία ἐπιβολῆς ἀφορισμοῦ καὶ γιὰ ἐμπάθεια ἐκείνων ποὺ τὸν ἐπιβάλλουν, δηλαδή γιὰ ἄδικο καὶ παράνομο ἀφορισμό. Β) Ἐρχόμαστε, τώρα, στὸν ἄλογο (ἄδικο, ἐμπαθῆ καὶ παράνομο-μὴ Κανονικό) ἀφορισμό. Αὐτὸς εἶναι βίαια τοῦ χριστιανοῦ ἀποβολὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, χωρὶς ἀποδεδειγμένο ἀδίκημα. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀποβολὴ εἶναι πράξη εἰδεχθὴς ἐνώπιον Κυρίου Παντοκράτορος, ἀνελεήμων καὶ καταλύουσα τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλευθερία, δυὸ κατ’ ἐξοχὴν χαρισματικὲς καταστάσεις τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ καὶ χαρακτηριστικὰ τῆς χριστιανικῆς βιοτῆς μεγέθη. Διότι ἡ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπιβολὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, ἐξευτελίζει τὴν ἐλευθερία καὶ ποδοπατεῖ τὴν ἀγάπη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὁποιαδήποτε ἀναπόδεικτη ὑποψία ἢ καὶ κάποιο λάθος ἢ καὶ ἕνα παράπτωμα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισύρει τὴν ποινὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, ὁπότε, στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ ἀφορισμὸς χάνει τὴν θεραπευτικὴ σημασία του, καθίσταται χαρακτῆρα δικανικοῦ, δηλ. τιμωρία τὴν ὁποία συναντᾶμε κατ’ ἐξοχὴν στὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει διαστρέψει τὴν φιλάνθρωπη θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ἐκδικητικῆς χροιᾶς. Ὁ κάτω ἀπ’ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ἐπιβαλλόμενος ἀφορισμός -ἡ ἔσχατη ποινὴ τῆς Ἐκκλησίας γιὰ ἐξαιρετικὰ ὁριακὲς περιπτώσεις- καταντᾶ ἀντιχριστιανικὴ πράξη, διότι τὴν ἐπιβολή της τὴν ὑπαγορεύει ἡ σκοπιμότητα ἢ ἡ ἐμπάθεια, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀνάλογο ἀδίκημα, ἀντίθετα αὐτὸ ἐφευρίσκεται προκειμένου νὰ καλύψει ποικίλες σκοπιμότητες ἢ ἀταξίες καὶ τὸν ἐγωϊσμὸ ἐκείνων ποὺ τὸν ἐπιβάλλουν. Ἐπικαλοῦμαι καὶ πάλι τὸν ἱ. Χρυσόστομο: «Τὰ γὰρ αἱρετικὰ δόγματα… ἀναθεματίζειν χρὴ καὶ τὰ ἀσεβῆ δόγματα ἐλέγχειν», ὅμως «πᾶσαν φειδῶ ἀνθρώπων ποιεῖσθαι (=νὰ δεικνύομεν ὅμως κάθε εὐσπλαχνίαν διὰ τοὺς ἀνθρώπους) καὶ εὔχεσθαι ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας». Καὶ ἀλλοῦ: Οἱ Πατέρες «τὰς μὲν αἱρέσεις διήλεγχον καὶ ἀπέβαλλον, οὐδενὶ δὲ τῶν αἱρετικῶν ταύτην ἐπιτιμίαν προσῆγον». Καὶ ὁ Ἀπ. Παῦλος εἰς δύο μόνον περιπτώσεις τὸ ἀνάθεμα «ἐξ ἀνάγκης φαίνεται εἰπών, οὐχ ὁριστικῷ δὲ προσώπῳ» (=δὲν τὸ ἀπέδωσε σὲ συγκεκριμένο πρόσωπο). Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἔλεγε: «Ηὐχόμουν αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου». Τί λοιπόν, ἐκεῖνο (τὸν ἀναθεματισμό) ποὺ τόσο δύσκολα ἔκαναν οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες «σὺ τολμᾶς ταῦτα ποιεῖν ἐναντία τοῦ δεσποτικοῦ θανάτου διαπραττόμενος;» (=ἐνεργῶν ἀντίθετα ἀπὸ τὸν σκοπὸν τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ πιστοῦ;). “Τὸ γὰρ ἀνάθεμα παντελῶς τοῦ Χριστοῦ ἀποκόπτει”. »Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τολμοῦν νὰ χρησιμοποιοῦν τὸ ἀνάθεμα, χωρὶς νὰ …εἶναι τοῦτο ἐπιβεβλημένο ἐξ ἐσχάτης ἀνάγκης, εἶναι ἄνθρωποι φοβεροὶ ὡς πρὸς τὴν κακίαν, ἀφοῦ χρησιμοποίησαν ὡς ἄλλοι κλέπτες τὸ ἀνῆκον εἰς τον … Κριτὴ Ἰησοῦ Χριστὸ δικαίωμα, νὰ κρίνει τοὺς ἀνθρώπους, αὐτοὶ λοιπόν, «εἰς παντελῆ ὄλεθρον ἀπάγουσιν ἑαυτούς» (Χρυσοστόμου Ἰω., Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἀναθεματίζειν, Πατερικαὶ Ἐκδ. «Γρ. ὁ Παλαμᾶς», ΕΡΓΑ 31, σελ. 462, 451-452). Γ) Καὶ τί γίνεται σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις; Ἱσχύει ὁ ἀφορισμός; Ὁ ἅγιος Διονύσιος διαβεβαιώνει, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐπικυρώνει παράλογους ἀφορισμούς: «Τὰς ἀφοριστικὰς ἔχουσιν οἱ ἱεράρχαι δυνάμεις, ὡς ἐκφαντορικοὶ τῶν θείων δικαιωμάτων, οὐχ ὡς ταῖς αὑτῶν ἀλόγοις ὁρμαῖς τῆς πανσόφου θεαρχίας …ὑπηρετικῶς ἑπομένης» (Δ. Ἀρεοπαγίτου, Περὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, Κεφ. Ζ΄, π. 7, PG 3, 564 Β) Καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολολογητὴς σχολιάζει: «Ἐὰν παρὰ τὸν σκοπὸν τοῦ Θεοῦ ἀφορίσῃ ὁ Ἱεράρχης (σ.σ. ἢ ἡ Σύνοδος), οὐχ ἕπεται αὐτῷ τὸ θεῖον κρῖμα• κατὰ γὰρ θείαν κρίσιν καὶ οὐ διὰ θέλημα ἴδιον ταῦτα ὀφείλει ἐπιφέρειν (=ἐπιβάλλειν)» (Ἁγ. Μαξίμου, ΡG 4, 181 Β.). Ἕνας λοιπὸν «ἀδίκως ἐπιβαλλόμενος ἀφορισμὸς κατὰ γραφικὴν βάσιν καὶ λογικὴν ἀπαίτησιν δὲν ἰσχύει παρὰ τῷ Θεῷ, οὔτε δύναται νὰ δεσμεύσῃ Αὐτόν, διότι προφανῶς τὸ θεῖον κρῖμα δὲν ἀκολουθεῖ “ὑπηρετικῶς” τὰς ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας “Μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι καὶ…ἀφορίσωσιν” (Λουκ. 6,22)» (Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως…, σελ. 66). Ἀντίθετα, διὰ τοῦ ἄδικου ἀφορισμοῦ καταφέρεται μεγάλο πλῆγμα κατὰ τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι μὲν ὡς σῶμα Χριστοῦ ἀναμάρτητη, διὰ τέτοιων ἐνεργειῶν ὅμως τῶν λειτουργῶν της, ἡ Ἐκκλησία τῆς ἀγάπης ὑποβιβάζεται στὶς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐμφανίζεται, ὅτι «διὰ τῆς παραγωγῆς φόβου, ἐπιδιώκει τὴν ἄρση τῆς ἀδικίας ἢ τὴν ὑπακοὴ στὶς ἀποφάσεις της» (Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 211), γεγονὸς ποὺ παραπέμπει σὲ θρησκεία μὲ καταναγκαστικοὺς μηχανισμοὺς καταστολῆς καὶ ἐπιβολῆς ὑποταγῆς καὶ ὄχι στὴν κατ’ ἐξοχὴν θρησκεία τῆς ἐλευθερίας. Δ) Καὶ πῶς ἀντιμετωπίζεται ὁ παράνομος-παράτυπος ἀφορισμός; Ἔτσι ὁ Βαλσαμὼν «ἑρμηνεύων τὸν κθ΄/λζ΄ καν. τῆς καρθαγένης παρατηρεῖ: “Εἰ γὰρ δοθῇ, εὐκαίρως ἢ ἀκαίρως ἔχειν ἐπ’ ἀδείας τὸν ἐπίσκοπον ἀφορίζειν λαϊκούς τε καὶ κληρικούς, καὶ ἔχειν πρὸς ἀνάγκης τοὺς ἀφοριζομένους φυλάττειν τὸν ἀφορισμόν, κατατολμήσουσι τυραννίδος οἱ ἐπίσκοποι, καὶ παντὸς πράγματος κατακυριεύσουσι, καὶ οὐδεὶς ἔσται ὁ ἀντιπίπτων αὐτοῖς διὰ τὸν φόβον τοῦ ἀφορισμοῦ• ἴσως δὲ καὶ τῆς εὐσεβείας αὐτῆς κατορχήσονται, καὶ πολλῶν κακῶν παραίτιοι οἱ θεῖοι κανόνες γενήσονται, ὅπερ ἄτοπον”. Διὰ τοῦτο χαρακτηριστικῶς προσθέτει: “Ἐγὼ δὲ οὐκ ἔχω τίνι ἐκ τούτων ἀκολουθήσω”» (Μπούμη Π., ὅπ. παρ., σελ. 64-65). Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὅμως, ἂν καὶ συμβουλεύει (ὅπως εἴδαμε) πὼς ἀκόμη καὶ τὸν ἄδικο ἀφορισμὸ δὲν πρέπει νὰ τολμήσει νὰ καταφρονήσει ὁ ἀφορισθείς, ὥσπου νὰ γίνει «περὶ τούτου ἐκκλησιαστικὴ ἐξέτασις» (Πηδάλιον, σημ. στὸν ΛΒ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὑπ. σελ. 35), ὅμως διακρίνει τὸν ἄδικο ἀπὸ τὸν παράτυπο ἀφορισμό. Ε) Ὁ παράτυπος ἀφορισμὸς «ἐπιστρέφει στὴν κεφαλὴ» τοῦ ἐπιβάλλοντος. Ὁ θεωρούμενος ὡς ἄδικος ἀφορισμός, ἀλλὰ ποὺ ἔχει ἐπιβληθεῖ τηρουμένων τῶν διατάξεων τῶν ἱ. Κανόνων, κινεῖται στὰ πλαίσια τῆς νομιμότητος καὶ τοῦ ἀνθρώπινου λάθους καὶ οἱ Πατέρες ἔχουν πάρει θέση γιὰ τὴν περίπτωση αὐτή, ἡ Ἐκκλησία ἔχει λάβει τὰ μέτρα της, ὥστε νὰ θεραπεύσει διὰ τῶν Συνόδων τυχὸν ἄδικες ἀποφάσεις, ὅπως στὸ προηγούμενο κεφάλαιο ἀναφέρθηκε. Ἀντιθέτως ὁ δεύτερος (ὁ παράτυπος ἀφορισμός), ἐκ μόνου τοῦ λόγου τῆς παρατυπίας καθίσταται ἄκυρος, ἀφοῦ τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ ἐπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου (σ.σ. ἢ τῆς Συνόδου) ἀπὸ σκοπιμότητα ἢ ἐν βρασμῷ ψυχῆς, ἐξ αἰτίας τέτοιας ἐμπαθείας ποὺ ἐμπόδιζε τὸν ἐπιβάλλοντα νὰ περιμένει τὴν διαδικασία τῆς ἀσφαλοῦς ἐξετάσεως καὶ νηφάλιας κρίσεως τῶν πραγμάτων καί, πάντως, ἐπεβλήθη ἐπὶ καταφρονήσει τῆς διαδικασίας ποὺ ἐπιβάλλουν οἱ Κανόνες. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὁ ἅγ. Νικόδημος, λέγει, πὼς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀφορισθεὶς νὰ τηρήσει τὸν ἀφορισμό. Ἂς παρακολουθήσουμε τὴ σκέψη του: Γράφει πὼς «οἱ πνευματικοὶ δὲν πρέπει νὰ λύουν τὰ ἐπιτίμια τῶν ἄλλων ὁμοταγῶν των πνευματικῶν, ἂν αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ Κανόνας καὶ πάντῃ ἄλογα» (Πηδάλιον, ὅπ. παρ., σελ. 35). Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο: δὲν πρέπει νὰ καταφρονοῦν τὸν ἔστω καὶ ἄδικο ἀφορισμό, «ἔξω μόνον ἀνίσως ἤθελαν καταδικασθοῦν πρὸ τοῦ νὰ κριθοῦν, καὶ νὰ προσκαλεσθοῦν εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον» (ὅπ. παρ.). Ἄρα, ὅταν τὰ ἐπιτίμια εἶναι «πάντῃ ἄλογα» καὶ «παρὰ τοὺς Κανόνας», ἂν ἔχουν ἐπιβληθεῖ προτοῦ «νὰ κριθοῦν» οἱ ἐπιτιμηθέντες, προτοῦ «νὰ προσκαλεσθοῦν» καὶ νὰ παρουσιασθοῦν «εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριον», ἂν καταδικαστοῦν προτοῦ νὰ γίνει ἡ δίκη, τότε, αὐτὰ τὰ ἐπιτίμια πρέπει νὰ λύονται, νὰ μὴ τηροῦνται. (Ἂν ἐπιληφθεῖ ἡ Σύνοδος καλῶς. Ἂν ἡ Σύνοδος φέρεται ἀλληλέγγυα στὸν Ἐπίσκοπο, τότε ἀπὸ ποιόν ἐγκόσμιο κριτὴ θὰ δοθεῖ λύση;). Καὶ φέρνει ὡς παράδειγμα τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ εἰς τὸν ἱ. Χρυσόστομο ἐπιβληθέντος ἀφορισμοῦ: Ὁ ἱ. Χρυσόστομος «ἐπειδὴ καὶ ἐγκαλεῖτο, διὰ τὶ δὲν ἐφύλαξε τὸν ἀφορισμὸν ὁποῦ ἐξεφώνησε κατ’ αὐτοῦ ἡ περὶ τὸν Θεόφιλον σύνοδος, ἀλλὰ ἠθέτησε αὐτόν, πρὸ ἄλλης συνοδικῆς ἐξετάσεως, ἀπελογήθη λέγων, ὅτι, δὲν ἐπαραστάθη εἰς τὴν κρίσιν ὁλότελα, οὔτε τὰς κατηγορίας ἤκουσε τῶν κατηγόρων του, οὔτε παντελῶς καιρὸς τοῦ ἐδόθη διὰ νὰ ἀπολογηθῇ… καθὼς καὶ ὁ οδ΄ Ἀποστολικὸς διορίζει» (Πηδάλιον, σημ. στὸν ΛΒ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, σελ. 35). «Ὁ ἀφορισμὸς θεωρεῖται ἀντικανονικός, ὄχι μόνον ὅταν ἐπιβάλλεται ἐξαιτίας κάποιων προσωπικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων», ἀλλὰ καὶ ὅταν οἱ ἐπιβάλλοντες εἶναι παραβάτες τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων πού, μάλιστα, ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ ἀφορισμοῦ. «Ἤδη στὰ 1229 ὁ πατρ. Κων/λεως Γερμανὸς Β΄ γράφει πρὸς τοὺς Κυπρίους “νὰ μὴ φοβῶνται τοὺς ἀφορισμοὺς τῶν κοινωνησάντων τοῖς Λατίνοις ἱερέων• διότι οὗτοι ἐπιστρέφουσιν εἰς τοὺς ἀφορίσαντας καθὸ παραβάτας τῶν ἱ. κανόνων, οἵτινες ἀφορίζουσι τοὺς κατεπεμβαίνοντας τῶν ἀλλοτρίων ἐνοριῶν”» (Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 138). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγ. Θ. ὁ Στουδίτης σχετικῶς παρατηρεῖ: «Τὸ δεσμεῖν καὶ λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ' ὡς δοκεῖ τῇ ἀληθείᾳ καὶ τῷ κανόνι» (Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως…, σελ. 71. Πρβλ. καὶ ὅσα γράφονται εἰς τῶν ἐν ἔτει 1663 ἐκδοθέντα Τόμον τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἰδίᾳ τὸ «οὐχ ἕπεται τὸ θεῖον ταῖς παραλόγοις ὁρμαῖς…»). Κατὰ τὸν Νομοκάνονα τοῦ ἱ. Φωτίου, ποὺ στηρίζεται στὴ β΄ διάταξη τοῦ α΄ τίτλου τῶν νεαρῶν: «…ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος χωρὶς κανονικῆς αἰτίας ἀφορίζων τινὰ τῆς κοινωνίας, λυομένου τοῦ χωρισμοῦ ὑπὸ μείζονος ἱερέως, αὐτὸς ἀκοινώνητος γίνεται ἀφ’ ὅσον χρόνον ὁ ἱερεὺς ὑφ’ ὃν τελεῖ συνίδοι» (Μπούμη Π., ὅπ. παρ., σελ. 65). Στὸ Νομοκάνονα τοῦ Μαλαξοῦ (περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας) διαβάζουμε: «Ὅποιος ἀφορίσῃ τινὰ τῶν χριστιανῶν, ἀπὸ γνώμην παράλογον, ἢ ἀπὸ θυμὸν πολύν, οὐχὶ μόνον ὁ ἀφορισμὸς δὲν τὸν πιάνει, ἀλλὰ πέφτει εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀφορίσαντος. Ὥστε μόνον ἐκεῖνοι οἱ ἀφορισμοὶ εἶναι στερκτοί, ὅσοι ἐξεφωνήθησαν κατὰ τοὺς θείους νόμους καὶ κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας, οὐχὶ ἐκεῖνοι οἱ ἀφορισμοί, ὁποῦ γίνονται ἀπὸ ὀξυχολίαν ἱερέως, ἢ ἀρχιερέως… Εἰ δὲ ἀφώρισεν αὐτὸν ἀδίκως, ἔχει νὰ δόσῃ λόγον ὁ ἀρχιερεὺς τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ… διὰ τὸ χωρίσαι ἀδίκως τὸν χριστιανὸν ἐκ τοῦ ἁγιασμοῦ τοῦ Θεοῦ…». Ἐπίσης «ὁ δ΄ κανόνας τῆς Ζ΄ οἰκουμ. Συνόδου…ἀναφέρει: “εἴ τις οὖν δι’ ἀπαίτησιν χρυσοῦ, ἢ ἑτέρου τινὸς εἴδους, εἴτε διά τινα ἐμπάθειαν εὑρεθείη ἀπείργων τῆς λειτουργίας, καὶ ἀφορίζων τινὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν κληρικῶν…καὶ εἰς ἀναίσθητον τὴν ἑαυτοῦ μανίαν ἐπιπέμπων, ἀναίσθητος ὄντως ἐστί, καὶ τῇ ταυτοπαθείᾳ ὑποκείσεται, καὶ ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ, ὡς παραβάτης ἐντολῆς Θεοῦ…”». Σύμφωνα μὲ τὸν κανόνα αὐτὸν «θεωρεῖται αὐτοαφορισμένος ἐκεῖνος ὁ ἱεράρχης ποὺ ἀφορίζει παράνομα» (Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 131.). Σὲ Νεαρὰ τοῦ Ἰουστινιανοῦ «δηλώνεται ρητά: “πᾶσι δὲ τοῖς ἐπισκόποις καὶ πρεσβυτέροις ἀπαγορεύομεν ἀφορίζειν τινὰ τῆς ἁγίας