Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011 ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ: Μια ιστορική αντιστροφή Αλεξανδρείας Αθανάσιος – Μεσσηνίας Χρυσόστομος ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΣ και ΠΑΠΙΣΜΟΣ Η Ανακοίνωση: «Η Σύνοδος ΡΚαθολικής Ιεραρχίας Ελλάδος θα παρουσιάσει στις 31/01/11 στην Αθήνα το βιβλίο του Ποντιφικού Συμβουλίου, που συνοψίζει όλες τις Διατάξεις και την επίσημη κοινωνική διδασκαλία, όπως αυτή εκφράστηκε από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, αλλά και από τις Εγκυκλίους Επιστολές των Παπών». Στην Ανακοίνωση είδαμε πως κύριοι παρουσιαστές του βιβλίου θα είναι ο Καρδινάλιος Ρενάτο Ραφαέλε Μαρτίνο και ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος! Τέτοιες πληροφορίες, υποθέτω, πως προσβάλλουν τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας, οι προθέσεις του οποίου για το θέμα δεν εκφράστηκαν δημοσίως. Γι’ αυτό θα προχωρήσω σε ένα ιστορικό παραλληλισμό, βλάσφημο, αυθαίρετο και αντίστροφο, ναι, πλην ουσιαστικό. Θα παρουσιάσω πώς αντιμετώπισε τον αιρεσιάρχη της εποχής του Άρειο, ο Μ. Αθανάσιος και πώς ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομο αντιμετωπίζει σύγχρονες-παρόμοιες καταστάσεις. 1. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μ. Αθανάσιος καλείται από τον Μ. Κωνσταντίνο να παραβρεθεί στην Κωνσταντινούπολη, για να παρουσιάσει το καινούργιο ποίημα του αιρεσιάρχη Αρείου, την γνωστή «Θάλεια»· και ασφαλώς, όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, να πλέξει το εγκώμιο του Αρείου! Ο Μ. Αθανάσιος αποδέχεται την πρόσκληση και ετοιμάζει το κείμενο της παρουσίασης. Φυσικά, θα αποφύγει να εκθειάσει φανερά τον Άρειο, όμως θα επισημάνει τα σημεία εκείνα του βιβλίου του, που βοηθούν στην προσέγγισει και την ένωση των δύο Εκκλησιών, της Ορθόδοξης και της Αρειανικής, που ανήκουν στη Μία, αλλά διηρημένη Εκκλησία. Προβληματίζεται όμως: Πώς να δικαιολογήσει στους χριστιανούς την παρουσίαση ενός αιρετικού συγγράμματος; Ποιες δικαιολογίες να φέρει, αν οι χριστιανοί τον ρωτήσουν, γιατί δεν ακολουθεί την Γραφή που απαγορεύει, όχι μόνο να συμπροσευχηθούμε και να παρουσιάσουμε επαινετικά τα αιρετικά κείμενα του Αρείου, αλλά ακόμα και να χαιρετήσουμε «θεολογικά» ένα αιρετικό; Τι να ψελλίσει αν επί πλέον του πουν, ότι ο Απόστολος Παύλος δίδαξε: «αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού»; Πώς να αντιμετωπίσει την πιθανή ένσταση κάποιων, ότι οι Πατέρες θεωρούν (κυρίως τους ηγέτες των αιρετικών) ως εχθρούς του Θεού; Τι να απολογηθεί στους άλλους, που θα του πουν ότι οι διάλογοι –κατά τους Πατέρες– απαγορεύονται, εκτός κι αν διεξάγοναι με καλοδιάθετους ανθρώπους, που δεν τους καπελώνουν και δεν προσπαθούν με δόλιους τρόπους να επιβάλουν τις θέσεις τους; Τελικά βρήκε την λύση. Εκτός από τα καλά του ποιήματος «Θάλεια» που θα παρουσιάσει, θα τονίσει ιδιαιτέρως και τα σημεία στα οποία έχει επιφυλάξεις, προφασιζόμενος ότι έτσι, βοηθά σε ένα γόνιμο προβληματισμό, συνεργεί στο αλληλοπλησίασμα εν αγάπη των μεν με τους δε, γιατί (θα ισχυρισθεί) πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να τα βρούμε, αν δεν συζητήσουμε, δεν συσκεφτούμε, δεν μελετήσουμε ο ένας τα συγγράμματα του άλλου; Πέρασε ο καιρός των αντιπαραθέσεων και της εχθρότητας. Η αυτοκρατορία δια του Μ. Κωνσταντίνου αποζητά την ειρήνη. Κι αν κάποιοι σκανδαλιστούν, κι αν την παρουσίαση αυτή την χρησιμοποιήσουν κάποιοι για προπαγανδιστικούς σκοπούς, πρόβλημα των χριστιανών, που δεν γνωρίζουν καλά την πίστη τους! Αυτά (κατ’ αντιστροφήν) στην εποχή του Μ. Αθανασίου. Ας έρθουμε σήμερα στην εποχή μας. 2. Ο ισόβαθμος του Μ. Αθανασίου στο της ιερωσύνης αξίωμα, ο επίσκοπος Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Σαββάτος) καλείται από τους σύγχρονους αιρετικούς, να παρουσιάσει την 31/01/2011 στην Αθήνα ένα βιβλίο των παπικών, που παρουσιάζει τη «Σύνοψη της κοινωνικής διδασκαλίας της Εκκλησίας», σύμφωνα με την καινοτομούσα και αποκλίνουσα της ορθοδόξου Πίστεως ορθολογική τους σκέψη. Συμπαρουσιαστής του θα είναι ο Καρδινάλιος Ρενάτο Ραφαέλε Μαρτίνο. Η ευαίσθητη στα της Πίστεως συνείδηση του Μητροπολίτη Χρυσόστομου συγκλονίζεται, θεωρεί ότι τον προσβάλει και μόνο η σκέψη που έκαναν, ότι ήταν δυνατόν να δεχθεί αυτός μια τέτοια πρόταση. Αυθόρμητα η σκέψη του πηγαίνει στους προκατόχους του Αρχιερείς, τους μάρτυρες της Πίστεως, που όταν οι αιρετικοί πρόσθεταν ένα γιώτα ή μία υπογεγραμμένη στην Αγία Γραφή ή στο Σύμβολο της Πίστεως, το θεωρούσαν προσβολή στον ίδιο το Θεό, αθέτηση των Εντολών Του, γι’ αυτό και ονόμαζαν τους αιρετικούς «εχθρούς του Θεού». Κι αν τότε μια παραμικρή προσθήκη και αλλοίωση είχε αυτή την αντιμετώπιση, πόσο μάλλον τώρα, που οι Παπικοί έχουν προσθέσει όχι μόνο «ιώτα έν ή μία κεραία», αλλά κατεβατά παραποιημένων κειμένων και πάνω από είκοσι αιρέσεις; Γι’ αυτό αποφασίζει να αρνηθεί την παρουσίαση του αιρετικού βιβλίου των παπικών και, επιπροσθέτως, να τους αποστείλει μία επιστολή, στην οποία θα εκθέτει τους λόγους της αρνήσεώς του. Βέβαια, η άρνησή του αυτή μπορεί να του στοιχίσει· μπορεί να αποκλεισθεί από την Μικτή Επιτροπή του Θεολογικού Διαλόγου, η οποία του χαρίζει προβολή και του δίνει την ευκαιρία να είναι παρών στα κέντρα εξουσίας· μπορεί, να εξανεμιστεί η ελπίδα να γίνει στο κοντινό μέλλον Αρχιεπίσκοπος, όπως υπολόγιζε, εξ αιτίας αυτής της αρνήσεως, αφού θα χάσει την υποστήριξη του οικοδεσπότη του Βατικανού και του συνοδοιπόρου του στο Φανάρι. Και γνωρίζει πολύ καλά, πως οι παπικοί έχουν προσβάσεις και δύναμη μέσα στην Εκκλησία μας, αφού έχουν στενές και αδελφικές σχέσεις με Πατριάρχες και Αρχιεπισκόπους, αλλά και πολλούς Μητροπολίτες. Έπειτα, δεν ξεχνά πως τους οφείλει και ευγνωμοσύνη, αφού στα δικά τους (παπικά) πανεπιστήμια σπούδασε με υποτροφία. Όμως, τίποτα δεν θα τον κάμψει, προκειμένου περί της ακεραιότητος της Πίστεως, θα υποστεί κάθε θυσία. Γιατί δεν μπορεί π.