Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Η ΕΛΛΑΣ ΘΑ ΓΙΝΗ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ ΗΓΕΤΙΔΑ ΧΩΡΑ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


Ο ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗΝ
ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΙΩΤΙΣΣΗΣ ΤΗΣ  ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΟΧ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ, ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΧΑΡΝΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΕΙΣ ΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΡΙΜΝΗ ΤΗΣ «ΣΤΕΓΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε» ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ ΑΓΙΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ.  ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ: ΑΝΔΡΕΟΥ ΣΥΓΓΡΟΥ 55-59 ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΑΧΑΡΝΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ

ΤΕΥΧΟΣ   1000   ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2018 (Ε.Η.)

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ: Η ΕΛΛΑΣ ΘΑ ΓΙΝΗ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ
ΗΓΕΤΙΔΑ ΧΩΡΑ ΔΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Προφητείες
Συγκλονίζει η προφητεία για την Ελλάδα: «Το πλήρωμα του χρόνου…»
Δημοσίευση: 16 Οκτωβρίου 2018, 11:00 πμ
Αγαθάγγελος υπήρξε Έλληνας μοναχός από την Ρόδο, και έγραψε τις προφητείες του την Κυριακή της Ορθοδοξίας του έτους 1279, όταν ήταν 79 ετών, στην Μεσσήνη της Ιταλίας.
Οι προφητείες του είχαν χαθεί και βρέθηκαν στο Μιλάνο το 1555, τις οποίες μετέφρασε στα ιταλικά ο μοναχός Ιάκωβος ο Παλαιώτης που ανήκε στην τάξη του Αγίου Βενεδίκτου. Το 1751 τις μετέφρασε στα ελληνικά ο επίσκοπος Πολυανής και Βαρδάρων Θεόκλειτος ο Πολυειδής.
Οι προφητείες του αρχίζουν με αυτά που επρόκειτο να συμβούν στο Βυζάντιο. Έγραψε ο Αγαθάγγελος «Κωνσταντίνος θα ιδρύσει και Κωνσταντίνος θα χάσει το Βυζαντινό Βασίλειο της Ανατολής».
«Υιός του ανθρώπου» που γράφει παρά κάτω, αποκαλείται ίδιος ο Αγαθάγγελος από τον απεσταλμένο του Θεού που του υπαγορεύει τις προφητείες.
Συνεχίζει ο Αγαθάγγελος «Αρίθμησε Αγαθάγγελε από τον πρώτο Κωνσταντίνο έως το δωδέκατο όμοιο όνομα και θα βρεις πότε θα συμβεί (η πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας). Ο Θεός αποφάσισε και το Θείο του θέλημα είναι σταθερό και δεν θ’ αλλάξει».
Η πτώση του Βυζαντίου έγινε κατά των βασιλεία του ενδεκάτου Κωνσταντίνου και όχι του δωδεκάτου, αλλά αν προσέξει κανείς την προφητεία ο Αγαθάγγελος χρησιμοποιεί την λέξη «ομοίου ονόματος» και όχι «ιδίου» που σημαίνει ότι προσμετράται και ο τρίτος αυτοκράτορας που ονομαζόταν Κώνστας. Άρα η προφητεία του Αγαθαγγέλου επαληθεύθηκε επακριβώς.
Παρακάτω ο Αγαθάγγελος δίνει ακριβή ημερομηνία για το πότε επρόκειτο να πέσει το Βυζάντιο, κατά την διάρκεια της τότε χιλιετίας. Έγραψε ο Αγαθάγγελος «Θα πέσει το τεράστιο Βυζάντιο κατά την τέταρτη εκατοντάδα του πεντηκοστού δευτέρου έως του τρίτου έτους (δηλαδή, 1452 -145) στα χέρια των Σαρακηνών (Τούρκων) διότι οι οικογένειες θα είναι διεφθαρμένες, οι εκκλησίες μιασμένες και οι πιστοί (ορθόδοξοι χριστιανοί) θα διώκονται σίγουρα έως την όγδοη εκατοντάδα (εννοεί το 1800) επειδή θέλει ο Θεός να γνωρίσει ο λαός (οι ορθόδοξοι χριστιανοί) την δικαιοσύνη του και να αισθανθεί το βάρος του παντοδύναμου χεριού του, για να μετανοήσει και να επανέλθει προς τον Θεό, από τον οποίον θα γίνει πάλι ευπρόσδεκτος».
Από εδώ και κάτω αφορούν τα προφητευόμενα την τωρινή Ελλάδα.
«Αλλά Αγαθάγγελε μη φοβάσαι, θα ξαναεπιστρέψει ο λαός (Έλληνες ορθόδοξοι χριστιανοί) προς την χάριν του Θεού, και θα γίνει ενδοξότερος από ότι ήταν πριν, και υπό του κοσμικού κράτους, το οποίο θα διαφθαρεί, πρόκειται ο Θεός να υποτάξει πάλι πολλά έθνη, περισσότερα από ότι πρώτα».
Εδώ ο Αγαθάγγελος μας ενημερώνει ότι ο ορθόδοξος λαός, οι Έλληνες, θα «ξαναεπιστρέψει» στον Θεό, που σημαίνει ότι πάλι οι Ορθόδοξοι θα παρεκκλίνουν από τον δρόμο του Θεού μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, και το κράτος τους (η Ελλάς) θα διαφθαρεί. Ότι ακριβώς συμβαίνει τώρα! Αλλά πάλι οι Έλληνες θα μετανοήσουν και θα επιστρέψουν στον δρόμο του Θεού και τότε ο Θεός θα δοξάσει την Ελλάδα όσο ποτέ άλλοτε και υπό της Ελλάδος θα υποταχθούν περισσότερα από ποτέ έθνη. Εδώ υπονοεί τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας, καθόσον μετά τον μεγάλο πόλεμο ο Καθολικισμός θα εξαφανισθεί. Ο τωρινός Πάπας είναι ο τελευταίος.
Σύμφωνα με τα γραφόμενα λοιπόν, βρισκόμαστε στην διαφθορά της Ελλάδος. Τα δεινά των Ελλήνων μέλλει θα ενταθούν και μόνο όταν καταλάβει ο λαός ότι όλοι αυτοί που πασχίζουν για το «καλό» μας, μας οδηγούν στον όλεθρο, και επιστρέψει μετανοημένος στον δρόμο του Θεού, γιατί αυτό θα προκύψει τελικά μέσα από τις επερχόμενες δυσβάστακτες δυσκολίες της ζωής, τότε ακριβώς θα δικαιωθεί η Ελλάς και θα γίνει μεγάλη και ένδοξη δικαιωμένη πλέον από των επί αιώνων αδικιών εις βάρος της.
Τα κείμενα έχουν παρθεί από βιβλίο που εκδόθηκε το 1877. Τα ονόματα των εκδοτών δεν υπάρχουν καθότι λείπουν σελίδες από το βιβλίο. Τα γραφόμενα στον πρόλογο από τους εκδότες του βιβλίου είναι σημαντικά και εξίσου προφητικά. Λες και τα έγραψαν σήμερα. Μετά από 140 χρόνια δεν έχει αλλάξει τίποτα!
Έγραψαν οι εκδότες: « Ευρώπη, Ευρώπη, τι κακό σ’ έκανε ο Ελληνισμός και έκοψες το νήμα της υπάρξεώς του και τον καταδίκασες σε μαρασμό; Τι κακό σου έκαναν οι Έλληνες και παρέδωσες την (Βυζαντινή) αυτοκρατορία τους στα μιαρά φονικά χέρια των αγρίων Αγαρηνών;
Τώρα όμως όταν το πλήρωμα του χρόνου πλησιάζει, όταν όλη η γη θα συνταράσσεται, όταν το τέρας της Τουρκίας θα σπαρταράει και θα ψυχορραγεί, λαέ πρόσεχε. Ο πατριωτισμός, αν δεν θερμαίνει τα στήθη των ηγετών σου, ας μη πάψει να θερμαίνει τα δικά σου. Με τον πατριωτισμό και την πίστη προς τον Θεό τα αδύνατα γίνονται δυνατά και τα ακατόρθωτα κατορθωτά».
Συμπερασματικά, στο τέλος θα νικήσουμε και η Ελλάς θα γίνει ηγέτιδα χώρα δια της Ορθοδοξίας.
                                   
Διά την διαδικτυακήν Εφημερίδα «Ο ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ»
Ὁ ἐλάχιστος ἐν Ἐπισκόποις + ‘Επίσκοπος Κήρυκος Κοντογιάννης Μητροπολίτης Μεσογαίας, Λαυρεωτικῆς και Αχαρνων Τοποτηρητής τῆς Αρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν και Πρόεδρος της Πανορθοδόξου Ιεράς Συνόδου της Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

ΔΙΑΤΙ ΔΙΕΚΟΨΑΜΕΝ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑΝ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΝΙΚΟΛΑΙΤΩΝ


Ο ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗΝ
ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΙΩΤΙΣΣΗΣ ΤΗΣ  ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΟΧ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ, ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΧΑΡΝΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΕΙΣ ΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΡΙΜΝΗ ΤΗΣ «ΣΤΕΓΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε» ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ ΑΓΙΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ.  ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ: ΑΝΔΡΕΟΥ ΣΥΓΓΡΟΥ 55-59 ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΑΧΑΡΝΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ

ΤΕΥΧΟΣ   984   ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2018 (Ε.Η.)

