Τρίτη, 26 Μαΐου 2020

ΚΑΙΣΑΡΟΠΑΠΙΣΜΟΣ ΣΕΡΓΙΑΝΙΣΜΟΣ


apagoreusi
Tου Δημήτρη Κάτσουρα, Θεολόγου,
φ. Πολιτικής Επιστήμης & Διεθνών Σχέσεων


Μία παρέμβαση στη συζήτηση και τον προβληματισμό για τη "σχέση-συνεργασία" Κράτους και Εκκλησίας σε εποχή "Κορωνοϊού"
Παρακολουθώ τον προβληματισμό και την ανησυχία, τα οποία εύλογα έχει προκαλέσει, ακόμη και μεταξύ των πιστών, η ιστορία με τον Κορωνοϊό, όσον αφορά στη σχέση Κράτους-Εκκλησίας. Ίσως αυτή να είναι απλώς αφορμή εξωτερίκευσης μιας προϋπάρχουσας, βαθύτερης παθογένειας και συγχύσεως.
Καταθέτω μια ταπεινή σκέψη-συμβολή επ' αυτών, η οποία δεν έχει να κάνει με το αμιγώς υγειονομικό θέμα, το οποίο αναμφίβολα πρέπει να αντιμετωπίζεται σε καθαρά ιατρική βάση και επιστημονικό πλαίσιο.
Αναφέρομαι στις παρενέργειες των μέτρων του Κράτους (της Πολιτείας) και τη στάση της Εκκλησίας έναντι αυτών, σε ό,τι βεβαίως την αφορά, δηλαδή στην εκκλησιαστική ζωή (Πίστη, Θεία Λατρεία κλπ).
Κατ' αρχάς, πρέπει να κάνουμε μια σημαντική διευκρίνιση: Όταν λέμε Εκκλησία από ορθοδόξου απόψεως δεν εννοούμε αυτονομημένα ούτε τη Σύνοδο των Επισκόπων μόνο, ούτε τον Κλήρο, ούτε τον πιστό λαό, αλλά ιεραρχικά και ενιαία όλους μαζί, ως ένα σώμα, "σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις", με Κεφαλή τον Χριστό (Εφεσ. γ΄, 18, α΄, 22-23).
Θεωρώ, λοιπόν, ότι εν προκειμένω μπορεί να γίνει θεωρητικός λόγος, ή διαπίστωση, κατά την εκτίμηση ορισμένων, γιά δύο εκτροπές, εξίσου καταδικαστέες. Η μία είναι ο "Καισαροπαπισμός" και η άλλη είναι ο "Σεργιανισμός". Εδώ πρέπει και αξίζει να εξηγηθεί ο άγνωστος, ίσως, στούς πολλούς, όρος "Σεργιανισμός".
Προέρχεται από το ιστορικό φαινόμενο καί δεδομένο της υποταγής της εκκλησιαστικής διοικήσεως της Ρωσικής Εκκλησίας στο αθεϊστικό Σοβιετικό καθεστώς.
Αυτή, είχε σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία της λεγομένης "Ζώσης Εκκλησίας", ως οργάνου του καθεστώτος και τη δίωξη του ορθόδοξου Κλήρου και λαού, οι οποίοι αρνήθηκαν την εκτροπή, δεν ενέδωσαν και συνέχισαν την εκκλησιαστική Παράδοση ως "Εκκλησία των Κατακομβών".
Σέργιος ήταν το όνομα του συνεργάτου του αθεϊστικού καθεστώτος Ρώσου Πατριάρχου (+1944), ενώ την εκκλησιαστική κανονικότητα εκπροσωπούσε τότε ο διωχθείς Πατριάρχης Τύχων (+1925).
Η μία εκτροπή, ο "Καισαροπαπισμός", δημιουργείται από την απαράδεκτη επέμβαση του Κράτους (της Πολιτείας) στα ενδότερα (εσωτερικά θέματα, αυτοδιοίκητο) της Εκκλησίας και η άλλη εκτροπή, ο "Σεργιανισμός", συντελείται από τη μετάλλαξη της ποιμαίνουσας Εκκλησίας με τη συγκατάθεσή της, έστω και κατόπιν πιέσεων, σε ακόλουθο και "συνεργό" του Κράτους στις δικές του κοσμικές θεωρήσεις (ενίοτε αντιχριστιανικές) και σχεδιασμούς.
Στήν τελευταία περίπτωση έρχεται η ίδια η λεγομένη διοικούσα Εκκλησία να παραβιάσει γνωστή δική της αρχή, την οποία εκφράζει το Γραφικό χωρίο "πειθαρχεῖν δεῖ Θεῶ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις" (Πράξ. ε΄, 29).
Όταν συμβαίνουν αυτά, προκαλείται και δημιουργείται μείζον κοινωνικό και κανονικό πρόβλημα. Αμφότερες δε (οι εκτροπές αυτές), συνιστούν αλλοτρίωση των θεσμών. Η μία βαρύνει το Κράτος, ενώ η δεύτερη βαρύνει, κυρίως, την Εκκλησία.
Όταν μάλιστα αυτές οι δύο λειτουργήσουν και ως συγκοινωνούντα δοχεία, τότε συνήθως προκαλείται και η αντίδραση του πιστού λαού, ο οποίος δικαίως θεωρεί ότι βάλλεται εκατέρωθεν, δηλαδή τόσο από το Κράτος, όσο και από τη διοίκηση της Εκκλησίας.
Ευκταίο, λοιπόν, είναι, ούτε το Κράτος να παρεμβαίνει στα της Εκκλησίας, ούτε η Εκκλησία να αποδέχεται παθητικά τις παρεμβάσεις του Κράτους και, κυρίως, την μετάλλαξη της σε υπηρεσία του.
Ἐξυπακούεται εξάλλου ότι εξίσου απαράδεκτη είναι και η ανάμιξη της Εκκλησίας στα του Κράτους, η οποία συνιστά μία άλλη (τρίτη) εκτροπή, τον "Παποκαισαρισμό".
Το φαινόμενο αυτό εμφανίσθηκε κυρίως στη Δύση και το εκφράζει, στήν ακραία του μορφή (όχι μόνον της ανάμιξης, αλλά και της μετάλλαξης), ο Παπισμός, δηλαδή η λεγόμενη ρωμαιοκαθολική εκκλησία, ο οποίος μεταλλάχθηκε από Εκκλησία σε εγκόσμια (θρησκευτική) εξουσία, με κρατική μάλιστα υπόσταση!
Τήν αποφυγή συγχύσεως των ορίων, πεδίων και των αρμοδιοτήτων Κράτους καί Εκκλησίας, αλλά και ευρύτερα των κοσμικών, αφ' ενός, καί των εκκλησιαστικών-πνευματικών θεμάτων, αφ' ετέρου, εκφράζει και ο λόγος του Χριστού στο Ευαγγέλιο, "ἀπόδοτε τά Καίσαρος Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῶ Θεῶ" (Ματθ. κβ΄, 21).
Όταν κάποιοι συγχέουν ή δεν (θέλουν να) διακρίνουν, εκ των ανωτέρω, ποιά είναι τα μεν και ποιά τα δε, τότε είναι εμφανές πως μάλλον αυτοί χρειάζονται μαθητεία και "κατήχηση", αντιστοίχως, προκειμένου να τά γνωρίσουν καί εμπεδώσουν, έτσι ώστε να μη εξαπατούν ή παραπλανούν τον κόσμο και να μή δημιουργείται σύγχυση.
Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι κατά το παρελθόν στο χώρο της καθ' ημάς Ανατολής καί τα τρία αυτά αρνητικά φαινόμενα ("Καισαροπαπισμός", "Παποκαισαρισμός" και "Σεργιανισμός") δεν ευδοκίμησαν.
Παρά τις μεμονωμένες ανθρώπινες αστοχίες και την ύπαρξη κάποιων σχετικών κρουσμάτων, το θεωρητικό τουλάχιστον πλαίσιο του ρόλου και της αποστολής καθενός από τούς δύο θεσμούς, Κράτους και Εκκλησίας, παρέμενε σεβαστό και επί της ουσίας αναλλοίωτο, όπως το προσδιόρισε μία μεγάλη Πατερική μορφή του 8ου αιώνα, με σπουδαία μόρφωση, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Οὐ βασιλέων ἐστί νομοθετεῖν τῆ Ἐκκλησία... Βασιλέων ἐστίν ἡ πολιτική εὐπραξία, ἡ δέ ἐκκλησιαστική κατάστασις ποιμένων καί διδασκάλων» (Αγ. Ιω. Δαμασκηνού, Περί των αγίων εικόνων 12, PG 94,1296).

Σάββατο, 23 Μαΐου 2020

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΩΣ ΔΕΙ ΜΕΤΑΛΑΜΒΑΝΕΙΝ

... την ώρα που εξ ... Αμερικής έρχονται οι πρώτες ... επίσημες βλασφημίες κατά του Αγίου Πνεύματος, ο ιεροκήρυκας της Ι.Μητροπόλεως Κερκύρας Αρχιμ. Χερουβείμ Βελέντζας καταθέτει (22.5.2020) :

 Η ΙΕΡΗ ΛΑΒΙΔΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΤΗΡΙΟΥ ΠΥΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΘΑΙΡΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΥΡ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΟΣ -

Περί τοῦ πῶς δεῖ μεταλαμβάνειν.