κοινωνίας πρὶν ἡ αἰτία δειχθῇ δι’ ἣν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες τοῦτο γίνεσθαι κελεύουσιν, εἰ δέ τις παρὰ ταῦτα τῆς ἁγίας κοινωνίας τινὰ χωρίσει, ἐκεῖνος μὲν ὃς ἀδίκως ἀπὸ τῆς κοινωνίας ἐχωρίσθη, λυομένου τοῦ χωρισμοῦ ὑπὸ τοῦ μείζονος ἱερέως τῆς ἁγίας ἀξιούσθω κοινωνίας• ὁ δὲ ἀδίκως τινὰ τῆς ἁγίας κοινωνίας χωρίσαι τολμήσας πᾶσι τρόποις ὑπὸ τοῦ ἱερέως, ὑφ’ ὃν τέτακται, χωρισθήσεται τῆς κοινωνίας ἐφ’ ὅσον χρόνον ἐκεῖνος συνίδοι ἵνα ὅπερ ἐποίησε, δικαίως ὑπομείνῃ”» (ὅπ. παρ.). Εἶναι ἀκόμα ἀξιοσημείωτα ὅσα περιλαμβάνονται στὸν «Τόμο τῶν τεσσάρων πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς» τοῦ 1663, ὡς ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα: «εἰ δύναται ἐπίσκοπος ἢ πατριάρχης…ἀφορίζειν ὅντινα βούλοιντο, δι’ ἰδίας αὐτῶν ὑποθέσεις, καὶ εἶναι τοὺς ἀφορισθέντας τῷ Θεῷ ὑπαιτίους, καὶ ὁ ἀφορίζων ἀλόγως ὑπαίτιός ἐστι τοῖς κανόσιν». Διαβάζουμε στὴν ἀπάντησή τους: «οὐ μόνον τὴν ἀρὰν καὶ τὸν ἀφορισμὸν πρὸς ἐκείνους ἐπιστρέφειν, ἀλλὰ καὶ ἀξίους εἶναι τιμωρίας, ὡς ὀργίλους καὶ ἀπερισκέπτως χωρίζοντας κατὰ τὴν αὐτῶν θέλησιν τινὰς τοῦ κοινοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας» (Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 139). «Ἐπίσης καὶ ἡ ἐπὶ Πατριάρχου Νικολάου Γ΄ Κυρδινιάτου (1084-1111) Σύνοδος τῆς Κων/πόλεως εὶς σχετικὴν ἐρώτησιν μοναχῶν ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς (ζ΄ ἀπόκρ.): “Ἄλογος ὁ δεσμὸς καὶ διὰ τοῦτο ἀνίσχυρος καὶ ὁ δεσμευθὺς ἀπολυθήσεται ἀρχιερεῖ προσελθών, καὶ τὰ καθ’ ἑαυτὸν ἀπαγγείλας”» (Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα…, ὅπ. παρ., σελ. 65). Οταν λοιπόν, ὁ ἐπιβάλλων τὸ ἀνάθεμα τὸ κάνει ἀπὸ κάποια σκοπιμότητα παράτυπα, ἢ εἶναι αἱρετικός, ἢ ἐμφορεῖται ἀπὸ ἀντορθόδοξα φρονήματα καὶ διδάσκει διαφορετικὰ ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία, τότε δικαιοῦται ὁ ὀρθόδοξος πιστός (πιὸ σωστὰ θὰ λέγαμε, πώς -ἂν εἶναι συνεπὴς μὲ τὴ πρακτικὴ τῶν Πατέρων- ὑποχρεώνεται) νὰ μὴ λογαριάσει τὸν ἀφορισμό, ἀφοῦ αὐτὸς συγκρούεται μὲ τὴν πίστη, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸ συνεπάγεται. Στὴν μακραίωνη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας συναντᾶμε ἀρκετὲς περιπτώσεις ἀδίκων ἀφορισμῶν. Στὸ σημεῖο αὐτὸ παραθέτω μερικὲς ἐνδεικτικὲς περιπτώσεις, ἴσως ὄχι καὶ τὶς ἰσχυρότερες, στὶς ὁποῖες Ἐπίσκοποι καὶ Πατριάρχες μᾶς συμβουλεύουν νὰ θεωροῦμε ὡς ἄκυρους τοὺς ἄδικους ἀφορισμούς, ἄξιους καταφρονήσεως, καὶ ἐπισημαίνουν ὅτι αὐτοὶ ἐπιστρέφουν στοὺς ἐπιβάλλοντας «ἀλλοτριοεπισκόπους». * Παραπάνω ἀναφέρθηκε, πὼς ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀφορίστηκε, ἀλλὰ δὲν ἀπεδέχθη ὡς νόμιμο τὸν ἀφορισμό, ἐπειδὴ τοῦ ἐπεβλήθη ἀπὸ Σύνοδο Ἐπισκόπων παρατύπως καὶ παρανόμως. Συγκεκριμένα: Ὁ ἱ. Χρυσόστομος καθηρέθη ἀντικανονικῶς ἀπὸ τὴν παρὰ τὴν Δρῦν Σύνοδον (τὸ 403 μ. Χ.), ἀφοῦ αὐτὴ συνεκλήθη ἀπὸ τὸν ἐχθρικῶς πρὸς τὸν ἅγιο διακείμενο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο καὶ τοὺς 30 περίπου Ἐπισκόπους ποὺ τὸν ἀκολούθησαν. Γι’ αὐτὸ δὲν παρέστη στὴ Σύνοδο ποὺ παρανόμως συνεκλήθη καὶ τὸν ἐκάλεσε ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῆς ἐπισκοπῆς του γιὰ νὰ τὸν δικάσει, καὶ ποὺ ἀπόντα καθαίρεσε, οὔτε καὶ ἀπεδέχθη τὶς ἀποφάσεις της. Στὴ συνέχεια ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο. Κατόπιν, οἱ καθαιρέσαντες τὸν Χρυσόστομο ὑψηλόβαθμοι κληρικοί, προσπάθησαν νὰ καταλάβουν τοὺς ναοὺς τῆς Πόλης, ἀλλὰ οἱ πιστοὶ ἀντιστάθηκαν. Τότε οἱ ὑποστηρίζοντες τοὺς διῶκτες τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου «ἔσυραν τὰ ὅπλα των καὶ ἐπῆλθε σύγκρουσις…Τὸ Βαπτιστήριον ἐγέμισεν ἀπὸ πτώματα… καὶ ἀνθρώπινον αἷμα» (Τὰ ὑπὲρ Χριστοῦ παθήματα…ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἐκδ. “Ὀρθ. Κυψέλη”, 2005, σελ. 75-76). Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀναταραχὴ καὶ σημαδιακὰ γεγονότα, ὁ αὐτοκράτορας ἀναγκάστηκε νὰ ἀνακαλέσει ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸν Ἅγιο. Ὁ ἐπανελθὼν Ἀρχιεπίσκοπος παρὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ δὲν ἤθελε «νὰ εἰσέλθει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν του παρὰ μόνον ἀφοῦ ἀποκατασταθεῖ κανονικῶς ὑπὸ συνόδου… Καθῃρημένος ἐπίσκοπος, ἔλεγε, καθὼς εἶμαι, δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μου παρὰ μόνον ἀφοῦ ἀποκατασταθῶ ὑπὸ Συνόδου». Ὁ λαὸς ὅμως ὁδήγησε τὸν Χρυσόσοτομο «παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις του εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Ἐκεῖ τοῦ ἐφώναξεν νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον… καὶ ἐπειδὴ ἠρνεῖτο, ἄνθρωποι ρωμαλέοι τὸν ἥρπασαν καὶ τὸν ἐτοποθέτησαν ἐκεῖ θέλοντας καὶ μή, καθ’ ὃν χρόνον τὸ πλῆθος γονατισμένον εἰς τὴν γῆν ἐζήτει τὴν εὐλογίαν του» (ὅπ. π., σ. 78-79). Μετὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ ἡ Σύνοδος τῆς Δρυὸς διαλύθηκε. Ὁ ἱ. Χρυσόστομος «ἀνακτήσας τὴν εὔνοιαν τοῦ αὐτοκράτορος δὲν ἔπαυσε νὰ ζητῇ τὴν σύγκλησιν γενικῆς συνόδου ἐν Κων/πόλει, ἡ ὁποία νὰ ἀκυρώσῃ τὰς πράξεις τῆς ψευδοσυνόδου τῆς παρὰ τὴν Δρῦν συνελθούσης καὶ νὰ δώσῃ τὴν κανονικὴν ἐπανόρθωσιν» (ὅπ. π., σ. 81). Ἡ παράκληση αὐτὴ τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου δὲν σήμαινε «ὅτι ἀνεγνώριζε τὴν ἀπόφασιν τῆς παρὰ τὴν Δρῦν Συνόδου. Καταδικασθεὶς παρανόμως ὑπὸ ἐπισκόπων ἐχθρῶν του, ἔκαμεν ἔκκλησιν κανονικὴν εἰς ἐπισκόπους ἀδελφούς του διὰ νὰ διαμαρτυρηθοῦν περὶ τῆς ἀθωότητός του ἐνώπιον αὐτῶν καὶ ἐνώπιον ὅλου τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν μοχθηρίαν τῶν ἀντιπάλων του καὶ διὰ νὰ ἐξαλείψῃ καὶ τὴν τελευταίαν σκιὰν τοῦ στίγματος, τὸ ὁποῖον ἐκεῖνοι ἀπεπειράθησαν νὰ τοῦ προσάψουν» (ὅπ. π., σελ. 93). Μετὰ ἀπὸ λίγο ὅμως οἱ ἐχθροὶ τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου συνωμοτοῦντες κατάφεραν νὰ πάρουν πάλι μὲ τὸ μέρος τους τὸν αὐτοκράτορα καὶ νὰ τὸν πείσουν, πὼς ἂν ὁ Χρυσόστομος κατεδικάζετο καὶ δεύτερη φορὰ ἀπὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο, «δὲν θὰ ἔχῃ πλέον παρὰ νὰ ὑπάγῃ διὰ νὰ ἀποθάνῃ εἰς τὴν ἐξορίαν» (ὅπ. π., σ. 89). Ἔτσι ἑτοιμάστηκε ἡ δεύτερη ἐναντίον του Σύνοδος, ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ ἐξετάσει τὴν ἔνσταση τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου κατὰ τῆς Συνόδου τῆς Δρυός, χωρὶς πάλι τὴν παρουσία του, ἐπεκύρωσε τὴν καθαίρεση καὶ ἐπέβαλε ἐπιπλέον στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο καὶ ἀφορισμό!!! Σὲ λίγες ἡμέρες κατὰ περιπετειώδη τρόπο, καὶ ἀφοῦ ἐπαναλήφτηκαν βιαιότητες κατὰ τῶν πιστῶν ὑποστηρικτῶν του, ἕως καὶ αἱματοχυσίες, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης ἐπῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐξορίας, ὅπου καὶ ἀπέθανε καθηρημένος καὶ ἀφορισμένος! Σὲ ἐπιστολὴ τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ (1229 μ.Χ.) διαβάζουμε: «Ὅσοι κληρικοὶ ἀποδέχονται τὴν Ἐκκλησίαν μας καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ κρατήσουν τὴν πατροπαράδοτη πίστι, νὰ μὴ ὑποκύψουν στοὺς ἀρχιερεῖς τους ποὺ ὑποτάχθηκαν στοὺς Λατίνους. Οὔτε νὰ ὑπακούσουν ἔστω καὶ γιὰ λίγο σ’ αὐτούς, ἐπειδὴ οἱ ἐπίσκοποι θὰ τοὺς ἀφορίσουν μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς κάνουν νὰ πεισθοῦν στὴν λατινικὴ Ἐκκλησία. Ἐπειδὴ ἕνας τέτοιος ἀφορισμὸς εἶναι ἄκυρος καὶ ἐπιστρέφει μᾶλλον σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν πράττουν. Καὶ τοῦτο διότι ἔχουν γίνει πρόξενοι σκανδάλου στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ κατεπάτησαν τὴν ἀκρίβεια τῶν ἱ. Κανόνων καὶ δέχτηκαν τούς… ἀλλοτριο-επισκόπους καὶ τοὺς ἔδωσαν τὰ χέρια, τὸ ὁποῖο εἶναι σημεῖο εὐπειθείας καὶ ὑποδουλώσεως(…). Ἐσεῖς δὲ περιούσιε λαὲ τοῦ Χριστοῦ, στερεωθεῖτε στὴν πίστη, …μὴ προδίδετε κανένα ἀπὸ τὰ ὀρθὰ δόγματα τὰ ὁποῖα ἔχετε λάβει ἀπὸ παλαιά. Νὰ θεωρῆτε χαρὰ καὶ κέρδος κάθε βιοτικὴ θλίψι καὶ κάθε ζημία, προκειμένου νὰ διαφυλαχθῇ μέσα σας ἀπαραβίαστος ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως» (Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν…, Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους, σελ. 224.). Ὁ δ΄ κανὼν τῆς Ζ΄ Οἰκουμ. Συνόδου, λέγει: «Εἴ τις οὖν διά τινα ἰδίαν ἐμπάθειαν εὑρεθείη…ἀφορίζων τινὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν κληρικῶν… ἀναίσθητος ὄντως ἐστί, καὶ τῇ ταυτοπαθείᾳ ὑποκείσεται, καὶ ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ… Ὅποιος καθαιρεθῇ διὰ φθόνον ἢ ἄλλην ἄδικον αἰτίαν, αὐτὸς εἰς μὲν τὸν ἑαυτόν του προξενεῖ μισθόν, μεγαλύτερον ἀπὸ τὸν τῆς ἱερωσύνης, ὅθεν καὶ πρέπει νὰ χαίρῃ καὶ ὄχι νὰ λυπῆται, εἰς δὲ τοὺς ἀδίκως αὐτὸν καθήραντας προξενεῖ κόλασιν» (Πηδάλιον, ΚΗ΄ Κανὼν τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων, σελ. 30). Λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος (λόγος γ΄περὶ ἱερωσύνης) ὅτι ὅποιος «ἀδίκως ἀφορισθεῖ διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἤτοι, ἢ διὰ τὴν πίστιν, ἢ διὰ τὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἢ καὶ διὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Χριστοῦ, οὗτοι πρέπει νὰ χαίρουν, ἐπειδὴ καὶ εἶναι μακαρισμοῦ ἄξιοι, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ὅστις εἶπε• "Μακάριοί ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς, καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρόν, ἕνεκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου"» (Πηδάλιον, σελ. 35). Ἂς προσέξουμε δὲ καὶ τὸ ἑξῆς: πώς, ἐνῶ ἡ Ὀρθ. Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι τὰ μυστήρια ποὺ τελοῦνται ἀπὸ ἱερεῖς χειροτονημένους κανονικὰ εἶναι ἔγκυρα, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῶν μεταδίδεται ἡ Θ. Χάρις, ἔστω κι ἂν εἶναι ἀνάξιος ὁ ἱερέας ποὺ τὰ τελεῖ, στὴν περίπτωση τοῦ ἄδικου ἀφορισμοῦ -ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας- θεωροῦν, ὅτι «οὐχ ἕπεται τῷ ἀφορισθέντι τῷ θείῳ κρίματι» (Μάξιμος), δὲν αἴρει δηλ. ὁ Θεὸς τὴν προστατευτικὴ θεία Χάρη του ἀπὸ τὸν ἀδίκως ἀφορισθέντα, δὲν «παραδίδεται οὗτος εἰς τὸν σατανᾶ» (Χρυσόστομος), ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει διαπράξει κάτι ποὺ νὰ τὸν κωλύει στὸ νὰ μετέχει τῶν μυστηρίων καὶ νὰ παραμένει ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας. Ἀντίθετα ὁ «παρὰ τὸν σκοπὸν τοῦ Θεοῦ ἀφορίσας Ἱεράρχης» (ἅγ. Μάξιμος) ἐπειδὴ παραβαίνει τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ καὶ καταχρᾶται τὴν εἰς αὐτὸν ἐμπεμπιστευμένη ἐξουσίαν χάνει τὴν θείαν Χάρη καὶ «παραδίδεται οὗτος εἰς τὸν σατανᾶν». Ὑπάρχει, τέλος, καὶ «ἕνα ἀκόμη σχόλιο τοῦ Βαλσαμῶνος στὸν ρλγ΄ κανόνα τῆς συνόδου στὴν Καρθαγένη (419)• ὁ κανόνας αὐτὸς ἀναφέρει ὅτι: “ἐφ’ ὅσον τῷ ἀφορισμένῳ μὴ κοινωνεῖ ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος, τῷ αὐτῷ ἐπισκόπῳ ἄλλοι μὴ συγκοινωνήσωσιν ἐπίσκοποι”• σ’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν κανόνα ὁ πιὸ διάσημος τῶν σχολιαστῶν τοῦ 12ου αἰ. ἐπιφέρει: ”ὃ παρεσιώπησεν ὁ ἀνωτέρω κανών, οὗτος προήνεγκεν εἰς φανερόν• τὸ δὲ ἦν, τό, ἐὰν μὴ θελήσῃ ὁ ἐπίσκοπος κοινωνῆσαι τῷ παρ’ αὐτῷ ἀφορισθέντι ὡς ἔγκλημά τι αὐτῷ ἐξαγορεύσαντι, τί ἐπὶ τῷ τοιούτῳ ἐπισκόπῳ γενήσεται, ἀνευλόγως ἀφορίσαντι καὶ πρὸ καταδίκης τὸν ἄνθρωπον; Φησὶ γοῦν, ὅτι, ἐὰν ἀφορίσῃ τινὰ ἀνευλόγως, ἐφ’ ὅσον καιρὸν ἐκεῖνος οὐ κοινωνεῖ τῷ ἀφορισθέντι, μηδὲ ἐκείνῳ, τῷ ἀφορίσαντι δηλαδή, κοινωνῶσιν οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι. Ἐπάγει δὲ καὶ τὴν αἰτίαν, ἵνα μὴ ταχεῖς καὶ ἀπερίσκεπτοι ὦσι πρὸς κατηγορίαν καὶ πρὸς ἀφορισμόν, καὶ μὴ κατά τινων λέγουσι ἃ ἐλέγξαι οὐ δύνανται… Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι οὐ μόνον κολασθήσεται ὁ τοιοῦτος ἐπίσκοπος, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνευλόγου τούτου ἀφορισμοῦ λαληθέντος παρὰ μείζονι ἀρχιερεῖ, ὁ μὲν ἀφορισθεὶς λυθήσεται τοῦ ἀφορισμοῦ• ὁ δὲ ἀφορίσας τιμωρηθήσεται…”»[1]. «Ὅποιος λοιπὸν ἀρχιερεὺς εὑρεθῇ… νὰ ἀφορίζῃ… διὰ κἀμμίαν του ἄλλην ἐμπάθειαν, οὗτος ἂς παθαίνῃ ἐκεῖνο ὁποῦ κάμνει ἤτοι ἂς ἀφορίζεται… Ὁ γὰρ κορυφαῖος Πέτρος παραγγέλλει… ποιμαίνετε τὸ ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἀναγκαστικῶς καὶ τυρρανικῶς, ἀλλὰ θεληματικῶς»[2].