ΔΙΑΤΙ ΔΙΕΚΟΨΑΜΕΝ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΣΧΙΣΜΑΤΟΑΙΡΕΤΙΚΩΝ
ΤΗΣ ΟΜΑΔΟΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

(Παραθέτομεν μίαν Επιστολήν του Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Κηρύκου προς τους Ορθοδόξους εν Χριστω αδελφούς υπ’ αριθμ. Πρωτ. 30/2006 διά της οποίας δίδεται η απάντησις εις το ερωτημα «διατί διεκόψαμεν την κοινωνίαν μετά των Νικολαιτων)

+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΗΡΥΚΟΣ
ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Δ/ΝΣΙΣ: ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ
ΚΟΡΩΠΙ Τ.Κ.19400 Τ.Θ. 54 ΤΗΛ. 210.6020176, 210.2466057

Ἀριθμ. Πρωτ. ΕΠ/30     Ἐν Κορωπίῳ τῆ Κυριακῆ τῶν Βαίων 2006

ΠΡΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΑΔΕΛΦΟΥΣ
(ΔΙΑ ΤΗΝ ΜΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΨΕΥΔΑΡΧΙΕΠΙΚΟΠΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ)

‘Αγαπητοί ἐν Χριστῶ ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίω πνευματικά, εἴθε ὁ Χριστός νά παραμένη πάντοτε ἀνα΄μεσά μας, νά μᾶς ...
Γράφω ταῦτα ἐν πολλῆ ἀγωνία, διότι «αἱ ἡμέραι (λίαν) πονηραί εἰσί», διό, ὅπως βλέπομεν, καί πολλοί ἐκ τῶν ἐκλεκτῶν, ὄχι ἁπλῶς πλανῶνται ἀλλά καί πολέμιοι τῆς Ἐκκλησίας καί ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ ἀναδεικνύονται!...
Εἰς τήν παροῦσαν μου ἐπιστολήν θά ἀναφερθῶ εἰς τό θέμα τοῦ χρέους τῶν ὀρθοδόξων νά διακόπτον κοινωνίαν μετά αἱρετικῶν καί βλασφήμων, ὡς εἶναι ἐν προκειμένω ὁ ψευδαρχιεπίσκοπος Νικόλαος, ἵνα μή κολασθοῦν μαζί των. Θά σᾶς εἴπω ὄχι προσωπικάς μου ἀπόψεις, ἀλλά τήν ἀναμφισβήτητον ὁμόφωνον διδασκαλίαν, ἐντάλματα – γνώμας, τῶν Ἁγίων Πατέρων, ὅσον ἀφορᾶ τό χρέος τῆς διακοπῆς κοινωνίας τῶν Ὀρθοδόξων (‘Επισκόπων, Ἱερέων, Μοναχῶν καί λαϊκῶν) ἀπό τῶν αἱρετικῶν, ἤ ἀπό τῶν «προσποιουμένων ὁμολογεῖν», ἤ ἀπό τῶν συμφρονούντων καί κοινωνούντων μετ’ αὐτῶν, ἤ ἀπό τῶν ἀρνουμένων νά καταδικάσουν τά αἱρετικά καί βλάσφημα φρονήματα των, ἤ ἀπό τῶν σιγώντων ὅταν μάλιστα προδίδεται ἡ Πίστις.
Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀπευθυνόμενος πρός τόν Ἡγούμενον Θεόφιλον, ὁ ὁποῖος, προφάσει διατηρήσεως τῆς Μονῆς καί διασώσεως τῶν Μοναχῶν δέν ἔκοπτεν τήν μετά τῶν αἱρετικῶν (Εἰκονομάχων) τῆς ἐποχῆς του κοινωνίαν, γράφει: «Ὦ τῆς πωρώσεως! ὦ τῆς θεομαχίας! Χριστός ἤρνητο ... ἐπίσκοποι περιορίζοντο καί ἡγούμενοι ταυτοπαθοῦντες... μοναχοί καί μονάζουσαι, λαϊκοί καί λαϊζουσαι..., οἱ μέν τυπτόμενοι, οἱ δέ φρουρούμενοι΄ ἄλλοι λιμοκτονούμενοι, ἕτεροι ξεόμενοι, ἄλλοι θαλαττευόμενοι ... ἕτεροι θανατούμενοι... καί σύ, ὦ τρισάθλιε, ἐαλωκώς τῆ ψυχοφθόρω κοινωνίᾳ, καί μένων εἰς τό ὀλετήριον, ἐπ΄ ἅν οὕτως, ἀλλ’ οὐ μοναστήριον, λέγεις εὖ ἔχειν... Ποῖον δέ καί διεσώσω ναόν, τόν ναόν τοῦ Θεοῦ, μιάνας σεαυτόν; Τίνας δέ καί ἀδελφούς ἐφυλάξω, διεφθορότας τῆ ὀλεθρίᾳ σου κοινωνία, κἄν ἐν βρώμασι; σκάνδαλον τοῦ κόσμου, ὑπόδειγμα ἀρνήσεως, προτροπή ἀπωλείας, σάρξ ἀλλ’ οὐ πνεῦμα, σκοτήρ, ἀλλ’ οὐ φωστήρ. Ταῦτα αὐτή ἡ ἀλήθεια βοᾶ πρός τούς οὕτως ἀσεβοῦντας΄ οὕς εἰ μή μετανοήσουσιν ἐπιλέγειν οὕτως ἄθεα, οὐ χριστιανούς ἡγητέον» (P.G. 99, 1337 C).
Μέ πιό ἁπλᾶ λόγια τοῦ λέγει: «Σύ ὦ τρισάθλιε, αἰχμαλωτισθείς εἰς τήν ψυχοφθόρον κοινωνἰαν τῆς αἱρέσεως καί διαμένων εἰς τό ὀλετήριον, ὡς πρέπει νά λεχθῆ, καί ὄχι Μοναστήριον, κομπάζεις ὅτι εἶσαι καλά! ... Ποῖον ναόν διετήρησας, ἀφοῦ ἐμίανας τόν ναόν τοῦ Θεοῦ πού εἶσαι σύ ὁ ἴδιος; Ποίους δέ ἀδελφούς διέσωσας, ἀφοῦ κατεστράφησαν διά τῆς ὀλεθρίας σου κοινωνίας μετά τῆς αἱρέσεως;». Δέν νομίζω, Σεβασμιώτατε, νά εἶναι μικρότερος ὁ «ὀλετήρ» τῶν βλασφημιῶν τοῦ «Πειραιῶς» καί τῶν ὁμοφρόνων του κατά τῆς ‘Εκκλησιολογίας καί τῆς ‘Αποστολικῆς των Διαδοχῆς, ἀλλά καί γενικώτερον κατά τῆς ὀρθοδόξου δογματικῆς διδασκαλίας;
Ὁ ἴδιος Ἅγιος Πατήρ εἰς ἄλλην περίπτωσιν γράφει: «Καἰ τώρα ἄκουσέ με, τιμιώτατε πάτερ, νά ὁμιλήσω πιό ἐλεύθερα. Δέν τυγχάνει ἐκτός εὐθύνης, τό νά συλληφθῆς ἀπό ἀνθρώπους τοῦ βασιλέως, καί νά παραμείνης παρά ταῦτα ἐλεύθερος....». Ὅπως ἀκριβῶς συνέβη τό 1974, ὅτε ὁ πολύς τότε Πειραιῶς κ. Νικόλαος, ἄν καί ἐμηνύθη ὑπό τοῦ τότε νεοημερολογίτου «Πειραιῶς» Χρυσοστόμου Ταβλαρουδάκη «ἐπί ἀντιποιήσει ἐκκλησιαστικοῦ ἀξιώματος», ὄχι μόνον δέν ἐδιώχθη, ἀλλά καί ἠθωώθη καί ἀνεγνωρίσθη ὡς «Κανονικός παλαιοημερολογίτης Ἐπίσκοπος», διότι ἀπεδέχθη ὅτι τό 1937 ὁ ἀοίδιμος Βρεσθένης προεκάλεσε σχίσμα καί ἵδρυσε μίαν δευτέραν ‘Εκκλησίαν Παλαιοημερολογιτῶν, καί ὅτι τοῦτο, ὅπως καί ἡ ‘Αποστολική του Διαδοχή, «ἐθεραπεύθη» διά τῆς κατά τό 1971 «χειροθεσίας» ὡς ἐπί σχισματικοῦ!... Δέν δύναμαι παρά νά ἐμπτύσω τρίς εἰς τά τοιαῦτα ὑπαγορεύματα τοῦ διαβόλου καί νά τά παραδώσω εἰς τό ἀνάθεμα.
Καί προηγουμένως ὁ Ἅγιος λέγει: «Ἐάν ἡ ὁσιότης σου οὐδέν ἔπαθε ἐκ τῶν ἀνωτέρω (τῶν βασάνων δηλαδή εἰς τά ὁποῖα ὑπεβάλοντο οἱ πιστοί), μετά τήν σύλληψιν, συγχώρα με, ἀλλά ἐπλανήθης ἀδελφέ. Καί μή μοῦ δικαιολογεῖσαι ὅτι διατηρεῖς ἀσφαλεῖς τάς ἐκκλησίας καί τάς ἁγιογραφίας τῶν ναῶν, ὡς καί τό μνημόσυνον τοῦ Πατριάρχου. Τά παρόμοια καί ἄλλοι πεπτωκότες φλυαροῦσιν. Τά ἀνωτέρω δέν δύνανται νά διατηρηθοῦν, ἐκτός ἐάν ἐγένετο προδοσία τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας. Διότι σέ παρακαλῶ ποία ἡ ὠφέλεια, ὅταν ἐμεῖς πού λεγόμεθα καί εἴμεθα ναός τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε καταστραφεῖ (διά τῆς μή ὁμολογίας) μέ τό νά περιποιούμεθα ἀψύχους ναούς... Ἀλλοίμονον, ἄλλοι νά ἀποθνήσκουν, ἄλλοι νά ἐξορίζωνται, ἄλλοι νά μαστιγώνωνται, ἄλλοι νά φυλακίζωνται, ἄλλους νά φιλοξενοῦν τά ὅρη, αἱ ἐρημίαι, οἱ βράχοι καί τά σπήλαια, καί ἐμεῖς διαμένοντες στά σπίτια μας νά νομίζωμεν ὅτι θά παραμείνωμεν ἀβλαβεῖς;... Ταῦτα εἶπον ἀπό ἀγάπην πρός σέ καί ὡς ὐπενθύμισιν, ὅτι οἱ τά τοιαῦτα πράττοντες εἶναι ἄξιοι τιμωρίας» (P.G. 99, 1365). Σεβασμιώτατε, ἀδελφέ, πρόσχωμεν!
Ὁ ἴδιος ἅγιος (Θεόδωρος ὁ Στουδίτης), γράφει δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἁπλῶς κοινωνοῦν μέ τούς αἱρετικούς: «Ἐχθρούς γάρ τοῦ Θεοῦ, ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας μεγάλῃ καί πολλῆ τῆ φωνῆ ἀπεφήνατο». (P.G. 99. 1049 Α). Καί ἀλλοῦ λέγει: «Οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν΄ οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς ού κατεποντίσθησαν, ὅμως τῆ κοινωνία τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, 1164 Α). Δηλαδή: «Ἄλλοι μέν ἐναυάγησαν περί τήν πίστιν τελείως, ἄλλοι δέ, καίτοι ἐσωτερικῶς δέν ἀσπάσθηκαν τήν κηρυττομένην κακοδοξίαν, συναπωλέσθησαν ὅμως μέ τούς λοιπούς λόγω τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μετ’ αὐτῶν» (P.G. 99, 1164A).
Ἄς ἀκούσωμεν, ὅμως, καί τήν σχετικήν διδασκαλίαν τοῦ ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διϊστασθαι» (P.G. 160. 105 C). Καί ἀλλαχοῦ: «Φεύγετε καί ὑμεῖς ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἰδού ἐγώ, Μάρκος ὁ ἁμαρτωλός λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ Πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως, ἔνοχος ἔστι πάντα τά τῶν Λατίνων ἐκπληρῶσαι μέχρι καί αὐτῆς τῆς κουρᾶς τῶν γενείων καί ὁ λατινοφρονῶν μετά τῶν Λατίνων κριθήσεται καί ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται» (P.G. 160, 1097 D, 1100 Α).
Ὁ ἴδιος Ἅγιος (Μάρκος ὁ Εὐγενικός) εἰς ‘Εγκύκλιόν του, ὤν ἐξόριστος γράφει: «Ἀλλ’ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἡ τῆς ἀληθείας δύναμις οὐ δέδεται... οἱ περισσότεροι τῶν ἀδελφῶν θαρροῦντες εἰς τήν ἐξορία μου... ἐκδιώκουν τούς παραβάτας τῆς ὀρθῆς πίστεως ὡς καθάρματα, μήτε συλλειτουργεῖν αὐτοῖς ἀνεχόμενοι, μήτε μνημονεύοντες ὅλως αὐτῶν ὡς χριστιανῶν». Καί μάλιστα οὔτε εἰς τήν κηδείαν του ἤθελε νά παρευρεθοῦν. Ὁ ἴδιος προέτρεπεν τούς ὀρθοδόξους νά ἀποφεύγουν τήν κοινωνίαν μετά τῶν αἱρετικῶν, διότι οὕτω διασφαλίζουν τήν κοινωνίαν των μετά τοῦ Θεοῦ: «Πέπεισμαι γάρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιϊσταμαι τούτου (τοῦ Πατριάρχου) καί τῶν τοιούτων, ἐγγίζω τῶ Θεῶ καί πᾶσι τοῖς πιστοῖς καί ἁγίοις Πατράσι΄ καί ὥσπερ τούτου χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῆ ἀληθεία καί τοῖς ἁγίοις» (P.G. 160, 536). Εἰς τήν ἰδίαν ‘Εγκύκλιον ἔλεγε: «Φεύγετε καί ὑμεῖς ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων».
Προηγουμένως ὅμως ἄλλοι μεγάλοι Πατέρες τῆς ‘Εκκλησίας, λέγουν καί διά τούς τότε καί δι’ ἡμᾶς σήμερον:
Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει πρός τόν λαόν τῆς Κων/λεως: «’Ασπίλους καί ἀμώμους ἑαυτούς τηρήσατε, μή κοινωνοῦντες τῶ μνημονευθέντι (Νεστορίῳ) μήτε μήν ὡς διδασκάλῳ προσέχοντες... Τοῖς δέ γε τῶν κληρικῶν, εἴτε λαϊκῶν διά τήν ὀρθήν πίστιν κεχωρισμένοις ἤ καθαιρεθεῖσι παρ’ αὐτοῦ, κοινωνοῦμε ἡμεῖς, οὐ τήν ἐκείνου κυροῦντες ἄδικον ψῆφον, ἐπαινοῦντες δέ μᾶλλον τούς πεπονθότας (τούς παθόντας)» (ΜΑΝΣΙ, 4, 1096).