"Καθώς ἀποκαθίσταται σταδιακῶς στήν πατρίδα μας ἡ ὁμαλότητα τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν καί τῶν ἐπαγγελματικῶν, οἰκονομικῶν, κοινωνικῶν καί θρησκευτικῶν δραστηριοτήτων αὐτῶν, ἐπανέρχεται, ὡς μή ὤφελε, ἀπό ἀνθρώπους πού ἀγνοοῦν τήν Ὀρθόδοξη Χριστιανική πίστη καί ζωή, ἡ συζήτηση περί τοῦ ἐνδεχομένου -κατ’ αὐτούς- κινδύνου μεταδόσεως τοῦ ἰοῦ διά τῆς μεταλήψεως τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, δηλαδή τῆς Θείας Κοινωνίας.
Ἐπικεντρώνεται μάλιστα τεχνηέντως ἡ συζήτηση ὄχι στήν Θεία Κοινωνία αὐτή καθ’ αὐτή, ἀλλά στόν τρόπο τῆς μεταδόσεώς της, προβάλλοντας τούτη τήν φορά τόν ἰσχυρισμό ὅτι ἡ ἱερή Λαβίδα δύναται μέ τό σάλιο νά μεταδώσῃ ἀπό στόμα σέ στόμα τα μικρόβια. Προτείνεται δέ ἡ ἐξεύρεση «ἀσφαλοῦς» τρόπου μεταδόσεως τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς δῆθεν «ἐκσυγχρονισμός» τῆς Ἐκκλησίας ἤ ὡς «προσαρμογή» στήν «νέα κανονικότητα» ἤ ἀκόμα ὡς κίνηση ποιμαντικῆς εὐθύνης καί εὐαισθησίας πρός τούς ἀσθενεστέρους στήν πίστη ἀδελφούς χριστιανούς.
1. Ἔχει ἑπαρκῶς λεχθεῖ [1] ὅτι τό θεοΐδρυτο μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἤ Θείας Λειτουργίας ἀποτελεῖ, κατά τήν διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τό συστατικό στοιχεῖο καί τήν κατ’ ἐξοχήν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας.
Η κοινωνία των πιστῶν μέ τόν θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό, μέ τούς ἁγίους, μέ τούς ἐν πίστει κεκοιμημένους καί μέ τούς ἐπί τῆς γῆς πιστούς ἤ μή ἀδελφούς μας, πραγματοποιεῖται μέ τήν μετάληψη τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ καί δημιουργοῦ καί σωτῆρος τοῦ κόσμου. Δέν ἀποτελεῖ στοιχεῖο φολκλορικό ἤ συμβολικό ἡ Θεία Κοινωνία, ἀλλά εἶναι αὐτό τοῦτο τό σῶμα καί αὐτό τοῦτο τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, καί προσφέρεται στούς πιστούς «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον», οἱ ὁποῖοι προσέρχονται «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης».
Γι’ αὐτό η Θεία Κοινωνία, δηλαδή τό Ποτήριον τῆς Ζωῆς, δέν μεταδίδει κανένα μολυσματικό μικρόβιο, ὅπως τεκμαίρεται διαχρονικῶς ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας.
2. Στήν δισχιλιετῆ πορεία τῆς Ἐκκλησίας, ὑπῆρξαν διάφοροι τρόποι μεταδόσεως τῆς Θείας Κοινωνίας, ὅλοι τους ὅμως διασώζουν τήν ἐκ τοῦ ἑνός Ποτηρίου μετάληψη τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ, κατά τούς λόγους τοῦ Κυρίου μας: «Πίετε ἐξ’ αὐτοῦ πάντες». Ἀπό τῆς συστάσεως τοῦ μυστηρίου, στό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ, μέχρι καί τούς μέσους βυζαντινούς χρόνους, τόσο στίς ἀρχαῖες Θεῖες Λειτουργίες (Ἁγ. Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, Ἁγ. Μάρκου κλπ.) ὅσο καί στίς μέχρι σήμερα τελούμενες (Μ. Βασιλείου, Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Προηγιασμένη), οἱ πιστοί μετελάμβαναν χωριστά τό σῶμα καί το αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἑκ τοῦ ἑνός ἄρτου καί ἐξ ἑνός ποτηρίου, κατά τόν τρόπο πού μεταλαμβάνουν μέχρι καί σήμερα ἐντός τοῦ ἱεροῦ βήματος οἱ κληρικοί, ὁ ὁποῖος καί ἁγιογραφεῖται στήν κεντρική κόγχη τοῦ ἱεροῦ κατά τρόπον ἀπαράλλακτο ἀπό τούς πρώτους αἰῶνες τῆς χριστιανικῆς εἰκονογραφικῆς παραδόσεως μέχρι σήμερα. Ἡ κοινωνία ἐκ τοῦ ἑνός ἄρτου καί ἐκ τοῦ ἑνός ποτηρίου δέν εἶναι στοιχεῖο περιστασιακό, ἀλλά συστατικό τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τῆς ἑνότητας τῶν πιστῶν.
«Καὶ γὰρ πολλὰ ἡμᾶς ἐστι τὰ συνάγοντα· μία τράπεζα πρόκειται πᾶσιν͵ εἷς ἐγέννησεν ἡμᾶς Πατὴρ͵ τὰς αὐτὰς πάντες ἐλύσαμεν ὠδῖνας͵ τὸ αὐτὸ ποτὸν ἅπασι δέδοται· μᾶλλον δὲ οὐ μόνον τὸ αὐτὸ ποτὸν͵ ἀλλὰ καὶ ἐξ ἑνὸς ποτηρίου πίνειν. Ὁ γὰρ Πατὴρ͵ βουλόμενος ἡμᾶς εἰς φιλοστοργίαν ἀγαγεῖν͵ καὶ τοῦτο ἐμηχανήσατο͵ ἐξ ἑνὸς ποτηρίου πίνειν ἡμᾶς· ὅπερ ἐπιτεταμένης ἐστιν ἀγάπης.», λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος [2], ἐνῶ σέ ἄλλο σημεῖο τονίζει:
«Οὐ γὰρ μέγα ἡγῇ τὸ ποτήριον κατασχεῖν͵ ἐξ οὗ πίνειν ὁ Χριστὸς μέλλει͵ καὶ προσάγειν τῷ στόματι; Οὐχ ὁρᾷς͵ ὅτι τῷ ἱερεῖ μόνῳ θέμις τὸ τοῦ αἵματος ἐπιδιδόναι ποτήριον;» [3].
Ἡ καθιέρωση, γιά λόγους καθαρά πρακτικούς καί ἑπομένως κατ’ οἰκονομίαν, τῆς ἑνώσεως ἀμφοτέρων τῶν εἰδῶν ἐντός τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου καί τῆς μεταδόσεως αὐτῶν στούς πιστούς διά τῆς λαβίδος, τηρεῖ τήν θεμελιώδη αὐτή ἐκκλησιολογική ἀρχή καί συνάδει μέ τόν ΡΑ’ Κανόνα τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι οἱ πιστοί πρέπει νά προσέρχονται γιά νά κοινωνήσουν μέ τά χέρια σχηματίζοντα σταυρό ἐπί τοῦ στήθους, ἀπαγορεύει δέ τήν χρήση ἄλλων σκευῶν ἤ δοχείων γιά τήν ὑποδοχή τῆς Θείας Κοινωνίας.
3. Ὅπως τό σίδερο πού πιάνει τόν πυρακτωμένο ἄνθρακα ἀπό τό καμίνι, πυρακτώνεται το ἴδιο καί καθαρίζεται ἀπό τυχόν σκουριά, καί ὅπως τό καθαριστικό ἤ τό ἀντισηπτικό καθαρίζει ἤ ἀπολυμαίνει πρῶτα τό μέσο στό ὁποῖο ἐπιτίθεται, κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ἡ ἱερή Λαβίδα, ἡ ὁποία μεταδίδει στούς πιστούς τήν πηγή τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας, ἤ τό χεῖλος τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου, ἐκ τοῦ ὁποίου μεταλαμβάνουν οἱ κληρικοί, πυροῦνται καί καθαίρονται ἀπό τό πῦρ τῆς θεότητος καί κατά συνέπεια δέν ἐνέχουν κανένα κίνδυνο μετάδοσης ἀσθενειῶν.
Κάθε ἀντίθετος λογισμός προέρχεται τουλάχιστον ἀπό ὀλιγοπιστία ὡς πρός τήν φύση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας· «Καὶ γὰρ διὰ τοῦτό εἰσιν οἱ ἐπίσκοποι καὶ τὰ τάγματα τῶν πρεσβυτέρων καὶ διακόνων διὰ τὸ διδάσκειν τὸν λαὸν τὸ πῶς δεῖ πιστεύειν͵ καὶ τὸ πῶς εὔχεσθαι» [4].
Ἡ δέ μεταφορά τῆς Θείας Κοινωνίας ἐκτός τοῦ ἱεροῦ ναοῦ μέ τήν χρήση εἰδικῶν πρός τοῦτο σκευῶν, ἐξαιρουμένης τῆς περιπτώσεως μεταλήψεως ὑπό τοῦ ἱερέως βαρέως ἀσθενῶν κατ’ οἶκον ἤ σέ νοσοκομεῖα, ἀπαγορεύεται συνεπείᾳ τοῦ ὡς ἄνω ἱεροῦ Κανόνος, δεδομένου ὅτι ἀφ’ ἑνός μέν ἐξέλιπαν οἱ διωγμοί, ἀφ’ ἑτέρου δέ ὑφίστανται πλέον ἱεροί ναοί σέ κάθε σχεδόν γωνιά τῶν πόλεων καί τῆς ὑπαίθρου.
π. Χερουβείμ Βελέτζας Ἱεροκήρυκας τῆς Ἱ. Μ. Κερκύρας".

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ παραπομπών :

 1. Βλ. Περί της Θείας Κοινωνίας,https://xerouveim.blogspot.com/2020/05/blog-post.html
2. PG 57.386. Πρβλ. καί ἁγ. Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, ἐπιστολή πρός Φιλαδελφεὶς: «Ἐγὼ πέποιθα εἰς ὑμᾶς ἐν κυρίῳ͵ ὅτι οὐδὲν ἄλλο φρονήσετε. διὸ καὶ θαρρῶν γράφω τῇ ἀξιοθέῳ ἀγάπῃ ὑμῶν͵ παρακαλῶν ὑμᾶς μιᾷ πίστει καὶ ἑνὶ κηρύγματι καὶ μιᾷ εὐχαριστίᾳ χρῆσθαι· μία γάρ ἐστιν ἡ σὰρξ τοῦ κυρίου Ἰησοῦ καὶ ἓν αὐτοῦ τὸ αἷμα τὸ ὑπὲρ ἡμῶν ἐκχυθέν (εἷς γὰρ ἄρτος τοῖς πᾶσιν ἐθρύφθη καὶ ἓν ποτήριον τοῖς ὅλοις διενεμήθη)͵ ἓν θυσιαστήριον πάσῃ τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ εἷς ἐπίσκοπος ἅμα τῷ πρεσβυτερίῳ καὶ τοῖς διακόνοις͵ τοῖς συνδούλοις μου».
3. PG 58.484.
4. Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, PG 95.329.

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ 14.000 ΝΗΠΙΩΝ

Η σφαγή τών νηπίων από τον Ηρώδη
Ο συμβολισμός τών 14.000 νηπίων

Πηγή: Όλα σχεδόν τα παραπάνω, λήφθηκαν από το άρθρο τού ομότιμου καθηγητή τής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργίου Π. Πατρώνου, με τίτλο: "Η σφαγή τών νηπίων κατά την Καινή Διαθήκη", που δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό "Ιστορικά" (Νο 216), τής Ελευθεροτυπίας 18 Δεκεμβρίου 2003 σελ. 34-41.


Η εορτή προς τιμήν "τών 14.000 αναιρεθέντων νηπίων", αποτελεί για πολλούς απίστους σκάνδαλο, καθώς ο αριθμός τών νηπίων που δολοφόνησε ο Ηρώδης για να σκοτώσει τον Χριστό, ήταν πολύ μικρότερος. Όμως οι άνθρωποι αυτοί, αγνοούν όχι μόνο τη βαθύτερη σημασία τού γεγονότος τής σφαγής τού Ηρώδη, αλλά και τις συμβολικές διαστάσεις τού αριθμού αυτού.
Τι δείχνει η ιστορία
Υπό τους αυστηρούς όρους τής επιστημονικής ιστορικής ακρίβειας, ο αριθμός τών 14.000 θανατωθέντων νηπίων κατά την παράδοση δημιουργεί - ακόμα και για τα δεδομένα τού δολοφόνου Ηρώδη- ανυπέρβλητα προβλήματα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι πηγές και ιδιαίτερα ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος - σύγχρονος τών Ευαγγελιστών Λουκά και Ιωάννη - και άρα καλός γνώστης τής εποχής τών ευαγγελικών γεγονότων - η κωμόπολη τής αρχαίας Βηθλεέμ και τα περίχωρά της θα πρέπει τότε να είχαν πληθυσμό ίσως λίγο μεγαλύτερο από χιλίους κατοίκους. Η σφαγή τών αρρένων νηπίων "από διετούς και κατωτέρω" δεν θα ήταν, επομένως, στην πραγματικότητα δυνατό να αφορά περισσότερα από 30 η το ανώτατο 40, με βάση τα στατιστικά δεδομένα που προκύπτουν από την πληθυσμιακή κατανομή τής συγκεκριμένης περιοχής.
Ένας τέτοιος αριθμός θα καθιστούσε πολύ πιο πιθανό κατά τους ιστορικούς, ο Ηρώδης να αποτόλμησε όντως ακόμη ένα τραγικό εγχείρημα προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του από την έσω και ευποθετική απειλή τής εμφανίσεως ενός διεκδικητή τού θρόνου. Η "αναίρεση" μερικών δεκάδων νηπίων, άσημων αγροτικών οικογενειών μιας απομακρυσμένης και αγνοημένης περιοχής, δεν θα αποτελούσε "παρά μόνο ένα μικρό και ασήμαντο επεισόδιο" στο βίο και την πολιτεία του, όπως εύστοχα παρατηρεί ένας σύγχρονος ερευνητής, ένα πταίσμα σε σύγκριση με τα άλλα του εγκλήματα, που δεν επιβάρυνε αισθητά τον ήδη μακρύ κατάλογο τών θυμάτων τής καχυποψίας του, και δεν διαφοροποιούσε ιδιαίτερα την ούτως ή άλλως έκρυθμη τοπική κατάσταση ώστε να προκαλέσει την παρέμβαση τής Ρώμης στο συγκεριμένο ζήτημα.
Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι πουθενά στα ιερά κείμενα τών Ευαγγελίων δεν καταγράφεται συγκεκριμένος αριθμός "αναιρεθέντων νηπίων". Η αναφορά στη σφαγή "χιλιάδων όντων δεκατεσσάρων" αρρένων τέκνων προέρχεται αντίθετα από την ιερή παράδοση τής Εκκλησίας μας - από το εορτολογικό Συναξάρι τής συγκεκριμένης ημέρας - και μάλιστα με την πεισήμανση ότι τα νήπια αυτά εντάσσονται στο χώρο τών Μαρτύρων τής Εκκλησίας και θεωρούνται ως οι πρώτοι ανώνυμοι και "αναρίθμητοι" μάρτυρες τής Χριστιανικής πίστεως. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσδίδει επομένως στο όλο ζήτημα παράλληλα προς την ιστορική, και μια ιδιαίτερη "συμβολική" παράμετρο, που καθιστά απαραίτητη τη θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση.