χ. να διαγράψει από την μνήμη του λόγους, όπως εκείνον του Μ. Βασιλείου, ο οποίος τονίζει στον επίσκοπο Πατρόφιλο, πως οι Κανόνες προστάζουν να αποφεύγει ο πιστός να εκθέτει τα γενόμενα από τους αιρετικούς, και που καταλήγει ως εξής: εάν εσυ κρίνεις την κοινωνίαν με κάποιους αιρετικούς ως πράγμα αδιάφορον, θα μας συγχωρήσης, διότι (εμείς) δεν δεχόμεθα να αναμιχθώμεν με την ζύμην των ετεροδιδασκάλων: «…εισί φευκτοί (οι αιρετικοι) κατά τον της ακριβείας λόγον· …ει δε αδιάφορα κρίνεις, συγγνώσει ημίν μη καταδεχομένοις της ζύμης γενέσθαι των ετεροδιδασκαλούντων»1. Ούτε ξεχνά, ασφαλώς, τον παρακάτω λόγια του αγίου Εφραίμ: «Παραιτού συγκάθισμα ανδρών αιρετικών και φιληδόνων λαλούντων μηδέν πιστόν· δίκην γαρ τοξευμάτων τιτρώσκουσι τας καρδίας οι λόγοι αυτών. Είδόν τινας διαστρέφοντας τας ψυχάς εν λόγοις. Τους τοιούτους …λεπρούς ο λόγος καλεί... Και ο μεν περί πίστεως νοσών λέγει· τι γαρ βλάψει το συμπεριφέρεσθαι παντί ανθρώπω, είτε ορθώς πιστεύοντι, είτε κακώς φρονούντι, το υγιές της πίστεως περιοδεύοντες; Οι δε περί την γαστέρα ανασχολούμενοι και περί τας υπογαστρίους ηδονάς ερούσι· τι γαρ βλάψει το εσθίειν και πίνειν και τρυφάν» (Εφραίμ του Σύρου, Περί αρετής κεφάλαια δέκα, κεφ. η΄). Και αλλού: «Μη συμφιλιάζης αιρετικοίς, ίνα μη συγκοινωνήσης τη κοινωνία αυτών· ότι γαρ, …ουκ έχουσιν άφεσιν αμαρτιών, ουδέ εν τω νυν αιώνι, ουδέ εν τω μέλλοντι· δηλονότι ουδέ οι συμμιαινόμενοι αυτοίς· έκαστος γαρ θερίσει ό έσπειρε»2. Και τέλος δεν ξεχνά τον ιερό Χρυσόσοτομο –έχει συνείδηση πως αναξίως φέρει το όνομα του–, ο οποίος λέγει στεντορεία τη φωνή «εχθρούς γαρ Θεού ου μόνον τους αιρετικούς, αλλά και τους τοις τοιούτοις κοινωνούντας (δηλ. όσους ορθόδοξους επικοινωνούν με τους αιρετικούς), μεγάλη και πολλή τη φωνή απεφήνατο»3. Εκείνο το απόγευμα πήγε στο Πανεπιστήμιο, παρόλο που δεν είχε διδασκαλία, κλείστηκε στην βιβλιοθήκη και έψαξε να βρει τα κατάλληλα κείμενα. Δεν ήταν δα και τόσο δύσκολο σε ένα καθηγητή πανεπιστημίου (όπως αυτός) μια τέτοια εργασία. Τόσες φορές έχει συναντήσει κατά την έρευνα κείμενα των Αγίων Πατέρων και των Συνόδων, που κανονίζουν λεπτομερώς και θεοπνεύστως, πώς πρέπει ένας πιστός (και μάλιστα επίσκοπος) να αντιμετωπίζει τους αιρετικούς. Το αποτέλεσμα της εργασίας του, θα «αποστείλει» αντί της εισηγήσεως που θα έκανε. [Εδώ τελειώνει το υποθετικό σενάριο και αρχίζει η πραγματικότητα. Παρουσιάζεται η παραπάνω υποθετική εργασία, αλλά με πραγματικά κείμενα, γιατί αποτελεί συλλεκτικό υλικό προς μελέτη, όσων επιθυμούν. Είναι ελάχιστα κείμενα από τα πάμπολλα των Πατέρων, δια των οποίων διδάσκουν, γιατί πρέπει να αποφεύγεται η επικοινωνία, η διαφήμηση και η καθ’ οιονδήποτε τρόπο «προαγωγή» από τους ορθοδόξους, της αιρέσεως και των αιρετικών, όταν αυτοί έχουν δώσει ή κατ’ εξακολούθηση δίνουν δείγματα ανειλικρίνειας και αμετανοησίας]. ² ² ² Κατ’ ἀρχάς, ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ Πατέρες, ἀκολουθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἀποστόλους. Στὴν Κ. Διαθήκη οἱ αἱρετικοί, ἢ οἱ ἀνεχόμενοι αὐτούς, ἀποκαλοῦνται ψευδοποιμένες καὶ λύκοι. Καὶ οἱ Ἅγιοι καὶ θεοφόροι Πατέρες τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, ἀπὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν σωτηρία πρῶτα τῶν πιστῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν αἱρετικῶν, ἀφ’ ἑνὸς χρησιμοποιοῦν βαρεῖς χαρακτηρισμοὺς γιὰ τὴν αἵρεση καὶ τοὺς αἱρετικούς, ἀφ’ ἑτέρου ἐπισημαίνουν τὴν βαρειά εὐθύνη τῶν ποιμένων γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς. Οἱ αἱρετικοὶ «λύκοι μὲν οὖν βαρεῖς, ἐν ἐπιφανείᾳ προβάτων τὸ δολερὸν ὑποκρύπτοντες, πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης τὸ Χριστοῦ ποίμνιον διασπῶσιν. Οὓς φυλακτέον ὑμῖν ἐγρηγορικοῦ τινος ποιμένος ἐπιστασίᾳ»[1]. Καὶ ὁ Θεοδώρητος γράφει γιὰ τὴ δολιότητα ποὺ κρύβουν καὶ τὴν ζημιὰ ποὺ κάνουν οἱ αἱρετικοί: Ἐννοεῖ τὸ κείμενο «τοὺς ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς ψυχαῖς πολεμοῦντας αἱρετικοὺς καὶ ὑπούλως καὶ δολερῶς ὑποκλέπτειν πειρωμένους» αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἀκόμα στερεωθεῖ στὴν πίστη. «Οὗτοι γὰρ τῇ πιθανότητι τῶν λόγων καὶ ταῖς τῶν συλλογισμῶν παγίσι τε καὶ πλοκαῖς, τοὺς ἁπλούστερον διακειμένους ἐξαπατῶντες λυμαίνονται ταῖς ἀμπέλοις. Διὰ τοῦτο παρακελεύεται τοῖς τὸ διδασκαλικὸν εἰληφόσι χάρισμα, ἀγρεύειν τούτους καὶ θηρεύειν τοῖς τῆς ἀληθείας ἐλέγχοις καὶ …τῆς τούτων βλάβης ἐλευθεροῦν...»[2]. Εἰδικὰ οἱ Ἐπίσκοποι ποὺ γνωρίζουν τὴν ἀλήθεια, παίρνουν μεγάλο κρίμα, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου: «Ἄλλη γὰρ ἡ ἁμαρτία τοῦ ἐπισκόπου τοῦ πλανῶντος τὸν λαόν, καὶ ἄλλο κρῖμα τοῦ κληρικοῦ τοῦ δυναμένου μαθεῖν τὴν ὀρθόδοξον πίστιν· καὶ ἄλλο πάλιν τοῦ μὴ δυναμένου, καὶ ἄλλο τοῦ ἀναθεματίζοντος τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀντιμαχομένου ἡμῖν· καὶ ἄλλο τοῦ ἐν γνώσει σφαλλομένου, καὶ ἄλλο τοῦ ἐν ἀγνοίᾳ» [Μ. Ἀθανασίου, Πρὸς Ἀντίοχον ἄρχοντα, περὶ πλείστων καὶ ἀναγκαίων ζητημάτων» [Sp.]: v. 28, p.e 672, l. e 14-34)]. Ἔχουν, μάλιστα, συνειδητοποιήσει οἱ Ἅγιοι, ὅτι μπορεῖ νὰ παρεξηγηθοῦν γιὰ τὶς ἐκφράσεις τους αὐτές, ἀλλ’ ὅμως τὶς χρησιμοποιοῦν, γιατὶ οἱ καλοὶ καὶ εὐγενικοὶ λόγοι καὶ οἱ φιλίες μὲ τοὺς αἱρετικοὺς κρύβουν τὸν μέγιστο κίνδυνο νὰ χαλαρώσουν τὴν προσοχὴ τῶν πιστῶν καὶ νὰ πέσουν στὴν παγίδα τῶν αἱρετικῶν, κάτι ποὺ θὰ στοιχίσει τὴν σωτηρία τους. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ πολέμησε μὲ τὸ γνωστὸ σύγγραμμά του ὅλους τοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἐποχῆς του, εἶναι καὶ ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος. Γράφει λοιπὸν σὲ ἕνα σημεῖο, δικαιολογούμενος γιὰ τὴν αὐστηρότητα ἢ καὶ σκληρότητα τῶν ἐκφράσεων: «…καὶ ἔτι παρακλήθητε συγγνῶναι ἡμῖν, εἴ που εὕροιτε ἡμᾶς, καίτοι γε μὴ ἐν ἔθει ὄντας ἐπισκώπτειν τινὰς ἢ ἐπισκωμματίζειν, διὰ δὲ τὸν πρὸς τὰς αἱρέσεις ζῆλον καὶ εἰς ἀποτροπὴν τῶν ἐντυγχανόντων εἴ που παροξυνόμενοι λέξωμεν, ἢ ἀπατεῶνάς τινας καλοῦντες ἢ ἀγύρτας ἢ ἀθλίους. αὐτὴ γὰρ ἡ ἀνάγκη ἡ πρὸς τοὺς λόγους τοῦ ἀγῶνος παρασκευάζει ἡμῖν τὸν τοιοῦτον ἱδρῶτα δι' ἀποτροπὴν τῶν ἐντυγχανόντων καὶ ὅπως δείξωμεν παντελῶς ἀπηγορευμένας τοῦ ἡμετέρου φρονήματος τὰς ἐκείνων ἐργασίας καὶ μυστήρια καὶ διδασκαλίας, ἵν' ἀπὸ τῶν λόγων καὶ τῆς ὀξύτητος τῆς ἀντιλογίας καὶ τὸ ἡμέτερον ἐλευθέριον ἀποδείξωμεν καί τινας ἀπὸ τῶν αὐτῶν ἐκκλίνωμεν καὶ διὰ τῶν δοκούντων βαρυτέρων λόγων» (Ἐπιφανίου, Πανάριον, v. 1, p. 156, l. 14-25). Καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: «Μῦθοι γὰρ ὄντως καὶ ἀνθρώπινα σοφίσματα τῶν αἱρετικῶν τὰ προβλήματα, οὕστινας ἐκτρέπεσθαι βουλόμενος ἡμᾶς ὁ Παῦλος γράφει· “Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ” καὶ τὰ ἑξῆς. Ἄρχεται μὲν ἤδη τῆς κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἐπιδρομῆς· καθὸ ἐκεῖνοι, τὴν ἀλήθειαν οὐκ ἔχοντες, ποικίλοις λόγοις ἀναγκάζονται περιπλάττειν τὸ ψεῦδος»[3]. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος πάλι, ἐρωτᾶ: «Τί λέγεις;». Εἶναι δυνατὸν νὰ θεωροῦνται ψευδαπόστολοι ἀκόμα καὶ «οἱ Χριστὸν κηρύττοντες, οἱ χρήματα μὴ λαμβάνοντες;». Καὶ ἀπαντᾶ: «Ναί· καὶ δι' αὐτὸ μὲν οὖν τοῦτο μάλιστα, ὅτι ταῦτα ὑποκρίνονται πάντα, ἵνα ἀπατήσωσιν. Ἐργάται δόλιοι. Ἐργάζονται μὲν γάρ, ἀλλ' ἀνασπῶσι τὰ πεφυτευμένα. Ἐπειδὴ γὰρ ἴσασιν, ὅτι ἑτέρως οὐκ ἂν γένοιντο εὐπαράδεκτοι, τὸ προσωπεῖον λαβόντες τῆς ἀληθείας, οὕτω τὸ δρᾶμα τῆς πλάνης ὑποκρίνονται. Καὶ μέντοι χρήματα, φησίν, οὐ λαμβάνουσιν. Ἵνα πλείονα λάβωσιν, ἵνα ψυχὴν ἀπολέσωσι. Μᾶλλον δὲ καὶ τοῦτο ψεῦδος· καὶ ἐλάμβανον, ἀλλ' ἐλάνθανον· καὶ τοῦτο δείκνυσιν ἐν τοῖς ἐπιοῦσι»[4]. Καὶ ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης γράφει ὅτι ἀπαγορεύεται αὐστηρὰ ἡ ἐπικοινωνία μὲ αἱρετικούς· ἀπαγορεύεται ἀκόμα καὶ να συντρώγομαι μαζί τους: «…ὅπως φεύγῃ τὴν αἵρεσιν, ἤγουν τοὺς αἱρετικούς, τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς· …ὅτι μέγισται ἀπειλαὶ κεῖνται παρὰ τῶν ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτοῖς μέχρι καὶ ἑστιάσεως»[5]. Ὁ αὐτὸς ἅγιος ἐπίσης, λέγει πὼς οἱ Διάλογοι μὲ τοὺς ἑτερόδοξους ἀπαγορεύονται ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴν ἐντολή («αἱρετικόν ἄνθρωπον …παραιτοῦ»), ἐκτὸς ἂν ὁ λόγος μας ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ τοὺς νουθετήσει: «Πρῶτον μὲν τὸ τοὺς ἐναντιουμένους ἡμῖν χρονίως τε καὶ συνοδικῶς πεπαγιῶσθαι ταῖς οἰκείαις δόξαις, ἡμᾶς δὲ ἀποστολικῶς τε καὶ πατρικῶς κεκωλῦσθαι συνᾶραι μετὰ τῶν οὕτω κεκρατημένων τὸν περὶ πίστεως λόγον»[6]. Καί· «Πρός τε τὸ συνᾶραι λόγον ἀντιρρητικὸν μετὰ τῶν ἑτεροδόξων, ἐναντιούμενον τῇ ἀποστολικῇ παραγγελίᾳ, οὐ καθῆκον, εἰ μή τι πρὸς νουθεσίαν μόνον»[7]. Ὁ Μ. Ἀθανάσιος εἶναι ἀναλυτικότερος καὶ αὐστηρότερος: μὲ τὴν αἵρεση, λέγει, βλασφημεῖται ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος καταδικάζει τὴν αἵρεση καὶ κατέστησε ἀκοινώνητους τοὺς αἱρετικούς. Καὶ ἀφοῦ –ἐρωτᾶ– ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς κατακρίνει τὴν αἵρεση, ποιός ἄνθρωπος θὰ τολμήσει νὰ τὴν ἀναγνωρίσει ἀποδεχόμενος καὶ ἐπικοινωνῶν (καὶ ἐπαινῶν) τοὺς αἱρετικούς; Ἄρα λοιπόν, δὲν εἶναι «χριστομάχος» ὅποιος ἐπικοινωνεῖ μαζί τους, ὡς μὲ οἰκείους τῆς πίστεως; «Οὐ γὰρ ἄλλος ἀλλ' αὐτὸς ὁ βλασφημούμενος παρ' αὐτῶν Κύριος κατέκρινε τὴν κατ' αὐτοῦ συστᾶσαν αἵρεσιν… ἣν γὰρ ὁ Κύριος κατέκρινε, τίς ἀποδέξεται; καὶ ἣν ἀκοινώνητον αὐτὸς πεποίηκε, πῶς ὁ προσλαμβανόμενος οὐ μεγάλως ἀσεβεῖ καὶ φανερῶς ἐστι χριστομάχος;»[8]. Ἐξηγοῦν οἱ Πατέρες: «"Αἱρετικόν" γάρ φησιν "ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ·… δεῖ τοίνυν τοὺς ἀδιορθώτως ἔχοντας ἐκτρέπεσθαι»[9], γιατὶ «εἰσὶ πανοῦργοι τὴν γνώμην καὶ ποικίλοι τὸν τρόπον, ὡς καὶ ἐπαγγελίᾳ προστασίας καὶ δόσει χρημάτων ἐπιχειρεῖν ἀπατᾶν, ἵνα …κἂν ἐκ τούτων δόξωσι φαντασίαν τινὰ τοῖς ἀκεραίοις ἐμποιεῖν. Ὦ καινῆς αἱρέσεως ὅλον ἐνδυσαμένης τὸν διάβολον ἐν ἀσεβείᾳ καὶ πράξει» (Μ. Ἀθανασίου, Πρὸς ἁπανταχοῦ μοναχοὺς περὶ τῶν γεγενημένων παρὰ τῶν Ἀρειανῶν ἐπὶ Κωνσταντίου: c. 3, s. 3, l. 1). Κάθε αἵρεση εἶναι «δόλιος καὶ πανοῦργος», «πρόδρομος τοῦ ἀντιχρίστου», ἔτσι καὶ «ἡ μία τῶν αἱρέσεων ἡ ἐσχάτη»[10], ἐπειδὴ κατενόησε (κατὰ τὸν Μ. Ἀθανάσιο), ὅτι εὐχερῶς ἀποκαλύπτονται οἱ πλάνες της, «ὑποκρίνεται περιβαλλομένη τὰς τῶν Γραφῶν λέξεις, ὡς ὁ πατὴρ αὐτῆς ὁ διάβολος». Καὶ ἀγωνίζεται μὲ συντονισμένες προσπάθειες (χωρὶς ὅμως νὰ ἀπαρνηθεῖ τὶς πλάνες της), ἀγωνίζεται «πάλιν εἰσελθεῖν εἰς τὸν παράδεισον τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα, πλάσασα ἑαυτὴν ὡς Χριστιανήν, ἀπατήσῃ» μερικούς, ὥστε νὰ σκέπτονται ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ («κατὰ Χριστοῦ φρονεῖν»). Καὶ ἤδη παρέσυρε μερικοὺς ἀνοήτους («καί γε ἐπλάνησε τῶν ἀφρόνων ἤδη τινάς»), ὥστε τὴν «βδελυκτὴν αἵρεσιν λέγειν καλήν»[11]. Ὅμως, «ὅσοι ἐμπλέκονται καὶ ἀκολουθοῦν τὴν αἵρεση χάνονται»[12]. Αὐτὸ τὸ γνωρίζουν στὸ Βατικανό, ἀλλὰ «ὡς πανοῦργοι κρύπτουσι, μὴ θαρροῦντες ἐκλαλεῖν αὐτά, ἀλλ’ ἕτερα φθεγγόμενοι», λόγια δηλαδὴ παραπλανητικά. Διότι, ἐὰν ποῦν ξεκάθαρα τί πιστεύουν «καταγνωσθήσονται». Καὶ αὐτὰ ἔλεγε τότε ὁ Μ. Ἀθανάσιος γιὰ τοὺς Ἀρειανούς. Σήμερα δυστυχῶς, οἱ δικοί μας οἰκουμενίζοντες ποιμένες, σχετικοποιοῦν καὶ κρύβουν τὸν κίνδυνο τῆς αἱρέσεως ἢ καὶ καλύπτουν τοὺς αἱρετικούς: «τοῦτον μὲν κρύπτουσιν ὑπὸ τὸν μόδιον τῆς ὑποκρίσεως, ἕτερα δὲ φθέγγονται, καὶ προστασίας φίλων καὶ ...(ἀρχόντων) φόβον ἐπαγγέλλονται, ἵν' οἱ εἰσερχόμενοι πρὸς αὐτοὺς ὑπὸ τῆς ὑποκρίσεως καὶ τῆς ἐπαγγελίας μὴ βλέπωσι τὴν τῆς αἱρέσεως ρυπαρίαν»[13]. Οἱ προηγούμενοι ἡμῶν, ὅμως, ἐπίσκοποι ἔγραφαν κατὰ τῶν αἱρετικῶν, «ἵνα οἱ μὲν πόρρωθεν ὄντες αὐτῆς ἔτι φύγωσιν αὐτήν, οἱ δ' ἀπατηθέντες ἀπ' αὐτῆς μεταγνῶσι, καὶ ἠνεῳγμένοις τοῖς ὀφθαλμοῖς τῆς καρδίας νοήσωσιν, ὅτι, ὥσπερ τὸ σκότος οὐκ ἔστι φῶς, οὐδὲ τὸ ψεῦδος ἀλήθεια, οὕτως οὐδὲ ἡ …αἵρεσίς ἐστι καλή. Ἀλλὰ καὶ οἱ τούτους καλοῦντες Χριστιανοὺς πολὺ καὶ λίαν πλανῶνται»[14]. Πῶς ἄραγε, μποροῦν νὰ ὀνομάζονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας «οἱ τὴν ἀποστολικὴν ἀποτιναξάμενοι πίστιν καὶ καινῶν ἐφευρέται γενόμενοι»[15]. Καὶ ἐπειδή, συνεχίζει, «τινὲς τῶν λεγομένων Χριστιανῶν, ἢ ἀγνοοῦντες, ἢ ὑποκρινόμενοι, καθάπερ εἴρηται πρόσθεν, ἀδιάφορον πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἡγοῦνται τὴν αἵρεσιν», καὶ θεωροῦν ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας «τοὺς ταῦτα φρονοῦντας», ἐμπρός, ἂς ξεσκεπάσουμε αὐτούς, «ἀποκαλύψωμεν τὴν πανουργίαν τῆς αἱρέσεως», μήπως ἔτσι κάποιοι ἀντιληφθοῦν τὴν πλάνη καὶ «φύγωσιν ἀπ' αὐτῆς ὡς ἀπὸ προσώπου ὄφεως»[16]. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος διδάσκει, ὅτι πρέπει νὰ ἀποστρεφόμαστε τοὺς αἱρετικούς, ὡς ἀλλοτρίους τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας: «Τοὺς οὖν» ὀρθοδόξως «φρονοῦντας καὶ διδάσκοντας ἔχε κοινωνικούς, ἐπεὶ καὶ ἡμεῖς· τοὺς δὲ ἑτέρως ἔχοντας ἀποστρέφου καὶ ἀλλοτρίους ἡγοῦ καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας»[17]. Καὶ ὅπως λέγει ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις γιὰ τὸν αἱρετικό: «Τὸν τοιοῦτον, ἀφ’ οὗ τοιουτοτρόπως ἐξέστραπται, καὶ ἀνιάτως οὕτως ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος, ...