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Σημάτη Παναγιώτη, Καταστρατήγηση Ἱ. Κανόνων ἀπὸ Ἐπισκόπους, Αἴγιο, 2007)
Σημειώσεις: [1] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 133. [2] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 326)
Διά την αντιγραφήν
Ὁ Μητροπολίτης ΓΟΧ ελάχιστος προς Κύριον ευχέτης
+ Ὁ Μεσογαίας, Λαυρεωτικῆς και Αχαρνων Κήρυκος
Πέμπτη 4 Αυγούστου 2022
ΑΓΙΟΚΑΤΑΞΙΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΚΟΛΛΥΒΑ
Διακήρυξις Ὁσίων Χριστοφόρου Παπουλάκου καί Διονυσίου Κολλυβᾶ ὑπό τῆς Μητροπ. ΓΟΧ Μεσογαίας
Συγχώρησις...
...Ορθοδόξων παλαιού και νέου ημερολογίου
Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015
Ο Μεσογαίας Κήρυκος (ΓΟΧ) διακήρυξε την αγιότητα των οσίων Χριστοφόρου του Παπουλάκου και Διονυσίου Κολλυβά (29.6.15)
"Ν": Το αναδημοσιεύουμε από την ιστοσελίδα Το Συναξάριο της Εκκλησίας. Θα το σχολιάσουμε στη συνέχεια.
Διακήρυξις Ὁσίων Χριστοφόρου Παπουλάκου καί Διονυσίου Κολλυβᾶ ὑπό τῆς Μητροπ. ΓΟΧ Μεσογαίας
Εικ. από εδώ
Ἀπό τήν 'Ιστοσελίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ΓΟΧ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς πληροφορούμεθα, ὅτι "κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Μητροπολιτικῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀπό τήν Κυριακήν 29 Ἰουνίου 2015, εἰς τόν Ἐπισκοπικόν Ἱ. Ν. ἁγ. Αποστόλων Πέτρου καί Παύλου Λαζαράτων Σφακιωτῶν Λευκάδος, θά συνεορτάζεται σύν Θεῷ και ἡ Σύναξις τῶν νέων Ὁσίων καί Ὁμολογητῶν τῆς Πίστεως ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ τοῦ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ (+ 1862) καί ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ τοῦ ΚΟΛΛΥΒΑ ( + 1887)".
Ἀπό τό δημοσιευόμενο στήν συνέχεια ἔγγραφο προκύπτει, ὅτι ὁ Μητροπολίτης ΓΟΧ Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. Κήρυκος, προχώρησε στήν Διακήρυξη τῆς ἁγιότητος τῶν προαναφερομένων Ἁγίων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι θα τιμώνται ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ποιμαντικῆς του ευθύνης.
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ἐπί τῇ Διακηρύξει ὑπό τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς τῆς ἁγιότητος τῶν Ὁσίων καί Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν Χριστοφόρου τοῦ Παπουλάκου (+ 1861) καί Διονυσίου τοῦ Κολλυβᾶ (+ 1887), Ὁμολογητῶν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως καί ἐπί τῆ θεσπίσει κοινῆς μετά τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἐτησίου ἑορτῆς αὐτῶν εἰς τον Ἱερόν Ναόν Ἁγίων Ἀποστόλων εἰς το χωρίον Λαζαράτων Σφακιωτῶν Λευκάδος.
Α.Π. 659 Ἐν Κορωπίω τῇ 28 Ἰουνίου 2015
Παντί τῷ πληρώματι τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσογαίας και Λαυρεωτικῆς τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Εκκλησίας.
Τιμιώτατοι Πατέρες καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά.
Κατά τόν Ἱερόν Δαμασκηνόν οἱ Ἅγιοι εἶναι «οἱ ἔμψυχοι ναοί τοῦ Θεοῦ, τά ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα», τά ἱερά ἐκεῖνα πρόσωπα εἰς τά ὁποῖα «διά τοῦ νοῦ τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνώκησεν ὁ Θεός». [1] Ἄλλως, «τά πρόσωπα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα ἔχουν φθάσει εἰς τήν θέωσιν καί συνιστοῦν τούς μάρτυράς της μέσα εἰς τήν Ἱστορίαν». [2] Ὅμως ἡ θέωσις δέν ἐπιτυγχάνεται ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά μόνον καί ἀποκλειστικῶς ἐντός καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Διά τοῦτο καί τά κριτήρια διαπιστώσεως καί διακηρύξεως τῆς ἁγιότητος εἶναι πάντοτε ἐκκλησιαστικά καί οὐδέποτε ἀνθρωποκεντρικά/κοσμικά.
Ὁ ὅσ. Ἀθανάσιος ὁ Πάριος διδάσκει σχετικῶς: «Μία εἶναι, Μία καί Μόνη ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἐκκλησία ἡ ἀληθινή, ἡ νύμφη ἡ καλή, ἡ ἐκλεκτή…Ποία εἶναι αὐτή; Αὐτή ἡ ἐδική μας ἁγία Μήτηρ, τοῦτ’ ἔστιν ἡ Ἀνατολική. Πόθεν δῆλον; Ἀπό τήν ἁγιότητα τῶν τέκνων Της. Ἁγία ἡ ρίζα, ἅγιοι καί οἱ καρποί. Ἐπειδή οὐ δύναται δένδρον σαπρόν ποιεῖν καρπούς καλούς. Δέν πιστεύετε; Ἐξαριθμήσομαι αὐτούς καί ὑπέρ ἄμμον θαλάσσης πληθυνθήσονται». [3].
Ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Νεκτάριος (1660 – 1669), εἰς τήν ἀπάντησί του πρός τούς Παπικούς τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦσαν τήν ἀνάξειξιν Ἁγίων εἰς τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μετά τό Σχίσμα τοῦ 1054, θέτει ὡς πρώτην, βασικήν καί ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν γνήσιας καί ἀληθινῆς ἁγιότητος, τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν, δηλαδή τήν μετοχήν εἰς τό σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Γράφει σχετικῶς:
«Τρία θεωροῦνται τά μαρτυροῦντα τήν ἀληθῆ ἐν ἀνθρώποις ἁγιότητα. Πρῶτον Ὀρθοδοξία ἄμωμος, εἶτα ἀρετῶν κατόρθωσις ἁπασῶν - ἐν αἷς ἕπεται ἡ περί τήν Πίστιν μέχρις αἵματος ἀντικατά-στασις - καί ἡ παρά Θεοῦ, τέλος, ἐπίδειξις σημείων ὑπερφυῶν καί θαυμάτων. Τό πρῶτον ἐστι καί εἰς σωτηρίαν ἀναγκαιότατον. Τό δεύτερον εἰς ἁγιωσύνης χαρακτῆρα. Ἀλλά καί τό τρίτον ἀναγκαιότατον καὐτό εἰς ἀπόδειξιν». [4]
«Τό κείμενο αὐτό - γράφει σύγχρονος Πανεπιστημιακός Καθηγητής - γραμμένο μετά ἀπό δεδομένη Δυτική πρόκληση καί διεπόμενο ἀπό τήν σαφή βούληση νά διασταλεῖ ἡ Ὀρθόδοξη πράξη ἀπό τήν Δυτική παραχάραξη, εἶναι σημαντικότατο γιά τήν θεολογική πληρότητά καί σαφήνειά του. Διαφοροποιεῖ ἀφ’ ἑνός τήν ἀληθή ἀπό τήν ὑποτιθέμενη («σεσοφισμένη», πρβλ. Β’ Πέτρου 1, 16) ἁγιότητα καί ἀφ’ ἑτέρου ἐντοπίζει τήν πιστοποίηση τῆς ἁγιότητος στή θεία καί ὄχι στήν ἀνθρώπινη πλευρά». [5]
Εἰς τό Ὑπόμνημα τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων ἀναγινώσκομεν:
«Ἅπαντα ἑορτάζομεν, ὅσα ἀγαθοδότως ἡγίασε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον· λέγω δή τούς ὑψηλοτάτους καί ἁγιαστικούς Νόας, τά ἐννέα δηλαδή Τάγματα· τούς Προπάτορας καί Πατριάρχας· τούς Προφήτας καί τούς Ἱερούς Ἀποστόλους· τούς Μάρτυρας καί τούς Ἱεράρχας· τούς Ἱερομάρτυρας καί Ὁσιομάρτυρας· τούς Ὁσίους καί Δικαίους καί ἁπάσας τάς τῶν ἁγίων Γυναίων χορείας· καί τούς ἄλλους Ἅπαντας ἀνωνύμους Ἁγίους, μεθ' ὧν ἔστωσαν οἱ ἐπιγενησόμενοι». [6]
Εἰς τούς «ἐπιγενησομένους», εἰς τούς Ἁγίους, δηλαδή, οἱ ἀνεδείχθησαν μετά τήν συγγραφήν τοῦ Ὑπομνήματος (14ος αἰ.), περιλαμβάνονται μεταξύ πολλῶν ἄλλων καί οἱ Ὅσιοι καί Θεοφόροι Πατέρες ἡμῶν Χριστοφόρος ὁ Παπουλάκος καί Διονύσιος ὁ Κολλυβᾶς, οἱ ὁποῖοι πέραν τοῦ ἐπιδειχθέντος ἁγίου βίου των, ἀνεδείχθησαν καί Ὁμολογηταί τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως κατά τήν ἐποχήν των, τήν ἐξαιρετικῶς δύσκολον διά τό Ἑλληνικόν Ἔθνος καί τήν Ἐκκλησίαν του ἐποχήν τῆς Βαυαροκρατίας.
Περί τοῦ Ὁσίου Χριστοφόρου ἀρκεῖ ὁ λόγος περί αὐτοῦ συγχρόνου ἐκκλησιαστικοῦ συγγραφέως ["Ν": πρόκειται όχι για κάποιον τυχαίο, αλλά για το μητροπ. Φλωρίνης Αυγουστίνο Καντιώτη, όπως φαίνεται στην υποσημείωση]: «Μία ἐκ τῶν μυρίων ἀποδείξεων τῆς θαυματουργούσης Πίστεως εἶναι ὁ Παπουλάκος. Τί ἦτο ὁ Παπουλάκος; Ἀρχιεπίσκοπος; Μητροπολίτης; Διευθυντής Άποστολικῆς Διακονίας; Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς; Ἱεροκήρυξ; Ἐφημέριος πλουσίας ἐνορίας πόλεως; Εἶχε πτυχία καί διπλώματα καί σπουδάς τοῦ ἐξωτερικοῦ; Τίποτε ἀπό ὅλα αὐτά. Ὁ Παπουλάκος ἦτο ἕνας ἁπλούς μοναχός, ἐλαχίστων γραμματικῶν γνώσεων, ἀλλ’ ὅ,τι ἔπραξεν ὑπέρ τοῦ λαοῦ, ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, δέν ἠδυνήθησαν νά πράξουν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι καί θεολόγοι τῆς ἐποχῆς του. Φαινόμενο, φαινόμενο μετέωρον, ἀστήρ πού ἐσελάγισεν εἰς τόν οὐρανόν τῆς Ἑλλάδος! Νεώτερος Ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ ὁ Παπουλάκος. «Πίστει» (Ἑβρ. 11,3 κ. ἑ.) καί μόνον πίστει ἀνεδείχθη». [7]
Ὁ Ὅσιος Μοναχός διεκρίθη «εἰς τά τῆς ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας ἡρωϊκά ἀγωνίσματα καί παθήματα αὐτοῦ καί διά τόν ὁσιοπρεπή καθόλου βίον αὐτοῦ».[8] Ὅμως, διά τούς ἀγώνας του ὑπέρ τῆς Πίστεως, τούς ὁποίους ἐνεπνεύσθη ὑπό τοῦ ἐθνεγερτικοῦ κηρύγματος ἄλλου Προμάχου τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Κοσμᾶ Φλαμιάτου, ὁ μακάριος μοναχός ἐδιώχθη ὑπό τῆς τότε Ἱερᾶς Συνόδου («Σύνοδον Γραμματέων καί Φαρισαίων, εὐτελέστατον ὄργανον τοῦ κράτους» [9]). Ἀρχικῶς τοῦ ἀπαγορεύθηκε τό κήρυγμα καί «ὡς μή πειθαρχήσας» συνελήφθη κατόπιν προδοσίας, ἐφυλακίσθη εἰς τάς φοβεράς φυλακάς τοῦ Ρίου καί τελικῶς ἐξορίσθη εἰς τήν Θήραν ἀρχικῶς καί εἰς τήν Ἄνδρον τελικῶς, ὅπου φρουρούμενος εἰς κελλίον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναχράντου μετέστη πρός Κύριον, τήν 18ην Ἰανουαρίου 1861.
Ὁ Διδάσκαλος τοῦ Γένους Ὅσιος Διονύσιος ὁ Ἐπιφανιάδης, ὁ νεοφανὴς ἀσκητὴς τῆς Σκιάθου, ὑπῆρξεν λόγιος κληρικός, χρηματίσας διδάσκαλος ἐν Πάρῳ καί ἐν ΚΠόλει, σύμβουλος τῶν Πατριαρχῶν Γρηγορίου Στ’ καί Ἀνθίμου Ζ’. Καθοδηγητής τῶν διαπρεπῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων λογοτεχνῶν Ἀλ. Παπαδιαμάντη καί Ἀλ. Μωραϊτίδη, διέπρεψεν ὡς Ἡγούμενος, ἱδρυτής καί ἀναστηλωτής μονῶν (ἐν Σκιάθῳ, Ὕδρᾳ καί Σύρῳ). Προηγουμένως ἐμαθήτευσεν ἐν Ἁγίῳ Ὄρει, εἰς τήν Ἱεράν Μονήν ἁγ. Παντελεήμονος, ὅπου ἐδέχθη τό Μέγα καί Ἀγγελικόν Σχῆμα καί τήν Ἱερωσύνην καί ἀνεδείχθη συνεχιστής τοῦ ἔργου τῶν Κολλυβάδων Πατέρων. Διέλαμψεν ὡς φωστὴρ εὐσεβείας, χρηστοηθείας καὶ ἐλεγκτικοῦ κηρύγματος. Εἰρηνικός, εὐχόμενος, νήφων, ἱλαρὸς δότης, ἐλεήμων, φιλόξενος καὶ πλήρης Ὀρθοδόξου φρονήματος, ἀνεδείχθη ἐφάμιλλος τῶν πάλαι Ὁσίων Πατέρων, διὸ καὶ ἠξιώθη προορατικοῦ καὶ διορατικοῦ χαρίσματος. Δι’ αὐτόν ἐλέχθη, ὅτι «ἐάν ἐγεννᾶτο πρό τοῦ δ’ αἰῶνος θα ἦτο Μάρτυς, ἐάν μετά τόν δ’ Ὅσιος». [10]
Ἤσκησε μετ’ ἐνθουσιασμοῦ το διδασκαλικόν ἔργον, τροφοδοτῶν τήν πίστιν, τήν ἑλληνομάθειαν καί τήν φιλοπατρίαν τῶν ὑποδούλων Ἑλλήνων. Συμμετεῖχε εἰς τούς ἀπελευθερωτικούς ἀγώνας τῆς Πατρίδος καί διεκρίθη ὡς συγγραφεύς ἱστορικῶν, φιλοσοφικῶν, ποιητικῶν καί ὑμνογραφικῶν ἔργων.
Διὰ τοὺς ἐλεγκτικοὺς αὐτοῦ λόγους πρὸς τὸν τότε Βασιλέα Ὄθωνα καί τούς Βαυαρούς Ἀντιβασιλεῖς, ἐξωρίσθη εἰς Ὕδραν καὶ Θήραν.