Η Θεολογική σημειολογία τού αριθμού τών "αναιρεθέντων νηπίων".
Όπως ήδη επισημάνθηκε, τα Ευαγγέλια δεν επέχουν θέση "χρονικών" ή απλών "δημοσιογραφικών εκθέσεων" επί τών ιστορικών γεγονότων. Σκοπός τους δεν είναι η απλή ενημέρωση κάποιων αναγνωστών, αλλά η πνευματική καθοδήγηση και η θεολογική παίδευση τών πιστών στο πλαίσιο τού καατηχητικού και ποιμαντικού ρόλου τής Εκκλησίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η σφαγή τών νηπίων έχει ιδιαίτερο θεολογικό νόημα για τα ιερά κείμενα, και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ερμηνευτική προσέγγιση και κατανόηση τής σημειολογίας τών γεγονότων στην ευαγγελική διήγηση.
Στην παράδοση τού Ιουδαϊκού λαού και τη θεολογία τής Παλαιάς Διαθήκης υπήρχε το "ιστορικό" προηγούμενο ακόμη μιας δίωξης και "σφαγής". Συγκεκριμένα, η εξιστόρηση τού βιβλίου τής Εξόδου εμφανίζει τον αλλοεθνή και αλλόθρησκο Φαραώ τής Αιγύπτου να είχε διατάξει τη θανάτωση με πνιγμό στον Νείλο ποταμό τών αγοριών τών Ισραηλιτών, μια πραγματική γενοκτονία, που σκοπό είχε τη μείωση τού αριθμού τών δούλων Εβραίων οι οποίοι αυξάνονταν με ανησυχητικό ρυθμό στη χώρα.
Το στοιχείο αυτό εξιοποιήθηκε από τους ιερούς συγγραφείς τής Καινής Διαθήκης ως θεολογικό προηγούμενο στη γλώσσα τής ερμηνευτικής "προτύπωσης" για την παράλληλη θεολογική προσέγγιση και ερμηνεία τού αντίστοιχου γεγονότος τής σφαγής τών νηπίων από ένα "νέο Φαραώ", τον αλλόθρησκο και μισητό βασιλιά τής Ιουδαίας Ηρώδη. Όπως ο παλιός Φαραώ εξέφραζε τις αντίπαλες δυνάμεις τού σκότους και τής καταπίεσης αντιδρώντας στα "σημεία" τής εφαρμογής τού σχεδίου τού Θεούγια τη σωτηρία και ιστορική καταξίωση τού Ισραήλ, και όπως φόνευσε παιδιά για να μην γεννηθεί ο πρώτος προφήτης τής Εξόδου ο Μωυσής, έτσι και ο Ηρώδης ως "νέος Φαραώ" ενσαρκώνει με τις πράξεις του τις ίδιες δαιμονικές δνάμεις. Παρεμποδίζει την έλευση τού Σωτήρα τού κόσμου και την ιστορική καταξίωση τού νέου Ισραήλ τής Εκκλησίας.
Κατά το Ευαγγέλιο τού Ματθαίου, ο Ιησούς αποκαλύπτεται από τη βρεφική ήδη ηλικία ως ο Χριστός και ο Κύριος, ο απεσταλμένος τού Θεού για τη σωτηρία τού κόσμου. Και ο Ηρώδης, που κατά ένα μανιακό και πράφρονα τρόπο "ζητεί την ψυχήν τού Παιδίου", φανερώνεται με τις ενέργειές του ως εκπρόσωπος τών δυνάμεων τού κακού και παρουσιάζεται με τη μορφή Αντιχρίστου (Δες Αποκάλυψη κεφ. 12/ιβ΄). Ο ισχυρός τού παρόντος, όμως, είανι ο ουσιαστικά αδύναμος, και το ευάλωτο Βρέφος θα αναδειχθεί ο τελικός νικητής. Το γεγονός τής σφαγής τών νηπίων αποκτά έτσι και μια σωτηριολογική και εσχατολογική προοπτική, εφόσον εντάσσεται παράλληλα μεταξύ τών "σημείων τών εσχάτων" που προϊδεάζουν και προετοιμάζουν για την τελική συντριβή τού κακού και την επικράτηση τού καλού.
Σε αυτή τη γραμμή τής θεολογικής σημειολογίας, η σφαγή τών νηπίων φέρνει επίσης στο νου και την προφητεία τού Ιερεμία, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε προαναγγείλει προφητικά και περιγράψει ποιητικά την ακόλουθη αποκαλυπτική σκηνή: "Φωνή εν Ραμά ηκούσθη θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς. Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής και ουκ ήθελε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν" (Ιερεμίας 31/λα΄ 15). Ο ιστορικός ευαγγελιστής Ματθαίος κάνει χρήση τής προφητικής αυτής ρήσης και θεολογεί ερμηνευτικά πάνω στο σύγχρονό του γεγονός τού "θρήνου, τού κλαυθμού και τού οδυρμού" τής Βηθλεέμ (Ματθαίος 2/β΄ 18). Η αρχαία προφητεία αναφερόταν στις θυσίες κατά την έξοδο τού παλαιού Ισραήλ από την Αίγυπτο. και όπως τότε ο Μωυσής μαζί με τον Ιησού τού Ναυή οδήγησαν το λαό τού Θεού μακριά από την Αίγυπτο και την "αιγυπτιώδη αναλευθερία", από τον Φαραώ και τη φαραωνική δουλεία προς τη γη τής επαγγελίας και τής ελευθερίας, έτσι και τώρα ένας "νέος Μωυσής" και "νέος Ιησούς" θα οδηγήσει το λαό του σε μια νέα έξοδο προς μια νέα γη τής επαγγελίας, προς μια εσχατολογική χώρα ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Γι' αυτό ο ευαγγελιστής Ματθαίος εμπνευσμένα υπογραμμίζει σε αυτόν το θεολογικό συμβολισμό και την "προτύπωση" γεγονότων, ότι "εξ Αιγύπτου" και πάλι ο Θεός κάλεσε ηγέτη για το λαό Του και για τη μεγάλη "έξοδο" στην ιστορία τών νέων χρόνων (Ματθαίος 2/β΄ 15).
Ο απόστολος Παύλος και πολλοί ερμηνευτές Πατέρες τής Εκκλησίας, κάνουν εκτεταμένη χρήση τών θεολογικών πλέον όρων "Αίγυπτος" και "Φαραώ" στην τυπολογική τους ερμηνεία με καθαρά θεολογικό χαρακτήρα. Η φυγή τού Θείου Βρέφους στην Αίγυπτο ως επακόλουθο τής σφαγής τών νηπίων τής Βηθλεέμ, αποκτά, πέρα από την ιστορική της σημασία, και εσχατολογικές προεκτάσεις ωσάν μια άλλη "κάθοδος τού Υιού τού Θεού στον Άδη". Εκεί, στον "Άδη τής Αιγύπτου", ο Ιησούς Χριστός ως "νέος Μωυσής" θα συναντήσει το λαό του και θα τον καλέσει σε μια νέα εσχατολογική "έξοδο" προς τη νέα γη τής επαγγελίας, τη Βασιλεία τού Θεού. (Δες Δευτερονόμιο 18/ιη΄ 15, όπου ο Μωυσής λέει: "προφήτην εκ των αδελφών σου ως εμέ αναστήσει σοι Κύριος ο Θεός σου, αυτού ακούσεσθε").

Ο αριθμός 14.000
Όσον αφορά, τέλος, τον αριθμό 14.000 που η ιερή παράδοση διασώζει για τα σφαγιασθέντα νήπια, αυτός δεν οφείλεται σε λογιστικό σφάλμα, αλλά προέρχεται από την επίδραση τής Ιουδαϊκής αποκαλυπτικής αριθμολογίας. Πρόκειται στην ουσία για πολλαπλάσιο τού ιερού αριθμού 7 τών Εβραίων, ο οποίος συμβολίζει την ολότητα και την καθολικότητα. Ομοίως στην Αποκάλυψη του Ιωάννη συναντάται σημειολογική αναφορά στον έτερο ιερό αριθμό 12 και στα πολλαπλάσιά του, με την επισήμανση ότι κατά τους έσχατους χρόνους ο Ιησούς Χριστός θα συνοδεύεται και πάλι από τους μάρτυρές του, που στην ολότητα και τελειότητά τους ανέρχονται συμβολικά σε 144.000 (Αποκάλυψις 14/ιδ΄ 1 και 7/ζ΄4). Και σε αυτήν ασφαλώς την περίπτωση, δεν πρόκειται για πραγματικό αριθμό, αλλά για θεολογικό συμβολισμό τής καθολικότητας τής Εκκλησίας, η οποία συγκροτείται και εκπροσωπείται στην ιστορία από τους Μάρτυρες. Οι ανά τους αιώνες θυσιαζόμενοι και μαρτυρούντες Άγιοι, εκφράζουν την ιστορική και εσχατολογική ενότητα τής Εκκλησίας. Όσοι προσεταιρίζονται την εξουσία και τη δύναμη, συντάσσονται με τους εκάστοτε "Φαραώ" και "Ηρώδεις" τής ιστορίας.
Η αναφορά τού ευαγγελιστή στο γεγονός τής σφαγής και τής θυσίας εκφράζει κατά τον πλέον εναργή τρόπο, ότι ο Ιησούς και οι πιστοί του δεν πραγματοποιούν την ιστορική τους πορεία μέσα σε έναν κόσμο ρομαντικό και ειδυλλιακό, αλλά κυριαρχούμενο από το ρεαλισμό τής βίας, τής ανελευθερίας, τών καταπιέσεων και τών διωγμών. Οι ισχυροί "Φαραώ" και "Ηρώδεις" που διαφεντεύουν συνήθως τις τύχες τών λαών, εκπροσωπούν τις αντίθετες και δαιμονικές δυνάμεις, διαιωνίζοντας και επαυξάνοντας το κακό και την αδικία σε βάρος τών αδυνάτων. Το Θείο Βρέφος, που από την πρώτη στιγμή δοκίμασε την απειλή και τη βία, την αμφισβήτηση και την απόρριψη, καθορισε το πρότυπο τής μαρτυρικής ζωής εκείνων που θα ακολουθήσουν πιστά τα ίχνη Του, μέχρις εσχάτων τού ιστορικού χρόνου.
Η ιστορία τής Εκκλησίας με το πλήθος τών μαρτύρων επαληθεύει συνεχώς την τραγική πραγματικότητα πως δεν μπορεί να υπάρξει καμία αλλαγή στον κόσμο χωρίς τους ομολογητές τής αλήθειας και τους μάρτυρες τής ελευθερίας. Δια της αφήγησης τού περιστατικού τής σφαγής τών νηπίων υπογραμμίζεται, λοιπόν, για ακόμη μια φορά το μόνιμο ιστορικό ερώτημα με ποιους οφείλει κανείς τελικά να συντάσσεται, με τους ισχυρούς "Ηρώδεις" ή με τους αθώους και αδύναμους ανθρώπους που ως τέκνα τού "εσφαγμένου Αρνίου" και αθώα νήπια, γίνονται μάρτυρες τής αλήθειας "από καταβολής κόσμου"; (Αποκάλυψις 13/ιγ΄ 8). Αυτό άλλωστε είναι και ένα από τα καίρια ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να δώσει απάντηση ο Χριστιανισμός δια τών ιερών του κειμένων.