Ἐπίσης ὁ Μέγας ‘Αθανάσιος ἐπισημαίνει τόν κίνδυνο νά κολασθοῦν ὅσοι ἀκολουθοῦν ‘Επισκόπους ἤ πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι «κακῶς ἀναστρέφονται καί σκανδαλίζουν τόν λαόν». Ἰδού τί προτείνει εἰς τούς χριστιανούς οἱ ὁποῖοι θέλουν νά μείνουν ὀρθόδοξοι: «’Εάν ὁ ‘Επίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος, οἱ ὄντες ὀφθαλμοί τῆς Ἐκκλησίας, κακῶς ἀναστρέφονται καί σκανδαλίζωσι τόν λαόν, χρή (πρέπει) αὐτούς ἐκβάλλεσθαι. Συμφέρον γάρ ἄνευ αὐτῶν συναθροίζεσθαι εἰς εὐκτήριον οἶκον, ἤ μετ’ αὐτῶν ἐμβληθῆναι, ὡς μετά Ἄννα καί Καϊάφα, εἰς τήν γέενναν τοῦ πυρός» (ΒΕΠΕΣ 33, 199).
Καί ὁ Μέγας Βασίλειος, ἰδού τί ἐπισημαίνει: «Οἵτινες τήν ὑγιᾶ Ὀρθόδοξον Πίστιν προσποιούμενοι ὁμολογεῖν, κοινωνεῖν δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους εἰ καί μετά παραγγελίαν οὐκ ἀποστῶσιν, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν» (Βλ. Ν. Βασιλειάδη, Μάρκος ὁ Εὐγενικός καί ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἔκδοσις «Σωτήρ», ‘Αθῆναι, 1972, σελ. 95).
Ἀσφαλῶς δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγη, ὅτι πρός τήν διδασκαλίαν τῶν ἐνδεικτικῶς ἀναφερθέντων Ἁγίων Πατέρων συνάδουν ἀπολύτως καί οἱ Κανόνες τῶν Τοπικῶν καί Οἱκουμενικῶν Συνόδων. Συγκεκριμένως ὁ Β΄ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Ἁγίας Συνόδου (341), διαγορεύει: «Μή ἐξεῖναι δέ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις... Εἰ δέ φανείη τις τῶν Ἐπισκόπων ... τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καί τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι ὡς ἄν συγχέοντα τόν Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας». (Πηδάλιον, Ἔκδοσις «ΑΣΤΗΡ», Ἀθῆναι 1993, σελ. 176), τό δέ Συνοδικόν τῆς Ἁγίας Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (783): «Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει, τοῖς ὑβρίζουσι καί ἀτιμάζουσι τάς σεπτάς εἰκόνας, ἀνάθεμα» (Πρακτικά τῶν Ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων, Τόμος Γ, σελ. 230 καί 325).
‘Αντιλαμβανόμεθα, Σεβ/τε, ὅτι τά ἀνωτέρω δέν ἰσχύουν μόνον διά τούς τότε Εἰκονομάχους, οἱ ὁποῖοι ἠρνοῦντο γενικῶς τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας περί τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ἀλλά καί διά τούς νεωτέρους Εἰκονομάχους, τούς πέντε πρώην Μητροπολίτας, οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν, κατεδίκασαν καί ἀναθεμάτισαν μάλιστα τήν διδασκαλία τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διά συγκεκριμένας ὀρθοδόξους (Βυζαντινάς) Εἰκόνας. Τοῦτο ἰσχύει ἐκ τῶν πραγμάτων πλέον καί διά τήν περί τόν κ. Νικόλαον ψευδοσύνοδον, διότι ἀποδεδειγμένως ἡ «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» καί τοῦ ἰδίου προσωπικῶς (τοῦ κ. Νικολάου) καί τῆς περί αὐτόν ψευδοσυνόδου εἶναι ἡ αὐτή μέ τήν «ΒΛΑΣΦΗΜΙΑΝ» τῶν ΠΕΝΤΕ πρώην Μητροπολιτῶν, ἐνῶ προχωροῦν καί εἰς Ἐκκλησιομαχίαν καί βλασφημίαν κατά τῆς Ἀποστολικῆς των Διαδοχῆς.
Χαρακτηριστικώτερος ὅλων, ἐν προκειμένω εἶναι ὁ ΙΕ Κανών τῆς ΑΒ Ἁγίας Συνόδου (861), ὁ ὁποῖος διαγορεύει: «Οἱ γάρ δι’ αἵρεσιν τινά παρα τῶν Ἁγίων Συνόδων ἤ Πατέρων κατεγνωσμένην, τῆς πρός τόν Πρόεδρον κοινωνίας ἑαυτούς διαστέλλοντες .... οἱ τοιοῦτοι ... οὐ μόνον τῆ κανονικῆ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται, πρό Συνοδικῆς διαγνώμης, ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζονται, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι». Κατά τήν ἑρμηνείαν τοῦ ἱεροῦ Νικοδήμου «...Οἱ χωριζόμενοι (ἀπό τῶν αἱρετικῶν), ὄχι μόνον διά τόν χωρισμόν δέν καταδικάζονται, ἀλλά καί τιμῆς τῆς πρεπούσης, ὡς ὀρθόδοξοι, εἶναι ἄξιοι, ἐπειδή, ὄχι σχίσμα ἐπροξένησαν εἰς τήν Ἐκκλησίαν μέ τόν χωρισμόν αὐτόν, ἀλλά μᾶλλον ἠλευθέρωσαν τήν ‘Εκκλησίαν ἀπό τό σχίσμα καί τήν αἵρεσιν τῶν ψευδεπισκόπων αὐτῶν» (Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηός, Ἔκδοσις ‘Αστέρος, σελ. 358).
Τέλος οἱ ἁγιορεῖται Πατέρες, τό 1272, ἀπευθυνόμενοι πρός τόν αὐτοκράτορα Μιχαήλ Παλαιολόγον, ὁ ὁποῖος ἤθελε νά τούς ἐπιβάλη τό μνημόσυνον τοῦ λατινοφρονήσαντος Πατριάχρου ‘Ιωάννου Βέκκου γράφουν::«Καί πῶς ταῦτα ἀνέξεται ὀρθοδόξου ψυχή καί οὐκ ἀποστήσεται τῆς κοινωνἰας τῶν μνημονευσάντων αύτίκα ..., ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία, ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν αὐτόν, κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (V. LAURENT - J. DARROUZES, DOSSIER GREC. DE L’ UNION DE LYON (1273-1277), Παρίσι 1976, σ. 399).
Καί τελειώνω μέ τά πολύ χαρακτηριστικά – προφητικά λόγια τοῦ στάρετς ‘Ανατολίου ἀπό τήν Ὄπτινα τῆς Ρωσίας (+1927), ὁ ὁποῖος προλέγει μέ ἐξαιρετική σαφήνειαν περί τῶν συμβαινόντων εἰς τάς ἡμέρας μας: «Θά ἐξαπλωθοῦν παντοῦ αἱρέσεις... Ὀλίγοι θά ἀντιληφθοῦν τήν πανουργία τοῦ ἐχθροῦ.... Οἱ αἱρετικοί θά πάρουν τήν ἐξουσία στά χέρια τους.... Θά τοποθετήσουν παντοῦ δικούς τους ὑπηρέτας Θά μεταχειρίζωνται βίαν... Οἱ μονάζοντες θά καταπιέζωνται καί ὅσοι θά εἶναι συνδεδεμένοι μέ τά ὑλικά θά ὑποταχθοῦν στούς αἱρετικούς... Οἱ δαίμονες διά τῆς αἱρέσεως θά εἰσέρχωνται εἰς τά Μοναστήρια, τά ὁποῖα θά παραμείνουν μόνον τοῖχοι, ἡ χάρις θά ἔχει φύγει ...» (Ὁλόκληρος ἡ μικρή μέν, ἀλλά πολύ μεγάλη σέ νόημα ἐπιστολή τοῦ Στάρετς ‘Ανατολίου τῆς Ὄπτινα ἐδημοσιεύθη εἰς τό «ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ, τεῦχος 7, Ὀκτ. 2005)
Ταῦτα, ὡς πολύ καλῶς ὅλοι γνωρίζομεν, εἶπον ἐν Πνεύματι «Αγίῳ, ὁμοφώνως οἱ Ἅγιοι Πατέρες, ὄχι μόνον διά τούς τότε, ἀλλά καί δι’ ἡμᾶς σήμερον, διό ἐπάναγκες, πάση θυσία, νά διαφυλάξωμεν καί ἡμεῖς ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τήν «ΚΑΛΗΝ ΟΜΟΛΟΓΙΑΝ», ἤτοι τήν Ἐκκλησιολογίαν τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί τήν μετ’ αὐτῆς ἀδιασπάστως καί ἀδιαρρήκτως συνηνωμένην ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΝ ΔΙΑΔΟΧΗΝ, ἄνευ τῶν ὁποίων δέν νοεῖται ὅτι εὑρισκόμεθα ἐντός τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής ὀρθώτατα ταυτίζει τρόπον τινά τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν πρός τήν Καθολικήν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν: «Καθολικήν Ἐκκλησίαν, τήν ὀρθήν καί σωτήριον τῆς εἰς αὐτόν πίστεως ὁμολογίαν... ὁ τῶν ὅλων εἶναι Θεός ἀπεφήνατο» (P.G. 90, 132).
Ἄς προβληματισθῶμεν, ἐν Χριστῶ ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίω πνευματικά. ‘Ας προβληματισθῶμεν, ἵνα μή εὑρεθῶμεν, ὅ μή γένοιτο, μεταξύ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔστω καί ἄν «δέν ἐναυάγησαν περί τήν πίστιν», «συναπωλέθησαν» ὅμως μετά τῶν ἀρνητῶν, «λόγω τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας» μετ’ αὐτῶν. Καί ἐπιτρέψτε μου, ὡς ἐκ περισσοῦ, νά σᾶς γνωρίσω, ὅτι μέ αὐτόν τόν προβληματισμόν, ἀλλά καί μέ δεδομένον τό γεγονός, καθ΄ ὅ, οἱ περί τόν κ. Νικόλαον πρώην ἐν Χριστῶ Ἀδελφοί καί Πατέρες διά πολλοστήν φοράν ἠρνήθησαν νά ἀνανήψουν καί δέν ἐδέχθησαν νά παρακ αθήσωμεν, Κανονικῶς καί ‘Ορθοδόξως, εἰς κοινήν συνεδρίασιν, ΕΘΕΩΡΗΣΑ ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΩΤΕΡΟΝ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΩ, ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΜΟΝΟΣ ΑΡΧΙΕΡΕΥΣ, μετά τοῦ ἐμμεἰναντος ἐν τῆ Ὁμολογία πιστοῦ ἱεροῦ Κλήρου καί Λαοῦ ἐν Ἑλλάδι, Ρωσία, Αὐστραλία, Καναδᾶ καί ὅπου γῆς, ἤτοι μετά «μικροῦ ποιμνίου», ΤΟ ΕΡΓΟΝ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.
Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω φιλαδέλφως καί ἐν ὀνόματι τῆς ‘Ορθοδοξίας, ἡ ἐλαχιστότης μου ποιεῖ ἜΚΚΛΗΣΙΝ, ὅπως καί ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἀκόμη δέν τό ἐπράξατε, ἀλλά κοινωνειτε μετ’ αὐτῶν, νά διακηρύξετε τήν γνησίαν ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν μετά τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, νά καταδικάσετε τάς κατ’ αὐτῶν βλασφημίας τοῦ «Πειραιῶς» Νικολάου καί τῆς ὑπ’ αὐτόν ψευδοσυνόδου καί διακόψητε πᾶσαν κοινωνίαν μετ’ αὐτῶν, ὡς ἐκτός ‘Εκκλησίας ὄντων, διά τάς βλασφημίας των καί ‘Εκκλησιομαχίας, ὥστε νά βαδίσωμεν μέ συνέπειαν τόν Γολγοθᾶν τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἀς εἴμεθα βέβαιοι ὅτι Κύριος ὁ Θεός πολεμήσει ὑπέρ τῆς Ἁγίας Του Ἐκκλησίας, καί ταύτην, δεινῶς σήμερον χειμαζομένην, ἀναδείξη καί πάλιν Νικῶσαν. Ἄλλως δέν δυνάμεθα νά σᾶς παρέχωμεν τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας.