ὅσον εἶναι δυνατόν, τὸν ἀποστρεφόμεθα· καὶ τοῦτο διὰ δύο αἰτίας: πρῶτον, διὰ νὰ μὴ δίδωμεν εἰς αὐτὸν εὐκολίαν μὲ τὴν ἀδιάφορον καὶ ἀπαραφύλακτον συναναστροφὴν νὰ διαστρέφῃ τὰς ψυχὰς τῶν ἁπλούστερων, καὶ νὰ διαδίδῃ τὴν κακὴν ζύμην εἰς τὸ λοιπὸν εἰλικρινὲς φύραμα· καὶ δεύτερον, διὰ νὰ τόν... συστείλωμεν μὲ τὴν τοιαύτην ἀποστροφήν, ἥτις ἐνδέχεται νὰ γένη ἐπιστροφῆς ἀφορμὴ καὶ ἀνανήψεως, γίνεται δὲ πάντως (ἂν ἐκεῖνο δὲν ἀκολουθήση) μία ποινὴ πρὸς αὐτὸν τῆς ἀποστασίας δικαία καὶ πρέπουσα»[18]. Καί: «Προδοσία οὖν ἐστι τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπιβουλὴ τοῦ κοινοῦ καὶ ἐθισμὸς πρὸς ἀδιαφορίαν κακῶν, ἡ πρὸς τοὺς πονηρευομένους ἐσχηματισμένη χρηστότης, …ὅτι Μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ. Τοὺς δὲ ἁμαρτάνοντας, φησὶν ὁ Ἀπόστολος, ἐνώπιον πάντων ἔλεγχε· καὶ τὴν αἰτίαν εὐθὺς ἐπάγει, λέγων· Ἵνα καὶ οἱ λοιποὶ φόβον ἔχωσι»[19]. Καὶ ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός: «Ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ διδάσκαλοι τῆς ἐκκλησίας, ὅλες οἱ θεῖες γραφές, μᾶς προτρέπουν νὰ φεύγουμε τοὺς ἑτερόφρονες καὶ νὰ μὴ ἔχουμε κοινωνία μὲ αὐτούς»[20]. Οἱ αἱρετικοὶ γράφουν καὶ ξαναγράφουν τὰ ἴδια: «Διὰ τοῦτο γοῦν ἀεὶ γράφουσι, καὶ ἀεὶ τὰ ἴδια μεταποιοῦντες, …φανερὰν ἔχουσι τὴν κακοφροσύνην, ...ἄλλοτε ἄλλα γράφοντες, μόνον ἵνα τοὺς χρόνους κερδάνωσι, καὶ διαμείνωσι χριστομάχοι τοὺς ἀνθρώπους πλανῶντες»[21]. Διότι τότε ἰδιαίτερα, ποὺ ραδιουργοῦν ἐναντίον μας, τότε κατ’ ἐξοχὴν ὑποκρίνονται ὅτι γράφουν περὶ τῆς πίστεως, γιὰ νὰ ἔχουν ἄλλοθι, καὶ ἔτσι «ἀποκτείνωσι τοὺς εἰς Χριστὸν εὐσεβοῦντας» καὶ προσπαθοῦν νὰ πείσουν, πὼς ὅ,τι κάνουν, γίνεται γιὰ χάρη τῆς πίστεως, γιὰ νὰ ἀποσείσουν ἀπὸ πάνω τους τὴν κατηγορία, ὅτι στὶς πράξεις αὐτὲς τοὺς ὁδηγοῦν τὰ αἱρετικά τους φρονήματα[22]. Γράφει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Καθάπερ καὶ οἱ αἱρετικοὶ ποιοῦσιν... Παρὰ μὲν γὰρ τὴν ἀρχὴν συσκιάζουσιν ἑαυτούς· ἐπειδὰν δὲ πολλὴν λάβωσι τὴν παρρησίαν καὶ λόγου τις αὐτοῖς μεταδῷ, τότε τὸν ἰὸν ἐκχέουσι»[23]. Οἱ αἱρετικοὶ «διὰ τὴν προσοῦσαν αὐτοῖς δεινότητα καὶ τὰς γραφὰς πειρῶνται πρὸς τὰ ἑαυτῶν θελήματα ἕλκειν κἀκεῖθεν ἀπατᾶν τοὺς ἁπλουστέρους· αἱ γὰρ γραφαὶ ἐοίκασι τοῖς βοηθήμασι τοῖς ἰατρικοῖς, ἅτινα καλῶς μὲν σκευαζόμενα θεραπεύει, φαύλως δὲ ἢ ἀτέχνως διδόμενα φονεύει»[24]. Γράφει ὁ Ἅγιος: «Παραιτοῦ συγκάθισμα ἀνδρῶν αἱρετικῶν καὶ φιληδόνων λαλούντων μηδὲν πιστόν· δίκην γὰρ τοξευμάτων τιτρώσκουσι τὰς καρδίας οἱ λόγοι αὐτῶν. Εἶδόν τινας διαστρέφοντας τὰς ψυχὰς ἐν λόγοις[25]... Καὶ ὁ μὲν περὶ πίστεως νοσῶν λέγει· τί γὰρ βλάψει τὸ συμπεριφέρεσθαι παντὶ ἀνθρώπῳ, εἴτε ὀρθῶς πιστεύοντι, εἴτε κακῶς φρονοῦντι, τὸ ὑγιὲς τῆς πίστεως περιοδεύοντες; Οἱ δὲ περὶ τὴν γαστέρα ἀνασχολούμενοι καὶ περὶ τὰς ὑπογαστρίους ἡδονὰς ἐροῦσι· τί γὰρ βλάψει τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν καὶ τρυφᾶν»[26]. Ὅτι ἡ ἐπικοινωνία μὲ καλοὺς ἢ κακοὺς ἀνθρώπους μᾶς ἐπηρεάζει ἀναλόγως, εἶναι κοινὸς τόπος. Γι’ αὐτὴ τὴν καλὴ ἢ κακὴ ἐπίδραση μιλᾶ καὶ ὁ ἅγιος Κύριλλος: «Χρῆναι δέ φημι τοὺς ἑδραῖον ἔχειν ἐθέλοντας φρόνημα καὶ τῆς ὀρθῆς πίστεως τὴν παράδοσιν καθάπερ τινὰ μαργαρίτην τηροῦντας εἰς νοῦν μηδεμίαν διδόναι παρείσδυσιν ἤγουν παρρησίας τόπον τοῖς ἐθέλουσι δεισιδαιμονεῖν· γέγραπται γάρ· “Μετὰ ὁσίου ὅσιος ἔσῃ, καὶ μετὰ ἀνδρὸς ἀθῴου ἀθῷος ἔσῃ, καὶ μετὰ ἐκλεκτοῦ ἐκλεκτὸς ἔσῃ, καὶ μετὰ στρεβλοῦ διαστρέψεις”»[27]. «Τοὺς μετανοοῦντας προσδέχεσθε, τοῦτο γὰρ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ· …τοὺς ἀθέους αἱρεσιώτας ἀμετανοήτως ἔχοντας διαστείλαντες ἀφορίσατε ἀπὸ τῶν πιστῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἐκκηρύκτους ποιήσατε, καὶ παραγγείλατε τοῖς πιστοῖς παντοίως αὐτῶν ἀπέχεσθαι καὶ μήτε λόγῳ μήτε προσευχαῖς κοινωνεῖν αὐτοῖς… Καὶ γὰρ καὶ ἡμεῖς, τοὺς ἀνιάτως ἔχοντας ἐξεβάλομεν τῆς ποίμνης, ἵνα μὴ ψωραλέας νόσου μεταδῶσιν καὶ τοῖς ὑγιαίνουσιν…» (Διαταγαὶ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων διὰ Κλήμεντος). Ἐὰν ἐμεῖς «σιωπήσωμεν μὴ ἀντιπαρατιθέντες αὐτοῖς τὰ ἀληθῆ καὶ ὑγιῆ δόγματα», τότε αὐτοὶ «ἐπικρατήσουσι τῶν λίχνων[28] ψυχῶν, ἀπορίᾳ τροφῆς σωτηρίου» καὶ θὰ στραφοῦν πρὸς τὰ ἀπαγορευμένα καὶ «ἀκάθαρτα βρώματα». Γι’ αὐτὸ θεωρῶ –συνεχίζει– ὅτι εἶναι ἀναγκαῖο, γιὰ ὅποιον μπορεῖ νὰ ἐκφέρει τὸν ἀκριβῆ ὀρθόδοξο λόγο καὶ νὰ ἐλέγχει τὴν αἵρεση, νὰ ἀντιστέκεται «κατὰ τῶν αἱρετικῶν ἀναπλασμάτων[29]. «Ἐπειδὴ δὲ κρύπτουσιν αὐτοὶ καὶ φοβοῦνται λέγειν, ἀναγκαῖον ἡμᾶς ἀποδῦσαι τὸ κάλυμμα τῆς ἀσεβείας καὶ δειγματίσαι τὴν αἵρεσιν, εἰδότας ἃ τότε οἱ περὶ Ἄρειον ἔλεγον, καὶ πῶς ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ καθῃρέθησαν ἀπὸ τοῦ κλήρου· συγγνώμην μέντοι πρότερον αἰτησαμένους, ἐφ' οἷς μέλλομεν προφέρειν ρυπαροῖς ρήμασιν· ὅτι μὴ φρονοῦντες (τὰ τῶν αἱρετικῶν), ἀλλὰ ἐλέγχοντες τοὺς αἱρετικοὺς, λέγομεν ταῦτα»[30]. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἐπισημαίνει, ὅτι ἔχουμε καθῆκον νὰ κάνουμε τὸν ἔλεγχο τῶν αἱρετικῶν –ἀκόμα καὶ ὅταν δὲν τὸν ἀποδέχονται–, γιατὶ αὐτὸς ὁ ἔλεγχος εἶναι μιὰ κίνηση εὐεργετικὴ γιὰ τοὺς ἑτερόδοξους καὶ τοὺς ὁμόδοξους ὑποστηρικτὲς τους∙ ὁ φόβος τοῦ ἐλέγχου περιορίζει τὴν περαιτέρω ἔκπτωσή τους σὲ μεγαλύτερο βάθος κακοδοξίας: «Πρὸς ἃ καὶ φανερῶς τὸ Λατίνων γένος ἐκπεπτώκασιν ἄν, εἰ μὴ παρ᾿ ἡμῶν ἀντιλεγόντων τῇ καινοφωνίᾳ τοῦ δόγματος τῆς κακοδοξίας τὸ πλεῖστον περιῃρεῖτο. Καὶ γὰρ ἐπὶ τοσοῦτον ἔστιν ὅτε συστέλλονται ὡς καὶ διανοίας ἡμῖν εἶναι τῆς αὐτῆς λέγειν, διαφωνοῦντας τοῖς ρήμασι, σφῶν αὐτῶν ὑπ᾿ ἀπορίας καταψευδόμενοι»[31]. «Ἡμεῖς δὲ οὐ μόνον οὐ μισοῦμεν τοὺς παραβάτας, ἀλλὰ καὶ ὡς φίλους ἀσπαζόμεθα, δέον τοῖς τοιούτοις μηδὲ τὸ χαίρειν λέγειν· Οὐκ ἔστι γὰρ εἰρήνη τοῖς ἀσεβέσι, λέγει Κύριος· καὶ μετ' αὐτῶν ἐσθίομεν καὶ πίνομεν, ὧν καὶ τὴν ἀπάντησιν ἀποφεύγειν ὀφείλομεν… Μιμησώμεθα οὖν καὶ ἡμεῖς τὸν προφήτην…, ἵνα μὴ διὰ τῆς ἀδιαφόρου ἡμῶν κοινωνίας πρὸς αὐτοὺς συνεργοὶ τῆς παραβάσεως αὐτῶν εὑρεθῶμεν»[32]. «Πρὸς μόνον τὸ καθοτιοῦν αἱρετικοῖς συνάρασθαι εἰς σύστασιν τῆς φρενοβλαβοῦς αὐτῶν δόξης, σκληροὺς παντελῶς εἶναι ὑμᾶς καὶ ἀμειλήκτους βούλομαί τε καὶ εὔχομαι. Μισανθρωπίαν γὰρ ὁρίζομαι ἔγωγε καὶ ἀγάπης θείας χωρισμὸν τὸ τῇ πλάνῃ πειρᾶσθαι διδόναι ἰσχὺν εἰς περισσοτέραν τῶν αὐτῇ προκατειλημμένων φθοράν”»[33]. Ὁ Μ. Βασίλειος γράφει, πὼς ὅποιος δὲν δεχθεῖ πρόθυμα τὸν λόγον τοῦ Κυρίου θὰ κατακριθεῖ. Καὶ ὁ κήρυκας τοῦ θείου λόγου (ἐφ’ ὅσον δὲν γίνει δεκτός) νὰ ὑποχωρεῖ καὶ νὰ μὴ παραμένει ἀνοίγοντας διάλογο καὶ φιλονικώντας μὲ αὐτὸν ποὺ ἀρνεῖται τὸν θεῖον λόγον· ὅταν δὲ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τοὺς ἀρνουμένους τὸ κήρυγμα, νὰ μὴ δέχεται καμιὰ διευκόλυνση ἀπ’ αὐτούς, οὔτε ἀκόμη γιὰ τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴν συντήρηση καὶ ξεκούρασή του. Παραθέτει δὲ κάποια εὐαγγελικὰ κείμενα ποὺ στηρίζουν τὶς θέσεις αὐτές, ὅπως καὶ τὸ γνωστὸ τοῦ ἀπ. Παύλου: “Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς, ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος, καὶ ἁμαρτάνει, ὢν αὐτοκατάκριτος”. Καταλήγει δὲ μὲ τὴν συμβουλή: “φυλάσσειν δεῖ τὴν ἀκρίβειαν τῶν τοῦ Κυρίου ρημάτων” μὲ κάθε τρόπο καὶ νὰ μὴ παρεκκλίνουμε σὲ τίποτα[34]. «τίς ὁρῶν αὐτοὺς διὰ μακρῶν ἐκτείνοντας ἑαυτῶν τήν τε τῆς πίστεως σύνθεσιν καὶ τὴν ἀπολογίαν περὶ ὧν ἐγκαλοῦνται οὐχ ὁρᾷ τούτους καταγινώσκοντας ἑαυτῶν καὶ πολλὰ γράφοντας ἐπίτηδες, ἵνα δόξωσι διὰ τῆς ἀκαίρου φιλοτιμίας καὶ τῆς τοσαύτης πολυλογίας ὑφαρπάζειν τοὺς ἀκεραίους καὶ λανθάνειν οἷοι τὴν αἵρεσιν τυγχάνουσιν ὄντες; ...»