Σημείωση:

Για λεπτομερέστερη ιστορική και θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση τού γεγονότος τής σφαγής τών νηπίων βλ. Γεωργίου Π. Πατρώνου: "Η ιστορική πορεία τού Ιησού (από τη φάτνη ως τον κενό τάφο)" Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1991, σ. 580.

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

ΠΕΡΙ ΘΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

π. Χρήστος Γιώτας Mετά τους πρώτους αιώνες, όταν αυξήθηκαν οι πιστοί χριστιανοί, για καθαρώς πρακτικούς λόγους δηλαδή για να μη παρατηρηθεί αταξία εισήχθη η λαβίς με την οποία μετελάμβανον οι πιστοί Σώματος και Αίματος Χριστού. Θαυμάσια είναι η παράσταση με τον αββά Ζωσιμά, ο οποίος μεταδίδει την Θ. Κοινωνία στην Οσία Μαρία την Αιγυπτία με την αγία λαβίδα, όπως μας περιγράφει ο άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων τον 7ον αιώνα (Βίος οσίας Μαρίας P.G.87,3721). Όλοι πιστοί, λοιπόν, μετελάμβαναν από την μία λαβίδα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, όλους τους κατοπινούς αιώνες μέχρι και σήμερα αυτό τούτο το «φάρμακον αθανασίας», το «εφόδιον ζωής αιωνίου», το «αφανίζον φθοράν», το «φυλακτήριον ψυχής και σώματος». Μάλιστα ο Μ. Βασίλειος γράφει στην 93η επιστολή του «προς Καισαρίαν Πατρικίαν περί κοινωνίας» ότι: «Και το κοινωνείν δε καθ’ εκάστην ημέραν και μεταλαμβάνειν του αγίου σώματος και αίματος του Χριστού, καλόν και επωφελές, αυτού σαφώς λέγοντος˙ «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον». Τις γαρ αμφιβάλλει, ότι το μετέχειν συνεχώς της ζωής ουδέν άλλο εστίν ή ζην πολλαχώς; Ημείς μέντοι γε τέταρτον καθ’ εκάστην εβδομάδα κοινωνούμεν, εν τη κυριακή, εν τη τετράδι και εν τη παρασκευή και τω σαββάτω και εν ταίς άλλαις ημέρες, εάν η μνήμη αγίου τινός». (P.G.,32,484). Αναφορικώς με το ερώτημα ή την αμφιβολία την οποία διατυπώνουν μερικοί αν δηλ. υπάρχει κίνδυνος μεταδόσεως ασθενείας από την Θεία Μετάληψη επειδή χρησιμοποιείται η ιδία λαβίδα, η απάντηση είναι σαφέστατη ότι ουδείς απολύτως κίνδυνος υφίσταται εν προκειμένω. Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού που κοινωνούμε είναι Αυτός ο Ίδιος ο Χριστός, ο Κύριος και Θεός μας, και ο Χριστός είναι η ζωή, η υγεία και όχι η ασθένεια, η πτώση και ο θάνατος. Ο Χριστός ούτε μολύνεται, ούτε μολύνει. Μόνον αγιάζει και χαριτώνει, γιατί είναι η Αυτοζωή και Ανάσταση. Η Θεία Μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων είναι «φάρμακον αθανασίας», Πηγή Ζωής. Άλλωστε, ποτέ κανείς ανά τους αιώνες δεν έπαθε το παραμικρό από τη Θεία Μετάληψη με την ίδια λαβίδα, ούτε λαικός ούτε κληρικός. Πρώτοι θα είχαν ασθενήσει και αποθάνει οι τόσοι και τόσοι κληρικοί! Ιδιαίτερα εν προκειμένω, πλείστες είναι οι μαρτυρίες των κληρικών που διηκόνησαν ή διακονούν στα νοσηλευτικά ιδρύματα, οι οποίοι ουδέποτε έπαθαν τίποτα από μεταδοτική νόσο, τη στιγμή μάλιστα που «καταλύουν» – όπως είναι γνωστό- ο,τι έχει απομείνει στο Άγιο Ποτήριο μετά τη μετάληψη των ασθενών και μάλιστα φυματικών, λεπρών παλαιότερα κ.α., γλείφοντας στην κυριολεξία την Αγία Λαβίδα και καθαρίζοντας πλήρως το Άγιο Ποτήριο. ο Σεβ. Μητροπολίτης Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ’

ΠΕΡΙ ΑΔΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΩΝ ΚΑΘΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΦΟΡΙΣΜΩΝ


16/9/17
ΠΕΡΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΥ
ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΧΑΡΝΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΑΧΑΡΝΩΝ - ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΚΩΝ/ΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ 11 –ΑΧΑΡΝΑΙ

Α.Π. 151 Σεπτεμβριος 2017 (ε.η.)
ΤΙ ΕΣΤΙΝ ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ

 (ΠΡΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟΝ ΤΟΥΤΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ ΔΙΑ ΝΑ ΤΕΘΗ ΥΠ’ ΟΨΙΝ ΤΟΥ ΟΥΤΩΣ Η ΑΛΛΩΣ ΠΑΡΑΝΟΜΟΥ «ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ» ΚΑΙ «ΗΓΟΥΜΕΝΟΥ» ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ ΤΟΥ ΜΕΤΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑΝ ΕΠΑΝΑΦΕΡΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΤΗΝ ΨΕΥΔΟΚΑΘΑΙΡΕΣΙΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΨΕΥΔΟΑΦΟΡΙΣΜΟΝ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΟΛΩΣ ΑΝΟΗΤΩΣ, ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΕΙΠΩ ΑΛΛΟΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΝ, ΔΗΘΕΝ ΕΠΕΒΑΛΕΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΟΥ Ο ΒΛΑΣΦΗΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ «ΠΡΟΚΑΤΟΧΟΣ» ΤΟΥ «ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ» ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΕΣΣΙΑΚΑΡΗΣ …

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΒΕΒΑΙΩΣ ΠΕΡΙ ΑΝΥΠΑΡΚΤΩΝ, ΗΤΟΙ ΑΝΥΠΟΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΝΟΜΟΚΑΝΟΝΙΚΩΣ ΑΚΥΡΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ, ΑΙ ΟΠΟΙΑΙ ΕΝΩ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΜΜΙΑΝ ΙΣΧΥΝ ΔΙ ΗΜΑΣ, ΟΜΩΣ ΣΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΑΝ ΤΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΕΦ’ ΟΣΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΑΥΤΑΣ ΤΑΣ ΨΕΥΔΟΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ, ΣΥΝΙΣΤΟΥΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ, Η ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΑΛΛΕΩΣ ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΟΥΝ ΝΟΜΙΚΟΙ )…

Α) Ἀφορισμός (ἢ Ἀνάθεμα) σημαίνει «τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀποβολὴ τῆς ἰδιότητας τοῦ μέλους της» (Τρωϊάνου Σπ., Παραδόσεις Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, σελ. 417-418). Στὴν Η΄ Πράξη τῆς Ε΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, § 12, διαβάζουμε: «ἡ ποινὴ τοῦ ἀναθέματος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, εἰμὴ χωρισμὸς ἀπὸ τὸν Θεόν». Τοῦτο, ὅμως, τὸ προκαλεῖ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν συμπεριφορά του. «Ὅμως ὁ ἀσεβὴς δὲν λαμβάνει τὸ ἀνάθεμα μὲ τὰ λόγια κάποιου ἄλλου, ἀλλὰ τὸ ἐπιφέρει εἰς τὸν ἑαυτόν του μὲ τὰ ἴδια του τὰ ἔργα, ἀφοῦ μὲ τὴν ἀσέβειά του ἀποχωρίζει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὴν ἀληθινήν ζωήν». Καὶ συμπεραίνει ὁ Μητροπ. Νικοπόλεως Μελέτιος: «Ἐνταῦθα ἡ Σύνοδος, δογματίζουσα, ὁρίζει, ὅτι τὸ ἀνάθεμα εἶναι τέλειος χωρισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ Θεόν, καὶ ἄρα, τελεία καταδίκη καὶ ἀπώλεια» (Μελετίου, Μητροπ. Νικοπόλεως, Ἡ Πέμπτη Οἰκουμ. Σύνοδος, σελ. 577). «Ὁ τιμωρηθεὶς δι’ ἀφορισμοῦ -ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνεκλήθη», στερεῖται ἀκόμη καὶ «τῆς ἐκκλησιαστικῆς κηδεύσεως» (Ροδοπούλου Παντελεήμονος, Ἐπιτομὴ κανονικοῦ Δικαίου, σελ. 169).

Ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ τὴν ἐπιβολὴ ἀφορισμοῦ ἀπὸ τὴν Σύνοδο, ἐννοοῦμε ὅτι αὐτὴ ἐνεργεῖ βάσει προβλεπόμενης ἀπὸ τὸ νόμο συγκεκριμένης «δικαστικῆς ἁρμοδιότητας» (Τρωϊάνου Σπ., ὅπ. παρ., σελ. 419), καὶ ἄρα ὁ ἀφορισμὸς «δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβάλλεται «αὐτομάτως στὸν παραβάτη, γενικὰ καὶ ἀόριστα, ἀλλὰ κατόπιν σχετικῆς διαδικασίας ἀπὸ τὸ ἁρμόδιο ἐκκλησιαστικὸ ὄργανο» γιὰ συγκεκριμένες, «κανονισμένες» καὶ ἀποδεικνυόμενες παραβάσεις (Μπούμη Π., Κανον. Δίκαιον, σελ. 115 καὶ Ροδοπούλου Παντελ., ὅπ. παρ., σ. 168-169).

Οἱ ἱ. Κανόνες προβλέπουν, πὼς πρέπει «πρὸ πάσης κρίσεως καὶ κατακρίσεως νὰ προηγοῦνται» συγκεκριμένες διαδικαστικὲς ἐνέργειες. Σύμφωνα μὲ τοὺς 31, 74 Ἀπ. Κανόνες, τὸν 5 Ἀντιοχείας καὶ 27 Καρθαγένης, πρὶν τὴν ἐπιβολὴ τοῦ ἀφορισμοῦ πρέπει νὰ προηγοῦνται: «1) ἡ ἐν ἀγάπῃ παραίνεση πρὸς διόρθωση τοῦ ἐγκαλουμένου. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ κατηγορούμενος ἐπιμένει στὶς ἀπόψεις του…, τότε 2) θὰ πρέπει μὲ “κλητήριο” γράμμα νὰ προσκαλεῖται μπροστὰ σὲ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο γιὰ νὰ δώσει ἐξηγήσεις… Ἐὰν περιφρονήσει τὴν πρόσκληση αὐτή, νὰ τοῦ γίνει (μετὰ ἕνα μῆνα “ἀφ’ ἧς ἡμέρας φανείη τὰ γράμματα δεξάμενος” δεύτερο γράμμα…καὶ τρίτο. Συνολικὰ πρέπει ἡ κρίνουσα ἀρχὴ νὰ ἀναμείνει τὸ ὀλιγώτερο τρεῖς μῆνες τὴν ἐνώπιον τοῦ συνοδικοῦ δικαστηρίου ἐξήγηση τοῦ ἐγκαλουμένου, πρὶν προέλθη στὴν ἐπιβολὴ τοῦ ἐπιτιμίου... Ἐὰν δὲ ἀγνοήσει ἢ περιφρονήσει ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ τὸ τρίτο αὐτὸ γράμμα, …τότε νὰ κατακρίνεται ἐρήμην καὶ μονομερῶς “ὅπως μὴ δόξη κερδαίνειν φυγοδικῶν”» (Γεωργαντζῆ Π., Ὁ “Ἀφορισμὸς” τοῦ Ἀλέξανδρου Ὑψηλάντη., σ. 192-193).