Ἐκοιμήθη εἰρηνικῶς τήν 30ην Δεκεμβρίου 1887, τιμᾶται ὡς Ἅγιος ὑπό τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, διδάσκει διά τοῦ βίου καί τῶν διδαχῶν του καί θαυματουργεῖ.
Οἱ δύο ἱεροί ἄνδρες Χριστοφόρος καί Διονύσιος συνηντήθησαν ἐξόριστοι εἰς τήν Ἱεράν Μονήν Προφήτου Ἠλιοῦ Θῆρας, ὅπου καί οἱ δύο ἤσκησαν κηρυκτικήν δραστηριότητα ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ λαοῦ, ὥστε ἡ μνήμη των νά ἔχει ἐπιβιώσῃ μέχρι σήμερον ἀγαθή ἐν τῷ ἐκκλησιαστικῷ πληρώματι. Τά Λείψανά των τιμῶνται ὡς ἅγια· ἱεραί εἰκόνες των ἔχουν ἀπό πολλοῦ φιλοτεχνηθεῖ· Ἀκολουθίαι πρός τιμήν των εὑρίσκονται ἤδη εἰς τήν διάθεσιν τῶν φιλαγίων καί φιλακολούθων πιστῶν. Μένει ἡ ἐπίσημος ἀποδοχή τῆς κοινῆς ἐκκλησιαστικῆς γνώμης ὑπό τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἡ Πανορθοδόξω Συνοδικῇ διαγνώμῃ διακήρυξις τῆς ἁγιότητος αὐτῶν καί ἡ ἐγγραφή τῆς μνήμης των εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας.
Ἤδη πρό 63 ἐτῶν, ἐγράφετο προφητικῶς διά τόν Ὅσιον Χριστοφόρον: «Παπουλάκος! Τύπος ἀποστολικοῦ Ἱεροκήρυκος. Παπουλάκος! Θρύλος. Παπουλάκος! Σύνθημα ἀγώνων. Παπουλάκος! Ἅγιος. Ἄς τιμηθεῖ, λοιπόν, τό ὄνομά του πρεπόντως. Καί ἐἀν ἡ ἐπίσημος Ἐκκλησίας θελήσει νά ἐπιμείνῃ εἰς τήν ἄδικον κατ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ 1852, ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνική κοινωνία ἄς κινηθῇ διά νά ἀποδώσῃ τήν τιμήν… (Διότι) δυστυχῶς καί μετά τόσα ἔτη ἐλευθέρου βίου, κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας ἐξακολουθεῖ νά εἶναι ὁ Καίσαρ, τό Μασονικόν Κράτος, τό ὁποῖον ἐκδίδει νόμους καταργοῦντας τούς νόμους τῆς Καινῆς Διαθήκης καί οἱ Ἐπίσκοποι παρίστανται ὡς ἁπλοῖ ὑπηρέται καί εὐτελεῖς διεκπεραιωταί τῶν θελήσεων τοῦ Κράτους». [11]
Ὅθεν
ΕΠΟΜΕΝΟΙ
τῆς αἰωνοβιότου πράξεως τῆς Ἐκκλησίας συμφώνως πρός τήν ὁποίαν, κριτήριον διά τήν διακήρυξιν τῆς ἁγιότητος ἑνός Ἁγίου εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ πληρώματος τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τῶν κόλπων τῆς Ὁποίας ἀνεδείχθη ὁ νέος Ἅγιος καί ἀποδεχόμενοι καί ἐκφράζοντες τήν κρίσιν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος τῆς καθ’ ἡμᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία κρίσις ἀναγνωρίζει τούς θεοφιλῶς ζήσαντας καί ὁσιακῶς τελειωθέντας Πατέρας Χριστοφόρον Παπουλάκον καί Διονύσιον Κολλυβάν ὡς Ἁγίους, καί
ΛΑΒΟΝΤΕΣ ΥΠ’ ΟΨΙΝ
καί τήν ἀπό 27ης Ἰουλίου τ. ἔ. 2010 σχετικήν ἀπόφανσιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατά τήν ὁποίαν «ἡ ἐγγραφή ἑνός ἱεροῦ προσώπου εἰς τό ἑορτολόγιον τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν Ὁποίαν ἀνῆκει, καθώς καί ἡ ρύθμισις τῶν ἐπί μέρους λεπτομερειῶν, ἐπαφίενται εἰς τήν ποιμαντικήν διάκρισιν τῶν ἐπιχωρίων Ἐπισκόπων»,
ΘΕΣΠΙΖΟΜΕΝ
ὅπως ἀπό τοῦ νῦν καί εἰς τό ἐξῆς, οἱ Ὅσιοι Χριστοφόρος καί Διονύσιος, συναριθμοῦνται τοῖς Ἁγίοις τῆς Ἐκκλησίας, τιμώμενοι παρά τῶν πιστῶν κατά τά προβλεπόμενα ὑπό τῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως, ἤτοι δι’ ἀφιερώσεως ναῶν εἰς τήν μνήμην αὐτῶν καί δι’ ἁγιογραφήσεως ἱερῶν αὐτῶν εἰκόνων καί διά τῆς φιλοπονήσεως πρός τιμήν των Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί διά τῆς ἐκδόσεως τοῦ Βίου αὐτῶν, πρός οἰκοδομήν τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί δόξαν τοῦ ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ θαυμαστοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὁ μέν Ὅσιος Χριστοφόρος τῇ 18η μηνός Ἰανουαρίου, ὁ δέ Ὅσιος Διονύσιος τῇ 30η μηνός Δεκεμβρίου.
Τά δέ Λείψανα αὐτῶν, τιμηθέντα δι’ εὐωδίας, κατά τήν Πατερικήν διδασκαλίαν καί γνώμην[12] τιμῶνται ἀπό τοῦ νῦν ὡς Λείψανα ἱερά καί ἅγια.
Ἐπί τούτοις θεσπίζομεν, ὅπως ἀπό τοῦ νῦν ὁ Ἱερός Ναός Ἁγίων Ἀποστόλων Λαζαράτων Λευκάδος, τιμᾶται καί ἐπ’ ὀνόματι τῶν Ὁσίου Χριστοφόρου τοῦ Παπουλάκου και Ὁσίου Διονυσίου τοῦ Κολλυβά καί ἑορτάζεται ἀπό κοινοῦ ἡ μνήμη των μετά τῶν Ἁγίων Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου και Παύλου.
Αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης
+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ
[1] Ἁγ. Ἰω. Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», PG 94, 1164Β – 1168C.
[2] Πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, «Ἁγιότης Μαρτυρουμένη», Λευκωσία 1989, σελ. 4.
[3] Ὁσ. Ἀθανασίου τοῦ Παρίου, «Ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καί ὁ Ἀντίπαπας», Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 258.
[4] «Πρός τάς προσκομισθείσας θέσεις παρά τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις φρατόρων, διά Πέτρου τοῦ αὐτῶν μαϊστορος, Περί τῆς ἀρχῆς τοῦ Πάπα ἀντίρρησις», Ἰάσιο 1682, σελ. 201. Πρβλ. Εὐγενίου Βουλγάρεως, «Πρός Πέτρον Κλαίρκιον - Περί τῶν μετά τό σχίσμα Ἁγίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας καί τῶν γονομένων ἐν αὐτῆ θαυμάτων», 1844, σελ. 6.
[5] π. Γ. Μεταλληνοῦ αὐτ. σελ. 6 - 7.
[6] Νικηφόρου Καλλίστου τοῦ Ξανθοπούλου, Ὑπόμνημα Κυριακῆς Ἁγίων Πάντων.
[7]Αὐγουστίνου Καντιώτου, 1968 κ. ἑ. Μητροπ. Φλωρίνης (Ν.Ε.), Περιοδικόν «Χριστιανική Σπίθα», φ. 137, Δεκ. 1952.
[8] Κ. Μ. Ραλλη, «Περί τῆς τῶν Ἁγίων ἀνακηρύξεως»· Ἑκατονταετηρίς Ἐνθικοῦ καίΚαποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 1837‐ 1937· Ἐπιστημονικαί συμβολαί. Ἀθῆναι, σελ. 20‐21.
[9] Αὐγουστίνου Καντιώτου, αὐτ.
[10] Ἀλ. Παπαδιαμάντης.
[11] Αὐγ. Καντιώτου αὐτ.
[12] Πρβλ. ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου: «Εἶναι γνώμη τῶν διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅτι τῶν μέν Ὁσίων τά Λείψανα δέν προσκυνοῦνται ὡς ἅγια, ἄν ὁ Θεός δέν ἀποδείξη δι’ αὐτῶν θαύματα ἤ τό ὀλιγώτερον τά τιμήση διά τῆς εὐωδίας, μέ τό νά μήν εἶναι ἀποδεδειγμένα εἰς τούς ἀνθρώπους ἡ ἐν κρυπτῶ πίστις καί ἀγάπη αὐτῶν πρός τόν Θεόν» («Νέον Μαρτυρολόγιον», σημ. σελ. 24).
***
"Ν": Από εδώ αναδημοσιεύουμε και το παρακάτω.
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΔΙΑΚΗΡΥΧΘΗΚΑΝ ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Ο ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ ΚΑΙ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΚΟΛΛΥΒΑΣ
Καθηγητή Νικήτα Αμβροσιάδη
Από δημοσιεύματα στο Διαδίκτυο (kirykos.livejournal.com και churchsynaxarion.blogspot.com) πληροφορηθήκαμε, ότι ο Παλ/της Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Κήρυκος (του ευρύτερου χώρου των Ματθαιϊκών Παλαιοημερολογιτών), προχώρησε στη διακήρυξη της αγιότητας των Οσίων Χριστοφόρου Παπουλάκου και Διονυσίου Κολλυβά, κάτι που έπρεπε να έχει κάνει η κρατούσα Εκκλησία της Ελλάδος εδώ και πολλές δεκαετίες.
Αν και ο εν λόγω Αρχιερεύς εκφράζει ένα μικρό μέρος των Ελλήνων Παλαιοημερολογιτών, η πράξη του αυτή έχει πολύ μεγάλη ποιμαντική και ιστορική σημασία, διότι:
Α. Εκφράζει το εκκλησιαστικό πλήρωμα, την συνείδηση της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο κλίμα της Οποίας γεννήθηκαν, ανδρώθηκαν, ομολόγησαν την Πίστη και ουσιαστικά μαρτύρησαν γι’ αυτήν και τελικά αγίασαν οι δύο Όσιοι.
Β. Ο εν λόγῳ Επίσκοπος βρίσκεται σε κοινωνία με τοπικές Παλ/κές Εκκλησίες στη Ρωσία, Ρουμανία, Κύπρο και Κένυα και προεδρεύει Συνόδου 7 συνολικά Αρχιερέων· έτσι η μνήμη των νεοφανών αυτών Οσίων Πατέρων της καθόλου Ορθοοδόξου Εκκλησίας, θα διαδοθεί και στις χώρες αυτές.
Μας προξενεί λύπη το γεγονός, ότι η διοικούσα Εκκλησία (Οικουμενικό Πατριαρχείο και Εκκλησία της Ελλάδος), δεν έχει προχωρήσει ακόμη σε ανάλογη πράξη, κάτι που ασφαλώς θα είχε άλλο ποιμαντικό κύρος και άλλη ιστορική και σημειολογική βαρύτητα. Όμως η διοικούσα Εκκλησία, όχι μόνο στο πρόσωπο ωρισμένων Μητροπολιτών της, αλλά και σε επίπεδο επίσημης πολιτικής, συνεχίζει την δουλοπρέπεια της Βαυαροκρατίας, παρά το γεγονός ότι οι Όσιοι Χριστοφόρος και Διονύσιος «τώρα δικαιώνονται» (μάλλον από ετών έχουν δικαιωθεί). Τώρα που ο λαός μας βιώνει ένα στιγνό καθεστώς ξενοκρατίας (σε πρώτη φάση οικονομικής και να φυλάξει ο Θεός να μην χαθεί και η εθνική κυριαρχία), οι Όσιοι είναι εξαιρετικά επίκαιροι, διότι το «κινδυνευόμενον» πέραν των υλικών είναι «από αιώνος» τα πευματικά, «αυτή αύτη» η Ορθόδοξη Πίστη, την οποία βίωσαν οι Όσιοι, κήρυξαν και μετέδωσαν και για την οποία τελειώθηκαν ως Ομολογητές, ο δε Παπουλάκος και ως Μάρτυρας.
Προσωπικά δεν περιμένω από τους Έλληνες Επισκόπους (εκτός ολίγων εξαιρέσεων βέβαια) τίποτα, πέραν της χλιδάτης και πομπόδους χοροστασίας σε πανηγύρια. Μου αρκούν και με εκφράζουν όσα γράφει ο Καθηγητής Χρήστος Γιανναράς σε πρόσφατο άρθρο του. Όλοι γνωρίζουμε τι ποιότητα ανθρώπινων χαρακτήρων υπάρχει στο Επισκοπικό σώμα. Το «yes men» («ναι σε όλα») των πολιτικών προς τα ξένα κέντρα αποφάσεων, ισχύει και στους Αρχιερείς, με το «ναι σε όλα» προς τον εκάστοτε Πατριάρχη ή Αρχιεπίσκοπο. Οπότε, εφ’ όσον οι Πατριάρχες και Αρχιεπίσκοπου είναι λόγῳ βίου και Πίστεως αντίθετοι προς τους Αγίους του Θεού, γιατί να τους διακηρύξουν;
Το Επισκοπικό σώμα έχει πάψει από πολλού να εκφράζει το εκκλησιαστικό σώμα. Μειοδοσία στην Πίστη (Οικουμενισμός), ηθικός εκφυλισμός (σε σημείο να δικαιώνεται ο π. Ιω. Ρωμανίδης που είπε, ότι «η Εκκλησία κινδυνεύει από τον Κιναιδισμό»), παιχνίδια εξουσίας πάνω σε έναν λαό που χρειάζεται επανευαγγελισμό, αγιομαχία (όπου δεν συμφέρει τις νέες εκκλησιολογικές τάσεις) ή αγιοκατατάξεις (όπου συμφέρει το παγκάρι), πλουτισμός σε βάρος ενός ποιμνίου που εξαθλιώνεται, Επίσκοποι/Πρίγκιπες χειρότεροι του Τσαρικού καθεστώτος.
Τι να περιμένει κανείς από τέτοιου είδους ανώτερους ρασοφόρους υπαλλήλους της Ελληνικής Δημοκρατίας; Την αναγνώριση της πτωχείας του εθνεγέρτου Παπουλάκου; Ή την διακονία των Ελληνικών Γραμμάτων, όπως την άσκησε ο Διονύσιος;
Θα ήταν εξαιρετικά παράξενο αν η εκκλησιαστική μας ηγεσία άκουγε την φωνή του ποιμνίου της (κληρικών και λαϊκών) ή τουλάχιστον έβλεπε, ότι η τιμή των εν λόγῳ Οσίων Πατέρων, παρά την δική της σιγή, έχει διαδοθεί στα πέρατα της οικουμένης, όπου υπάρχει ελληνορθόδοξο στοιχείο και οι Όσιοι τιμώνται ήδη από τον λαό μας, όπως η εκκλησιαστική τάξη και πράξη προβλέπει (με ναούς, εικόνες και ακολουθίες). Ή ότι τα Λείψανά τους τιμώνται ως άγια και έχουν ήδη διασπαρεί, «προς ευλογίαν των πιστών».
Ο Μητροπ. Θήρας Επιφάνιος, σε επιστολή του προς τον σφόδρα πολέμιο του Παπουλάκου Μητροπ. Ηλείας Γερμανό, γράφει μεταξύ άλλων τα εξής:
«Ουδέποτε εφαντάσθην, άγιε Ηλείας, ότι έμελλόν ποτε να απολογηθώ, διότι ο ευσεβής κλήρος και λαός της Μητροπόλεώς μου υπολήπτεται και διαφερόντως ευλαβείται τον Χριστοφόρον, δια την γόνιμον και καρποφόρον εν Θηρα κηρυκτικήν του δράσιν. Θα ήμην μάλιστα ο τελευταίος, όστις θα απέτρεπον το ποίμνιόν μου του να αποδίδη τιμήν εις άνδρα Χριστιανόν Ορθόδοξον και βεβαπτισμένον, έχοντα συνείδησιν των εαυτού πράξεων επιδείξαντα θαρραλέαν εμμονήν εις την χριστιανικήν πίστιν, διαπρύσιον κήρυκα του Ευαγγελίου, «διακριθέντα εις τα υπέρ της Ορθοδοξίας ηρωϊκά αγωνίσματα και παθήματα αυτού και τον οσιοπρεπή καθόλου βίον αυτού» και μάλιστα ασυμβίβαστον και δια τούτο διωχθέντα αποινώς, συκοφαντηθέντα και περιορισθέντα υπό της τότε Ιεράς Συνόδου, διότι δεν συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις αυτής».
Η ενέργεια του Παλ/του Μητροπ. Κηρύκου (χωρίς να γνωρίζω τον άνδρα), καταγράφεται ήδη από την Ιστορία. Αλλά και ο λαός του Θεού δεν παραμένει αδιάφορος. Ήδη, όπως πληροφορούμαι, κάποιοι Χριστιανοί (του Νέου Hμερολογίου μάλιστα), προτίθενται να διαθέσουν στη Μητρόπολή του, οι μεν οικόπεδο στην περιοχή Καλαβρύτων για την ανέγερση Ναού του οσ. Χριστοφόρου (ο κ. Κων. Κατσιάρης, Πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Συλλόγων «Ο αρχαῖος Κλείτωρ», ο οποίος σύρεται στα Δικαστήρια από τον Μητροπ. Ηλείας (!!!), επειδή δέχεται την αγιότητα του Παπουλάκου), οι δε προσωπική εργασία για την ανέγερση του Ναού (ο κ. Παν. Σουλελές, πρ. Πρόεδρος του Συλλόγου Αγιονικολαϊτών Κλειτορίας και άλλοι).
Λυπούμεθα, αλλά δεν απαγοητευόμεθα. Ελπίζουμε στο άμεσο μέλλον να ελεήσει ο Θεός την Εκκλησία Του και να αναδείξει Μάρκους Ευγενικούς και Γρηγορίους Παλαμάδες, όπως γράφει ο νεοδιακηρυχθείς Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, σε κείμενο που επανέφερε στη δημοσιότητα (προς τιμή του) ο Μητροπ. Γόρτυνος Ιερεμίας.