[35]. Καὶ ὅλες αὐτὲς τὶς γνῶμες τῶν Πατέρων συγκεφαλαιώνει ἡ Ε΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος: «ἀλλ' εἰδέναι κατὰ τὴν εὐαγγελικήν τε καὶ ἀποστολικὴν ὑφήγησιν ὅτι αἱρετικὸν ἄνδρα μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτεῖσθαι χρὴ καὶ ὅτι χαίρειν οὐ δεῖ τῷ τοιούτῳ λέγειν· ὁ γὰρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς…∙ ἐν ἴσῳ γάρ, ὥς φησιν ἡ θεία γραφή, μισητὰ τῷ Θεῷ καὶ ὁ ἀσεβῶν καὶ ἡ ἀσέβεια αὐτοῦ»[36]. Γιὰ τὴν ἀντίστροφη ἀντιγραφή Παναγιώτης Σημάτης Yποσημειωσεις: [1] Μ. Βασιλείου,Ἐπιστολές τῇ Ἐκκλησίᾳ Νεοκαισαρείας, TLG ep. 28, s. 2, l. 37- 42. [2] Θεοδωρήτου Κύρου, ἑρμην. Εἰς τὸ ᾆσμα τῶν ᾀσμάτων, TLG v. 81, p. 109, l. 2. [3] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Εἰς τὰς Πράξεις καὶ τὶς Ἐπιστολές , TLG v. 74, p. 1017, l. 15. [4] Χρυσοστόμου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς πρὸς Κορινθίους Β, ὁμιλ. α΄, TLG PG 61, 563. [5] Θ. Στουδίτου, Ἐπιστολαί, Θεοφίλῳ ἡγουμένῳ, ἐπιστ. 39, TLG l. 52-56. [6] Θ. Στουδίτου, Ἐπιστολαί, Μιχαὴλ καὶ Θεοφίλῳ βασιλεῦσιν. P.G. 99, 1332Α. [7] Θ. Στουδίτου, Ἐπιστολαί, Ἐπιστολὴ ἐκ προσώπου πάντων τῶν ἡγουμένων πρὸς Μιχαὴλ βασιλέα, P.G. 99, 1332Α. [8] Μ. Ἀθανασίου, Ἐπιστολαί, Σεραπίωνι ἀδελφῷ καὶ συλλειτουργῷ ἐν κυρίῳ χαίρειν, TLG c. 4, s. 3, l. 2-9. [9] Συλλογὴ τῶν εἰς τὴν πρὸς Τιμόθεον Α΄ Ἐπιστολὴν Παύλου Ἐξηγητικῶν Ἐκλογῶν, Τόμ. Α΄ (e cod. Paris. Coislin. 204) p. 46, l. 33. [10] Ἐσχάτη αἵρεση ἦταν τότε ὁ Ἀρειανισμός. Σήμερα ὅμως, ὅπως τοῦτο ἐπὶ λέξει διατυπώνεται στὴ Συνοδικὴ Ἐγκύκλιος τοῦ 1848 «ἐσχάτη καὶ μεγάλη αἵρεση» εἶναι ὁ Παπισμός. [11] Μ. Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν, λόγ. α΄, Πατερικαὶ Ἐκδ. “ΓΡ. Ο ΠΑΛΑΜΑΣ”, ΕΡΓΑ 2, σελ. 28-30. [12] Μ. Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν, ὅπ. παρ., σελ. 54. [13] Μ. Ἀθανασίου, ὅπ. παρ. [14] Μ. Ἀθανασίου, ὅπ. παρ., σελ. 30. [15] Μ. Ἀθανασίου, ὅπ. παρ., σελ. 36. [16] Μ. Ἀθανασίου, ὅπ. παρ., σελ. 46. [17] Γρηγορίου Θεολόγου, Πρὸς Κληδόνιον πρεσβύτερον, ἐπιστ. β΄, TLG s. 3, l. 3-4. [18] Βουλγάρεως Εὐγενίου, Σχεδίασμα περὶ τῆς Ἀνεξιθρησκείας, σελ. 43-44. [19] Μ. Βασιλείου, Κεφαλ. τῶν κατὰ Πλάτος Ὅρων, Ἐρώτ. κηʹ, TLG v. 31, p. 988, l. 40-p. 989, l. 16. [20] P.G. 160, 1097AB, 105C. [21] Μ. Ἀθανασίου, Ἐπιστολὴ πρὸς Ἐπισκόπους Αἰγύπτου…, Πατερικαὶ Ἐκδ. “ΓΡ. Ο ΠΑΛΑΜΑΣ”, ΕΡΓΑ 2, κεφ. 6, σ. 36-38. [22] «Τότε γάρ, ὅταν ἐπιβουλεύσωσι, μάλιστα προσποιοῦνται περὶ πίστεως γράφειν, ἵνα, ὡς ὁ Πιλᾶτος ἐνίψατο τὰς χεῖρας, οὕτω καὶ οὗτοι δράκοντες ἀποκτείνωσι τοὺς εἰς Χριστὸν εὐσεβοῦντας· καὶ ἵνα, ὡς περὶ πίστεως ὁρίζοντες δόξωσιν, ὡς πολλάκις εἶπον, φεύγειν τὸ τῆς ἑτεροδοξίας ἔγκλημα»: Μ. Ἀθανασίου, ὅπ. παρ. [23] Χρυσόστομου Ἰω., Ὑπόμνημα εἰς τὸ Κατὰ Ματθαῖον, ὁμιλία Αʹ, PG 58, 477. [24] Ἀμφιλοχίου, Contra haereticos, TLG l. 8. [25] Καὶ ἕνα κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ: «Βλαβεραὶ αἱ πρὸς τοὺς κακοὺς συνουσίαι… Φεῦγε τὰς μιμήσεις τῶν κατεγνωσμένων. Ρᾷον κακίας μεταλαβεῖν, ἢ ἀρετῆς μεταδοῦναι· ἐπεὶ καὶ νόσου μετασχεῖν μᾶλλον ἢ ὑγείαν χαρίσασθαι» (Δαμασκηνοῦ Ἰω., Εἰς τὰ ἱερὰ παράλληλα, Τίτλ. ιζʹ, P.G. 96, 353C). [26] Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Περὶ ἀρετῆς κεφάλαια δέκα, κεφ. ηʹ, Πρόλογος. [27] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Contra Julianum (lib. 1-2), TLG Book prol, s. 4, l. 9. [28] Λίχνος=αὐτὸς ποὺ ἔχει μεγάλη ἐπιθυμία γιὰ ἐκλεκτές τροφές, ὁ λαίμαργος. [29] Ὠριγένους, Φιλοκαλία, TLG c. 5, s. 7, l. 7-18. [30] Μ. Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀρειανῶν, ὅπ. παρ., κεφ. 11, σελ. 50. [31] Γρηγορίου Παλαμᾶ, Λόγοι ἀποδεικτικοὶ δύο περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Λόγος α΄, σελ 70. [32] Χρυσοστόμου Ἰωάννου, Εἰς τὸν 100ο Ψαλμό, [Sp.], TLG v. 55, pg 633, ln 15. [33] Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, εἰς Πόποβιτς Ἰουστίνου, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός σελ. 228. [34] Μ. Βασιλείου, Ἠθικά, Ὅρος λεʹ. [35] Μ. Ἀθανασίου, Ἐπιστολὴ περὶ τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καὶ ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας συνόδων, TLG c. 32, s. 1, l. 1 - s. 4, l. 6. [36] Concilia Oecumenica (ACO): Synodus Constantinopolitana et Hierosolymitana anno 536: t. 3, p. 111, l. 20-l. 28. Αναρτήθηκε από ΟΜΟΛΟΓΙΑ στις 7:05 π.μ. Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου BlogThis! Μοιραστείτε το στο Twitter Μοιραστείτε το στο Facebook Κοινοποίηση στο Pinterest Ετικέτες Σαββατος 18 σχόλια: Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 10:02 π.μ. Ο Επίσκοπος Κήρυκος, Μητροπολίτης Μεσογαίας καί Λαυρεωτικής τής ακαινοτομήτου γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, μόλις ανέγνωσε τήν ανωτέρω ανάρτησι, ἐξέφρασε τά θερμά του συγχαρητήρια εἰς τόν κ. Σημάτη (πού συνέταξε) καί τόν κ. Ὀδυσσέα (πού ἀνήρτησε)τό ανωτέρω κείμενο καί ηυχήθη νά υπάρξη σύντομα καί η συνεπής πρός τήν επιβαλλομένην υπό τών Αγίων Πατέρων διακοπήν κοινωνίας απομάκρυνσις από τών αιρετικών καί των βλασφήμων οικουμενιστών ("νεοημερολογιτών" καί "παλαιοημερολογιτών"), αλλά καί κανονική επάνοδος (εισοδος) εις τήν ἀκαινοτόμητον Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν καί Αποστολικήν Εκκλησίαν, διότι "οι καιροί ου μενετοί" καί ιδού "τό βδέλυγμα της ερημώσεως ιστάμενον εν τόπω αγίω". Απάντηση Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 10:19 π.