Ὅπως διαπιστώνει ὁ ἀναγνώστης, οἱ ἅγιοι Πατέρες μας ἔχουν προβλέψει σοφὰ τὶς διαδικασίες ἐπιβολῆς ἀφορισμοῦ καὶ μὲ τρόπο τέτοιο, ποὺ μόνο ἕνας ἠθελημένα ἀποστασιοποιημένος ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἢ σκληρὸς αἱρετικός, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρούσει αὐτὴν τὴν γεμάτη ὑπομονὴ καὶ φροντίδα “ἐπίθεση ἀγάπης” τῆς Ἐκκλησίας. Μόνο σ’ αὐτὴν τὴν ἀκραία περίπτωση ἐπιβάλλεται ὁ ἀφορισμός. Ὅταν ὅμως, ὅλες αὐτὲς οἱ ἐνέργειες, ποὺ διασφαλίζουν τὴ δίκαιη ἐπιβολή του, καταστρατηγοῦνται, μιλᾶμε πιὰ γιὰ παρωδία ἐπιβολῆς ἀφορισμοῦ καὶ γιὰ ἐμπάθεια ἐκείνων ποὺ τὸν ἐπιβάλλουν, δηλαδή γιὰ ἄδικο καὶ παράνομο ἀφορισμό. Β) Ἐρχόμαστε, τώρα, στὸν ἄλογο (ἄδικο, ἐμπαθῆ καὶ παράνομο-μὴ Κανονικό) ἀφορισμό. Αὐτὸς εἶναι βίαια τοῦ χριστιανοῦ ἀποβολὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, χωρὶς ἀποδεδειγμένο ἀδίκημα.

Καὶ αὐτὴ ἡ ἀποβολὴ εἶναι πράξη εἰδεχθὴς ἐνώπιον Κυρίου Παντοκράτορος, ἀνελεήμων καὶ καταλύουσα τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλευθερία, δυὸ κατ’ ἐξοχὴν χαρισματικὲς καταστάσεις τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ καὶ χαρακτηριστικὰ τῆς χριστιανικῆς βιοτῆς μεγέθη. Διότι ἡ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπιβολὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, ἐξευτελίζει τὴν ἐλευθερία καὶ ποδοπατεῖ τὴν ἀγάπη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ ὁποιαδήποτε ἀναπόδεικτη ὑποψία ἢ καὶ κάποιο λάθος ἢ καὶ ἕνα παράπτωμα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισύρει τὴν ποινὴ τοῦ ἀφορισμοῦ, ὁπότε, στὴν περίπτωση αὐτὴ ὁ ἀφορισμὸς χάνει τὴν θεραπευτικὴ σημασία του, καθίσταται χαρακτῆρα δικανικοῦ, δηλ. τιμωρία τὴν ὁποία συναντᾶμε κατ’ ἐξοχὴν στὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει διαστρέψει τὴν φιλάνθρωπη θέση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ἐκδικητικῆς χροιᾶς. Ὁ κάτω ἀπ’ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις ἐπιβαλλόμενος ἀφορισμός -ἡ ἔσχατη ποινὴ τῆς Ἐκκλησίας γιὰ ἐξαιρετικὰ ὁριακὲς περιπτώσεις- καταντᾶ ἀντιχριστιανικὴ πράξη, διότι τὴν ἐπιβολή της τὴν ὑπαγορεύει ἡ σκοπιμότητα ἢ ἡ ἐμπάθεια, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀνάλογο ἀδίκημα, ἀντίθετα αὐτὸ ἐφευρίσκεται προκειμένου νὰ καλύψει ποικίλες σκοπιμότητες ἢ ἀταξίες καὶ τὸν ἐγωϊσμὸ ἐκείνων ποὺ τὸν ἐπιβάλλουν. Ἐπικαλοῦμαι καὶ πάλι τὸν ἱ. Χρυσόστομο: «Τὰ γὰρ αἱρετικὰ δόγματα… ἀναθεματίζειν χρὴ καὶ τὰ ἀσεβῆ δόγματα ἐλέγχειν», ὅμως «πᾶσαν φειδῶ ἀνθρώπων ποιεῖσθαι (=νὰ δεικνύομεν ὅμως κάθε εὐσπλαχνίαν διὰ τοὺς ἀνθρώπους) καὶ εὔχεσθαι ὑπὲρ τῆς αὐτῶν σωτηρίας». Καὶ ἀλλοῦ: Οἱ Πατέρες «τὰς μὲν αἱρέσεις διήλεγχον καὶ ἀπέβαλλον, οὐδενὶ δὲ τῶν αἱρετικῶν ταύτην ἐπιτιμίαν προσῆγον». Καὶ ὁ Ἀπ. Παῦλος εἰς δύο μόνον περιπτώσεις τὸ ἀνάθεμα «ἐξ ἀνάγκης φαίνεται εἰπών, οὐχ ὁριστικῷ δὲ προσώπῳ» (=δὲν τὸ ἀπέδωσε σὲ συγκεκριμένο πρόσωπο). Καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ ἔλεγε: «Ηὐχόμουν αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου».

Τί λοιπόν, ἐκεῖνο (τὸν ἀναθεματισμό) ποὺ τόσο δύσκολα ἔκαναν οἱ Ἀπόστολοι καὶ οἱ Πατέρες «σὺ τολμᾶς ταῦτα ποιεῖν ἐναντία τοῦ δεσποτικοῦ θανάτου διαπραττόμενος;» (=ἐνεργῶν ἀντίθετα ἀπὸ τὸν σκοπὸν τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ πιστοῦ;). “Τὸ γὰρ ἀνάθεμα παντελῶς τοῦ Χριστοῦ ἀποκόπτει”. »Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνοι ποὺ τολμοῦν νὰ χρησιμοποιοῦν τὸ ἀνάθεμα, χωρὶς νὰ …εἶναι τοῦτο ἐπιβεβλημένο ἐξ ἐσχάτης ἀνάγκης, εἶναι ἄνθρωποι φοβεροὶ ὡς πρὸς τὴν κακίαν, ἀφοῦ χρησιμοποίησαν ὡς ἄλλοι κλέπτες τὸ ἀνῆκον εἰς τον …Κριτὴ Ἰησοῦ Χριστὸ δικαίωμα, νὰ κρίνει τοὺς ἀνθρώπους, αὐτοὶ λοιπόν, «εἰς παντελῆ ὄλεθρον ἀπάγουσιν ἑαυτούς» (Χρυσοστόμου Ἰω., Περὶ τοῦ μὴ δεῖν ἀναθεματίζειν, Πατερικαὶ Ἐκδ. «Γρ. ὁ Παλαμᾶς», ΕΡΓΑ 31, σελ. 462, 451-452). Γ)

Καὶ τί γίνεται σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις; Ἱσχύει ὁ ἀφορισμός; Ὁ ἅγιος Διονύσιος διαβεβαιώνει, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐπικυρώνει παράλογους ἀφορισμούς: «Τὰς ἀφοριστικὰς ἔχουσιν οἱ ἱεράρχαι δυνάμεις, ὡς ἐκφαντορικοὶ τῶν θείων δικαιωμάτων, οὐχ ὡς ταῖς αὑτῶν ἀλόγοις ὁρμαῖς τῆς πανσόφου θεαρχίας …ὑπηρετικῶς ἑπομένης» (Δ. Ἀρεοπαγίτου, Περὶ τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας, Κεφ. Ζ΄, π. 7, PG 3, 564 Β) Καὶ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολολογητὴς σχολιάζει: «Ἐὰν παρὰ τὸν σκοπὸν τοῦ Θεοῦ ἀφορίσῃ ὁ Ἱεράρχης (σ.σ. ἢ ἡ Σύνοδος), οὐχ ἕπεται αὐτῷ τὸ θεῖον κρῖμα• κατὰ γὰρ θείαν κρίσιν καὶ οὐ διὰ θέλημα ἴδιον ταῦτα ὀφείλει ἐπιφέρειν (=ἐπιβάλλειν)» (Ἁγ. Μαξίμου, ΡG 4, 181 Β.).

Ἕνας λοιπὸν «ἀδίκως ἐπιβαλλόμενος ἀφορισμὸς κατὰ γραφικὴν βάσιν καὶ λογικὴν ἀπαίτησιν δὲν ἰσχύει παρὰ τῷ Θεῷ, οὔτε δύναται νὰ δεσμεύσῃ Αὐτόν, διότι προφανῶς τὸ θεῖον κρῖμα δὲν ἀκολουθεῖ “ὑπηρετικῶς” τὰς ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας “Μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι καὶ…ἀφορίσωσιν” (Λουκ. 6,22)» (Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως…, σελ. 66).

Ἀντίθετα, διὰ τοῦ ἄδικου ἀφορισμοῦ καταφέρεται μεγάλο πλῆγμα κατὰ τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι μὲν ὡς σῶμα Χριστοῦ ἀναμάρτητη, διὰ τέτοιων ἐνεργειῶν ὅμως τῶν λειτουργῶν της, ἡ Ἐκκλησία τῆς ἀγάπης ὑποβιβάζεται στὶς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐμφανίζεται, ὅτι «διὰ τῆς παραγωγῆς φόβου, ἐπιδιώκει τὴν ἄρση τῆς ἀδικίας ἢ τὴν ὑπακοὴ στὶς ἀποφάσεις της» (Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 211), γεγονὸς ποὺ παραπέμπει σὲ θρησκεία μὲ καταναγκαστικοὺς μηχανισμοὺς καταστολῆς καὶ ἐπιβολῆς ὑποταγῆς καὶ ὄχι στὴν κατ’ ἐξοχὴν θρησκεία τῆς ἐλευθερίας. Δ)

Καὶ πῶς ἀντιμετωπίζεται ὁ παράνομος-παράτυπος ἀφορισμός; Ἔτσι ὁ Βαλσαμὼν «ἑρμηνεύων τὸν κθ΄/λζ΄ καν. τῆς καρθαγένης παρατηρεῖ: “Εἰ γὰρ δοθῇ, εὐκαίρως ἢ ἀκαίρως ἔχειν ἐπ’ ἀδείας τὸν ἐπίσκοπον ἀφορίζειν λαϊκούς τε καὶ κληρικούς, καὶ ἔχειν πρὸς ἀνάγκης τοὺς ἀφοριζομένους φυλάττειν τὸν ἀφορισμόν, κατατολμήσουσι τυραννίδος οἱ ἐπίσκοποι, καὶ παντὸς πράγματος κατακυριεύσουσι, καὶ οὐδεὶς ἔσται ὁ ἀντιπίπτων αὐτοῖς διὰ τὸν φόβον τοῦ ἀφορισμοῦ• ἴσως δὲ καὶ τῆς εὐσεβείας αὐτῆς κατορχήσονται, καὶ πολλῶν κακῶν παραίτιοι οἱ θεῖοι κανόνες γενήσονται, ὅπερ ἄτοπον”. Διὰ τοῦτο χαρακτηριστικῶς προσθέτει: “Ἐγὼ δὲ οὐκ ἔχω τίνι ἐκ τούτων ἀκολουθήσω”» (Μπούμη Π., ὅπ. παρ., σελ. 64-65).