"Ν": Τα σχόλιά μας:
Συμφωνούμε ότι η καθ' ημάς Εκκλησία (ν.ημ.) έχει καθυστερήσει πάρα πολύ (ας μη γράψω "ανεπίτρεπτα") την αγιοκατάταξη του οσίου Χριστοφόρου του Παπουλάκου (τον όσιο Διονύσιο ομολογώ την αμάθειά μου, ότι δεν τον γνώριζα). Το αίτημα της συνειδητοποιημένης μερίδας του ορθόδοξου λαού μας υπάρχει. Και η καθυστέρηση ομοίως.
Η αγιοκατάταξη αυτή θα έστελνε ένα μήνυμα προς πολλές κατευθύνσεις. Μήπως όμως ακριβώς αυτό μας κάνει να την καθυστερούμε, από δισταγμό;
Ή μήπως - θα πουν κάποιοι - είναι δικαιολογημένος ο δισταγμός; Δεν ξέρω. Αν κάποιος ξέρει, ας μιλήσει.
Οι εκτιμήσεις του κ. Αμβροσιάδη για την κακή κατάσταση της Εκκλησίας του ν.ημ. θεωρώ πως είναι υπερβολικές, όμως θα πρέπει να τύχουν μεγάλης προσοχής από την Εκκλησία (ν.ημ.), γιατί δεν στερούνται αληθείας! Δε χρειάζεται να πω περισσότερα.
Θα πρέπει όμως να λάβουμε υπόψιν ότι η Εκκλησία που καταδίκασε τον Παπουλάκο ήταν η τότε Εκκλησία, που έπασχε σοβαρά, όπως και η σημερινή. Πλην όμως, απ' όσο γνωρίζω, οι τότε άγιοι δεν "αποτειχίστηκαν", ούτε συνέπηξαν νέες ιερές συνόδους "γνησίων ορθοδόξων". Κι αυτό επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν από όλους τους ενδιαφερόμενους, το τονίζω δε γιατί όλους του σέβομαι και τους αγαπώ (δείτε και εδώ).
Ας γνωρίζουν, εξάλλου, όσοι φρονούν το αντίθετο, ότι στην καθ' ημάς Εκκλησία υπάρχουν πολλές αγωνιστικές φωνές και πολλοί σύγχρονοι ομολογητές της πίστεως, όχι μόνο απλοί κληρικοί, μοναχοί και ιερομόναχοι, αλλά και επίσκοποι.
Ήδη στα παραπάνω έχουν αναφερθεί οι μητροπολίτες Θήρας Επιφάνιος και Γόρτυνος Ιερεμίας, καθώς και ο μακαριστός μητροπ. Φλωρίνης Αυγουστίνος. Υπάρχουν κι άλλοι.
Δεν έχουμε πάει λοιπόν ακόμη "εις τόπον χλοερόν", όπως αντίστοιχα στις τάξεις του παλ. ημερ. δεν είναι όλα οσιακά και ρόδινα. Χρειάζεται αγώνας και μετάνοια, μετάνοια και αγώνας και στις δύο όχθες του ποταμού.
Πώς τολμώ να το γράφω αυτό, παρά την αναξιότητά μου - απορώ και ο ίδιος. Ας με ελεήσει ο Κύριος, καθώς και όλο τον κόσμο...
Τη σημασία της αγιοκατάταξης των οσίων από το μητρ. Κήρυκο (που εξαίρει ο κ. Αμβρ.) ας τη δείξει η Ιστορία εν καιρώ. Ευχόμαστε πράγματι να παίξει το ρόλο της, όντας όμως επιφυλακτικοί όσο διαρκεί το ημερολογιακό σχίσμα.
Ευχόμαστε επίσης οι άγιοι - και όλοι οι άγιοι, μαζί με την Παναγία μας - να βοηθήσουν στην άρση του σχίσματος και όλων των σχισμάτων που βασανίζουν την αγία Εκκλησία του Χριστού, ώστε η Ορθοδοξία να βαδίσει το δρόμο που Εκείνος θα ήθελε.
Αμήν.
Δικό μας αφιέρωμα στον όσιο Χριστοφόρο τον Παπουλάκο, διαβάστε παρακαλώ εδώ. Από εκεί και η εικόνα.
Εδώ για σχετική ημερίδα στα Τρόπαια Αρκαδίας.
Δείτε και την ενότητά μας περί Οικουμενισμού, παρακαλώ.
Ευχαριστώ.
Δόξα τω Θεώ.
Αναρτήθηκε από ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ σ
Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022
Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ Η ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΛΕΩΣ
Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ Η ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΣΤΟΝ ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗ ΠΑΠΑ ΕΙΧΕΝ ΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΙ ΤΗΣ ΚΩΝ-ΛΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΚΛΗΡΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΑΙΩΝΩΝ
῾Η πτῶσις τῆς Κωνσταντινουπόλεως τήν 29ην Μαΐου 1453 ὑπῆρξε τό συγκλονιστικώτερο καί δραματικώτερο γεγονός τῆς νεώτερης καί τῆς παγκόσμιας ἱστορίας. ῏Ητο ἡ ἀρχή μιᾶς μεγάλης περιπέτειας διά τόν νεώτερο ῾Ελληνισμό, ἀφοῦ αὐτό τό γεγονός ἔφερε στούς μέν Τούρκους κατακτητές τήν νίκη, σέ μᾶς τούς ῞Ελληνες τόν ἀβάστακτο πόνο καί τήν σκληρή δουλεία αἰώνων, ἐνῶ διέκοψε μιά χιλιόχρονη ἔνδοξη πορεία τοῦ Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ.
῎Εχουν γραφῇ πάρα πολλά γι αὐτή τήν "ἀποφράδα ἡμέρα" τοῦ Βυζαντινοῦ ῾Ελληνισμοῦ, εἰς τά ὁποῖα πρέπει νά δώσουμε ἰδιαίτερη προσοχή γιά νά βγάλουμε καί τά ἀπαραίτητα διδάγματα. Διότι ἡ ἱστορία εἶναι ὁ καλύτερος διδάσκαλος καί "ὄλβιος, ὅστις τῆς ἱστορίας ἔσχε μάθησιν".
῾Ο ἱστορικός Στέφαν Τσβάϊχ γράφει: "Χίλια χρόνια δέν μποροῦν νά ἐξαγοράσουν μιᾶς ὥρας ἀπερισκεψίαν". ῾Ο γνωστός Στῆβεν Ράνσιμαν γράφει: "῾Η κερκόπορτα, ἕνας κόκκος ἄμμου, ἔκρινε τήν ἱστορία τοῦ κόσμου". ῞Ενας ἀνώνυμος ποιητής γράφει τόν πόνο του σέ στίχους: "῾Ο νοῦς μου καί ὁ λογισμός συγχίζεται νά γράψει, νά στιχοπλέξει ἀστοχεῖ τήν ἅλωση τῆς Πόλης. ᾿Εσεῖς βουνά, θρηνήσετε καί πέτρες ραγισθῆτε, διότι ἐχάθη τό κλειδί ὅλης τῆς οἰκουμένης, τό μάτι τῆς ᾿Ανατολῆς καί τῆς χριστιανοσύνης". Καί ὁ ἱστορικός καί αὐτόπτης μάρτυς Μιχαήλ Δούκας θρηνεῖ γιά τήν τραγωδία τῆς δοξασμένης Πόλεως τοῦ Κωνσταντίνου: "῏Ω πόλις, πόλις, πόλεων πασῶν κεφαλή! ῏Ω πόλις, πόλις Χριστιανῶν καύχημα! Ποῦ σου ἡ τῶν χαρίτων τοῦ Πνεύματος εὐεργετική ρῶσις...".
Καί ὁ καθένας μας, ὅ καθένας πού ἔχει ὀρθόδοξον καί ἑλληνικήν ψυχήν, εἶναι ἀδύνατο νά μή θρηνήσῃ, καί νά μή πενθήσῃ ἀναλογιζόμενος τήν τραγική καταστροφή καί τίς τρομακτικές συνέπειες αὐτῆς τῆς ἁλώσεως.
῾Ο Ρῶσος ἱστορικός Βασίλιεφ ἀναφέρει ὅτι: "Βάσει τῶν πληροφοριῶν τῶν πηγῶν, ἡ λεηλασία τῆς πόλεως ἐκράτησε, ὅπως εἶχε ὑποσχεθῇ ὁ Μωάμεθ στούς στρατιῶτές του, τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες. ῾Ο λαός ἐσφάγη ἀνελέητα. Οἱ ἐκκλησίες μέ ἐπικεφαλῆς τήν ῾Αγία Σοφία, καθώς καί τά μοναστήρια, μέ ὅλον τους τόν πλοῦτο, ἐλεηλατήθησαν καί ἐμολύνθησαν, ἐνῶ οἱ ἰδιωτικές περιουσίες ἔγιναν ἀντικείμενον ἁρπαγῆς καί λαφυραγωγίας. Κατά τήν διάρκεια αὐτῶν τῶν μοιραίων ἡμερῶν ἐχάθησαν ἀναρίθμητα προϊόντα τοῦ πολιτισμοῦ. Τά βιβλία ἐκάησαν, ἐκκοματιάσθησαν ἤ ἐπωλήθησαν σέ ἐξευτελιστικές τιμές".
Παρόμοια γράφει καί ὁ ῎Αγγλος ἱστορικός Ράνσιμαν: "Μπῆκαν καί ἔπιασαν καλογήρους καί καλόγριες (....) Τά ἰδιωτικά σπίτια ἐλεηλατήθησαν συστηματικά (....) Μαζί μέ τά ὑπάρχοντά τους ἔπαιρναν καί τούς ἐνοίκους. ῞Οποιος λυποθυμοῦσε ἤ ἔπεφτε ἀπό ἀδυναμία σφαζόταν μέ μερικά μικρά παιδιά πού θεωρήθηκαν ὅτι δέν εἶχαν ἀξία".
῾Ο ἄλλος δέ αὐτόπτης μάρτυς τῆς ἁλώσεως ὁ ἱστορικός Γεώργιος Φραντζῆς πού εἶδε ἀπό κοντά αὐτές τίς φρικιαστικές σκηνές τῶν λεηλασιῶν, τῶν ἀτιμώσεων καί τῶν σφαγῶν γράφει: "Τίς διηγήσεται τούς τότε κλαυθμούς καί θρήνους; Εἰ καί ἀπό ξύλου ἄνθρωπος ἤ ἐκ πέτρας ἦν, οὐκ ἠδύνατο μή θρηνῆσαι".
Τί ἦταν ἡ Κωνσταντινούπολις ἐπί χίλια χρόνια; ῏Ηταν ἕνα ἀπόρθητο κάστρο, ἦταν ἔνας κυματοθραύστης πάνω στόν ὁποῖο ἔσπαζαν τά κύματα τῶν βαρβαρικῶν ἐπιθέσεων. Κατά τά τελευταῖα δέ χρόνια ἦταν ἕνα προπύργιον κατά τῆς ἰσλαμικῆς βαρβαρότητος. Μέ τήν πτῶσίν της ἔπεσε αὐτό τό προπύργιον. ᾿Από τήν μικρή Κερκόπορτα μπῆκε μέσα στόν πολιτισμένο κόσμο ἕνας βάρβαρος κόσμος, ὁ ὁποῖος, ἀπό τότε, ὅπως καί σήμερα ἀπειλεῖ ὅλη τήν Εὐρώπη σκορπίζοντας παντοῦ τόν τρόμο καί τήν θηριωδία.
Μέ τήν πτῶσι τῆς Κων/λεως ἕνας πολιτισμός 11 αἰώνων ἔγινε συντρίμμια. ῎Εσβησε τό φῶς πού ἔλαμπε καί ἐφώτιζε ὅλη τήν Οἰκουμένη. ῎Εμεινε, ὅμως, κάτι πολύ σημαντικό. ῎Επεσε ἡ Πόλις, άλλά παρέμεινε ζωντανή ἡ ψυχή της, ἡ ᾿Ορθοδοξία. Μέ τήν ᾿Ορθοδοξία οἱ ὑπόδουλοι ῞Ελληνες διατήρησαν μέσα στίς καρδιές τους ἄσβεστη τήν φλόγα τῆς παραδόσεως, τήν ἀγάπη τους στήν Βασιλεύουσα καί τήν ἐλπίδα τῆς ἐλευθερίας. ῾Η ᾿Εκκλησία στήν λατρεία Της τηρεῖ τό Βυζαντινό τυπικό. Καί τά τέκνα Της διατηροῦν μέ θρησκευτική εὐλάβεια τήν Βυζαντινή σημαία μέ τό δικέφαλο ἀετό πού κυματίζει στίς ἑορτές τῆς ᾿Ορθοδοξίας. ῎Ετσι ἡ Βασιλεύουσα ἔπεσε μέν στά χέρια τῶν βαρβάρων κατακτητῶν, ζῇ ὅμως στίς καρδιές τῶν ῾Ελλήνων. Ζῇ μέ τό πνεῦμα τῆς ἀναμονῆς καί τῆς ἐλπίδος, ὅτι πάλι μέ χρόνια μέ καιρούς πάλι θά γίνῃ ῾Ελληνική. ῾Ο ῞Αγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός πρό διακοσίων ἐτῶν καί ὁ ὁμολογητής ῾Ιεράρχης Ματθαῖος εἰς τόν αἰῶνά μας προεφήτευσαν καί ἐφλόγισαν τίς ψυχές τῶν ὀρθοδόξων μέ αὐτήν τήν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Πόλις πάλιν θά γίνῃ δικιά μας. Καί αὐτόν τόν προφητικό τους λόγο τόν κρατᾶμε γιά νά μᾶς ζεσταίνει μέσα στήν παγωμάρα καί τήν ἀπελπισία τῆς ἐποχῆς μας.
Τόν κρατᾶμε καί γιά ἕνα ἄλλο λόγο. Διά νά ἐνθυμούμεθα καί τάς αἰτίας τῆς Πτώσεως καί νά παραδειγματιζώμεθα. Νά ἐνθυμούμεθα, ὅτι εἰς τήν Πτῶσιν τῆς Βασιλίδος τῶν πόλεων συνέβαλε πρωτίστως τό ἄσπονδον καί αἰώνιον μῖσος τῶν Παπικῶν κατά τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Αὐτοί προεκάλεσαν τήν πρώτη ἅλωσι τό 1204 καί τήν καταστροφή τοῦ μεγαλυτέρου τμήματος τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας μέ τίς ἐπαίσχυντες Σταυροφορίες καί τήν ἐν συνεχείᾳ ἀρνησίν των, ὅταν τούς ἐζητήθη, νά σπεύσουν εἰς βοήθειαν τῆς Κων/λεως πού ἐκινδύνευε ἀπό τούς Τούρκους. Σημειώνομεν, ὅτι, ὡς προκύπτει ἀπό τίς πηγές, οἱ Γενουᾶται, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν ὑπό τοῦ Πάπα στήν Κων-πολι, διά νά βοηθήσουν δῆθεν εἰς τήν ὑπεράσπισιν αὐτῆς, αὐτοί κυρίως ἔκαμαν τήν ἀρχήν τῆς καταστροφῆς. Διότι ἐκεῖ ὅπου ἐτοποθετήθησαν νά φυλάξουν τά τείχη, ἄφησαν ἀφύλακτον τήν διάβασιν, καί ἔτσι κατώρθωσαν οἱ Τοῦρκοι νά εἰσβάλουν ἀπό τήν Κερκόρπορταν καί νά ἐπιφέρουν τήν ὁλοκληρωτική καταστροφή. ᾿Αλλά, ἴσως, τοῦτο τό παρεχώρησεν ὁ Θεός διά νά ἐπέλθη ἡ Πτῶσις ἀπό ἐκείνους ἀπό τούς ὁποίους οἱ Βυζαντινοί, προδώσαντες τήν πίστιν, περίμεναν βοήθεια. Νόμισαν, ὅτι ἐγκαταλείποντες τήν ἀληθινήν Πίστιν καί προσφεύγοντες εἰς τούς Παπικούς θά ἐγλύτωναν ἀπό τήν καταστροφή. ῞Ομως αὐτή ἡ ἀποστασία, αὐτή ἡ ἀπιστία, αὐτή ἡ ὑποταγή εἰς τήν αἱρετικήν Δύσιν (Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας, συλλείτουργον μετά Παπικῶν εἰς τήν ῾Αγίαν Σοφίαν κλπ.) ἔφεραν τήν ὀργήν τοῦ Θεοῦ καί τήν ἐγκατάλειψιν. ῞Ολα, ὅμως, αὐτά πρέπει νά μᾶς προβληματίσουν καί νά μᾶς παραδειγματίσουν σήμερον ὅτε, δυστυχῶς, ἔχει ἐπέλθει ἀκόμη μεγαλυτέρα ἀποστασία ἀπό τήν ᾿Ορθοδοξία καί ἔγιναν οἱ περισσότεροι ῞Ελληνες τόσον λατινόφρονες, ὥστε νά κινδυνεύουμε νά χάσουμε τελείως καί ἐκεῖνο πού μέ τόση εὐλάβεια διεφυλάχθη τά τετρακόσια χρόνια τῆς σκλαβιᾶς.
Τελειώνουμε μέ μιά πολύ σπουδαία παρατήρησι πού ἔκανε ὁ Πολωνός ἱστορικός Γιάν Ντλοῦγκοζ διά τήν πτῶσι τῆς Κων/λεως: "῾Η ἧττα τῆς Κωνσταντινουπόλεως...ὑπῆρξε μιά μεγάλη νίκη τῶν Τούρκων, μία τρομερή καταστροφή τῶν ῾Ελλήνων, ἕνα αἶσχος τῶν Λατίνων"
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗΣ
ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΩΦΕΛΙΜΕΣ ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΙΕΡΩΝ ΓΡΑΦΩΝ
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΗΣ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗΣ.