Διατελῶ ἐν ἀγάπη Χριστοῦ καί μετ’ εὐχῶν

Ὁ ἐλάχιστος ἐν ‘Επισκόποις
+ Ο ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
ΚΗΡΥΚΟΣ

Διά την διαδικτυακήν Εφημερίδα «Ο ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ»
Ὁ ἐλάχιστος ἐν Ἐπισκόποις + ‘Επίσκοπος Κήρυκος Κοντογιάννης Μητροπολίτης Μεσογαίας, Λαυρεωτικῆς και Αχαρνων Τοποτηρητής τῆς Αρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν και Πρόεδρος της Πανορθοδόξου Ιεράς Συνόδου της Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας

ΕΠΙΚΑΙΡΟΝ ΚΑΙ ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΙΚΟΝ Η ΑΙΡΕΣΙΣ, ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΚΑΙ Η ΕΝΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ του Αρχιμανδρίτη Γεωργίου Καψάνη, Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Αγίου Όρους Η παράδοσις της Εκκλησίας, ως αποτυπούται εις τους Ι. Κανόνας, κατενόησε πάντοτε την αίρεσιν και το σχίσμα ως φρικτά και αποτρόπαια μέσα, δι᾿ ων ο εχθρός της σωτηρίας επιχειρεί «μερίζειν το του Χριστού σώμα» δια να ματαιώση την σωτηρίαν του ανθρώπου[1]. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, επόμενοι τῃ διδασκαλίᾳ της Καινής Διαθήκης και ιδίᾳ του Απ. Παύλου και του Ευαγγελιστού Ιωάννου, οι οποίοι καταδικάζουν την αίρεσιν μετά σφοδρότητος, ουδεμίαν εδέχοντο συμφιλίωσιν ή συνύπαρξιν με την αίρεσιν, αρνούμενοι να ίδουν αυτήν υπό το πρίσμα του σχετικισμού και σκεπτικισμού, ως ατυχή αλλά πάντως ευγενή και νόμιμον προσπάθειαν ερμηνείας της χριστιανικής αληθείας. Ούτως οι επιμένοντες τῃ αιρέσει αιρετικοί θεωρούνται από τους αγίους Πατέρας ως «ακάθαρτοι», «αντίπαλοι Χριστού», «ιερόσυλοι και αμαρτωλοί», «αντικείμενοι (τῳ Χριστῴ) τουτ᾿ έστι πολέμιοι και αντίχριστοι», «ους ο Κύριος πολεμίους και αντιπάλους λέγει εν τοις Ευαγγελίοις» (Κανών Καρχηδ.), «νεκροί» (Αγ. Αθαν. λθ´ εορτ. επιστ.), «εχθροί της αληθείας» (α´ ΣΤ´). Η αίρεσις δε χαρακτηρίζεται ως «πλάνη» και «φαυλότης» φέρουσα τον όλεθρον (νζ´ Καρθαγ.), ως «στρεβλότης» (Κανών Καρχηδ.), ως «ελεεινή πλάνη» εις την οποίαν «κατεδέθησαν» οι αιρετικοί (ξστ´ Καρθαγ.), ως «μεμιασμένη κοινωνία» (ξθ´ Καρθαγ.), ως «ρίζα πικρίας άνω φύουσα», ήτις «μίασμα γέγονε τῃ καθολικῄ Εκκλησία, η των χριστιανοκατηγόρων αίρεσις» (ιστ´ Ζ´).


Ο ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟΝ ΦΥΛΛΑΔΙΟΝ Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗΝ
ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ

ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΙΩΤΙΣΣΗΣ ΤΗΣ  ΟΔΗΓΗΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ ΤΩΝ ΑΠΑΝΤΑΧΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΓΟΧ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ, ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΧΑΡΝΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΕΙΣ ΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΡΙΜΝΗ ΤΗΣ «ΣΤΕΓΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε» ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ ΑΓΙΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ.  ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ: ΑΝΔΡΕΟΥ ΣΥΓΓΡΟΥ 55-59 ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΑΧΑΡΝΩΝ ΑΤΤΙΚΗΣ

ΤΕΥΧΟΣ   999   ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2018 (Ε.Η.)