Ὁ ἅγ. Νικόδημος ὅμως, ἂν καὶ συμβουλεύει (ὅπως εἴδαμε) πὼς ἀκόμη καὶ τὸν ἄδικο ἀφορισμὸ δὲν πρέπει νὰ τολμήσει νὰ καταφρονήσει ὁ ἀφορισθείς, ὥσπου νὰ γίνει «περὶ τούτου ἐκκλησιαστικὴ ἐξέτασις» (Πηδάλιον, σημ. στὸν ΛΒ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὑπ. σελ. 35), ὅμως διακρίνει τὸν ἄδικο ἀπὸ τὸν παράτυπο ἀφορισμό. Ε) Ὁ παράτυπος ἀφορισμὸς «ἐπιστρέφει στὴν κεφαλὴ» τοῦ ἐπιβάλλοντος. Ὁ θεωρούμενος ὡς ἄδικος ἀφορισμός, ἀλλὰ ποὺ ἔχει ἐπιβληθεῖ τηρουμένων τῶν διατάξεων τῶν ἱ. Κανόνων, κινεῖται στὰ πλαίσια τῆς νομιμότητος καὶ τοῦ ἀνθρώπινου λάθους καὶ οἱ Πατέρες ἔχουν πάρει θέση γιὰ τὴν περίπτωση αὐτή, ἡ Ἐκκλησία ἔχει λάβει τὰ μέτρα της, ὥστε νὰ θεραπεύσει διὰ τῶν Συνόδων τυχὸν ἄδικες ἀποφάσεις, ὅπως στὸ προηγούμενο κεφάλαιο ἀναφέρθηκε.

Ἀντιθέτως ὁ δεύτερος (ὁ παράτυπος ἀφορισμός), ἐκ μόνου τοῦ λόγου τῆς παρατυπίας καθίσταται ἄκυρος, ἀφοῦ τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ ἐπεβλήθη ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου (σ.σ. ἢ τῆς Συνόδου) ἀπὸ σκοπιμότητα ἢ ἐν βρασμῷ ψυχῆς, ἐξ αἰτίας τέτοιας ἐμπαθείας ποὺ ἐμπόδιζε τὸν ἐπιβάλλοντα νὰ περιμένει τὴν διαδικασία τῆς ἀσφαλοῦς ἐξετάσεως καὶ νηφάλιας κρίσεως τῶν πραγμάτων καί, πάντως, ἐπεβλήθη ἐπὶ καταφρονήσει τῆς διαδικασίας ποὺ ἐπιβάλλουν οἱ Κανόνες. Σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ὁ ἅγ. Νικόδημος, λέγει, πὼς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀφορισθεὶς νὰ τηρήσει τὸν ἀφορισμό. Ἂς παρακολουθήσουμε τὴ σκέψη του: Γράφει πὼς «οἱ πνευματικοὶ δὲν πρέπει νὰ λύουν τὰ ἐπιτίμια τῶν ἄλλων ὁμοταγῶν των πνευματικῶν, ἂν αὐτὰ δὲν εἶναι παρὰ Κανόνας καὶ πάντῃ ἄλογα» (Πηδάλιον, ὅπ. παρ., σελ. 35).

Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο: δὲν πρέπει νὰ καταφρονοῦν τὸν ἔστω καὶ ἄδικο ἀφορισμό, «ἔξω μόνον ἀνίσως ἤθελαν καταδικασθοῦν πρὸ τοῦ νὰ κριθοῦν, καὶ νὰ προσκαλεσθοῦν εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν δικαστήριον» (ὅπ. παρ.). Ἄρα, ὅταν τὰ ἐπιτίμια εἶναι «πάντῃ ἄλογα» καὶ «παρὰ τοὺς Κανόνας», ἂν ἔχουν ἐπιβληθεῖ προτοῦ «νὰ κριθοῦν» οἱ ἐπιτιμηθέντες, προτοῦ «νὰ προσκαλεσθοῦν» καὶ νὰ παρουσιασθοῦν «εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριον», ἂν καταδικαστοῦν προτοῦ νὰ γίνει ἡ δίκη, τότε, αὐτὰ τὰ ἐπιτίμια πρέπει νὰ λύονται, νὰ μὴ τηροῦνται. (Ἂν ἐπιληφθεῖ ἡ Σύνοδος καλῶς.

Ἂν ἡ Σύνοδος φέρεται ἀλληλέγγυα στὸν Ἐπίσκοπο, τότε ἀπὸ ποιόν ἐγκόσμιο κριτὴ θὰ δοθεῖ λύση;). Καὶ φέρνει ὡς παράδειγμα τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ εἰς τὸν ἱ. Χρυσόστομο ἐπιβληθέντος ἀφορισμοῦ: Ὁ ἱ. Χρυσόστομος «ἐπειδὴ καὶ ἐγκαλεῖτο, διὰ τὶ δὲν ἐφύλαξε τὸν ἀφορισμὸν ὁποῦ ἐξεφώνησε κατ’ αὐτοῦ ἡ περὶ τὸν Θεόφιλον σύνοδος, ἀλλὰ ἠθέτησε αὐτόν, πρὸ ἄλλης συνοδικῆς ἐξετάσεως, ἀπελογήθη λέγων, ὅτι, δὲν ἐπαραστάθη εἰς τὴν κρίσιν ὁλότελα, οὔτε τὰς κατηγορίας ἤκουσε τῶν κατηγόρων του, οὔτε παντελῶς καιρὸς τοῦ ἐδόθη διὰ νὰ ἀπολογηθῇ… καθὼς καὶ ὁ οδ΄ Ἀποστολικὸς διορίζει» (Πηδάλιον, σημ. στὸν ΛΒ΄ Κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, σελ. 35). «Ὁ ἀφορισμὸς θεωρεῖται ἀντικανονικός, ὄχι μόνον ὅταν ἐπιβάλλεται ἐξαιτίας κάποιων προσωπικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων», ἀλλὰ καὶ ὅταν οἱ ἐπιβάλλοντες εἶναι παραβάτες τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων πού, μάλιστα, ἔχουν σχέση μὲ τὴν ἐπιβολὴ τοῦ ἀφορισμοῦ. «Ἤδη στὰ 1229 ὁ πατρ. Κων/λεως Γερμανὸς Β΄ γράφει πρὸς τοὺς Κυπρίους “νὰ μὴ φοβῶνται τοὺς ἀφορισμοὺς τῶν κοινωνησάντων τοῖς Λατίνοις ἱερέων• διότι οὗτοι ἐπιστρέφουσιν εἰς τοὺς ἀφορίσαντας καθὸ παραβάτας τῶν ἱ. κανόνων, οἵτινες ἀφορίζουσι τοὺς κατεπεμβαίνοντας τῶν ἀλλοτρίων ἐνοριῶν”» (Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 138). Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγ. Θ. ὁ Στουδίτης σχετικῶς παρατηρεῖ: «Τὸ δεσμεῖν καὶ λύειν οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ' ὡς δοκεῖ τῇ ἀληθείᾳ καὶ τῷ κανόνι» (Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα Ρώμης-Κων/πόλεως…, σελ. 71. Πρβλ. καὶ ὅσα γράφονται εἰς τῶν ἐν ἔτει 1663 ἐκδοθέντα Τόμον τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἰδίᾳ τὸ «οὐχ ἕπεται τὸ θεῖον ταῖς παραλόγοις ὁρμαῖς…»).

Κατὰ τὸν Νομοκάνονα τοῦ ἱ. Φωτίου, ποὺ στηρίζεται στὴ β΄ διάταξη τοῦ α΄ τίτλου τῶν νεαρῶν: «…ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος χωρὶς κανονικῆς αἰτίας ἀφορίζων τινὰ τῆς κοινωνίας, λυομένου τοῦ χωρισμοῦ ὑπὸ μείζονος ἱερέως, αὐτὸς ἀκοινώνητος γίνεται ἀφ’ ὅσον χρόνον ὁ ἱερεὺς ὑφ’ ὃν τελεῖ συνίδοι» (Μπούμη Π., ὅπ. παρ., σελ. 65). Στὸ Νομοκάνονα τοῦ Μαλαξοῦ (περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας) διαβάζουμε: «Ὅποιος ἀφορίσῃ τινὰ τῶν χριστιανῶν, ἀπὸ γνώμην παράλογον, ἢ ἀπὸ θυμὸν πολύν, οὐχὶ μόνον ὁ ἀφορισμὸς δὲν τὸν πιάνει, ἀλλὰ πέφτει εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀφορίσαντος. Ὥστε μόνον ἐκεῖνοι οἱ ἀφορισμοὶ εἶναι στερκτοί, ὅσοι ἐξεφωνήθησαν κατὰ τοὺς θείους νόμους καὶ κατὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνας, οὐχὶ ἐκεῖνοι οἱ ἀφορισμοί, ὁποῦ γίνονται ἀπὸ ὀξυχολίαν ἱερέως, ἢ ἀρχιερέως… Εἰ δὲ ἀφώρισεν αὐτὸν ἀδίκως, ἔχει νὰ δόσῃ λόγον ὁ ἀρχιερεὺς τῷ ἀδεκάστῳ Κριτῇ… διὰ τὸ χωρίσαι ἀδίκως τὸν χριστιανὸν ἐκ τοῦ ἁγιασμοῦ τοῦ Θεοῦ…». Ἐπίσης «ὁ δ΄ κανόνας τῆς Ζ΄ οἰκουμ. Συνόδου…ἀναφέρει: “εἴ τις οὖν δι’ ἀπαίτησιν χρυσοῦ, ἢ ἑτέρου τινὸς εἴδους, εἴτε διά τινα ἐμπάθειαν εὑρεθείη ἀπείργων τῆς λειτουργίας, καὶ ἀφορίζων τινὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν κληρικῶν…καὶ εἰς ἀναίσθητον τὴν ἑαυτοῦ μανίαν ἐπιπέμπων, ἀναίσθητος ὄντως ἐστί, καὶ τῇ ταυτοπαθείᾳ ὑποκείσεται, καὶ ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ εἰς κεφαλὴν αὐτοῦ, ὡς παραβάτης ἐντολῆς Θεοῦ…”».

Σύμφωνα μὲ τὸν κανόνα αὐτὸν «θεωρεῖται αὐτοαφορισμένος ἐκεῖνος ὁ ἱεράρχης ποὺ ἀφορίζει παράνομα» (Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 131.). Σὲ Νεαρὰ τοῦ Ἰουστινιανοῦ «δηλώνεται ρητά: “πᾶσι δὲ τοῖς ἐπισκόποις καὶ πρεσβυτέροις ἀπαγορεύομεν ἀφορίζειν τινὰ τῆς ἁγίας κοινωνίας πρὶν ἡ αἰτία δειχθῇ δι’ ἣν οἱ ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες τοῦτο γίνεσθαι κελεύουσιν, εἰ δέ τις παρὰ ταῦτα τῆς ἁγίας κοινωνίας τινὰ χωρίσει, ἐκεῖνος μὲν ὃς ἀδίκως ἀπὸ τῆς κοινωνίας ἐχωρίσθη, λυομένου τοῦ χωρισμοῦ ὑπὸ τοῦ μείζονος ἱερέως τῆς ἁγίας ἀξιούσθω κοινωνίας• ὁ δὲ ἀδίκως τινὰ τῆς ἁγίας κοινωνίας χωρίσαι τολμήσας πᾶσι τρόποις ὑπὸ τοῦ ἱερέως, ὑφ’ ὃν τέτακται, χωρισθήσεται τῆς κοινωνίας ἐφ’ ὅσον χρόνον ἐκεῖνος συνίδοι ἵνα ὅπερ ἐποίησε, δικαίως ὑπομείνῃ”» (ὅπ. παρ.). Εἶναι ἀκόμα ἀξιοσημείωτα ὅσα περιλαμβάνονται στὸν «Τόμο τῶν τεσσάρων πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς» τοῦ 1663, ὡς ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα: «εἰ δύναται ἐπίσκοπος ἢ πατριάρχης…ἀφορίζειν ὅντινα βούλοιντο, δι’ ἰδίας αὐτῶν ὑποθέσεις, καὶ εἶναι τοὺς ἀφορισθέντας τῷ Θεῷ ὑπαιτίους, καὶ ὁ ἀφορίζων ἀλόγως ὑπαίτιός ἐστι τοῖς κανόσιν».