38. Αν αμφιβάλλης για την αλήθεια κάθε προσώπου ή κάθε γεγονότος που περιγράφει η Γραφή, θυμήσου ότι «πάσα γραφή θεόπνευστος» (Β’ Τιμ. γ’ 16), όπως λέγει ο Απόστολος. Είναι λοιπόν αληθινή σε όλα. Δεν περιλαμβάνει φανταστικά πρόσωπα, μύθους και θρύλους. Ακόμη και οι Παραβολές, που είναι συμβολικές ιστορίες, έχουν μέσα τους μόνον αλήθεια. Αμφιβάλλοντας για τη Γραφή κανείς, αμαρτάνει εναντίον της αληθείας της. Και η αλήθειά της δεν είναι άλλη παρά ο Ίδιος ο Θεός, η Αυτοαλήθεια. «Εγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια» (Ιω. ιδ’ 6), είπε ο Κύριος. «Ο λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστιν» (Ιω. ιζ’ 17), είπε ο Ιησούς Χριστός στον Θεό και Πατέρα του. Να παραδέχεσαι λοιπόν το σύνολο της Γραφής σαν αλήθεια.
39. Μη δίνεις τόπο στις σκοτεινές τάσεις του κακού που παρουσιάζονται στην καρδιά σου εναντίον του πλησίον σου. Σύντριβέ τις με τη δύναμι της πίστεως. Μείνε καλός και άκακος. «Πορεύου ἄμωμος καί ἐργαζόμενος δικαιοσύνην˙μή ποίει τῷ πλησίον σου κακόν» (Ψαλμ. ιδ’ 2, 3). Όταν ανακύπτουν τέτοιες τάσεις, βίασε τον εαυτό σου να είσαι πράος, γεμάτος αγάπη Χριστού. Έτσι, οι τάσεις αυτές θα εξαφανισθούν σαν καπνός.
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΗ ΑΛΛΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ
(ΑΓΙΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΠΗΛΟΥΣΙΩΤΟΥ)
Επιστολή 96.- ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΦΙΛΟΣΟΦΟ ΜΑΞΙΜΟ. Κατά των Ελλήνων.Υπερηφανεύεσαι για τη φιλοσοφία, που είναι εχθρός της αληθινής σοφίας, και αρνείσαι και το ίδιο το όνομα της. Γιατί φιλοσοφία δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το να αγαπά κανείς απόλυτα τη σοφία. Αν λοιπόν εσύ θέλεις αληθινά να είσαι φίλος της σοφίας, να αγαπάς την αληθινή σοφία, η οποία τιμά όχι μόνον τα λόγια, αλλά και τη ζωή, και μας διδάσκει την αληθινή θρησκεία.
Η σοφία όμως που εσύ διδάσκεις, και στην παρούσα ζωή είναι άξια για γέλια, γιατί ονομάζει θεότητες τις πηγές της ανηθικότητας, και στη μέλλουσα προετοιμάζει ασυγχώρητη τιμωρία, εκεί όπου ο Πλάτωνας σε απειλεί με τους Κωκυτούς και τους Πυριφλεγέθοντες. (ΕΠΕ Φιλοκαλία τομος 1,121)
Επιστολή 3 στον αναγνώστη Τιμόθεο …. Ό,τι λοιπόν από την εξωχριστιανική παιδεία είναι χρήσιμο στη δική μας διδασκαλία, αφού τα πάρεις σαν τη μέλισσα (γιατί, αν θέλουμε να πούμε την αλήθεια, είπαν πολλά για την αρετή), όλα τα αλλά άφησέ τα, ιδιαίτερα όταν τους βλέπεις να κάνουν μεταξύ τους πολεμο σκληρό (πράγματι ο Αριστοτέλης επαναστάτησε εναντίον του Πλάτωνος, και οι Στωικοί διατύπωσαν γνώμες εναντίον αυτού), και παράδωσε τον εαυτό σου σε όλη σου τη ζωή στα θεία λόγια. Γιατί ωφελούμενος με τον τρόπο αυτόν και από εκείνους και από αυτά, θα είσαι ωφέλιμος και για τον εαυτό σου και για όλους…. (ΕΠΕ ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΟΜΟΣ 2,19)
ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΧΑΜΕ ΑΝΑΓΚΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ, ΑΛΛΑ ΝΑ ΜΑΣ ΜΙΛΟΥΣΕ ΑΜΕΣΑ Ο ΘΕΟΣ!
Έπρεπε να μην είχαμε ανάγκη από την Αγία Γραφή, αλλά να μας μιλούσε άμεσα ο Θεός!
Οσίου Ισιδώρου Πηλουσιώτου επιστολή 106 - ΣΤΟΝ ΔΙΑΚΟΝΟ ΙΣΙΔΩΡΟ. Ακούοντας ίσως βέβαια να μη πιστέψεις, όταν όμως σκεφθείς γνωρίζω καλά, ότι όχι μόνο θα θαυμάσεις, αλλά και θα το επικροτήσεις. Τι είναι λοιπόν αυτό που αρχικά βέβαια θα φανεί απίστευτο, και μετά από αυτά, όχι μόνο θα φανεί αξιοθαύμαστο, αλλά και άξιο χειροκροτημάτων; Θα το πω σύντομα με λίγες λέξεις, φανερώνοντας νοήματα μεγαλύτερα από τα πελάγη.
Στους παλιούς ο Θεός δεν μιλούσε με γράμματα, αλλά απ’ ευθείας ο ίδιος, όταν εύρισκε τη διάθεση τους καθαρή και άξια να δεχθεί διδασκαλία χωρίς μεσίτη.
Και αυτό είναι φανερό από αυτά πού έλεγε προφορικά και στον Νώε, και στον Αβραάμ, και στους διακεκριμένους απογόνους του, ένας από τους οποίους ήταν και ο πιο κορυφαίος, αυτός πού κατέκοψε όλη τη δύναμη του διαβόλου, και κατέστρεψε τα βέλη του, και άδειασε τη φαρέτρα του, εννοώ ο αείμνηστος Ιώβ .
Όταν όμως το άθλιο πλήθος των Ιουδαίων κατέβηκε στον πυθμένα της κακίας, τότε λοιπόν θεωρήθηκε ότι ήταν απαραίτητα και τα γράμματα και η υπενθύμιση μέσω αυτών.
Αν όμως νομίζεις, ότι μόνο στην Παλαιά Διαθήκη έγινε αυτό, και στην Καινή δεν επικυρώθηκε, θα μπορούσα να σου πω, ότι αυτό φαίνεται περισσότερο σ’ αυτήν.
Γιατί ούτε στους θεόπνευστους αποστόλους δόθηκε κάτι γραπτό, αλλά αντί γραμμάτων δόθηκε η υπόσχεση της χάριτος του αγίου Πνεύματος. Γιατί λέγει• «Εκείνος θα σας τα υπενθυμίσει όλα».
Εάν όμως νομίζεις ότι οι γραπτοί νόμοι είναι πιο έγκυροι από τους άγραφους, άκουσε τι λέγει ο ίδιος ο βασιλιάς• «Θα τους δώσω καινούργια διαθήκη, δίνοντας τους νόμους μου στη διάνοιά τους, και θα τους αναγράψω στις καρδιές τους» . - «Και θα γίνουν όλοι διδαγμένοι από τον Θεό».
Γι’ αυτό και ο Παύλος, ισχυριζόμενος ότι του εμπιστεύθηκε περισσότερα από ότι στον Μωυσή, έλεγε ότι έλαβε τον νόμο, όχι γραμμένο σε λίθινες πλάκες, αλλά τυπωμένον στις σάρκινες πλάκες της καρδιάς, τον οποίο, αυτός που τον περιφρονεί, δεν θα λιθοβοληθεί, σύμφωνα με τον παλιό νόμο, αλλά θα παραδοθεί σε πολύ οδυνηρή κόλαση.
Επειδή όμως, καθώς ο χρόνος περνά σαν έφιππος και τρέχει σαν ταχύτατο άλογο, άλλοι λοξοδρόμησαν εξαιτίας δογματικών διδασκαλιών, και άλλοι εξαιτίας της ζωής τους, έγινε απαραίτητη η διόρθωσή τους με γράμματα. Γιατί, εφόσον παραβιάζονταν οι άγραφοι νόμοι, στράφηκε δικαιολογημένα στους γραπτούς, αυτός που με κάθε τρόπο ήθελε να επαναφέρει στην αρετή τους υπάκουους.
Πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε πόσο μεγάλη είναι η κατηγορία, αφού αυτοί που έπρεπε να ζουν τόσο ειλικρινά, ώστε να μην έχουν ανάγκη γραφών,
αλλά αντί βιβλίων να παραχωρούν τις ψυχές τους στο θείο Πνεύμα,
επειδή χάσαμε αυτή την τιμή και φτάσαμε στην ανάγκη των γραπτών,
να μη χρησιμοποιούμε ούτε και το δεύτερο αυτό βοήθημα όσο πρέπει.
(οσίου Ισιδώρου Πηλουσιώτου, εκδ. ΕΠΕ, τόμος 3, σελ. 131-135)
ΛΟΓΟΙ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ.
ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ
Διαφθορά
της αλήθειας του Θεού
Πολλοί κάνουν τα αντίθετα από όσα πρέπει. Όσα γίνονται εναντίον του Θεού, τα παραβλέπουν. Όσα γίνονται κατά του εαυτού τους, τα εκδικούνται με μεγάλη μάλιστα οξύτητα. Οι άγιοι όμως δεν ενεργούσαν έτσι. Ήσαν φοβεροί τιμωροί των όσων γίνονταν εναντίον του Θεού, ενώ παρέβλεπαν τα όσα γίνονταν εναντίον τους.
Ε.Π.Ε. 5,230
Διδασκαλία
ελεημοσύνης
Και τους εαυτούς μας και τα παιδιά μας και τους φίλους μας ας τους οδηγήσουμε στο διδασκαλείο της ελεημοσύνης. Πριν από κάθε άλλο ας μαθαίνη κάθε άνθρωπος αυτό το μάθημα, επειδή αυτό ακριβώς είναι ο άνθρωπος: «Είναι σπουδαίο πράγμα ο άνθρωπος και είναι πολύτιμος ο άνθρωπος της ελεημοσύνης». Όποιος δεν έχει αυτό το προσόν, ξέπεσε από το αξίωμα του ανθρώπου.
Ε.Π.Ε. 11,132
ο λόγος
Ο λόγος δεν είναι χρήσιμος μόνο για ύμνο και ευχαριστία, αλλ’ είναι και ωφέλιμος για διδασκαλία και συμβουλή.
Ε.Π.Ε. 12,94
και θαύματα
Εξ’ αιτίας των θαυμάτων νίκησε ο απόστολος Παύλος; Όχι μόνο από τα θαύματα. Διότι αν μελετήσης καλά τις Πράξεις των Αποστόλων, θα βρης τον απ. Παύλο σε πολλά μέρη να επικρατή με το λόγο, και προτού να ενεργήση θαύματα.
Ε.Π.Ε. 24,42
βροχή
Σε πολλά σημεία η Αγία Γραφή ονομάζει τη διδασκαλία βροχή.
Ε.Π.Ε. 24,450
δίκτυα
Ας απλώσουμε τα δίχτυα της διδασκαλίας, ας σταθούμε κυκλικά, όπως ακριβώς τα κυνηγετικά σκυλιά, οδηγώντας από παντού τους ανθρώπους στους νόμους της Εκκλησίας. Και αν το κρίνετε ορθό, ας παρουσιάσουμε σ’ αυτούς σαν άριστο κυνηγό τον μακάριο Παύλο.
Ε.Π.Ε. 34,136
ΟΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΚΑΘΑΡΗ ΚΑΡΔΙΑ ΔΕΝ ΠΕΦΤΕΙ ΣΕ ΠΛΑΝΕΣ
ΑΒΒΑ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ ΤΟΥ ΡΩΜΑΙΟΥ
Κεφάλαιο 34: Τι δίδασκε ο Αββάς Θεόδωρος σχετικά με την προσπάθεια του αγωνιστού να κατανοήσει την Αγία Γραφή. Αυτός ο Γέροντας λοιπόν, σε μερικούς αδελφούς, οι οποίοι ήταν γεμάτοι θαυμασμό για την απαστράπτουσα γνώση και σοφία του και γι’ αυτό του ζήτησαν να τους εξηγήσει το νόημα κάποιων χωρίων της Αγίας Γραφής, απάντησε: «Ο αγωνιστης που επιθυμεί να αποκτήσει τη γνώση της Αγίας Γραφής, δεν χρειάζεται να κάνει τον κόπο να μελετάει τα βιβλία των ερμηνευτών της, αλλά μάλλον θα πρέπει να αφιερώνει όλη τη δραστηριότητα του νου του και όλη την προσοχή της καρδιάς του στην κάθαρση από τα σαρκικά πάθη.
Όταν αυτά εκδιωχθούν από την καρδιά, τότε τα μάτια της ψυχής αμέσως ανοίγουν. Γιατί αποτραβιέται το πυκνό πέπλο των παθών και έτσι αποκαλύπτονται με φυσικό τρόπο όλα τα μυστήρια της Αγίας Γραφής. Η Χάρη του Αγίου Πνεύματος δεν έχει βέβαια σκόπιμα αποκρύψει αυτά τα μυστήρια από μερικούς ανθρώπους, ώστε να παραμένουν αυτά για τους πολλούς άγνωστα και κρυφά. Εννοώ ασφαλώς, ότι από δικό μας λάθος δεν μας έχουν αποκαλυφθεί τα βαθύτερα αυτά νοήματα της Αγίας Γραφής. Κι αυτό, γιατί το πέπλο των αμαρτιών μας σκοτεινιάζει τα μάτια της ψυχής μας.
Όταν όμως αποκτήσουμε την πνευματική υγεία και τη φώτιση, τότε και μόνη η ανάγνωση της Αγίας Γραφής αρκεί να μας φέρει την αληθινή γνώση. Δεν υπάρχει τότε ανάγκη να ανατρέχουμε στη διδασκαλία των ερμηνευτών, όπως ακριβώς και τα σωματικά μάτια δεν χρειάζονται τη διδασκαλία κανενός για να δούνε, εκτός αν η αρρώστια τα έχει τυφλώσει.
Αντιληφθήκατε, νομίζω, από που προέρχονται όλα αυτά τα ερμηνευτικά λάθη και οι πλάνες. Οι παρερμηνείες και οι πλάνες προέρχονται από το ότι οι περισσότεροι βιάζονται να εισχωρήσουν στα νοήματα της Αγίας Γραφής, χωρίς καθόλου να φροντίσουν πιο πριν να έχουν καθαρίσει την καρδιά τους.
Έτσι, λόγω της διαφορετικής παχύτητας ή ακαθαρσίας της καρδιάς τους, αυτοί κατανοούν διαφορετικά πράγματα, από εκείνα που θέλει να εκφράσει το συγκεκριμένο κείμενο. Και μάλιστα, αυτά πολλές φορές είναι αντίθετα προς την Πίστη και συχνά έρχονται σε αντίφαση μεταξύ τους. Έτσι, αυτοί οι άνθρωποι αδυνατούν να αναγνωρίσουν, και πολύ περισσότερο, να δεχθούν το φως της αλήθειας».
ΣΥΝΑΞΙΣ ΑΓΙΩΝ ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΩΝ ΝΗΣΩΝ
ΣΥΝΑΞΙΣ ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΒΡΕΤΤΑΝΙΚΑΙΣ
ΝΗΣΟΙΣ ΔΙΑΛΑΜΨΑΝΤΩΝ ΑΓΙΩΝ
ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΝΟΗ, ΤΕΥΧΟΣ 208
Ὀκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2013
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ
(Συνελθοῦσα ἐν Μπέρμιγχαμ Μεγάλης Βρεττανίας
τῆ 19ῃ Ὀκτωβρίου 2013 [ἐ.ἡ.])
ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΠΡΑΞΙΣ
Aρ. Πρωτοκόλλου:
657
Ἐπί τῆ θεσπίσει κοινῆς μνήμης και Συνάξεως Πάντων τῶν
ἐν ταῖς Βρεττανικαῖς Νήσοις κηρυξάντων, ἀσκησάντων, μαρτυρησάντων
καί έν γένει διαλαμψάντων Ἁγίων
ΕΙς τό Ονομα τΗς Αγίας καί Ομοουσίου
καί Αδιαιρέτου Τριάδος
Ἡ Πανορθόδοξος Ἱερά Σύνοδος τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, συνελθοῦσα τήν 19ην Ὀκτωβρίου 2013 ἐ.ἡ., μνήμη τῆς ὁσίας μητρός ἡμῶν Φριδεσβίδης τῆς Ὀξφόρδης καί τοῦ προφήτου Ἰωήλ, ἐν Μπέρμιγχαμ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας (Ἐκκλησιαστικῆς περιφερείας τῆς πρό τοῦ σχίσματος ἐπ' Ὀρθοδοξία διαλαμψάσης «Παλαιᾶς Ρώμης») καί συνεδριάσασα ἐν τῶ Καθεδρικῶ Ἱερῶ Ναῶ τῶν Ἁγίων Ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου καί Ἑλένης, (τελοῦντα ὑπό τήν ποιμαντικήν εὐθύνην τῆς Αὐτοκεφάλου Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου) καί λαβοῦσα ὑπ' ὄψιν τάς ἐν Κορωπίω Ἀττικῆς (15.7.2013) καί ἐν Καρπαθίοις Οὐκρανίας (25.7.2013) ληφθείσας ἀποφάσεις περί τῆς θεσπίσεως κοινῆς ἑορτῆς, ἤτοι Συνάξεως, πάντων τῶν ἐν ταῖς Βρεττανικαῖς Νήσοις κηρυξάντων, ἀσκησάντων, μαρτυρησάντων καί ἐν γένει διαλαμψάντων ἁγίων, ἀπευθύνεται διά τῆς παρούσης πράξεως παντῖ τῶ πληρώματι τῆς Ἐκκλησίας, τάδε γηθοσύνως προσφθεγγομένη: «Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις Αὐτοῦ»(1).
Τιμιώτατοι Πατέρες καί ἀγαπητοί ἐν Χριστῶ ἀδελφοί,
τέκνα ἐν Κυρίω ἀγαπητά
Κατά τόν μέγαν τῆς Ὀρθοδοξίας Θεολόγον, Ἱερόν Δαμασκηνόν, οἱ «ἔμψυχοι ναοί τοῦ Θεοῦ» καί τά «ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα» εἰσίν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, τά ἱερά πρόσωπα εἰς ἅτινα «διά τοῦ νοῦ, τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνώκησεν ὁ Θεός»(2).
Ἐν τῆ Συνεδρίω τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πάντων ἀναγινώσκομεν ὅτι «πολλοί εὐηρέστησαν τῶ Θεῶ» καί «πολλοί κατά Χριστόν ἐπολιτεύσαντο (...) ἄχρι καί αὐτῶν τῶν Βρεττανικῶν Νήσων»(3).