ΕΠΙΚΑΙΡΟΝ
ΚΑΙ ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΙΚΟΝ

Η ΑΙΡΕΣΙΣ, ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ ΚΑΙ Η ΕΝΔΕΙΚΝΥΟΜΕΝΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ

του Αρχιμανδρίτη Γεωργίου Καψάνη,
Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής
Οσίου Γρηγορίου, Αγίου Όρους

Η παράδοσις της Εκκλησίας, ως αποτυπούται εις τους Ι. Κανόνας, κατενόησε πάντοτε την αίρεσιν και το σχίσμα ως φρικτά και αποτρόπαια μέσα, δι᾿ ων ο εχθρός της σωτηρίας επιχειρεί «μερίζειν το του Χριστού σώμα» δια να ματαιώση την σωτηρίαν του ανθρώπου[1].
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, επόμενοι τῃ διδασκαλίᾳ της Καινής Διαθήκης και ιδίᾳ του Απ. Παύλου και του Ευαγγελιστού Ιωάννου, οι οποίοι καταδικάζουν την αίρεσιν μετά σφοδρότητος, ουδεμίαν εδέχοντο συμφιλίωσιν ή συνύπαρξιν με την αίρεσιν, αρνούμενοι να ίδουν αυτήν υπό το πρίσμα του σχετικισμού και σκεπτικισμού, ως ατυχή αλλά πάντως ευγενή και νόμιμον προσπάθειαν ερμηνείας της χριστιανικής αληθείας. Ούτως οι επιμένοντες τῃ αιρέσει αιρετικοί θεωρούνται από τους αγίους Πατέρας ως «ακάθαρτοι», «αντίπαλοι Χριστού», «ιερόσυλοι και αμαρτωλοί», «αντικείμενοι (τῳ Χριστῴ) τουτ᾿ έστι πολέμιοι και αντίχριστοι», «ους ο Κύριος πολεμίους και αντιπάλους λέγει εν τοις Ευαγγελίοις» (Κανών Καρχηδ.), «νεκροί» (Αγ. Αθαν. λθ´ εορτ. επιστ.), «εχθροί της αληθείας» (α´ ΣΤ´). Η αίρεσις δε χαρακτηρίζεται ως «πλάνη» και «φαυλότης» φέρουσα τον όλεθρον (νζ´ Καρθαγ.), ως «στρεβλότης» (Κανών Καρχηδ.), ως «ελεεινή πλάνη» εις την οποίαν «κατεδέθησαν» οι αιρετικοί (ξστ´ Καρθαγ.), ως «μεμιασμένη κοινωνία» (ξθ´ Καρθαγ.), ως «ρίζα πικρίας άνω φύουσα», ήτις «μίασμα γέγονε τῃ καθολικῄ Εκκλησία, η των χριστιανοκατηγόρων αίρεσις» (ιστ´ Ζ´).
Η αίρεσις «εγκαταλείπουσα» αμέσως ή εμμέσως «τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού» καταντά «κεκρυμμένη ειδωλολατρεία» (λε´ Λαοδ.) και αθεΐα («τους της ασεβείας προς εν εκπεπτωκότας απωλείας και αθεότητος βάραθρον») και δι᾿ αυτό, ο ακολουθών αυτούς «του χριστιανικού καταλόγου, ως αλλότριος, εξωθείσθω και εκπιπτέτω» (α´ ΣΤ´).
Πράγματι, ο ακολουθών την αίρεσιν δεν έχει δυνατότητα κατά Χριστόν τελειώσεως και σωτηρίας, εφ᾿ όσον «της εκκλησιαστικής ενώσεως» (ξθ´ Καρθαγ.) ή «εκ της του Κυριακού σώματος ενώσεως ανησυχάστω διχονοία» αποσχίζεται (ξστ´ Καρθαγ.), δια να μεταβή εκεί «όπου εκκλησία ουκ έστιν» (Κανών Καρχηδ.), τῳ της «αποστασίας συνεδρίῳ». Οι αιρετικοί υπάρχουν «πάσης εκκλησιαστικής κοινωνίας εκβεβλημένοι και ανενέργητοι» (α΄ Γ´), τελούντες υπό την κυριαρχίαν του διαβόλου· «δώσει αυτοίς ο Θεός μετάνοιαν προς το επιγνώναι την αλήθειαν, και ίνα ανασφήλωσιν οι εκ των του διαβόλου βρόχων αιχμαλωτισθέντες αυτώ εις το αυτού θέλημα» (ξστ´ Καρθαγ.)[2].
Η αυστηρά αύτη στάσις των αγίων Πατέρων είναι συνέπεια της Εκκλησιολογίας αυτών. Εφ᾿ όσον μία μόνον Εκκλησία υπάρχει (εν σώμα μόνον αντιστοιχεί εις την μίαν κεφαλήν), είναι φυσικόν ότι οι αποκόπτοντες εαυτούς δια της αιρέσεως ή του σχίσματος από της Μιας Εκκλησίας παύουν να είναι μέλη του Σώματος του Χριστού και να έχουν το ΄Αγιον Πνεύμα. Ο «οίκος αυτών αφίεται έρημος» και εκπίπτει εις «εκκλησίαν πονηρευομένων» (Νικηφ. Ομολ. Επιστ. γ´).
Εντεύθεν και τα μυστήρια των αιρετικών θεωρούνται ως άκυρα, καθ᾿ όσον οι αιρετικοί στερούνται του Αγίου Πνεύματος. Παρά τοις αιρετικοίς δεν υφίσταται καν αληθές βάπτισμα ή χρίσμα («ασφαλώς κρατούμεν, μηδένα βαπτίζεσθαι δύνασθαι έξω της καθολικής εκκλησίας· ενός όντος βαπτίσματος, και εν μόνῃ τῃ καθολική εκκλησία υπάρχοντος· ...όθεν ου δύναται χρίσμα το παράπαν παρά τοις αιρετικοίς είναι»). Ο λόγος είναι προφανής· «παρά δε τοις αιρετικοίς, όπου εκκλησία ούκ έστιν, αδύνατον αμαρτημάτων άφεσιν λαβείν» και «ου γαρ δύναται εν μέρει υπερισχύειν· ει ηδυνήθη βαπτίσαι, ίσχυσε και ΄Αγιον Πνεύμα δούναι· ει ουκ ηδυνήθη, ότι έξω ων, Πνεύμα άγιον ουκ έχει, ου δύναται τον ερχόμενον βαπτίσαι, ενός όντος του βαπτίσματος και ενός όντος του αγίου Πνεύματος, και μιας εκκλησίας υπό Χριστού του Κυρίου ημών, επάνω Πέτρου του Αποστόλου αρχήθεν λέγοντος, της ενότητος τεθεμελιωμένης· και δια τούτο τα υπ᾿ αυτών γινόμενα ψεύδη και κενά υπάρχοντα, πάντα εστίν αδόκιμα» (Κανών Καρχηδ.)[3]. Ο Κανών ούτος δεν αποτελεί τι το καινοφανές εις την Εκκλησίαν. Είναι απήχησις της Εκκλησιολογίας του Απ. Παύλου· «εν σώμα και εν Πνεύμα, καθώς και εκλήθητε εν μια ελπίδι της κλήσεως υμών· εις Κύριος, μια πίστις, εν βάπτισμα» (Εφ. δ´ 4-5). Πάσα άλλη Θεῴρησις των αιρέσεων θα ανέτρεπε την εκκλησιολογικήν αυτήν βάσιν.
Προς τους Πατέρες της Καρχηδόνος συμφωνούν και ο μστ´ των Αγ. Αποστόλων («Επίσκοπον, ή πρεσβύτερον, αιρετικών δεξαμένους βάπτισμα, ή θυσίαν, καθαιρείσθαι προστάττομεν. Τις γαρ συμφώνησις Χριστῴ προς Βελίαρ; ή τις μερίς πιστῴ μετά απίστου»), ο μζ´ των Αγ. Αποστόλων («Επίσκοπος ή πρεσβύτερος... τον μεμολυσμένον, δηλ. βαπτισθέντα, παρά των ασεβών εάν μη βαπτίση καθαιρείσθω, ως γελών τον σταυρόν, και τον του Κυρίου θάνατον και μη διακρίνων ιερέας ψευδοϊερέων»)[4].
Κατά τον νζ´ μάλιστα της Καρθαγένης, τα μυστήρια των αιρετικών συντελούν εις την καταδίκην αυτών· «εν ῃ (τῃ μιᾳ εκκλησίᾳ) πάντα τα αγιάσματα σωτηριωδώς αιώνια και ζωτικά περιλαμβάνονται άτινα τοις επιμένουσιν εν τῃ αιρέσει, μεγάλην της καταδίκης την τιμωρίαν πορίζουσιν, ίνα, όπερ ην αυτοίς εν τῃ αληθείᾳ προς την αιώνιον ζωήν ακολουθητέον φωτεινότερον, τούτο γένηται αυτοίς εν τῃ πλάνῃ σκοτεινότερον και πλέον καταδεδικασμένον· όπερ τινές έφυγον, και της εκκλησίας της καθολικής μητρός τα ευθύτατα επιγνόντες, πάντα εκείνα τα άγια μυστήρια φίλτρω της αληθείας επίστευσαν και υπεδέξαντο».
Το γεγονός ότι ωρισμένων αιρετικών και σχισματικών το βάπτισμα θεωρείται έγκυρον μετά την προσέλευσίν των εις την Ορθοδοξίαν (βλ. ϟε´ της ΣΤ´ και ζ´ της Β´) δεν σημαίνει ότι και καθ᾿ εαυτά το βάπτισμα ή τα μυστήρια των αιρετικών, θεωρούνται έγκυρα[5] κατ᾿ ακρίβειαν ή ακόμη και κατ᾿ οικονομίαν[6].
Όχι μόνον οι αιρετικοί, αλλά και οι σχισματικοί στερούνται της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος: «Διότι η μεν αρχή του χωρισμού δια σχίσματος γέγονεν· οι δε της Εκκλησίας αποστάντες, ουκ έτι έσχον την χάριν του Αγίου Πνεύματος εφ᾿ εαυτούς· επέλιπε γαρ η μετάδοσις τῳ διακοπήναι την ακολουθίαν. Οι μεν γαρ πρώτοι αναχωρήσαντες παρά των πατέρων έσχον της χειροτονίας, και δια της επιθέσεως των χειρών αυτών, είχον το χάρισμα το πνευματικόν· οι δε απορραγέντες, λαϊκοί γενόμενοι, ούτε του βαπτίζειν, ούτε του χειροτονείν είχον (την) εξουσίαν· ούτε ηδύναντο χάριν Πνεύματος αγίου ετέροις παρέχειν, οις αυτοί εκπεπτώκασι· διό ως παρά λαϊκών βαπτιζομένους τους παρ᾿ αυτών, εκέλευσαν ερχομένους επί την εκκλησίαν, τῳ αληθινώ βαπτίσματι τῳ της εκκλησίας αποκαθαιρέσθαι...» (α´ Μ. Βασιλ.)[7].
Παρά την διάκρισιν αιρέσεως και σχίσματος, εις την συνείδησιν της Εκκλησίας αμφότερα θεωρούνται ως χωρίζοντα τον άνθρωπον από του σώματος του Χριστού[8]. «Αιρετικούς δε λέγομεν, τους τε πάλαι της εκκλησίας αποκηρυχθέντας, και τους μετά ταύτα αφ᾿ ημών αναθεματισθέντας· προς δε τούτοις, και τους την πίστιν μεν την υγιά προσποιουμένους ομολογείν, αποσχίσαντας δε, και αντισυνάγοντας τοις κανονικοίς ημών επισκόποις...» (στ´ της Β´). Ο τολμών «ιδιάζειν» θεωρείται «αλλότριος της εκκλησίας, ως ου μόνον εαυτώ αμαρτίας επισωρεύοντα, αλλά πολλοίς διαφθοράς και διαστροφής γινόμενον αίτιον...» (α´ Αντιοχ.).