Διαβάζουμε στὴν ἀπάντησή τους: «οὐ μόνον τὴν ἀρὰν καὶ τὸν ἀφορισμὸν πρὸς ἐκείνους ἐπιστρέφειν, ἀλλὰ καὶ ἀξίους εἶναι τιμωρίας, ὡς ὀργίλους καὶ ἀπερισκέπτως χωρίζοντας κατὰ τὴν αὐτῶν θέλησιν τινὰς τοῦ κοινοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας» (Μιχαηλάρη Π., ὅπ. παρ., σελ. 139). «Ἐπίσης καὶ ἡ ἐπὶ Πατριάρχου Νικολάου Γ΄ Κυρδινιάτου (1084-1111) Σύνοδος τῆς Κων/πόλεως εὶς σχετικὴν ἐρώτησιν μοναχῶν ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς (ζ΄ ἀπόκρ.): “Ἄλογος ὁ δεσμὸς καὶ διὰ τοῦτο ἀνίσχυρος καὶ ὁ δεσμευθὺς ἀπολυθήσεται ἀρχιερεῖ προσελθών, καὶ τὰ καθ’ ἑαυτὸν ἀπαγγείλας”» (Μπούμη Π., Τὰ Ἀναθέματα…, ὅπ. παρ., σελ. 65).

Οταν λοιπόν, ὁ ἐπιβάλλων τὸ ἀνάθεμα τὸ κάνει ἀπὸ κάποια σκοπιμότητα παράτυπα, ἢ εἶναι αἱρετικός, ἢ ἐμφορεῖται ἀπὸ ἀντορθόδοξα φρονήματα καὶ διδάσκει διαφορετικὰ ἀπὸ τὴν πατερικὴ θεολογία, τότε δικαιοῦται ὁ ὀρθόδοξος πιστός (πιὸ σωστὰ θὰ λέγαμε, πώς -ἂν εἶναι συνεπὴς μὲ τὴ πρακτικὴ τῶν Πατέρων- ὑποχρεώνεται) νὰ μὴ λογαριάσει τὸν ἀφορισμό, ἀφοῦ αὐτὸς συγκρούεται μὲ τὴν πίστη, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸ συνεπάγεται. Στὴν μακραίωνη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας συναντᾶμε ἀρκετὲς περιπτώσεις ἀδίκων ἀφορισμῶν. Στὸ σημεῖο αὐτὸ παραθέτω μερικὲς ἐνδεικτικὲς περιπτώσεις, ἴσως ὄχι καὶ τὶς ἰσχυρότερες, στὶς ὁποῖες Ἐπίσκοποι καὶ Πατριάρχες μᾶς συμβουλεύουν νὰ θεωροῦμε ὡς ἄκυρους τοὺς ἄδικους ἀφορισμούς, ἄξιους καταφρονήσεως, καὶ ἐπισημαίνουν ὅτι αὐτοὶ ἐπιστρέφουν στοὺς ἐπιβάλλοντας «ἀλλοτριοεπισκόπους». *

Παραπάνω ἀναφέρθηκε, πὼς ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀφορίστηκε, ἀλλὰ δὲν ἀπεδέχθη ὡς νόμιμο τὸν ἀφορισμό, ἐπειδὴ τοῦ ἐπεβλήθη ἀπὸ Σύνοδο Ἐπισκόπων παρατύπως καὶ παρανόμως. Συγκεκριμένα: Ὁ ἱ. Χρυσόστομος καθηρέθη ἀντικανονικῶς ἀπὸ τὴν παρὰ τὴν Δρῦν Σύνοδον (τὸ 403 μ. Χ.), ἀφοῦ αὐτὴ συνεκλήθη ἀπὸ τὸν ἐχθρικῶς πρὸς τὸν ἅγιο διακείμενο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Θεόφιλο καὶ τοὺς 30 περίπου Ἐπισκόπους ποὺ τὸν ἀκολούθησαν. Γι’ αὐτὸ δὲν παρέστη στὴ Σύνοδο ποὺ παρανόμως συνεκλήθη καὶ τὸν ἐκάλεσε ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῆς ἐπισκοπῆς του γιὰ νὰ τὸν δικάσει, καὶ ποὺ ἀπόντα καθαίρεσε, οὔτε καὶ ἀπεδέχθη τὶς ἀποφάσεις της. Στὴ συνέχεια ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Ἀρκάδιο. Κατόπιν, οἱ καθαιρέσαντες τὸν Χρυσόστομο ὑψηλόβαθμοι κληρικοί, προσπάθησαν νὰ καταλάβουν τοὺς ναοὺς τῆς Πόλης, ἀλλὰ οἱ πιστοὶ ἀντιστάθηκαν. Τότε οἱ ὑποστηρίζοντες τοὺς διῶκτες τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου «ἔσυραν τὰ ὅπλα των καὶ ἐπῆλθε σύγκρουσις…Τὸ Βαπτιστήριον ἐγέμισεν ἀπὸ πτώματα… καὶ ἀνθρώπινον αἷμα» (Τὰ ὑπὲρ Χριστοῦ παθήματα…ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἐκδ. “Ὀρθ. Κυψέλη”, 2005, σελ. 75-76).

Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀναταραχὴ καὶ σημαδιακὰ γεγονότα, ὁ αὐτοκράτορας ἀναγκάστηκε νὰ ἀνακαλέσει ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸν Ἅγιο. Ὁ ἐπανελθὼν Ἀρχιεπίσκοπος παρὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ δὲν ἤθελε «νὰ εἰσέλθει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν του παρὰ μόνον ἀφοῦ ἀποκατασταθεῖ κανονικῶς ὑπὸ συνόδου… Καθῃρημένος ἐπίσκοπος, ἔλεγε, καθὼς εἶμαι, δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μου παρὰ μόνον ἀφοῦ ἀποκατασταθῶ ὑπὸ Συνόδου». Ὁ λαὸς ὅμως ὁδήγησε τὸν Χρυσόσοτομο «παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις του εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς. Ἐκεῖ τοῦ ἐφώναξεν νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν ἐπισκοπικὸν θρόνον… καὶ ἐπειδὴ ἠρνεῖτο, ἄνθρωποι ρωμαλέοι τὸν ἥρπασαν καὶ τὸν ἐτοποθέτησαν ἐκεῖ θέλοντας καὶ μή, καθ’ ὃν χρόνον τὸ πλῆθος γονατισμένον εἰς τὴν γῆν ἐζήτει τὴν εὐλογίαν του» (ὅπ. π., σ. 78-79).

Μετὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ ἡ Σύνοδος τῆς Δρυὸς διαλύθηκε. Ὁ ἱ. Χρυσόστομος «ἀνακτήσας τὴν εὔνοιαν τοῦ αὐτοκράτορος δὲν ἔπαυσε νὰ ζητῇ τὴν σύγκλησιν γενικῆς συνόδου ἐν Κων/πόλει, ἡ ὁποία νὰ ἀκυρώσῃ τὰς πράξεις τῆς ψευδοσυνόδου τῆς παρὰ τὴν Δρῦν συνελθούσης καὶ νὰ δώσῃ τὴν κανονικὴν ἐπανόρθωσιν» (ὅπ. π., σ. 81). Ἡ παράκληση αὐτὴ τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου δὲν σήμαινε «ὅτι ἀνεγνώριζε τὴν ἀπόφασιν τῆς παρὰ τὴν Δρῦν Συνόδου. Καταδικασθεὶς παρανόμως ὑπὸ ἐπισκόπων ἐχθρῶν του, ἔκαμεν ἔκκλησιν κανονικὴν εἰς ἐπισκόπους ἀδελφούς του διὰ νὰ διαμαρτυρηθοῦν περὶ τῆς ἀθωότητός του ἐνώπιον αὐτῶν καὶ ἐνώπιον ὅλου τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν μοχθηρίαν τῶν ἀντιπάλων του καὶ διὰ νὰ ἐξαλείψῃ καὶ τὴν τελευταίαν σκιὰν τοῦ στίγματος, τὸ ὁποῖον ἐκεῖνοι ἀπεπειράθησαν νὰ τοῦ προσάψουν» (ὅπ. π., σελ. 93). Μετὰ ἀπὸ λίγο ὅμως οἱ ἐχθροὶ τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου συνωμοτοῦντες κατάφεραν νὰ πάρουν πάλι μὲ τὸ μέρος τους τὸν αὐτοκράτορα καὶ νὰ τὸν πείσουν, πὼς ἂν ὁ Χρυσόστομος κατεδικάζετο καὶ δεύτερη φορὰ ἀπὸ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο, «δὲν θὰ ἔχῃ πλέον παρὰ νὰ ὑπάγῃ διὰ νὰ ἀποθάνῃ εἰς τὴν ἐξορίαν» (ὅπ. π., σ. 89).

Ἔτσι ἑτοιμάστηκε ἡ δεύτερη ἐναντίον του Σύνοδος, ἡ ὁποία ἀντὶ νὰ ἐξετάσει τὴν ἔνσταση τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου κατὰ τῆς Συνόδου τῆς Δρυός, χωρὶς πάλι τὴν παρουσία του, ἐπεκύρωσε τὴν καθαίρεση καὶ ἐπέβαλε ἐπιπλέον στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο καὶ ἀφορισμό!!! Σὲ λίγες ἡμέρες κατὰ περιπετειώδη τρόπο, καὶ ἀφοῦ ἐπαναλήφτηκαν βιαιότητες κατὰ τῶν πιστῶν ὑποστηρικτῶν του, ἕως καὶ αἱματοχυσίες, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης ἐπῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐξορίας, ὅπου καὶ ἀπέθανε καθηρημένος καὶ ἀφορισμένος! Σὲ ἐπιστολὴ τοῦ Πατριάρχου Γερμανοῦ (1229 μ.Χ.) διαβάζουμε: «Ὅσοι κληρικοὶ ἀποδέχονται τὴν Ἐκκλησίαν μας καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ κρατήσουν τὴν πατροπαράδοτη πίστι, νὰ μὴ ὑποκύψουν στοὺς ἀρχιερεῖς τους ποὺ ὑποτάχθηκαν στοὺς Λατίνους.

Οὔτε νὰ ὑπακούσουν ἔστω καὶ γιὰ λίγο σ’ αὐτούς, ἐπειδὴ οἱ ἐπίσκοποι θὰ τοὺς ἀφορίσουν μὲ σκοπὸ νὰ τοὺς κάνουν νὰ πεισθοῦν στὴν λατινικὴ Ἐκκλησία. Ἐπειδὴ ἕνας τέτοιος ἀφορισμὸς εἶναι ἄκυρος καὶ ἐπιστρέφει μᾶλλον σ’ αὐτοὺς ποὺ τὸν πράττουν. Καὶ τοῦτο διότι ἔχουν γίνει πρόξενοι σκανδάλου στὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ κατεπάτησαν τὴν ἀκρίβεια τῶν ἱ. Κανόνων καὶ δέχτηκαν τούς… ἀλλοτριο-επισκόπους καὶ τοὺς ἔδωσαν τὰ χέρια, τὸ ὁποῖο εἶναι σημεῖο εὐπειθείας καὶ ὑποδουλώσεως(…). Ἐσεῖς δὲ περιούσιε λαὲ τοῦ Χριστοῦ, στερεωθεῖτε στὴν πίστη, …μὴ προδίδετε κανένα ἀπὸ τὰ ὀρθὰ δόγματα τὰ ὁποῖα ἔχετε λάβει ἀπὸ παλαιά. Νὰ θεωρῆτε χαρὰ καὶ κέρδος κάθε βιοτικὴ θλίψι καὶ κάθε ζημία, προκειμένου νὰ διαφυλαχθῇ μέσα σας ἀπαραβίαστος ὁ θησαυρὸς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως» (Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν…, Ἱ. Μ. Ὁσ. Γρηγορίου Ἁγ. Ὄρους, σελ. 224.).