Ἡ παρουσία τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τάς Βρεττανικάς Νήσους, καλύπτει ὁλόκληρον τήν πρώτην Χριστιανικήν χιλιετίαν. Τό τοῦ Χριστοῦ Εὐαγγέλιον ἐκηρύχθη ὦδε ἐνωρίτατα, ἤδη ἀπό τῶν ἀποστολικῶν χρόνων, συμφώνως ἐγκρίτοις ἐκκλησιαστικοῖς συγγραφεύσι (Τερτυλλιανός, ὠριγένης, Εὐσέβιος, Ἱερός Χρυσόστομος) εἰς τοῦτο δέ ἀναφέρονται τρεῖς ἰσχυραί συναξαριστικαί παραδόσεις.
Συμφώνως τῆ πρώτη τούτων αὐτός ὁ Ἀπόστολος Πέτρος μετέβη εὐαγγελιζόμενος τοῖς ἐν ἀγνωσία κειμένοις λαοῖς εἰς Βρεττανίαν, ἔνθα καί ἐπληροφορήθη ὑπό ἁγίου Ἀγγέλου τήν ἐπικειμένην ἐκδημίαν αὐτοῦ καί ἐπιστρέψας εἰς Ρώμην ἐτελειώθη μαρτυρικῶς(4). Συμφώνως τῆ δευτέρα παραδόσει, ἥν ἀποδέχονται οἱ ἅγ. Θεοδώρητος καί Κλήμης ὁ Ρώμης, εἰς Βρεττανίαν ἐκήρυξεν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅστις ἐχειροτόνησεν ἐπίσκοπον τόν Κυπριακῆς καταγωγῆς μαθητήν του ἅγ. Ἀριστόβουλον(5) αὐτάδελφον τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα. Τέλος, τό ἐν Βρεττανία Χριστιανικόν κήρυγμα, συνδέεται μετά τοῦ κηδευτοῦ τοῦ Κυρίου ἁγ. Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας ὅστις, συμφώνως τῆ τρίτη παραδόσει, κατέπλευσεν εἰς τάς Νήσους, φέρων μεθ' ἑαυτοῦ τό Ποτήριον τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου καί τόν Ἀκάνθινον Στέφανον(6).
Ἐπικρατεστέρα τῶν τριῶν τούτων παραδόσεων ἐστίν αὕτη, ἦτις θέλει τόν Ἀπόστολον Ἀριστόβουλο χειροτονούμενον ὑπό τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἰς ἐπίσκοπον Βρεττανικῶν Νήσων. Οὕτω ὁ Ἀριστόβουλος καθίσταται πρῶτος Ἐπίσκοπος τῆς θεοσώστου ταύτης τοπικῆς Ἐκκλησίας, καταβαλών σκληρούς ἀγῶνας κατά τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἡ προμνημονευθεῖσα παράδοσις καταγράφεται ἐν τῶ συναξαρίω τῆς ἡμέρας μνήμης αὐτοῦ, ἐν ὦ ἀναφέρεται ὅτι «μετά τήν ἐνδοξον τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ Ἀνάληψιν, ὁ Θεῖος ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ, ἠκολούθει Παύλω τῶ Ἀποστόλω, κηρύττων τό εὐαγγέλιον εἰς πᾶσαν γῆν, διακονῶν καί δουλεύων ὡς γνήσιος καί πιστός μαθητής. Ὑπό τοῦ Παύλου χειροτονηθείς ἐπίσκοπος, εἰς τήν τῶν Βρεττανῶν Νῆσον ἀπῆλθε, τόν Χριστόν κηρύττων, ποτέ μέν τυπτόμενος, ποτέ δέ κατά ρύμας συρρόμενος καί χλευαζόμενος, πολλούς ἔπεισεν τῶ Χριστῶ προσελθεῖν καί βαπτισθῆναι. Ἐκκλησίαν συστησάμενος καί πρεσβυτέρους καί διακόνους ἐν αὐτῆ καταστήσας ἐτελειώθη(7).
Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς ταυτότητος τοῦ σπορέως τοῦ Εὐαγγελικοῦ λόγου, ἡ τοῦ Θεοῦ εὐλογία ὑπῆρξεν πλουσιωτάτη καί ἡ ἐν Βρεττανία Ἐκκλησία προσέφερεν τούς ἐκλεκτούς Αὐτῆς καρπούς εἰς τό θυσιαστήριον τῆς Ἄνω Ἱερουσαλήμ. (Ἐν μιᾶ πηγῆ μνημονεύονται 81 Ἅγιοι τοῦ Βρεττανικοῦ Ἁγιολογίου(😎, ἐν τῶ Ρωμαϊκῶ δέ Μαρτυρολογίω καταγράφονται πολύ πλείονες(9)).
Συμφώνως τῆ παραδόσει καί διαφόροις ἐκκλησιαστικοῖς συγγραφεύσι ὁ ἅγιος Ἀλβανός, ὅστις ἐμαρτύρησε περί τόν 3ον αἰώνα, μνημονεύεται ὡς ὁ Πρωτομάρτυς τῆς Βρεττανίας. Κατά τόν 5ον αἰ. ὁ ἅγ. Γερμανός, ἐπίσκοπος τῆς Γαλλικῆς Αuxerre, δραστηριοποιεῖται εἰς Βρεττανίαν πρός ἀντιμετώπισιν τῆς Πελαγιανιστικῆς αἱρέσεως. Κατά τόν 6ον αἰ. ἀποστέλλεται εἰς Βρεττανίαν ὑπό τοῦ Πάπα ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Μεγάλου, τοῦ ἐπονομαζομένου καί «Διαλόγου», ὁ ἅγ. Αὐγουστῖνος πρῶτος Ἀρχιεπίσκοπος Κανταουρίας καί διοργανωτής τῆς ἐν Βρεττανία Ἐκκλησίας. Ἔκτοτε, λαμπρά πληθύς Ἱεραποστόλων Ἱεραρχῶν συγκαταριθμεῖται τῶ Βρεττανικῶ Ἁγιολογίω, ἐν οἷς, ὁ ἅγ. Πατρίκιος Ἐπίσκοπος καί διαφωτιστής τῆς Ἰρλανδίας, ὅστις διά τοῦ τριφυλλίου ἐδίδασκε τούς παγανιστάς διά τήν ἁγίαν Τριάδα, ὁ ἅγ. Δαυίδ διαφωτιστής τῶν Οὐαλλῶν, οἱ ἅγ. Νινιανός καί Κολουμβάς διαφωτιστές τῶν Σκώτων, ὁ ἅγ. Κεντιγέρνος ἐπίσκοπος Γλασκώβης, ὁ ἅγ. Ἀϊδανός Ἐπίσκοπος Λίντισφαρν, ἅγ. Κέδδος Ἐπίσκοπος Ἔσσεξ, ἅγ. Τσᾶδος Ἐπίσκοπος Λίτσφιλντ, οἱ ἅγιοι Θεόδωρος ὁ Ἕλληνας, Λαυρέντιος, Μελίτων, Ἰοῦστος, Ὀνώριος, Ντάνσταν, Ἀλφέγος, Ἀρχιεπίσκοποι Κανταουρίας κ.ἄ.
Ἐν τῶ Βρεττανικῶ Ἁγιολογίω μνημονεύεται ἐξίσου πληθύς ὁσίων καί ἀσκητῶν, καθότι ὁ μοναχισμός ἤκμασε εἰς τάς ἐν λόγω νήσους πολλά. ὡς ἐνδεικτική τῆς τοιαύτης ἀκμῆς δύναται θεωρηθῆναι ἡ ἀναφορά τοῦ μεγάλου Ἄγγλου ἱστορικοῦ ὁσίου Βέδα, ὅστις ἐν τῆ διατριβῆ αὐτοῦ «Ηistoria ecclesiastica gentis Αnglorum» καταγράφει ὅτι ἐν τῆ Μονῆ Βαγκόρ, «τοσοῦτοι πολλοί μοναχοί κατεβίουν, ὥστε διαχωρισθείσης τῆς Μονῆς εἰς ἑπτά πτέρυγας, ἑκάστης ἐχούσης ἴδιον προϊστάμενον, οὐδεμία τούτων ἠριθμοῦσεν ἔλαττον τῶν τριακοσίων ἀνδρῶν, οἴτινες συνετηροῦντο διά τῶν ἔργων τῶν χειρῶν αὐτῶν»(10).
Μεγάλη ἄνθησις τοῦ μοναχισμοῦ περετηρήθη ὅτε ὁ προμνημονευθείς μέγας Μοναστικός Πατήρ, ὅσ. Κολουμβάς ἐξ Ἰρλανδίας, ἴδρυσε τό μοναστικόν κέντρον τῆς νήσου Ἀϊόνα πλησίον τῶν ἀκτῶν τῆς Σκωτίας. Ἔκτοτε τό Βρεττανικόν Ἁγιολόγιον ἐνεπλουτίσθη καί ἐν αὐτῶ περιελήφθησαν διαλάμποντες πατέρες καί μητέρες ἐν οἷς οἱ ὅσ. Κουθβέρτος, ἡ ὁσ. Βριγίτη ἡ Ἡγουμένη, ὁ ὅσ. Γίλδας ὁ Σοφός, ὁ ὅσ. Σαδώκ ὁ Ἡγούμενος, ὁ ὅσ. Ἄλτος ὁ Ἡγούμενος, ἡ ὁσ. Λιόβα ἡ Ἡγουμένη, ἡ ὁσ. Ἔντιθ ἡ Παρθένος κ.ἄ.
Καίτοι τό χριστιανικόν ἱεραποστολικόν ἔργον ἤθελεν ἀντιμετωπίσει μεγάλας δυσκολίας, ἐάν εὐσεβεῖς Βρεττανοί Βασιλεῖς καί ἡγεμόνες οὐκ ἠβούλοντο συνδραμεῖν αὐτῶ. Ὁ ἅγ. Λούκιος, ὁ ἐπονομασθεῖς «Βασιλεύς τῆς Βρεττανίας», εἶναι ὁ πρῶτος Βασιλεύς τῆς προ-Σαξωνικῆς Βρεττανίας ὅστις μετεστράφη εἰς τόν Χριστιανισμό κατόπιν αἴτησής του πρός τοῦτο πρός τόν ἅγιον Ἐλευθέριον πάπα Ρώμης, ἐνῶ, ὁ ἅγ. Ἐθελβέρτος, Βασιλεύς τοῦ Κέντ, καταγράφεται ὡς ὁ πρῶτος Ἄγγλος μεταστραφείς εἰς τόν Χριστιανισμό ἡγεμών. Ὁ κατάλογος ἁγίων βασιλέων ἀποδεικνύεται ἐπιμήκης καί ἐν αὐτῶ διαλάμπουν ὁ Μάρτυς Ὄσβαλντ ὁ Βασιλεύς, ὁ ἅγιος Ἔτγκαρ ὁ Εἰρηνικός καί ἡ ὁσία Ἐλγίβα ἀμφότεροι Βασιλείς τῆς Ἀγγλίας, ἡ ὁσία Ἐδβούργα τοῦ Οὐίντσεστερ, ὁ ἅγ. Βασιλεύς Ἐδουάρδος ὁ Μάρτυς, οὗ τά λείψανα διασώζονται καί πλεῖστοι ἕτεροι. Ὁ ἅγ. Κωνσταντῖνος ὁ ἰσαπόστολος καί Θεόστεπτος Βασιλεύς, πρό τῆς μεταστροφῆς του εἰς τόν Χριστιανισμόν, ἐστέφθη Αὔγουστος του δυτικοῦ τμήματος τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας εἰς τό «ἐβόρακον», σημερινήν πόλη τῆς Ὑόρκης ἐν Μεγάλη Βρεττανία, μετά τήν ἐκδημίαν τοῦ πατρός αὐτοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Χλωροῦ τό 306, ἐνῶ τό 324 καθίσταται μονοκράτωρ τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας γενόμενος πρῶτος χριστιανός Ρωμαῖος Αὐτοκράτωρ.
Εἰς τάς αὐγάς τῆς δευτέρας χιλιετηρίδος, μέ τήν ὁλοκλήρωση πλέον τῆς ἀποσχίσεως τῆς Ρώμης, παρατηρεῖται ἡ ἐπικράτησις τοῦ Παπισμοῦ εἰς τάς Βρεττανικάς Νήσους. Οὕτως, «τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βρεττανίας ἐξαφανίζονται. ταυτοχρόνως ὑπεισέρχεται καί ἡ αἵρεσις, μέχρις ὅτου ἡ λαΐλαψ τοῦ Προτεσταντισμοῦ μέ τάς καταστρεπτικάς συνεπείας του, ἐσάρωσε καί ἐξηφάνισε τά πάντα»(11).
Κατά τόν παρελθόντα 20ον αἰ. παρετηρήθη μικρά ἀναζωπύρωσις τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς Βρεττανίαν, τῆ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κ.ἄ. τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀτυχῶς κινουμένων ἐντός τῆς Οἰκουμενιστικῆς αἱρέσεως. Χάριτι Θεοῦ ὅμως ἀπό τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 καί ἐντεῦθεν ἤρχισεν ἀναπτυσομένη εἰς Βρεττανίαν Γνησία Ὀρθόδοξος Ἱεραποστολή, ὑπό τήν πνευματικήν προστασίαν καί ποιμαντιμήν εὐθύνην τῆς ἁγιωτάτης Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, διά τοῦ Προκαθημένου Αὐτῆς, μακαριστοῦ Μητροπολίτου Κιτίου Ἐπιφανίου. Ἡ Ἱεραποστολή αὕτη ἀναπτυχθεῖσα μέ κέντρον τόν Ἱερόν Ναόν τῶν ἁγ. Κωνσταντίνου καί Ἑλένης ἐν Μπέρμιγχαμ, ἱδρυθέντος ὑπό τοῦ πατρός Σωτηρίου Χατζημιχαήλ, ὅστις ὑπῆρξε ὁ ἐνοριακός λειτουργός κατά τάς παρελθούσας τέσσαρας δεκαετίας, ἤδη πλουσίους ἀποδίδει καρπούς καί καθημερινῶς καταθέτει μαρτυρίαν Γνησίας Ὀρθοδόξου Πίστεως καί ἐν Χριστῶ ζωῆς, ἐνώπιον μιᾶς κοινωνίας ἐκκοσμικευμένης καί ἀδιαφόρου περί τά πνευματικά.
Ὅθεν ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς ἁπανταχοῦ Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μετά μεγάλης χαρᾶς καί ἱκανοποιήσεως, ἐδέχθη τήν πρότασιν τοῦ ὑπευθύνου τῆς Ἱεραποστολῆς ἐν Βρεττανία Σεβ. Μητροπολίτου Κιτίου κ. Παρθενίου καί εὐμενῶς ἀπεδέχθη τήν ἐμπεριστατωμένην εἰσήγησιν τοῦ ἐν τῶ ἀγρῶ τῆς Βρεττανικῆς Ἱεραποστολῆς ἐργαζομένου, ὁσιωτάτου ἱερομονάχου π. Σωζομένου Πολυβίου, περί θεσπίσεως ἡμέρας κοινῆς μνήμης Πάντων τῶν ἐν Βρεττανία Ἁγίων.
ΣΥΣΚΕΦΘΕΝΤΕΣ
Oὖν ἐν ἁγίω Πνεύματι καί λαβόντες σοβαρῶς ὑπ' ὄψιν ὅτι:
α) Κατά τήν παρελθοῦσαν Κυριακήν ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία λαμπρῶς ἑώρτασεν τήν μνήμην τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἵτινες τούς εἰκονομάχους καί πάντας τούς αἱρετικούς ἀναθεματίσαντες, τό Ὀρθόδοξον Δόγμα διετράνωσαν ἀσπασθέντες καί ἐπικροτήσαντες τάς ἀποφάσεις τῶν πρό αὐτῶν Συνόδων.
β) Αἱ Βρεττανικαί Νῆσοι, ἀπό τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ Παπισμοῦ, μαστίζονται ὑπό τῆς αὐτῆς αἱρέσεως ἀλλά καί τῶν ἐξ αὐτῆς δημιουργηθεισῶν Προτεσταντικῶν παραφυάδων αἴτινες, σύν ἄλλοις, ἀρνοῦνται καί ἀναθεματίζουν ὡς εἰδωλολατρείαν τήν προσκύνησιν τῶν ἱερῶν εἰκόνων.
γ) Ἡ θεσμοθέτησις ἑορτῆς καθ' ἧν θά τιμῶνται οἱ ἐν Βρεττανία ἅγιοι, οἵτινες «ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνω μαχαίρας ἀπέθανον(12)« διά τήν διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελικοῦ λόγου καί τήν θριάμβευσιν τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, ὡς ἀκριβῶς ἔπραξαν καί οἱ Θεοφόροι Πατέρες τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, θέλει καταστεῖ ἰσχυρή ἀπόδειξις ὅτι τοιοῦτος θρίαμβος θά ἐπέλθη καί εἰς τήν ὑπό ὁμοίων αἱρέσεων σήμερον μαστιζόμενην ἐκκλησίαν τῶν Βρεττανικῶν Νήσων, ἧς πῦλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσι, σύμφωνως τοῖς λόγοις τοῦ ἱδρυτοῦ Αὐτῆς καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
δ) Ἡ τιμή τῶν ἐν Βρεττανία Ἁγίων καί ἡ προβολή τῆς ζωῆς καί τοῦ παραδείγματος αὐτῶν, θέλει ἀφ' ἑνός μέν ὠφελήσει μεγάλως τήν ἐν γένει ἱεραποστολικήν προσπάθειαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, ἀφ' ἑτέρου δέ θέλει ἐφελκύσει, διά τῶν Θεοπειθῶν πρεσβειῶν Αὐτῶν, πλουσίαν τήν χάριν τοῦ Θεοῦ καί τήν εὐλογίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπί τῶ ἐν Βρεττανία τῆς Ἐκκλησίας ποιμνίω. τοῖς ἁγίοις πατράσιν ἑπόμενοι.