Αίτιον της δημιουργίας των σχισμάτων είναι η υπερηφάνεια και φυσίωσις, ήτις οδηγεί εις την διάσπασιν της Εκκλησίας και την «κεχωρισμένως» προσφορά των αγίων εις ανορθούμενα έτερα θυσιαστήρια «κατά της εκκλησιαστικής πίστεως και καταστάσεως»[9].
Εφ᾿ όσον ο αιρετικός στερείται της χάριτος, δεν είναι δυνατόν να διατηρή την ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας. Το ανάθεμα δεν αποκόπτει αυτόν της Εκκλησίας αλλ᾿ εξαγγέλλει εις το πλήρωμα της Εκκλησίας την απ᾿ αυτού του αιρετικού πραγματοποιηθείσαν αυτο-αποκοπήν δια της εκπτώσεώς του από της ορθής πίστεως προς σωτηρίαν και αυτού και των λοιπών μελών της Εκκλησίας.
Ομοίως και ο χωρισθείς από της καθολικής Εκκλησίας σχισματικός, στερούμενος της θείας Χάριτος, κληρικός μεν ως καθαιρείται, λαϊκός δεν αφορίζεται[10]. Τα εκκλησιαστικά επιτίμια και εις την περίπτωσιν του σχισματικού αναγνωρίζουν την κατάστασιν, εις ην ούτος δια του σχίσματος αυτοβούλως εισήλθεν. Ως χαρακτηριστικώς λέγει ο ε´ Αντιοχ.: «Ει τις πρεσβύτερος, ή διάκονος καταφρονήσας του ιδίου επισκόπου, αφώρισεν εαυτόν της εκκλησίας και ιδία συνήγαγε, και θυσιαστήριον έστησε, και του επισκόπου προσκαλεσαμένου απειθείη, και μη βούλοιτο αυτώ πείθεσθαι, μηδέ υπακούειν και πρώτον και δεύτερον καλούντι, τούτον καθαιρείσθαι παντελώς και μηκέτι θεραπείας τυγχάνειν, μηδέ δύνασθαι λαμβάνειν την εαυτού τιμήν. Ει δε παραμένοι θορυβών και αναστατών την εκκλησίαν δια της έξωθεν εξουσίας ως στασιώδη αυτόν επιστρέφεσθαι».
Ο Κανών ούτος υποδεικνύει την μέθοδον προς επιστροφήν των σχισματικών. Προηγείται η από του επισκόπου πρώτη και δευτέρα πρόσκλησις και κατ᾿ ιδίαν νουθεσία, ακολουθεί η επιβολή της καθαιρέσεως, ως αναπόφευκτος, ως και ο μετ᾿ αυτήν, εις περίπτωσιν συνεχίσεως του σκανδάλου, ακόμη και δια της κοσμικής εξουσίας σωφρονισμός του αμαρτάνοντος. Η επιστράτευσις της κοσμικής εξουσίας δεν σημαίνει έλλειψιν αγάπης, εφ᾿ όσον δι᾿ αυτής ο σκανδαλίζων το πλήρωμα της Εκκλησίας είναι δυνατόν να περιορισθή και αναχαιτισθή και προς ίδιον αυτού σωφρονισμόν.
Η προς τους αιρετικούς ιδία στάσις των ποιμένων της Εκκλησίας δέον να είναι τοιαύτη, ώστε να μη αμβλύνη παρά ταις συνειδήσεσι των μελών της Εκκλησίας, ή και αυτών των ιδίων των αιρετικών την έννοιαν της αιρέσεως, ως όλως ασυμβιβάστου προς την Αλήθειαν της Εκκλησίας και ως προξένου ψυχικής απωλείας. Η αίρεσις είναι όλως αντίθετος της Ορθοδοξίας. Είναι χαρακτηριστικόν ότι ο όρος «Ορθοδοξία» και «Ορθόδοξος» χρησιμοποιείται ουχί σπανίως υπό των Πατέρων (α΄ Γ΄, γ΄ Γ΄, ζ΄ Β΄, ϟε΄ ΣΤ΄, β΄ Θεοφ.) εν αντιδιαστολή προς την ετεροδοξίαν, κακοδοξίαν και αίρεσιν. Ουδεμία κοινωνία δύναται να υπάρξη μεταξύ Χριστού και Βελίαρ, τραπέζης Θεού και τραπέζης ειδώλων. Η αυστηρά αύτη στάσις λαμβάνεται δια λόγους εκκλησιολογικής συνέπειας (μία μόνον αλήθεια, εις Χριστός και μία Εκκλησία υπάρχει) και δια λόγους ποιμαντικούς-παιδαγωγικούς.
Εάν οι ποιμένες της Εκκλησίας υιοθετήσουν μίαν συγκρητιστικήν στάσιν έναντι της αιρέσεως, το μεν ποίμνιον θα απωλέση την ομολογιακήν του ευαισθησίαν και ευκόλως θα υποπέση εις την αίρεσιν, οι δε αιρετικοί θα σχηματίζουν την εντύπωσιν ότι δεν απέχουν της Αληθείας και συνεπώς δεν χρειάζεται να μετανοήσουν. Εντεύθεν η λίαν αυστηρά στάσις την οποίαν επιτάσσουν οι Ι. Κανόνες έναντι των αιρετικών είναι εις το βάθος φιλάνθρωπος στάσις, τούτο μεν διότι προφυλάσσει το ποίμνιον από την λύμην της αιρέσεως, τούτο δε διότι δίδει νύξεις εις τας συνειδήσεις των αιρετικών προς επιστροφήν αυτών.
Την υπό την αυστηρότητα κρυπτομένην φιλανθρωπίαν των Πατέρων διαπιστούμεν και εις την διάκρισιν την οποίαν ποιούνται μεταξύ αιρέσεως, ην αποστρέφονται και αιρετικού, ον αγαπούν. Χαρακτηριστικός είναι ο λγ΄ Αποστολικός, ο επιτάσσων όπως ξένοι κληρικοί χωρίς συστατικών μη γίνωνται δεκτοί εις κοινωνίαν. Όταν φέρουν συστατικά, να εξετάζωνται εάν είναι «κήρυκες της ευσεβείας», ήτοι ορθόδοξοι, εάν δεν είναι να παρέχωνται αυτοίς τα προς συντήρησιν αναγκαία, αλλά να μη γίνωνται δεκτοί εις Εκκλησιαστικήν κοινωνίαν. Υπό το πρίσμα αυτό πρέπει να θεωρήσωμεν όλα τα αυστηρά μέτρα, τα οποία επιβάλλουν οι Κανόνες δια τας σχέσεις μετά των αιρετικών. Τα μέτρα ταύτα αφορούν εις την λατρείαν και την κοινωνικήν ζωήν. Ούτως απαγορεύεται το συνεύχεσθαι αιρετικοίς ή σχισματικοίς (λγ΄ Λαοδ.) ή γενικώς ακοινωνήτοις, έστω και οίκοι, επί ποινή αφορισμού (ι΄ Αποστ.). Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος συνευξάμενος αιρετικοίς αφορίζεται, επιτρέψας δε εις αυτούς να ενεργήσουν τι ως κληρικοί καθαιρείται (με΄, μστ΄, ξε΄ µ΄ Αποστ., θ΄ Λαοδ.)[11]. Απαγορεύεται ομοίως όπως οι αμετανόητοι αιρετικοί εισέρχωνται εις ορθόδοξον ναόν (στ΄ Λαοδ.) ή παρίστανται προσφερομένης της Θ.Ευχαριστίας (θ΄ Τιμοθ. Αλεξ.). Οι Ορθόδοξοι δεν επιτρέπεται να εισέρχωνται εις κοιμητήρια ή μαρτύρια αιρετικών ένεκα ευχής (θ΄ Λαοδ.)[12]. Οι δε μεταβαίνοντες εις τάφους ψευδομαρτύρων αιρετικών αναθεματίζονται (λδ΄ Λαοδ.)[13]. Επίσης ορθόδοξοι λαϊκοί δεν λαμβάνουν ευλογίας αιρετικών, διότι αύται είναι «αλογίαι» (λβ΄ Λαοδ.), ούτε συνεορτάζουν μεθ᾿ αιρετικών λαμβάνοντες και εορταστικά δώρα παρ᾿ αυτών (λζ΄ Λαοδ.).
Οι αιρετικοί δεν θεωρούνται αξιόπιστοι υπό της Εκκλησίας, διό και δεν δύνανται να εξετασθούν ως μάρτυρες κατά Επισκόπου (οε΄ Αποστ.) ούτε ως κατήγοροι κατά κληρικών (ρκθ΄ Καρθαγ.)
Οι ορθόδοξοι δεν επιτρέπεται ωσαύτως να συνάπτουν συγγενικάς σχέσεις μετά των αιρετικών. Ούτως δεν επιτρέπεται ο μεθ᾿ αιρετικών γάμος ως και ο μετά των αλλοθρήσκων (ιδ΄ Δ΄, οβ΄ ΣΤ΄, λα΄ Λαοδ., κα΄ Καρθαγ.)[14].
Τέλος, είναι ανεπίτρεπτον όπως επίσκοποι και λοιποί κληρικοί συντάσσοντες διαθήκην καταλιμπάνουν την περιουσίαν των εις συγγενείς αιρετικούς ή δωρήσουν τι εις αυτούς εν ζωῄ (κβ΄ Καρθαγ.). Επίσκοπος δε καταλιπών εκ της περιουσίας αυτού εις αιρετικούς ή εθνικούς συγγενείς αυτού αναθεματίζεται και μετά θάνατον (πα΄ Καρθαγ.).
Προς τα προληπτικά αυτά μέτρα έναντι των αιρετικών και σχισματικών η Εκκλησία δια των ποιμένων αυτής λαμβάνει και θετικά μέτρα επιστροφής των αιρετικών «τῃ ορθοδοξίᾳ και τῃ μερίδι των σωζομένων» (ϟε΄ της ΣΤ΄). Η Εκκλησία έχει πάντοτε ανοικτήν την θύραν αυτής δια την επιστροφήν των αιρετικών υφ᾿ ένα όρον, την εν μετανοία αποκήρυξιν της πλάνης και ομόθυμον αποδοχήν της Αληθείας[15]. Οι αιρετικοί προσερχόμενοι τῃ Εκκλησίᾳ δέον να αναθεματίσουν «πάσαν αίρεσιν, μη φρονούσαν ως φρονεί η αγία του Θεού καθολική και αποστολική Εκκλησία» (ζ΄ της Β΄, ζ΄ Λαοδ.)[16]. Η ειλικρινής των πρόθεσις να προσέλθουν εις την Εκκλησίαν πιστούται και εκ της εγγράφου ομολογίας, ην δέον να υποβάλουν ότι αποδέχονται και αποφασίζουν «ακολουθείν εν πάσι δόγμασι της Καθολικής Εκκλησίας» (η΄ της Α΄, Μ. Αθανασίου, προς Ρουφιανόν επίσκοπον, περί των αιρετικοίς κοινωνησάντων). Η δε κατήχησις των επιστρεφόντων αιρετικών δέον γίνεται «μετά πάσης επιμελείας» (η΄ Λαοδ.) προ της εισόδου αυτών εις την Εκκλησίαν.
Προκειμένου μάλιστα η Εκκλησία να διευκολύνη την επιστροφήν των αιρετικών, δέχεται εις ωρισμένας περιπτώσεις και υφ᾿ ωρισμένους όρους όπως αναγνωρίση εις τους επιστρέφοντας ποιμένας των αιρετικών το αξίωμα αυτών (Μ. Αθανασίου, επιστ. προς Ρουφινιανόν επίσκοπον, ιβ΄ Θεοφ., ϟθ΄ Καρθαγ., ριη΄ Καρθαγ., ριθ΄ Καρθαγ.)