μ. Στον αγαπητό αρθρογράφο θα επαναλαμβάναμε αυτό που είπε ο Χριστός στη Μάρθα: "μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά, ενός δε εστί χρεία". Πολύ ωραία, σοβαρή και τεκμηριωμένη η ανάλυση, πλην όμως σε ένα πράγμα χρειάζεται να επικεντρωθεί το ενδιαφέρον: Ο αγαπητός αρθρογράφος αποκαλεί τους ΡΚαθολικούς αιρετικούς, ενώ ο Μεσσηνίας τους εντάσσει στα μέλη της Μιας, Αγίας, Καθολικής, Αποστολικής και Διαιρεμένης Εκκλησίας. Φταίει ο Μεσσηνίας; Φταίει βεβαίως, αλλά περισσότερο φταίει η Εκκλησία του, η Εκκλησία της Ελλάδος, στην οποίαν ανήκει και η οποία ΔΕΝ θεωρεί τους ΡΚαθολικούς αιρετικούς, ούτε καν σχισματικούς και αυτό αποδεικνύεται, από το ότι ο ΡΚαθολικισμός ή Παπισμός ή με οποιοδήποτε άλλο όνομα μπορούν να ονομασθούν (πάντως όχι Εκκλησία) δεν συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των αιρέσων και παραθρησκευτικών οργανώσεων, που καταγράφονται στην επίσημη ιστοσελίδα της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου εκεί καταγράφονται 74 Χριστιανικές αιρέσεις και παραχριστιανικές ομάδες και 422 εξωχριστιανικές και παραθρησκευτικές ομάδες. Επομένως, εκείνο για το οποίο θα πρέπει να ψέξουμε τον Μεσσηνίας είναι, το γιατί δεν αντιδρά στη θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος, ότι ο ΡΚαθολικισμός ΔΕΝ είναι αίρεση. Έτσι, απλά ο Μεσσηνίας ακολουθεί την επίσημη θέση της Εκκλησίας του και εμφανίζεται και συγχροτίζεται με τους Παπικούς, συμπροσεύχεται και επαινεί τα καλά τους έργα, όπως οφείλει, για μέλη μιας και της αυτής Εκκλησίας, που έχουν κάποιες διαφορετικές και ίσως δευτερεύουσες θεωρήσεις, από τις επίσημες δογματικές και κανονικές θέσεις της Εκκλησίας και τίποτε άλλο. ΙΚ Απάντηση Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 10:21 π.μ. Ο επίσκοπος Κήρυκος φοράει ή δεν φοράει μίτρες και πατερίτσες. Αυτές οι αυτοκρατορικές σαββούρες, είναι ή δεν είναι καινοτομίες; Αφήστε τα αυτά. Σε λίγα διαφέρετε από τους Οικουμενιστάς. Ολα τα αίσχη τους τα έχετε και εσείς. Εχετε αντίρρησι; Πού διαφέρετε; Μόνο στα περισσότερα λόγια; Απάντηση Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 12:11 μ.μ. Ο Επίσκοπος Κήρυκος (της γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας) σχετικά μέ τό σχόλιο Νο 3 εδήλωσε τά εξής: "Εάν οι μίτρες καί οι πατερίτσες πού φοράω, ειναι αιτία νά παραμένη εστω καί ενας εκτός της σωστικής Κιβωτού, ητοι της Μίας, Αγίας, Καθολικής καί Αποστολικής Εκκλησίας, η οποία εκφράζεται καί εκπροσωπείται σήμερον από τήν Ιεράν Σύνοδον τής απανταχού γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, νά ειναι βέβαιος πώς, εστω καί αν δέν θεωρώ ("τίς μίτρες καί τίς πατερίτσες") κολάσιμον νεωτερισμόν, οπως ειναι πράγματι κολάσιμος ο νεοημερολογιακός, ομως θά τόν καταργήσω δι εμαυτόν, αρκεί νά πεισθώ οτι δέν υπάρχει αλλη αιτία πού τόν κρατά μακράν της σωστικής Κιβωτού" . Απάντηση Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 12:21 μ.μ. Πάλι ξεφεύγετε, κύριε. Να τα αφήσετε αυτά. Εχετε τάχα το ένα και μείζον και μαζί εκμεταλλεύσεσθε και όλα τα άλλα. Και συνεισάκτους έχετε. Και λησταρχείο έχετε. Και πολλά άλλα έχετε. Χρειάζεται να τα αποβάλλετε ΟΛΑ. Τα πάντα, όσα είναι παρείσακτα και προσβάλλουν την Πτωχή και Ανυπόδητη Εκκλησία του Χριστού. Μόνο Πτωχή και Ανυπόδητη δεν είστε εσείς της ...Ακαινοτομήτου. Θάπρεπε να ντρέπεστε να χρησιμοποιείτε αυτή τη λέξι. Μόνο Ακαινοτόμητοι δεν είστε. Απάντηση ΧΡΙΣΤΙΝΑ Ν.28 Ιανουαρίου 2011 - 12:25 μ.μ. Ο σεβαστός «επίσκοπος» Μεσογαίας και Λαυρεωτικής (άραγε από που προκύπτει ο τίτλος) συγχαίρει τον αγαπητό κ. Σημάτη για το θαυμάσιο άρθρο του και παράλληλα τον συμβουλεύει να αποτειχισθεί από την αίρεση αλλά να εντοιχισθεί σε ένα σχίσμα. Με τον τίτλο του και μόνο δηλώνει πως δεν σκέπτεται πατερικά και ορθόδοξα αφού δεν αρκείται στη συμβουλή της αποτείχισης και μόνο. Αποτείχιση από τη μια και δημιουργία σχίσματος με την εντείχιση σε κάποια παράταξη του παλαιού δεν είναι λύση σεβαστέ πατέρα. Πρέπει επιτέλους όλοι οι υγειώς σκεπτόμενοι αντιοικουμενιστές του παλαιού και του νέου εορτολογίου να ενωθούμε στην διακοπή της μνημονεύσεως των αιρετικών και σχισματικών επισκόπων χωρίς να ανάγουμε σε δόγμα το ημερολόγιο. Φτάνει πια με αυτές τις θεωρίες περί παλαιού και νέου. Η αίρεση βρίσκεται εντός του πλοίου και μεις αγναντεύουμε στο πέλαγος. Ας αφήσετε τις μίτρες και τις πατερίτσες και τις δόξες και τις τιμές οι του παλαιού (που δεν διαφέρετε σε τίποτε ως προς αυτά με τους δεσποτάδες του νέου) για να ενωθούμε κάποια στιγμή στον κοινό αγώνα κατά του Οικουμενισμού. Υπάρχει διάθεση και ταπείνωση για να συμβεί αυτό; Εύχομαι. Απάντηση Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 12:33 μ.μ. Ωστε κύριε Κήρυκε, οι αυτοκρατορικές σαββούρες δεν είναι ...κολάσιμος νεωτερισμός; Και τότε τί είναι; Αναμάρτητος ....νεωτερισμός; Καλά μάθατε αυτά όλα να τα λέτε. Κύριε είστε ένα σώμα ξένο από το Αγιο Ευαγγέλιο. Καταλάβετέ το. Πάψτε να αυταπατάσθε ότι είστε ....Ακανοτόμητοι. Πάψτε τις βερμπαλιστικές φράσεις που δεν σας αθωώνουν καθόλου. Γιά πέστε μου; Πόσουν κοινωνικούς αγώνες κάνετε; Γιά τα χάλια της κοινωνίας εσεις ειστε αμοιροι ευθυνών; Γιά πέστε μου και κάτι άλλο. Τους δικούς σας ανθρώπους πόσο τους καλλιεργείτε πνευματικά; Τους έχετε αφήσει χέρσους και χορταριασμένους. Ετσι τους ξέρουμε εμείς, όσους από αυτούς ξέρουμε. Ασχετους με το Ευαγγέλιο. Μιά επιδερμική ευσεβοφάνεια και τίποτα άλλο. Τίποτα δεν είστε. Μόνο λόγια και καλοπέρασι είστε. Πόσο πάσχετε εσείς γιά την εγκληματική εγκατάλειψι του λαού; Πόση ευθύνη φέρετε γι' αυτήν; Μιά χαρά περνάτε και εσείς κύριοι.... Ακαινοτόμητοι. Γλεντάτε τη ζωή σας. Πολύ καλά την γλεντάτε. Ευλογητός ο Θεός και καλοζούμε και καλοπερνάμε με τους πολλούς υπηρέτες και τις πολλές υπηρέτριες. Μου φαίνεται ότι ...μύλον ονικόν χρειάζεσθε και εσείς. Από λόγια χορτάσαμε, καταλάβετέ το. Απάντηση Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 12:55 μ.μ. Ο Επίσκοπος Κήρυκος σχετικά μέ τό προηγούμενο υβριστικό σχόλιο εναντίον του καί εναντίον της γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, ειπε: "Παραθεωρώ τόν υβριστικό χαρακτηρα τού σχολίου καί απαντώ μέ δυό λόγια. Κάμνεις κάποιο λάθος αγαπητέ. Δέν ειπα πουθενά οτι εγώ ειμαι ακαινοτόμητος, αλλά οτι η Εκκλησία εις τήν οποίαν ανήκω ειναι ΑΚΑΙΝΟΤΟΜΗΤΟΣ. Σ' αυτήν τήν Εκκλησία ανήκω η οποία "ακαινοτομήτως καί αμειώτως φυλάττει πάντα τά της Εκκλησίας" (κατά τήν Ζ΄Οικουμενικήν Σύνοδον) καί αυτής τής Εκκλησίας προσπαθώ νά ειμαι "γνήσιος υιός τε καί μέτοχος" (πάλιν κατά τήν Ζ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον) καί εις αυτήν τήν Εκκλησίαν "Τήν μή εχουσαν σπίλον η ρυτίδα", αλλά ουσαν "στύλος καί εδραίωμα τής αληθείας" σας καλώς η μάλλον μάς καλεί ολους ο Χριστός νά γίνωμεν "γνήσιοι υιοί τε καί μέτοχοι". Οσον αφορά τό "χρειάζεται νά τά αποβάλλετε ΟΛΑ", (συνεισάκτους, λησταρχείο καί τά πάντα οσα ειναι παρείσακτα), εάν καί οπου υπάρχουν βεβαίως τά αποβάλλωμεν καί τά καταδικάζωμεν καί σας καλούμε καί εσάς οποιος καί αν εισθε, οπου καί αν ανήκετε, νά τά αποβάλλητε, (εάν συμβαίνουν στήν δική σας Εκκλησία) καί νά τά καταδικάσετε, καί νά τρέξετε εις τό θεραπευτήριον πού ειναι η ακαινοτόμητος Εκκλησία τού Χριστού. Απάντηση Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 1:52 μ.