ΘΕΣΠΙΖΟΜΕΝ
Ὅπως ἀπό τοῦ νῦν καί ἐσαεί, πάντες οἱ ἐν Βρεττανία κηρύξαντες, ἀγωνισθέντες μαρτυρήσαντες καί ἐν γένει διαλάμψαντες Ἅγιοι, προασπιζόμενοι τήν Ὀρθόδοξον Πίστην, τιμῶνται κατά μῆνα Ὀκτώβριον, τῆ ἐπακολουθήση πρώτη Κυριακῆ τῶν Θεοφόρων Πατέρων τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Τῶ σκοπῶ τοῦτω συνετάχθη εἰδική ἀκολουθία καί ἱστορήθη Ἱερά Εἰκών, ἀφιερωμένη εἰς τήν Σύναξιν Πάντων τῶν ἐν Βρεττανικαῖς Νήσοις Ἁγίων, ἧν προτρέπομεν τῶ Χριστεπωνύμω πληρώματι ἀποδεχθῆναι καί ἀσπασθῆναι μετά χαρᾶς μεγάλης καί πίστεως.
Ταῖς Αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς, ΑΜΗΝ.
Η ΕΝ ΜΠΕΡΜΙΓΧΑΜ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΤΑΝΙΑΣ ΣΥΝΕΛΘΟΥΣΑ
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Διάπυροι πρός Κύριον εὐχέται
† Ὁ Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς ΚΗΡΥΚΟΣ, Πρόεδρος,
† Ὁ Μητροπολίτης Κιτίου ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ,
Τοποτηρητής Μεγ. Βρετανίας
† Ὁ Μητροπολίτης Μολδαβίας ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ, Μέλος
† Ὁ Μητροπολίτης Κένυας, ΜΑΤΘΑΙΟΣ, Μέλος
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Ψαλμός 67, 49.
(2) Ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ, «Ἔκδοσις ἀκριβήςτῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως», P.G. 94, 1164Β-1168C.
(3) «Πεντηκοστάριον», ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας.
(4) «Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τόμ. Ἰουνίου, σελ. 344.
(5) «Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τόμ. Μαρτίου, σελ. 158.
(6) «Νέος Συναξαριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τόμ. Ἰουλίου, σελ. 345-346.
(7) «Κύπρια Μηναία», τ. Μαρτίου, σελ. 42.
(😎 Χριστοφόρου Κ. Κομμοδάτου, Ἐπισκόπου Τελμησσοῦ, «Οἱ Ἅγιοι τῶν Βρεττανικῶν Νήσων», 1985, σελ. 9-11.
(9) «Τhe Book of the Saints - Α Dictionary of Servants of God canonized bu the Catholic Church, extracted from the Roman and other Μartyrologies». Compiled by the Benedictine Monks pf St. Αugustine's Αbbey, Ramsgate, London 1946.
(10) «Βede's Εcclesiastical Ηistory of Εngland», ed. by Α.Μ. Sellar, (1907) Chap. ΙΙ § 4.
(11) Χριστοφόρου Κ. Κομμοδάτου, αὐτ. σελ. 28.
(12) «Πρός Ἑβραίους», κεφ. 11, 37.
ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ
@ ΓΟΕΕ 2013
" Ὁ Κήρυξ τῶν Ὀρθοδόξων "
Ο "ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ" ΕΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕΝ ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΡΑΤΟΝ ΑΛΛΑΓΗΝ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ.
Δευτέρα 1 Αυγούστου 2022
ΟΜΟΛΟΓΙΑ, ΑΠΟΛΟΓΙΑ
Επίσκοπος Κηρυκος Εκκλησίας ΚατακομβωνΚήρυξ Γνησίων Ορθοδόξων
29 λ. ·
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΜΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΑΝΕΠΕΡΕΙΣΤΩΣ, ΜΕ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝ ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΜΕ ΣΥΚΟΦΑΝΤΟΥΝ ΩΣ "ΠΕΠΤΩΚΟΤΑ", ΩΣ "ΚΑΚΟΔΟΞΟΝ" ΩΣ "ΑΙΡΕΤΙΚΟΝ" ΩΣ "ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗΝ", ΩΣ "ΔΥΣΣΕΒΗΝ" ΚΑΙ "ΕΚΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ" ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΗΣ "ΑΝΟΙΑΣ ΡΗΤΑ", ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΩΣ ΕΔΗΛΩΣΑ ΑΠ ΑΜΒΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΙΚΗΝ ΘΕΙΑΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΤΑΥΡΟΠΗΓΙΑΚΗΝ ΙΕΡΑΝ ΜΟΝΗΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΚΟΡΩΠΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΝ 15ην ΙΟΥΛΙΟΥ 2022 ΕΠΙ ΤΗ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΑΓΙΟΥ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ...
ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΔΗΛΑΔΗ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΔΙΚΑΙΟΤΑΤΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΟΣΩΝ ΑΠΟ ΑΜΑΘΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΚΟΒΟΥΛΑ ΤΟΛΜΗΣΑΝ ΝΑ ΠΑΡΕΞΗΓΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΛΛΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
Φοβερό πράγμα εἶναι ὁ φθόνος, ἀγαπητοί, καί ἀνήσυχο, πού πάντοτε κινεῖται καί πότε δέν παύει νά ἐνεργῆ τό φυσικό του γνώρισμα. αὐτό εἶναι τό νά προσάπτη μῶμο στούς ἀμωμήτους, νά κατηγορῆ τούς ἀκατηγόρητους, καί αὐτούς τούς εὐσεβεστάτους καί ὀρθοδοξότατους νά τούς διαβάλλη ὡς κακοδόξους καί δυσσεβεῖς.
Γιά ἐπιβεβαίωσι αὐτοῦ εἶναι ἀρκετά τά παραδείγματα τῶν μεγάλων διδασκάλων καί Ἁγίων τῆς ἐκκλησίας μας, ἐννοῶ τοῦ Ἀθανασίου, τοῦ Βασιλείου, τοῦ Χρυσοστόμου καί τῶν ὑπολοίπων, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ ἦσαν εὐσεβέστατοι καί ὀρθοδοξότατοι, διαβάλλονται ἀπό τούς ἀντίπαλούς τους ὡς δυσσεβεῖς καί κακόδοξοι.
Ἄν λοιπόν αὐτοί οἱ τόσο μεγάλοι καί σπουδαῖοι Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας δέν μπόρεσαν νά γλυτώσουν ἀπό τόν φθόνο καί τίς συκοφαντίες, πῶς ἦταν δυνατό νά μείνουμε ἐμεῖς ἀνώτεροι ἀπό αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δέν εἴμαστε ἄξιοι οὔτε νά πλύνουμε τά πόδια τους;
Δέν εἶναι λοιπόν καθόλου παράξενο, ἄν καί ἐμεῖς, ἀπό τόν φθόνο καί τό πεῖσμα καποιων ἤ καί ἀπό μισος ἀκόμη παρακινούμενοι, κατηγορούμαστε καί συκοφαντούμαστε καί μέ δυσφημια καί κακόδοξα ὀνόματα. Ὑπάρχουν ἀκόμη καί μερικοί, οἱ ὁποῖοι χωρίς νά γνωρίζουν τήν αἰτία γιά τήν ὁποία ἐμεῖς κατηγορούμαστε καί συκοφαντούμαστε, μόνον ἐπειδή ἀκοῦν τα συκοφαντικά, ἀμέσως καί αὐτοί ἀκολουθοῦν τίς ἴδιες συκοφαντίες.
Ἔτσι μοιάζουν μέ ἐκείνους τούς ἀνόητους Ἀθηναίους, οἱ ὁποῖοι ἀγροῖκοι ὄντες, κατηγόρησαν τόν δίκαιο Ἀριστείδη καί ἔγραψαν ἐναντιον τοῦ στό ὀστρακο οτι ἀξίζει νά ἐξοστρακισθῆ καί νά ἐξορισθῆ ἀπό τήν Ἀθηνα. Καί μολονότι δέν τόν γνώριζαν καθόλου προηγουμένως, ἄκουγαν ὅμως μόνο ἀπό τούς ἄλλους ὅτι εἶναι ἄξιος ἐξοστρακισμοῦ καί ἐξορίας, ὅπως ἀναφέρεται γι’ αὐτόν στά Παράλληλα του Πλουτάρχου.
Γιά τόν λόγο αὐτό, γιά νά γίνη γνωστή ἡ ἀλήθεια, ἀναγκαζόμαστε νά ἐκθέσουμε ἐδῶ τήν παροῦσα ἰδιόχειρη Ὁμολογία τῆς Πίστεώς μας καί νά ἀπολογηθοῦμε μέ λίγα λόγια, τί πιστεύουμε γιά ὅσα κατηγορούμαστε ἄδικα. Διότι ἀκοῦμε ἀπό τόν κορυφαῖο Πέτρο νά παραγγέλη: «Νά εἰσθε πάντοτε ἕτοιμοι γιά ἀπολογία σέ ὁποιονδήποτε σᾶς ζητά λόγο» (Ἀ’ Πέτρ. 3,15), ὥστε ὅσοι μέ πάθος διαδίδουν αὐτά ἐναντίον μας, νά κλείσουν τά στοματά τους, φοβούμενοι τόν Θεό καί τήν μελλοντική ἀνταπόδοσι καί οἱ ἄλλοι ἀδελφοί, πού σκανδαλίζονται ἀπό ἄγνοια καί ψυχραίνονται ἀπό ὅσα λέγονται ἐναντίον μας, νά σταματήσουν νά σκανδαλίζωνται, βλέποντας πλέον νά ἀποκαλύπτωνται καί μέ τόν λόγο καί μέ τήν γραφή τά φρονήματα πού ὑπάρχουν στήν καρδία μας. Διότι σύμφωνα μέ τόν Ἀπόστολο «μέ τήν καρδία ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ὅ,τι ὁδηγεῖ στήν δικαίωσι, μέ τό στόμα δέ ὁμολογεῖ ὅ,τι ὁδηγεῖ στήν σωτηρία» (Ρώμ. 10,10).
Πρώτον. Ὁμολογοῦμε καί κηρύττουμε καί παραδεχόμαστε τά δώδεκα Ἄρθρα πού ὑπάρχουν στό κοινό σύμβολο τῆς Πίστεως, δηλαδή ἐκεῖνα πού περιέχονται στό «Πιστεύω εἰς ἔνα Θεόν», τά ὁποία τά διαβάζουμε καθημερινά καί μόνοι μας καί ἀπό κοινοῦ καί στούς ἱερούς ναούς τοῦ Θεοῦ, ὅπου θά τύχη νά βρεθοῦμε. Διότι ἀκοῦμε τόν ἱερό Χρυσόστομο νά λέη: «Οἱ φρικτοί κανόνες πού ὑπάρχουν στό σύμβολο, εἶναι δόγματα πού κατῆλθαν ἀπό τόν Οὐρανό» (Ὁμιλία μ’ εἰς τῆς πρός Ἀ’ Κορινθιους).
Δεύτερον. Ὁμολογοῦμε καί παραδεχόμαστε ὅλα τά ἀλλα δόγματα, ὅσα ὁμολογεῖ (παραδέχεται) καί κηρύττει ἡ ἅγια του Χριστοῦ Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, τόσα ὅσα ἀναφέρονται στήν ὑψηλή καί Τριαδική Θεολογία, δηλαδή περί Πατρός , Υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος, τῶν ὁποίων μιά εἶναι ἡ θεότητα, σύμφωνα μέ τόν 5ο κανόνα τῆς Δεύτερης Οἰκουμενικῆς Συνοδοῦ, ὅσο καί τά δόγματα πού ἀφοροῦν τήν βαθεια καί ἐνσαρκη Οἰκονομία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Καί γιά νά ἀναφέρω τόν λόγο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ Πατρός τῆς Ἐκκλησίας. «Πιστευομεν, ὡς ἐβαπτισθημεν καί δοξαζομεν ὡς πεπιστευκαμεν» (Λόγος ἅ΄ Ἀσκητικός).
Τρίτον. Ὁμολογοῦμε καί παραδεχόμαστε μέ εὐσεβῆ λογισμό τά ἑπτά θειά καί ἱερά μυστήρια της Ἐκκλησίας μας, τά ὁποία εἶναι: Τό ἅγιο Βάπτισμα, Τό ἅγιο Μύρο, ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ Ἱερωσυνη, ὁ νόμιμος Γάμος, ἡ ΜΕτανοια καί τό Εὐχέλαιο. Καί αὐτά τά τιμοῦμε καί τά ἐπιβραβεύουμε μέ ὅλη τήν πίστι καί τήν εὐλάβεια, ἐπειδή βοηθοῦν ἀπαραίτητα στήν σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, καί ἔρχεται ἀπό αὐτά, σύμφωνα μέ τήν τάξι πού ἐνεργεῖται καί φυλάσσεται στήν ἀνατολική του Χριστοῦ Ἐκκλησιά.
Τέταρτον. Διατηροῦμε τίς Ἀποστολικές παραδόσεις τίς ὁποῖες διδαχθήκαμε εἴτε μέ λόγο εἴτε μέ ἐπιστολή τῶν θειων καί ἱερῶν Ἀποστολων, καί μένουμε πιστοί σέ ὅσα μάθαμε καί βεβαιωθήκαμε, ὅπως παραγγελει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σ’ ἐμᾶς καί σέ ὅλους τους χριστιανούς καί στήν Ἅ΄πρός Κορινθιους καί στήν Β΄ πρός Θεσσαλονικεις καί στήν Β΄ πρός Τιμόθεον.
Πέμπτον. Μαζί μέ τίς παραδόσεις τῶν Ἀποστολῶν κρατοῦμε καί παραδεχόμαστε τίς Παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή αὐτές πού καθωρισθηκαν ἀπό τούς διαδόχους τῶν Ἀποστόλων. Δηλαδή τοῦ κακοδόξου Μοντανου, πού ἄκμασε κατά τόν 2ον αἰώνα καί τό φρόνημα τοῦ ἦταν τό νά ἀθετῆ τίς παραδόσεις καί τά ἤθη τῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μέ τόν Εὐσέβιο (Βιβλ. Ἔ΄ κέφ. ἴε΄ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας). Διότι τά δόγματα καί οἱ παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους, κάθε ἄλλο, μᾶλλον τό ἕνα συμπληρώνει τό ἄλλο.
Διότι τά δόγματα τῆς Πίστεως ἀποτελοῦν τίς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ οἱ Παραδόσεις τῆς ἐκκλησίας στηρίζονται πάνω στά δόγματα τῆς πίστεως, ἀλλά καί τά δυό μαζί ἔχουν τήν μιά καί τήν ἴδια δύναμι στό θέμα τῆς πίστεως. Γι’ αὐτό καί εἶπε ὁ μέγας Βασίλειος ὅτι «καί τά δυό αὐτά ἔχουν τήν ἴδια ἰσχύ στό θέμα τῆς πίστεως» (κανών 91). Διότι, ὅπως οἱ μεγάλες πέτρες στέκονται μαζί μέ τίς μικρές καί οἱ δυό μαζί ἀποτελοῦν τήν οἰκοδομή, διότι ἄν θελήση κάποιος νά γκρεμίση τίς μικρές, συγχρόνως γκρεμίζει καί τίς μεγάλες, ἔτσι καί τά δόγματα τῆς Πίστεως παραμένουν μαζί μέ τίς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, καί ἄν θελήση κάποιος νά ἀθετήση τίς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἀθετεῖ μαζί μέ αὐτές καί τά δόγματα τῆς Πίστεως. Γι’ αὐτό καί εἶπε πάλι ὁ μέγας Βασίλειος: «Ἐάν ἐπιχειρήσουμε νά ἀθετήσουμε τά ἄγραφα ἀπό τά ἔθιμα, ἐπειδή τάχα δέν ἔχουν μεγάλη δύναμι, κατά λάθος θά προξενούσαμε μεγάλη ζημία στό Εὐαγγέλιο. Μᾶλλον θά μετατρέπαμε τό κυρηγμα σέ ἕνα ψιλό ὄνομα» (καν. 91).
Ἕκτον. Κρατοῦμε καί παραδεχόμαστε ὅλους τους ἱερούς κανόνες τῶν πανευφημων Ἀποστόλων, τῶν Ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνοδῶν, τῶν Τοπικῶν καί τῶν Ἅγιων καί θεοφορων Πατέρων, πού ἔζησαν σέ κάθε τόπο , τῶν κανόνων πού περιέχονται στόν 2ο κανόνα τῆς Ἕκτης Οἰκουμενικῆς Συνοδοῦ καί τούς Κανόνες πού ἐπικυρώθηκαν στόν ἅ΄ κανόνα τῆς Ἕβδομης. Μαζί μέ τούς Κανόνες παραδεχόμαστε καί τά Πρακτικά τῶν ἴδιων Συνοδῶν, διότι ἔχουν τήν ἴδια δύναμι καί τα δυό.
Ἕβδομο. Καί γιά νά μιλήσουμε γενικά. Ὅλα ὅσα ἡ Ἅγια Καθολική, Ἀποστολική καί Ἀνατολική Ἐκκλησία, ἡ κοινή καί πνευματική μας Μητέρα, παραδέχεται καί ὁμολογεῖ, αὐτά καί ἐμεῖς μαζί μέ αὐτήν παραδεχόμαστε καί ὁμολογοῦμε. Ὅσα πάλι αὕτη ἀποστρέφεται καί ἀποκηρύττει, παρόμοια καί ἐμεῖς αὐτά τά ἀποκηρύττουμε καί τά ἀποστρεφόμαστε μαζί μέ αὐτήν ὡς εἰλικρινῆ καί γνήσια τέκνα της...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
ΜΙΑ ΕΝ ΕΤΕΙ 2008 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΝ ΚΑΝΤΙΩΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΜΟΥ ΔΙΑΔΟΧΗΣ
Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026 ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΕΝ ΕΤΕΙ 2008) ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΤΩΝ ΓΟΧ ΚΗΡΥΚΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΡΩΗΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΝ ΦΛΩΡΙΝΗΣ (ΤΟΥ Ν.Η.) κ. ΑΥΓΟΥΣ...
-
Άγιες Τεσσαράκοντα Παρθένες (1η Σεπτεμβρίου) Αδαμαντίνη, Αθηνά, Ακριβή, Αντιγόνη, Αριβοία, Ασπασία, Αφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ελπινίκ...
-
ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ Ἄγγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε· καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θ...
-
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΑΤΤΙΚΗΣ ΤΗΛ. 210.6020176...