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1]. «Τας των αιρετικών ζιζανίων επισποράς εν τῃ του Χριστού Εκκλησίᾳ ο πάμπονηρος καταβαλών, και ταύτας ορών τῃ μαχαίρᾳ του Πνεύματος τεμνομένας προρρίζους, εφ᾿ ετέραν ήλθε μεθοδείας οδόν, τῃ των σχισματικών μανίᾳ το του Χριστού σώμα μερίζειν επιχειρών...» (ιγ΄ ΑΒ΄).
[2]. Ομοίως διδάσκει και ο ΄Αγ. Γρηγόριος Νύσσης, ότι δια της αιρέσεως «μετάστασις γίνεται από της άνω Ιερουσαλήμ, τουτέστιν από της του Θεού Εκκλησίας, επί την σύγχυσιν ταύτην των δογμάτων» (κατά Ευνομίου, P.G., 45, 836 Α).
[3]. Πρβλ. και μστ΄ Αποστ.
[4]. Πρβλ. τον ξη΄ Αποστ.
[5]. Ως ορθώς παρατηρεί ο Ιερώνυμος Κοτσώνης, εάν τα μυστήρια των ετεροδόξων εθεωρούντο ως καθ᾿ εαυτά έγκυρα, τούτο θα εσήμαινε δύο τινά: «Πρώτον, ότι δύναται να υπάρξη ελευθέρα μετά των ετεροδόξων επικοινωνία, και δη όχι μόνον όσον αφορά εις τα Μυστήρια, αλλά και εις τον λοιπόν εκκλησιαστικόν βίον, και επομένως και εν τῃ διδασκαλίᾳ και τῳ δόγματι. Δεύτερον δε, ότι η μετάδοσις της θείας χάριτος είναι δυνατή δια Μυστηρίων τελουμένων και εκτός της Εκκλησίας, όπερ οδηγεί εις ανατροπήν βασικωτάτου δια την Εκκλησίαν δόγματος» (Προβλήματα της Εκκλησιαστικής Οικονομίας, σελ. 186).
[6]. Κατά τον Ιερώνυμον Κοτσώνην: «Επειδή δε ουδεμία υπάρχει διάταξις, έστω και «κατ᾿ οικονομίαν» αναγνωρίζουσα το Βάπτισμα των αιρετικών καθ᾿ εαυτό ως έγκυρον, έπεται ότι και «κατ᾿ οικονομίαν» απορρίπτεται τούτο ως άκυρον» («Αιρετικών, βάπτισμα», εν Θ.Η.Ε., τ. 1ος, π. 1092).
[7]. Κατά τον ίδιον κανόνα του Μ. Βασιλείου, οι παλαιοί ωνόμασαν «αιρέσεις μεν, τους παντελώς απερηγμένους, και κατ᾿ αυτήν την πίστην απηλλοτριωμένους, σχίσματα δε, τους δι᾿ αιτίας τινάς εκκλησιαστικάς, και ζητήματα ιάσιμα, προς αλλήλους διενεχθέντας· παρασυναγωγάς δε, τας συνάξεις τας παρά των ανυποτάκτων πρεσβυτέρων, ή επισκόπων, και παρά των απαιδεύτων λαών γινομένας...».
[8]. Πρβλ. και ξθ΄ της Καρθαγ. «περί του κηρύξαι ειρήνην και ενότητα, ης τινός χωρίς η των χριστανών σωτηρία καθίστασθαι ου δύναται». Ομόφωνος είναι εν προκειμένω η διδασκαλία των αγίων Πατέρων: Κατά τον Αγ. Ειρηναίον: «Ανακρινεί δε τους τα σχίσματα εργαζομένους, κενούς όντας της του Θεού αγάπης, και το ίδιον λυσιτελές σκοπούντας αλλά μη την ένωσιν της εκκλησίας· και δια τας μικράς και τας υψούσας αιτίας το μέγα και ένδοξον σώμα του Χριστού τέμνοντας και διαιρούντας, και όσον το επ᾿ αυτοίς αναιρούντας», διο και υπό των σχισματικών «ουδεμία τηλικαύτη δύναται κατόρθωσις γενέσθαι, ηλίκη του σχίσματος εστίν η βλάβη» (Έλεγχος ψευδων. γνώσεως, Δ΄, 33,7. ΒΕΠΕΣ, τ. 5, 155). Κατά δε τον Ι. Χρυσόστομον, οι παρ᾿ αιρετικοίς και σχισματικοίς παρθενεύοντες ου μόνον δεν θα απολαύσωσιν αμοιβής τινός, «αλλά τῃ των πορνευόντων δίκῃ γεγόνασιν υπεύθυνοι» (προς Εφεσ. Ομιλ. ια΄, § 5). Πρβλ. και εις Φιλιππ., β΄ § 3. Κατά τον Αγ. Ιγνάτιον Αντιοχείας, «ει τις σχίζοντι ακολουθεί, βασιλείαν Θεού ου κληρονομεί» (προς Φιλαδελ., ΙΙΙ, 3, ΒΕΠΕΣ, τ. 2,277) και «Τέκνα ουν φωτός αληθείας, φεύγετε τον μερισμόν και τας κακοδιδασκαλίας» (Προς Φιλαδελ. ΙΙ, 1, ενθ. ανωτ.). Πρβλ. και Πηδαλίου, σελ. 26.
[9]. ι´ και ια´ Καρθαγ. Κατά τον Ν. Μίλας (σελ. 698): «Το σχίσμα διαιρείται εις δύο κατηγορίας, εις σχίσμα πίστεως και εις σχίσμα Εκκλησίας. Πίστεως μεν σχίσμα είναι ο χωρισμός από της καθολικής εκκλησίας ένεκα διαφόρου εκδοχής και αντιλήψεως αντικειμένων τινών της εκκλησιαστικής διδασκαλίας ήττον σπουδαίων, ή ωρισμένων και ευκόλως εξομαλυνομένων ζητημάτων. Σχίσμα δε εκκλησίας είναι η άρνησις της υπακοής και ευπειθείας τῃ νομίμῳ εκκλησιαστική αρχή».
[10]. Πρβλ. λα΄ Αποστ., ι΄ Καρθαγ., ιγ΄, ιδ΄ και ιε΄ της ΑΒ΄. Οι στ΄ της Γαγγρ. και ια΄ Καρθαγ. επιβάλλουν την ποινήν του αναθέματος.
[11]. Πρβλ. και Επιστ. Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως ια΄, καθ᾿ ον κληρικοί, κοινωθέντες λόγω της κοινωνίας μεθ᾿ αιρετικών και μετανοήσαντες, ουχ ιερουργούσιν, αλλ᾿ εν ελλείψει ιερέως βαπτίζουσι, μεταδίδουσι των ηγιασμένων δώρων, ευλογούσι ύδωρ θεοφανείων, δίδουσι μοναχού σχήμα.
[12]. Έξ ανάγκης μόνον επιτρέπεται να εισέρχωνται εις κοιμητήρια κατεχόμενα υπό αιρετικών δια να ασπασθούν λείψανα αγίων (Νικηφ. Ομολ., Επιστ. ε΄ εν: Ρ.Π.Σ., Δ΄, 431 ε΄).
[13]. Επίσης εις Εκκλησίας ενθρονισθείσας υπό αιρετικών δέον να μη εισέρχωνται «το καθόλου» οι ορθόδοξοι, θεωρούντες αυτάς ως «κοινούς οίκους» (Επιστολή Νικηφ. Ομολ. γ΄). Εν ανάγκη μόνον δύνανται να εισέρχωνται. Επιτρέπεται δε η τέλεσις της θ. λειτουργίας μόνον εν περιπτώσει επιστροφής του Ναού εις τους Ορθοδόξους και εφ᾿ όσον τελεσθούν τα θυρανοίξια υπό «σεσωσμένου επισκόπου ή ιερέως... υποφαινομένης ευχής» (ενθ. ανωτ. δ΄).
[14]. Το συντρώγειν μεθ᾿ αιρετικών εκτός εάν απόσχουν της «αιρετικής κοινωνίας» απαγορεύεται ως και το συντρώγειν μετά κληρικών συμφαγόντων μεθ᾿ αιρετικών, εκτός εάν επιστρέψουν «μετανοία αξιολόγω» (ενθ᾿ ανωτ., θ΄ και ι΄).
[15]. Περί της συγκαταβάσεως ην επιδεικνύει η Εκκλησία έναντι των προσερχομένων αυτή πρώην αιρετικών, βλ. και Ιερωνύμου Κοτσώνη, Προβλήματα της Εκκλησιαστικής Οικονομίας, σελ. 180-181.
[16]. Πρβλ. Επιστ. Νικηφ. Ομολ. ζ΄ και στ΄, «Ομολογούντας ημαρτηκέναι και επιτιμηθέντας χρόνω τινί, ειθ᾿ ούτῳ δεχομένους παρά σεσωσμένου πρεσβυτέρου προσδεκτέον».