Ὁ δ΄ κανὼν τῆς Ζ΄ Οἰκουμ. Συνόδου, λέγει: «Εἴ τις οὖν διά τινα ἰδίαν ἐμπάθειαν εὑρεθείη…ἀφορίζων τινὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν κληρικῶν… ἀναίσθητος ὄντως ἐστί, καὶ τῇ ταυτοπαθείᾳ ὑποκείσεται, καὶ ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ… Ὅποιος καθαιρεθῇ διὰ φθόνον ἢ ἄλλην ἄδικον αἰτίαν, αὐτὸς εἰς μὲν τὸν ἑαυτόν του προξενεῖ μισθόν, μεγαλύτερον ἀπὸ τὸν τῆς ἱερωσύνης, ὅθεν καὶ πρέπει νὰ χαίρῃ καὶ ὄχι νὰ λυπῆται, εἰς δὲ τοὺς ἀδίκως αὐτὸν καθήραντας προξενεῖ κόλασιν» (Πηδάλιον, ΚΗ΄ Κανὼν τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων, σελ. 30).

Λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος (λόγος γ΄περὶ ἱερωσύνης) ὅτι ὅποιος «ἀδίκως ἀφορισθεῖ διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἤτοι, ἢ διὰ τὴν πίστιν, ἢ διὰ τὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, ἢ καὶ διὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Χριστοῦ, οὗτοι πρέπει νὰ χαίρουν, ἐπειδὴ καὶ εἶναι μακαρισμοῦ ἄξιοι, κατὰ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, ὅστις εἶπε• "Μακάριοί ἐστε, ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς, καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρόν, ἕνεκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου"» (Πηδάλιον, σελ. 35). Ἂς προσέξουμε δὲ καὶ τὸ ἑξῆς: πώς, ἐνῶ ἡ Ὀρθ. Ἐκκλησία διδάσκει ὅτι τὰ μυστήρια ποὺ τελοῦνται ἀπὸ ἱερεῖς χειροτονημένους κανονικὰ εἶναι ἔγκυρα, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῶν μεταδίδεται ἡ Θ. Χάρις, ἔστω κι ἂν εἶναι ἀνάξιος ὁ ἱερέας ποὺ τὰ τελεῖ, στὴν περίπτωση τοῦ ἄδικου ἀφορισμοῦ -ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας- θεωροῦν, ὅτι «οὐχ ἕπεται τῷ ἀφορισθέντι τῷ θείῳ κρίματι» (Μάξιμος), δὲν αἴρει δηλ. ὁ Θεὸς τὴν προστατευτικὴ θεία Χάρη του ἀπὸ τὸν ἀδίκως ἀφορισθέντα, δὲν «παραδίδεται οὗτος εἰς τὸν σατανᾶ» (Χρυσόστομος), ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει διαπράξει κάτι ποὺ νὰ τὸν κωλύει στὸ νὰ μετέχει τῶν μυστηρίων καὶ νὰ παραμένει ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας.

 Ἀντίθετα ὁ «παρὰ τὸν σκοπὸν τοῦ Θεοῦ ἀφορίσας Ἱεράρχης» (ἅγ. Μάξιμος) ἐπειδὴ παραβαίνει τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ καὶ καταχρᾶται τὴν εἰς αὐτὸν ἐμπεμπιστευμένη ἐξουσίαν χάνει τὴν θείαν Χάρη καὶ «παραδίδεται οὗτος εἰς τὸν σατανᾶν». Ὑπάρχει, τέλος, καὶ «ἕνα ἀκόμη σχόλιο τοῦ Βαλσαμῶνος στὸν ρλγ΄ κανόνα τῆς συνόδου στὴν Καρθαγένη (419)• ὁ κανόνας αὐτὸς ἀναφέρει ὅτι: “ἐφ’ ὅσον τῷ ἀφορισμένῳ μὴ κοινωνεῖ ὁ ἴδιος ἐπίσκοπος, τῷ αὐτῷ ἐπισκόπῳ ἄλλοι μὴ συγκοινωνήσωσιν ἐπίσκοποι”• σ’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν κανόνα ὁ πιὸ διάσημος τῶν σχολιαστῶν τοῦ 12ου αἰ. ἐπιφέρει: ”ὃ παρεσιώπησεν ὁ ἀνωτέρω κανών, οὗτος προήνεγκεν εἰς φανερόν• τὸ δὲ ἦν, τό, ἐὰν μὴ θελήσῃ ὁ ἐπίσκοπος κοινωνῆσαι τῷ παρ’ αὐτῷ ἀφορισθέντι ὡς ἔγκλημά τι αὐτῷ ἐξαγορεύσαντι, τί ἐπὶ τῷ τοιούτῳ ἐπισκόπῳ γενήσεται, ἀνευλόγως ἀφορίσαντι καὶ πρὸ καταδίκης τὸν ἄνθρωπον; Φησὶ γοῦν, ὅτι, ἐὰν ἀφορίσῃ τινὰ ἀνευλόγως, ἐφ’ ὅσον καιρὸν ἐκεῖνος οὐ κοινωνεῖ τῷ ἀφορισθέντι, μηδὲ ἐκείνῳ, τῷ ἀφορίσαντι δηλαδή, κοινωνῶσιν οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι. Ἐπάγει δὲ καὶ τὴν αἰτίαν, ἵνα μὴ ταχεῖς καὶ ἀπερίσκεπτοι ὦσι πρὸς κατηγορίαν καὶ πρὸς ἀφορισμόν, καὶ μὴ κατά τινων λέγουσι ἃ ἐλέγξαι οὐ δύνανται… Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι οὐ μόνον κολασθήσεται ὁ τοιοῦτος ἐπίσκοπος, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνευλόγου τούτου ἀφορισμοῦ λαληθέντος παρὰ μείζονι ἀρχιερεῖ, ὁ μὲν ἀφορισθεὶς λυθήσεται τοῦ ἀφορισμοῦ• ὁ δὲ ἀφορίσας τιμωρηθήσεται…”»[1]. «Ὅποιος λοιπὸν ἀρχιερεὺς εὑρεθῇ… νὰ ἀφορίζῃ… διὰ κἀμμίαν του ἄλλην ἐμπάθειαν, οὗτος ἂς παθαίνῃ ἐκεῖνο ὁποῦ κάμνει ἤτοι ἂς ἀφορίζεται… Ὁ γὰρ κορυφαῖος Πέτρος παραγγέλλει… ποιμαίνετε τὸ ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ὄχι ἀναγκαστικῶς καὶ τυρρανικῶς, ἀλλὰ θεληματικῶς»[2].

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Σημάτη Παναγιώτη, Καταστρατήγηση Ἱ. Κανόνων ἀπὸ Ἐπισκόπους, Αἴγιο, 2007) Σημειώσεις: [1] Μιχαηλάρη Π., Ἀφορισμός, 1997, σελ. 133. [2] ΠΗΔΑΛΙΟΝ, σελ. 326)

Διά την αντιγραφήν
Ὁ Μητροπολίτης ΓΟΧ Ελάχιστος προς Κύριον ευχέτης
+ Ὁ Μεσογαίας, Λαυρεωτικῆς και Αχαρνων Κήρυκος

ΟΥΔΕΝ ΚΑΙΝΟΝ ΥΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΟΝ

  • ΕΝΔΟΓΟΧΙΚΑ
    Κατόπιν αυτής της δημόσιας καταγγελίας, η οποία περιέχει και κακοπροαιρετη σκοπιμότητα, θα έπρεπε ήδη να είχαν δοθεί απαντήσεις από τον Νομικό Σύμβουλο της Εκκλησίας των ΓΟΧ π.Νικόλαο Δημαρά και τον αρμόδιο επί του θέματος Επίσκοπο κ.Φώτιο.
    Το Ιερατείο και ο λαός περιμένουν με ενδιαφέρον και αγωνία.
    Ημείς εξ αρχής τοποθετηθηκαμε κάθετα και απέναντι από αυτό το σχήμα.........
    ΑΝΑΜΕΝΟΜΕ

ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΜΑΘΑΙΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΑΒΙΔ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΟΛΙΑΘ

Αλήθειες που μαθαίνουμε στην ιστορία του Δαβίδ και του Γολιάθ

Όλοι γνωρίζουμε λίγο πολύ την ιστορία, όπου ο βασιλιάς Σαούλ βρέθηκε αντιμέτωπος με τον στρατό των Φιλισταίων. Ο Γολιάθ, ένας γιγαντόσωμος, δυνατός πολεμιστής προκάλεσε σε μονομαχία τον καλύτερο πολεμιστή του Ισραήλ από την οποία θα κρινόταν ο πόλεμος. Ο Δαβίδ που ήταν ένα βοσκόπουλο αποφασίζει να μονομαχήσει με τον Γολιάθ έχοντας μαζί του μία σφεντόνα με πέντε πέτρες. Έριξε στον Γολιάθ με την σφεντόνα και η πέτρα τον χτύπησε στο μέτωπο και σώριασε τον Γολιάθ στο χώμα. Στην συνέχεια ο Δαβίδ πήρε το σπαθί του Γολιάθ και του έκοψε το κεφάλι. Ας δούμε τώρα τι μαθαίνουμε απ'αυτήν την ιστορία.
1. Όταν εμπιστευόμαστε τον Θεό, Αυτός μας δίνει θάρρος και μας βοηθάει να αντιμετωπίσουμε οποιαδήποτε δυσκολία.Πολλές φορές οι απειλές της ζωής, μας ξεπερνούν σε μέγεθος όπως ο Γολιάθ που ήταν πολύ πιο μεγαλόσωμος από τον Δαβίδ. Όμως όταν έχουμε τον Θεό μαζί μας στο τέλος βγαίνουμε νικητές.
2. Όταν ο Σαούλ φόρεσε στον Δαβίδ την πανοπλία, ο Δαβίδ δεν μπορούσε ούτε να περπατήσει. Είπε τότε ο Δαβίδ στον Σαούλ πως αυτή η πανοπλία του είναι ακατάλληλη. Στην συνέχεια την έβγαλε και αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον Γολιάθ με την σφεντόνα του, κάτι το οποίο ήξερε πολύ καλά να χειρίζεται. Εδώ βλέπουμε πως ο Θεός μας μαθαίνει να αξιοποιούμε τα χαρίσματα που έχουμε. Πολλές φορές θα θέλαμε να είχαμε άλλα χαρίσματα από αυτά που μας έχει δώσει ο Θεός και αντί να Του ζητήσουμε να μας αξιοποιήσει τα ταλέντα μας, προσπαθούμε να γίνουμε κάποιοι άλλοι. Κάτι τέτοιο οδηγεί στην αποτυχία και δυσκολευόμαστε όπως ο Δαβίδ με την πανοπλία που του φόρεσε ο Σαούλ.
3. Μαθαίνουμε πως δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάμε κάποιον, μόνο και μόνο επειδή φαίνεται στο μάτι αδύναμος. Ο κάθε άνθρωπος κρύβει μεγάλη δύναμη μέσα του και όταν αυτήν την δύναμη την εμπιστεύεται στον Θεό, τότε κανένας Γολιάθ δεν μπορεί να τον σταματήσει. Ο Γολιάθ υποτίμησε τον Δαβίδ λέγοντάς του πως θα δώσει τις σάρκες του στα πουλιά του ουρανού και στα άγρια θηρία.Στο τέλος όμως έχασε.
4. Οι δυσκολίες με τις οποίες ερχόμαστε αντιμέτωποι, μας κάνουν πιο δυνατούς.Με αυτόν τον τρόπο ο Θεός μας προετοιμάζει για την αποστολή που έχει για εμάς.Μετά απ΄αυτήν την μάχη όπου ο Δαβίδ έδειξε θάρρος και εμπιστοσύνη στον Θεό, ξεκίνησε η ανοδική πορεία του, μέχρι που από βοσκόπουλο έγινε βασιλιάς.
5. Όποιος προσπαθεί να βλάψει έναν άνθρωπο που έχει την προστασία του Θεού, τα όπλα που χρησιμοποιεί θα στραφούν εναντίον του. Έτσι και εδώ, το σπαθί που είχε ο Γολιάθ, χρησιμοποιήθηκε από τον Δαβίδ για τον αποκεφαλίσει. Η προστασία του Θεού είναι το πιο ισχυρό όπλο που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος.

(Margarita Louka‎ προς ΕλληνοΧριστιανικός Πολιτισμός)