μ. Γιά πέστε μου ποιά είναι αυτά τα ...Ακαινοτόμητα που έχετε και εμείς δεν έχουμε; Εκτος από τις συμπροσευχές και τις άλλες αηδίες που έχουν οι δικοί μας, τι διαφέρετε εσείς από μας; Πέστε μου. Και θα συνεχίσουμε τη συζήτησι. Βέβαια θέλω να γνωρίζετε ότι μιλάω γενικά και όχι προσωπικά γιά σας αφού δέν σας γνωρίζω. Μην το παίρνετε, λοιπόν, προσωπικά το ζήτημα. Απάντηση Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 2:09 μ.μ. Ναί κι' εγώ επιθυμώ νά συνεχίσουμε τήν συζήτησι, αλλά σάς παρακαλώ κάνετε κι εσείς προσπάθεια νά γίνεται μέ ευπρέπεια καί σεβασμό καί τού ενός πρός τόν αλλο καί ανάλογη σοβαρότητα οπως αρμόζει σέ ενα τόσο σοβαρό θέμα. Μόνο θά απουσιάσω γιά λίγο καί επανέρχομαι. Απάντηση Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 2:26 μ.μ. Ο Ανώνυμος 1:52 είπε... Εκτος από τις συμπροσευχές και τις άλλες αηδίες που έχουν οι δικοί μας, τι διαφέρετε εσείς από μας; Μα αγαπητέ, συγχώρα με αλλά αυτή είναι η τεράστια διαφορά που έχουμε μεταξύ μας. Εσεις μετέχετε του Π.Σ.Ε. και λογίζεστε ως μέλος της ... Όλο αυτό το οικουμενιστικό πανηγύρι δεν ξεκίνησε τώρα.Για σκεφτείτε λίγο. Ορθρος Απάντηση Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 4:16 μ.μ. Aρα αυτά τα ίδια και εσείς επικαλείσθε; Τον συγχρωτισμό μας με τους αλλοδόξους δηλαδή; Αλλο τίποτα έχετε να αναφέρετε; Μήπως τα μελισσοκέρια, μήπως τα ηλεκτρικά φώτα, μήπως τις γυναίκες με τα παντελόνια; Γιατί για το τρίτο τουλάχιστον ούτε εσείς καταφέρατε να τις τιθασεύσετε τις γυναίκες. Είναι και οι δικές σας πανταλανοφορούσες. Η μήπως σε άλλα διαφέρουμε; Απάντηση Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 5:52 μ.μ. Εάν κάποιος επικαλείται, ότι υπάρχει Γνήσια Ορθόδοξη Εκκλησία, παραδέχεται εμμέσως πλην σαφώς, ότι υπάρχει και μη Γνήσια Ορθόδοξη Εκκλησία (πάντως Εκκλησία), οπότε δεν κάνει τίποτε άλλο, από αυτό που δηλώνει ο Μεσσηνίας Χρυσόστομος (της μη γνήσιας), ότι υπάρχει Μια, Αγία, Καθολική, Αποστολική, Διαιρεμένη Εκκλησία, που περιλαμβάνει Ορθοδόξους και μη Ορθοδόξους (όρα ΡΚαθολικούς). ΙΚ Απάντηση Ανώνυμος28 Ιανουαρίου 2011 - 9:45 μ.μ. @4:16 Συγχρωτισμός με τους αιρετικούς; Ή ταύτηση;;; Μήπως σου φαίνεται λίγο; Ορθρος Απάντηση Ανώνυμος29 Ιανουαρίου 2011 - 6:53 π.μ. Aγαπητε φιλε Ορθρε. Δεν μου φαινεται λιγο και το ξερεις. Μου φαινεται ΠΟΛΥ, μαλλον πολυ μεγαλα και σοβαροτατη πτωσι και καταπτωσι, μου φαινεται οτι φθασαμε πλεον στα ορια της υπομονης, μου φαινεται οτι δεν μενει πλεον τιποτα αλλο περισσοτερο απο το να σκεφθουμε σοβαροτατα την ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΙ μας. Δεν μου απαντας ομως στο ερωτημα μου. Σε τι αλλο διαφερουμε εμεις και εσεις; Υπαρχουν αλλες διαφορες; Τι λεει ο κ. Κηρυκος; Απάντηση Ανώνυμος29 Ιανουαρίου 2011 - 11:42 π.μ. Ο Επίσκοπος Κήρυκος απαντώντας στό τελευταίο 15ο σχόλιο - ερώτημα ειπε: "Διαφέρουμε βεβαίως καί μάλιστα σέ ενα βασικό σημειο εκκλησιολογικού χαρακτηρος, δηλαδή στό οτι αυτό πού τινές "αγωνιώντες καί αγωνιζόμενοι", επικαλούνται σήμερον κατά τού οικουμενισμού,(Βλέπε αποτείχισιν, Ομολογία Πίστεως κλπ.) τό επεκαλέσθησαν ηδη από τό 1924 οι Ορθόδοξοι τής εποχής εκείνης κατά τού Νεοημερολογιτισμού, καί μέ αυστηράν συνέπειαν, χωρίς καν νά γνωρίζουν πολλά πράγματα γιά τήν σχέσι του νεοημερολογιτισμού μέ τόν Οικουμενισμό. Ιδού τί γράφει ως εν προλόγω,ο θεολόγος Ελευθέριος Γκουτζίδης στήν εισήγησίν του ἐπί τοῦ δευτέρου θέματος τοῦ θεολογικοῦ Διαλόγου μετά τῶν Φλωρινικῶν, η οποία ανεγνώσθη κατά τήν συνεδρίαν τῆς 5/18.3.1991: "᾽Εκ τῆς προσεκτικῆς μελέτης τοῦ πρώτου θέματος τοῦ Θεολογικοῦ μας Διαλόγου προέκυψεν ὅτι τό ἡμερολογιακόν Σχίσμα τοῦ 1924 ἔχει κανονικά καί δογματικά αἴτια, τά ὁποῖα τό καθιστοῦν σχισματοαίρεσιν. Τό ὅλο θέμα τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ, ὡς εἴδομεν, ἐκινήθη καί ἐπεβλήθη τό 1924 ὑπό τῆς δεοντολογίας τῆς οἰκου μενιστικῆς κινήσεως, ἀλλά καί μέχρι σήμερον πρός χάριν αὐτῆς παραμένε. Νεοημερολογιτισμός καί Οἰκουμενισμός εἶναι ἀναποσπάστως συνδεδεμένα μέχρι ταυτότητος. Διά τόν λόγον αὐτόν οἱ ἐκκλησιαστικοί παράγοντες τοῦ Νεοημερολογιτισμοῦ δέν τολμοῦν νά θίξουν τό Νεοημερολογιακόν Σχίσμα τοῦ 1924 εἰς τήν οὐσίαν του καί δέν διανοοῦνται Θεολογικόν Διάλογον διά τήν θεραπείαν αὐτοῦ, ἀλλ' ἀπ' ἀρχῆς καί μέχρι σήμερον ἀναλίσκονται εἰς τό νά ἀποκρύπτουν τήν οὐσίαν τοῦ σχίσματος καί νά ἐπιδίδωνται εἰς διαστροφάς, διαρρηγνύουν δέ τά ἱμάτιά των ἐπί τῶ ἀκούσματι ὅτι εἶναι σχισματοαιρετικοί, καί ὡς τοιοῦτοι εἶναι ἐκτός ᾽Εκκλησίας καί οἱ «λειτουργοί» των δέν εἶναι οἰκονόμοι τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος". Καί επρόσθεσε ο Επίσκοπος Κήρυκος: "Αυτό ειναι τό κυριώτερο πού μάς χωρίζει καί επ αυτού πρέπει νά κάνωμεν τήν συζήτησίν μας μέσα από τήν φιλόξενον αποτείχισιν, αφού αλλες σελίδες ουτε καν θέλουν νά ακούσουν περί αυτού τού θέματος, ενώ επιδίδονται καί εις συστηματικήν διαστροφήν τής αληθείας. Ζητω συγγνώμη πού λόγω τεχνικών δυσκολιών δέν μπορώ νά ανταποκρίνωμαι εγκαίρως στίς απαιτήσεις αυτής της συζητήσεως, αλλά ας ειναι βέβαιοι οι επώνυμοι η ανώνυμοι σχολιασταί, οτι δέν θά περιφρονηθούν, εστω καί αν μάς ειρωνεύονται πικροχόλως, καί ψεύδονται συστηματικώς καθ'ημών" . Απάντηση Ανώνυμος29 Ιανουαρίου 2011 - 5:32 μ.μ. Δηλαδή ο Οικουμενισμός ξεκίνησε το 1924 ή τότε τον πήραμε χαμπάρι; Οικουμενισμός δεν είναι, όταν η Εκκλησία της Ελλάδος απέκτησε το 1833 αρχηγό ένα ΡΚαθολικό; Ποιός του παλαιού, που τότε ήταν όλοι βέβαια, εξεγέρθηκε τότε και έφυγε ή αποτειχίστηκε; Οικουμενιστικές δεν είναι οι παρακάτω ενέργειες πριν το 1924; - Το 1863, Αγγλικανός κληρικός έγινε δεκτός στο μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας στη Σερβία, με έγκριση της Ι. Συνόδου της Σερβικής Εκκλησίας. - Το 1869, κατά την κηδεία του Σμύρνης Χρυσάνθου μετέσχον ενεργώς ο Αρχιεπίσκοπος των Αρμενίων, καθώς και Αγγλικανός ιερέας. - Το 1875, ο Αρχιεπίσκοπος Πατρών συνιερούργησε μετά του εκεί Αγγλικανού κληρικού σε μυστήριο Βαπτίσεως. - Το 1879, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Κων/πόλεως απεφάσισε, όπως εν ανάγκη, επιτρέπεται η μυστηριακή κοινωνία, δηλ. η υπό Ορθόδοξου ιερέα τέλεση σε Αρμενίους των μυστηρίων Βαπτίσματος, Γάμου και Θ. Ευχαριστίας. - Το 1898, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Γεράσιμος