(Πηγή: Αρχ. Γεωργίου Καψάνη, «Η Ποιμαντική Διακονία κατά τους Ιερούς Κανόνας», εκδόσεις ΄Αθως, 2003)
Posted by ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΝ ΑΓΙΩΝ ΚΗΡΥΚΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΤΤΗΣ ΚΑΤΩ ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ

                                   
Διά την διαδικτυακήν Εφημερίδα «Ο ΚΗΡΥΞ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ»
Ὁ ἐλάχιστος ἐν Ἐπισκόποις + ‘Επίσκοπος Κήρυκος Κοντογιάννης Μητροπολίτης Μεσογαίας, Λαυρεωτικῆς και Αχαρνων Τοποτηρητής τῆς Αρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν και Πρόεδρος της Πανορθοδόξου Ιεράς Συνόδου της Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

ΟΤΑΝ ΑΘΕΤΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΤΑΙ Η ΤΑΞΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, Η ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟΝ ΧΡΕΟΣ ΚΛΗΡΟΥ ΚΑΙ ΛΑΟΥ



ΤΕΥΧΟΣ 11ον              ΕΤΟΣ 2004

ΟΤΑΝ ΑΘΕΤΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΙΕΡΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ
ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΤΑΙ Η ΤΑΞΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,
Η ΕΝΣΤΑΣΙΣ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΕΝΤΟΛΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟΝ ΧΡΕΟΣ ΚΛΗΡΟΥ ΚΑΙ ΛΑΟΥ

῾Υπάρχει ἕνα πολύ χαρακτηριστικόν κείμενον τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ νέου Θεολόγου (ἀπό τό ᾿Ηθικό του Λόγο ΙΑ, 14-15) τό ὁποῖον ἔχει μεγάλην ἐπικαιρότητα καί πρέπει νά τό μελετήσωμεν ὅλοι, προπάντων οἱ ποιμένες τῆς ᾿Εκκλησίας.
᾿Ιδού τό κείμενο:
"(Δέδοικα)...μή ἀπειλαί ἀνθρώπων πτοήσουσι καί τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ παραβάτην με ἐργάσονται, μή συνεπισκόπων παρακλήσεις καί φίλων, ἀδικίας με συγκοινωνόν ἀπεργάσονται, ἤ ἀδικούντων αὐτῶν σιωπῶντα, ἤ κακῶς πραττόντων συνεργόν γινόμενον καί μή τούτους ἐλέγχοντα παρρησία καί τήν ῎Ενστασιν ὑπέρ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἐπιδεικνύμενον".
Δηλαδή: "(Φοβᾶμαι) ... μήπως μέ πτοήσουν ἀπειλές ἀνθρώπων καί μέ καταστήσουν παραβάτη τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ... Μήπως οἱ παρακλήσεις τῶν συνεπισκόπων καί τῶν φίλων μέ καταστήσουν συγκοινωνό τῆς ἀδικίας, ἤ μέ κάνουν νά σιωπῶ, ὅταν αὐτοί ἀδικοῦν, καί νά συνεργάζωμαι ὅταν κακοπραγοῦν, ἀποφεύγοντας νά τούς ἐλέγχω μέ παρρησία καί νά ἐπιδεικνύω τήν ἔνστασιν ὐπέρ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ".
Εἶναι πράγματι ἕνα θαυμάσιο καί πολύ διδακτικό κείμενο.
᾿Αλλά καί ὀ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός μᾶς προτρέπει νά φροντίζωμεν μέ κάθε τρόπο νά βαδίζωμεν καί νά ἀκολουθοῦμε τήν ὁδό τῶν Πατέρων μας.
"Ημεῖς δέ ἐρευνήσωμεν τάς Γραφάς καί τάς παραδόσεις τῶν ἁγίων Πατέρων, καί τούτους μιμησώμεθα· καί ὡς ηὕραμεν τήν ᾿Εκκλησίαν ἀπό Χριστοῦ καταβάσεως, οὕτως αὐτήν καί παραφυλάξωμεν, οὕτως αὐτήν παραδώσωμεν, καί μή χωρίσωμεν ἑαυτούς τῶν Πατέρων ἡμῶν, ἄλλα μέν ἀναγινώσκοντες καί ἄλλα νοοῦντες, μήπως ἐλθοῦσα ἑτέρα γενεά, μέλλῃ ἡμᾶς ἀναθεματίζειν, καί ἀνασκάπτειν ὡς παρά τῆς ᾿Εκκλησίας τούς τύπους καί τούς νόμους φρονοῦντας.
Καί ὄντως ἡμᾶς οὐδέν ὠφελήσουσι τά πέρατα τῆς γῆς. ᾿Εγώ εὔχομαι καί παρακαλῶ τόν Θεόν, ἵνα εἰ καί ἀνάξιος εἰμί τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, καταξιώση με μέ τούς Πατέρας τῶν ἑπτακοσίων ἐτῶν, καί τῶν ἁγίων καί οἰκουμενικῶν ἕξι Συνόδων ἔχειν μέρος .... καί μέχρις ἐκχύσεως αἵματος τῆς ὁμολογίας ἡμῶν τήν καλήν καί βεβαίαν κρηπίδα ἀκράδαντον κατέχωμεν, ἵνα ἀκούσωμεν καί ἡμεῖς, "Πίστις ὑμῶν σέσωκεν ὑμᾶς· πορεύεσθε εἰς εἰρήνην". (῾Ιερός Δαμασκηνός, Ε.Π.  95, 344).
Καί αὐτά τά λέγει ὁ ῾Ιερός Δαμασκηνός, διά νά μή ἀκούσωμεν ἐκεῖνο τό φοβερόν: "Καί γεγόνασιν οἱ ποτέ υἱοί, ἀλλότριοι τῆς τῶν Πατριαρχῶν καί Πατέρων αὐτῶν εὐγενείας" ("Λόγος ᾿Αποδεικτικός ...", Ε.Π., 95, σελ. 332 καί 333). Μή γένοιτο.
῾Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεῖ τήν "᾿Ορθόδοξον ῾Ομολογίαν καί ῎Ενστασιν ὑπέρ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ" αὐτό πού κάμνει τόν πιστόν νά παραμένη ἑνωμένος μετά τοῦ Χριστοῦ. ᾿Αναφερόμενος εἰς τόν ῞Αγιον Μελέτιον ᾿Αντιοχείας, λέγει ὅτι οὗτος εἶναι κοινωνικός αὐτοῦ, δηλαδή τόν ἔχει σέ κοινωνίαν διά τήν "καρτεράν καί ἀνένδοτον ἔνστασιν αὐτοῦ ὑπέρ τῆς ἀληθείας". (Μ. Βασιλείου, Ε.Π. 32, στλ 952Α, ᾿Επιστολή ΣΝΗ ᾿Επιφανίῳ ᾿Επισκόπῳ, ` 3)
῾Ο ῾Ιερός Χρυσόστομος λέγει:
"Δέ νομίζω ὅτι εἶναι πολλοί ἀνάμεσα στούς ἱερεῖς ἐκεῖνοι πού σώζονται, ἀλλά πολύ περισσότεροι εἶναι ἐκεῖνοι πού χάνονται, καί αἰτία εἶναι πώς αὐτό τό λειτούργημα χρειάζεται γενναία ψυχή. Διότι ἔχει πολλές ἀνάγκες πού τόν ἀναγκάζουν νά ἐξέλθη ἀπό τόν γνωστό χαρακτῆρα του καί χρειάζεται ἀπό παντοῦ μυρίους ὀφθαλμούς...
῞Ωστε ἄν ἔσπευδε κάποιος νά πεῖ ὁτι ἡ ἀρχιερωσύνη εἶναι γιά τήν προστασία τοῦ ποιμνίου, κανένας δέν θά τήν δεχόταν ἀμέσως. Τώρα δέ, ὅπως ἀκριβῶς τίς κοσμικές ἐξουσίες, ἔτσι ἐπιδιώκουμε κι᾿ αὐτή. Διότι, γιά νά δοξασθοῦμε, γιά νά τιμηθοῦμε ἀπό τούς ἀνθρώπους, χάνουμε τήν σωτηρία μας κοντά στόν Θεό."