επέτρεψε σε Σύρους Ορθοδόξους στη Μελβούρνη να λαμβάνουν τη Θ. Ευχαριστία από Αγγλικανούς κληρικούς. - Το 1907 τελέσθηκε στο Πόρτσμουθ κοινή δοξολογία μεταξύ Ρώσων Ορθοδόξων και Αγγλικανών κληρικών. - Προ του 1910, ο εν Αλάσκα Ρώσος Ορθόδοξος Επίσκοπος Ιννοκέντιος συνήψε συμφωνία μετά του Επισκοπελιανού Επισκόπου Row, όπως οι ιερείς τους παρέχουν αμοιβαίως τα μυστήρια εκατέρου δόγματος, δηλ. οι Ορθόδοξοι στους Επισκοπελιανούς και οι Επισκοπελιανοί στους Ορθοδόξους. - Το 1910, ο Σύρος Επίσκοπος Ραφαήλ στην Αμερική, επέτρεψε στους πιστούς να δέχονται τα μυστήρια Βαπτίσματος, Εξομολογήσεως, Θ. Ευχαριστίας και Γάμου από Επισκοπελιανούς κληρικούς. Ο ίδιος μετέσχε σε εσπερινούς Αγγλικανών, φέροντας μανδύα και ιστάμενος επί του θρόνου. - Το 1917, ο Ροδοστόλου Αλέξανδρος μετέσχε σε εσπερινό Αγγλικανών στην Αμερική. Ο ίδιος μετέσχεν ενεργώς σε χειροτονία Αγγλικανού κληρικού στην Πενσυλβάνια. - Το 1918, ο Κύπρου Άνθιμος και ο Αθηνών Μελέτιος συμμετέσχον επανειλημμένα στην ακολουθία των Αγγλικανών στον άγιο Παύλο στο Λονδίνο. - Το 1919, οι ηγέτες των Ορθοδόξων Εκκλησιών Αμερικής συμμετέσχον σε ακολουθία τελούμενη από Αγγλικανούς κληρικούς, με την ευκαιρία της Γενικής Συνέλευσης των Αγγλικανικών Εκκλησιών Αμερικής. - Το 1920, ο Διδυμοτείχου Φιλάρετος, ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο συνέδριο του Λάμπεθ, συμμετέσχε σε ακολουθία σε Αγγλικανικό ναό. - Το 1920, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δαμιανός παρέστη σε λειτουργία σε Αγγλικανικό ναό των Ιεροσολύμων εν πλήρη στολή και ανέγνωσε το Ευαγγέλιο. - Το 1920, ο τοποτηρητής του Οικουμενικού θρόνου, Προύσσης Δωρόθεος και η Ι. Σύνοδος του Πατριαρχείου υποδέχτηκαν τον Επίσκοπο των Επισκοπελιανών Ιάκωβο Ντάρλιγκτον. Στη θ. λειτουργία παρέστη ο ανωτέρω επίσκοπος με πλήρη αρχιερατική στολή και διένειμε το αντίδωρο. - Το 1921, κατά τη κηδεία του Προύσσης Δωροθέου στο Λονδίνο, μετέσχε στη νεκρώσιμη ακολουθία ο Αρχιεπίσκοπος του Καρτέρμπουρυ, ο οποίος ανέγνωσε το Ευαγγέλιο. - Το 1922, ο Θυατείρων Γερμανός παρέστη στον εσπερινό στο Αββαείο του Ουεστμίνστερ, με πλήρη αρχιερατική στολή. ΙΚ Απάντηση Ανώνυμος29 Ιανουαρίου 2011 - 9:40 μ.μ. Ο Επίσκοπος Κηρυκος μόλις διάβασε το 17ο σχόλιο δήλωσε τά εξής: «Κατ’ αρχάς συμφωνώ με τον κ. Ι.Κ. καί τον βεβαιώ ότι εχάρηκα διά τον κατάλογο πού εδημοσίευσε με τις πρό του 1920 -1924 οικουμενιστικές εκδηλώσεις Πατριαρχών, Αρχιεπισκόπων και Επισκόπων, διότι τον ειχα διαβάσει παλαιότερον και ενώ τον ηθελα, δεν τον ευρισκα. Αν θυμάμαι καλώς πρώτος πού τον συγκρότησε και τον εδημοσιοποίησε ητο ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος. Καί αυτά μέν συνέβαιναν πράγματι όπως γράφει ο κ. Ι.Κ. από το 1833 μέχρι τό 1920 – 1922, οπερ σημαίνει ότι πράγματι η αιρεσις τού Οικουμενισμού, οι καινοτομίες, οι συμπροσευχές μετά αιρετικών, ξεκίνησαν πολύ πρίν από το 1920. Εγώ θα ελεγα ότι ξεκίνησαν πολύ πιο νωρίς και από το 1833. Τότε απλώς εχομεν έναν σταθμόν, την δημιουργία σχίσματος στην τοπική Εκκλησία της απελευθερωθείσης Ελλάδος. Και είναι γνωστόν οτι το σχίσμα αυτό το εδημιούργησαν οι Βαυαροί. Θα ελεγα και κάτι ακόμη. Ότι τά σπέρματα τού οικουμενισμού τά συναντάμε στις αιρέσεις από τά πρώτα χρόνια του χριστιανισμού. Και αυτά βεβαίως τά φαινόμενα τά αντιμετώπιζεν πάντοτε η Εκκλησία ειτε καταδικάζουσα, ειτε καθαιρούσα, ειτε αναθεματίζουσα τους αιρετικούς και τους παρεκτρεπομένους εκ της Κανονικής τάξεως. Και όταν οι αρμόδιοι εδίσταζαν να αποφασίζουν ο λαός «ο φύλαξ της Πίστεως» (Πανορθόδοξος Σύνοδος του 1848) ενίστατο και απήτει την παραδειγματικήν τιμωρίαν των παραβατών και την απομάκρυνσιν αυτών από την ποίμνην. Καί κάτι επί πλέον: Το 1920 – 1924 εχουμε έναν άλλο σοβαρώτερον οριακόν σταθμό. Τότε εξεδόθη από το Πρωτόθρονο Πατριαρχείο της Ορθοδοξίας η Συνοδική Παναιρετική Εγκύκλιος, η οποία ανέτρεπε εκ βάθρων την Σύμβολο της Πίστεώς μας, ητοι την «καλήν Ομολογίαν» επί της οποίας ο Κύριος εθεμελίωσε την Εκκλησίαν Του. Και η Εγκύκλιος αυτή, εστω και αν δεν εκυκλοφόρησε παντού, διά να μη δημιουργηθούν αντιδράσεις, εφηρμόσθη κατά τον πρώτον ορον αυτής, ητοι διά της «παραδοχής» της καταδεδικασμένης υπό Πανορθοδόξων Συνόδων ΝΕΟΕΡΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΑΠΙΚΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ, η οποία, όπως εχει αποδειχθεί, είναι εβραικής εμπνεύσεως, προελεύσεως και σκοπιμότητος. Δηλαδή, κατά την ταπεινήν μου αποψιν, το 1920 εχομεν αποδοχήν καταδεδικασμένης εορτολογικής καινοτομίας, καί δι αυτής επίσημον εισοδον ολων σχεδόν των Τοπικών Εκκλησιών εις τον αιρεσιοβριθη αντίχριστον ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΝ. Διά τούτο η πρότασις μου προς οσους σήμερα κάμνουν «Ομολογίες» και «φωνάζουν» κατά του Οικουμενισμού και σπεύδουν να «αποτειχισθούν», «διότι ο τάδε Πατριάρχης η ο τάδε Επίσκοπος συμπροσευχήθηκαν κλπ. με τους αιρετικούς» (βλέπουν δηλαδή το θέμα σε προσωπικό επίπεδο, και δεν βλέπουν ότι η εκκλησιολογική οικουμενιστική αποστασία παρέσυρε εις τον παναιρετικόν Οικουμενισμόν, ολοκλήρους τοπικάς Εκκλησίας, Συνόδους, Πατριαρχεία κλπ), προτιμότερον είναι να παραμείνουν εκεί πού είναι, μέχρις οτου πεισθούν και βεβαιωθούν ότι απαντες και οι ιδιοι ευρίσκονται ΕΚΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ και επομένως ότι πρέπει να αναζητήσουν την σωστικήν Κιβωτόν (διότι υπάρχει) και να ψάξουν να εύρουν το εναπομείναν «μικρόν ποίμνιον» της Εκκλησίας και να προστεθούν εις αυτό. Τά δε διλήμματα «μήπως δεν υπάρχει σήμερα η Εκκλησία του Χριστού επί της γής;» είναι σαφέστατα εκ του πονηρού, και είναι η μεγίστη βλασφημία, διότι ο Χριστός μας εβεβαίωσεν ότι «πυλαι αδου ου κατισχύσουσι της Εκκλησίας». «Πυλαι αδου, κατά τους αγίους Πατέρας, είναι οι αιρέσεις». Και οι αιρέσεις όταν εμφανίζωνται, δεν διαιρούν την Εκκλησία, όπως δυστυχως ειπε και ο Νεοημερολογίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος αλλά και ο ημέτερος πρώην Ορθόδοξος Επίσκοπος Πειραιώς Νικόλαος, αλλά αυτές εξέρχονται της Εκκλησίας. Η δε Εκκλησία είναι «και εν τρισίν ορθοδόξοις οριζομένη», οπερ σημαίνει ότι «ορίζεται» και «συγκροτειται» από εκείνους οι οποίοι διαφυλάττουν «ακαινοτομήτως και αμειώτως» πάντα τά της Εκκλησίας, ητοι τά βασικά γνωρίσματα της αληθούς Εκκλησίας του Χριστού, ητοι την Ορθόδοξον Ομολογίαν και την γνησίαν και ανόθευτον Αποστολικήν Διαδοχήν των Επισκόπων και Πρεσβυτέρων Αυτής». Απάντηση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου